← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΖΙΡΤΖΙΠΗ, Υπόθεση με αρ.: 10715/2021, 24/6/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΖΙΡΤΖΙΠΗ, Υπόθεση με αρ.: 10715/2021, 24/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 10715/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΤΖΙΡΤΖΙΠΗ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 24/06/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: κα Μ. Χαραλάμπους.] Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κορομίας. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
  3. Μετά από δική του παραδοχή, ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί από το Δικαστήριο στο αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, των κατηγοριών με αρ. από 1 έως και 4 στο κατηγορητήριο, του Άρθρου 137 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων.
  4. Επίσης μετά από δική του παραδοχή, στα πλαίσια των Υποθέσεων με αρ. 17670/2020 και 17671/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο της κάθε υπόθεσης, επίσης για το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, του προαναφερόμενου Άρθρου 137 του περί Κεφ.
  5. Κατά την λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, των Υποθέσεων με αρ. 17670/2020 και 17671/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155), λαμβάνονται υπόψη. Το εν λόγω Άρθρο 81 του Κεφ. 155, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιβάλει στον Κατηγορούμενο μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης, από εκείνη που θα του επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες αυτές.
  6. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ότι, στις 15/09/2020, 18/10/2020, 09/06/2021, 19/05/2021, 26/05/2021 και 29/05/2021, στη Λευκωσία, παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 19/12/2019, στην Υπόθεση (Πολιτική Αγωγή) με αρ. 4556/
  7. Ότι, δηλαδή, βρέθηκε σε απόσταση λιγότερη των διακοσίων μέτρων από την οικία που βρίσκεται στην οδό XXXXX 10 στο XXXXX, XXXXX Λευκωσία, όπου διαμένουν οι γονείς του XXXXX Τζιρτζιπή και XXXXX Τζιρτζιπή.
  8. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το ύψος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα, παρατηρείται στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση, και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
  9. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  10. Οι λόγοι για τους οποίους το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές είναι σοβαρό, που επιβάλλουν και την αυστηρή αντιμετώπιση των καταδικασθέντων για αυτό από το Δικαστήριο, επεξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εταιρεία Rodafinia Imports-Exports Ltd ν Αστυνομίας

(1996)2 ΑΑΔ
  1. Στην ακόλουθη περικοπή από την εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενθυλακώνονται οι κύριες αρχές: «. το πρωτόδικο δικαστήριο, πολύ ορθά ., έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη δύο πτυχές της υπόθεσης. Η πρώτη πτυχή αφορά την αποθάρρυνση της παρακοής Δικαστικών Διαταγμάτων. Εάν η ανυπακοή γίνει ανεκτή και τύχει επιεικούς μεταχείρισης αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την υπονόμευση αυτής τούτης της απονομής της δικαιοσύνης καθώς και την υπονόμευση της έννομης τάξης. Η υπακοή προς τα δικαστικά διατάγματα αποτελεί μια απόλυτη αναγκαιότητα σε ένα κράτος δικαίου.. .». [iii].
  2. Όπως στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, η πρέπουσα τιμωρία, σε περιπτώσεις που αφορούν συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου, όπως είναι και η εξεταζόμενη, είναι κατά κανόνα αυτή της φυλάκισης. Και αυτό, εφόσον, η συνέχιση παρακοής σε διαταγή του Δικαστηρίου, όχι μόνο πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης, ως προαναφέρθηκε, αλλά τείνει να το ανατρέψει.
  1. Βεβαίως, τα δεδομένα των αδικημάτων, τα οποία και τα χαρακτηρίζουν, είναι αυτά που, στο πλαίσιο της νομικής σοβαρότητας τους, ως προαναφέρθηκε, καθορίζουν την πραγματική σοβαρότητα τους, στην βάση της οποίας ο Κατηγορούμενος πρέπει να τιμωρηθεί. Δηλαδή, η τιμωρία του Κατηγορουμένου, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την σοβαρότητα της παρακοής στην διαταγή του Δικαστηρίου που διέπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, ως προελέχθη, παράκουσε την διαταγή του Δικαστηρίου κατ' επανάληψη. Αυτό είναι πολύ σοβαρό και ως προαναφέρθηκε, ως παράγοντας δικαιολογεί την αυστηρή αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Εντούτοις, η έκνομη αυτή συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή πράξη του, που να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Ο γονείς του Κατηγορουμένου, που ας σημειωθεί είναι ηλικίας 78 και 69 ετών αντίστοιχα, εξασφάλισαν εναντίον του, το προαναφερόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου, για λόγους που δεν έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο. Όμως, όπως φαίνεται από το ίδιο το δηλωτικό του Διατάγματος του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, «απαγορεύεται από του να παρενοχλεί και ή να επιτίθεται καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή να απειλεί» τους γονείς του. Πρόνοια, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι ενδεικτική των λόγων έκδοσης του από το Δικαστήριο. Σημειώνεται, ότι, στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, γίνεται αναφορά στο ότι οι σχέσεις του Κατηγορουμένου με τους γονείς του κλονίστηκαν, λόγω της βίαιης συμπεριφοράς που παρουσίασε εναντίον τους. Συνεπώς, το γεγονός ότι, ως και προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται απλώς ότι παράκουσε το Διάταγμα του Δικαστηρίου, επειδή βρέθηκε σε απόσταση λιγότερη των διακοσίων μέτρων από την οικία των γονέων του, χωρίς οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να επενεργήσει επιβαρυντικά σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, είναι σημαντικό. Ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη και η στάση του Κατηγορουμένου κάθε φορά, κατά την διερεύνηση των επίδικων περιστατικών από την Αστυνομία. Ήταν πάντοτε συνεργάσιμος, παραδεχόταν αμέσως το αδίκημα που διέπραττε και σχεδόν πάντοτε ήταν απολογητικός. Την ίδια σημασία όμως το Δικαστήριο δίδει, και στα θύματα της παρανομίας του Κατηγορουμένου και πως αυτά βίωσαν την προαναφερόμενη παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, έχοντας πάντοτε κατά νου, και τους λόγους, που όπως φαίνεται, τους οδήγησαν στο να αποταθούν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν το Διάταγμα εναντίον του Κατηγορουμένου, εξ αρχής.
  2. Ο Κατηγορούμενος, έχει και προηγούμενες καταδίκες. Το δεδομένο αυτό, επηρεάζει σαφώς την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο [iv]. Στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 154/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 29/05/2019, για το αδίκημα της κλοπής, σε δύο ξεχωριστές για αυτό κατηγορίες, που διαπράχθηκε στις 07/02/2018, στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών, η έκτισης των οποίων όμως ανεστάλη από το Δικαστήριο για περίοδο τριών χρόνων. Περαιτέρω, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 19626/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την 01/12/2020, για το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, σε πέντε ξεχωριστές για αυτό κατηγορίες, που διαπράχθηκε κατά το έτος 2018, στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης επτά μηνών, μειωμένες για την περίοδο που ο Κατηγορούμενος τελούσε υπόδικος από 23/10/
  3. Σε σχέση με αυτές, παρατηρούνται από το Δικαστήριο τα εξής πολύ σημαντικά. Κατ' αρχάς, η τελευταία καταδίκη του Κατηγορουμένου στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 19626/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφορά ακριβώς τα ίδια αδικήματα, με αυτά του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης αλλά και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη (της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές). Το Δικαστήριο, δεν παραβλέπει το γεγονός ότι, τα αδικήματα των Υποθέσεων με αρ. 17670/2020 και 17671/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όταν του επέβαλλε ποινή στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 19626/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αφής στιγμής αυτά διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο πριν τις 23/10/2010 (ημερομηνία που διατάχθηκε η κράτησης του) και η ποινική του δίωξη ξεκίνησε με την καταχώριση των κατηγορητηρίων των δύο αυτών υποθέσεων την 01/12/2020 (την ίδια ημέρα που του επιβλήθηκε η ποινή). Δεν θεωρώ, ότι, το Δικαστήριο, αν είχε ενώπιον του και τις προαναφερόμενες δύο αυτές υποθέσεις, θα επέβαλλε ουσιαστικά μεγαλύτερη ποινή στον Κατηγορούμενο, από αυτήν που ως προαναφέρθηκε του επέβαλε. Επίσης, παρά το γεγονός ότι η καταδίκη του Κατηγορουμένου στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 154/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για τα αδικήματα της κλοπής, χρονολογείται από 29/05/2019 και αφορά άλλης φύσης αδίκημα από τα εξεταζόμενα, είναι σημαντικό το ότι τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε αυτής της υπόθεσης διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της αναστολής (29/05/2019 - 29/05/2022). Παράβηκε, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος, τον όρο που του τέθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 154/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ζήτημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης για την ποινική μεταχείριση του. Οι πρόνοιες του Άρθρου 4 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95/1972») είναι σχετικές. Σε περίπτωση ενεργοποίησης της, η συνολική ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, αν για την υπόθεση αυτή επιλεχθεί από το Δικαστήριο η ποινή της φυλάκισης, δεν πρέπει να είναι υπερβολική και να αναλογεί στην συνολική εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου.
  4. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: (i) Η παραδοχή του στο κατηγορητήριο του (και αυτών που λαμβάνονται υπόψη). Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, κάποια έστω, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας (το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε ότι αφορά τις άλλες δύο υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη) και αυτό εκτιμάται προς όφελος του Κατηγορουμένου. Δεν παραβλέπω όμως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος δεν θα είχε, εκτιμώ, δυσκολία να αποδείξει αυτή την υπόθεση (όπως και τις άλλες δύο) εναντίον του Κατηγορουμένου. Και, (ii) Ότι ο Κατηγορούμενος, είναι ουσιοεξαρτημένος, κατάσταση που κρατεί για χρόνια τώρα και η οποία, ως προκύπτει, εξελίχθηκε και αποτελεί πλέον ψυχική διαταραχή. Αυτή, φαίνεται ότι, κατά διαστήματα, επηρεάζει, σε κάποιο βαθμό, την κριτική του αντίληψη και ενέργειες. Φαίνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, καταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπιση του προβλήματος του αυτού. Παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.
  5. Τέλος, προς εξατομίκευση της ποινής του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου και φαίνονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον Κατηγορούμενο με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και, αν και δεν κάνω ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνω υπόψη μου το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να της επιβληθεί [v]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, στην ηλικία των 42 χρονών, είναι μόνος, άστεγος όπως υποστηρίζει (παρά το γεγονός ότι είναι λήπτης βοήθειας από το κράτος), άνεργος (μάλιστα, ανίκανος για εργασία), ουσιοεξαρτημένος, με προβλήματα ψυχικής υγείας, οροθετικός και φορέας του ιού της ηπατίτιδας C (HCV).
  6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Όλες οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου να συντρέχουν. [vi]. Οι ποινές φυλάκισης που το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι τελεί υπόδικος σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, για περίοδο από 10/06/2021 μέχρι και σήμερα. 14. Λαμβάνοντας το Δικαστήριο υπόψη, όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, από τις 29/05/2019 που αναστάλθηκε η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου των τριών μηνών που του επέβαλε το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 154/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για τα αδικήματα της κλοπής, μέχρι και σήμερα, και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων αυτής της υπόθεσης, τον χρόνο που διαπράχθηκαν, την φύση, την σοβαρότητα, την έξαρση τους στην κοινωνία, αλλά και ότι πρόκειται για ομοειδή αδικήματα με αυτά της προαναφερόμενης Υπόθεσης με αρ. 19628/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, παρά τα προαναφερόμενα ελαφρυντικά του Κατηγορουμένου, κρίνει ότι, ενεργώντας βάσει του Άρθρου 4
(1)(α) του Νόμου 95/1972, επιβάλλεται διαταγή του ο Κατηγορούμενος να εκτελέσει την ποινή φυλάκισης των τριών μηνών (συντρεχουσών) που του επέβαλε το Δικαστήριο στα πλαίσια της προαναφερόμενης Υπόθεσης με αρ. 154/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αυτή, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 4
(2)του Νόμου 95/1972, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκτιθεί διαδοχικά της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Αυτό το δεδομένο, σημειώνεται, ήταν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση, ως ανωτέρω, της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση αυτή, εφαρμόζοντας ως όφειλε και έχει προαναφερθεί, την αρχή της συνολικότητας στην ποινή [vii].
  1. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου, δεν συντρέχουν, κρίνει το Δικαστήριο, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία το Δικαστήριο καταλήγει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων, όλα όσα αφορούν αυτή την υπόθεση και αυτές που λαμβάνονται υπόψη, το ποινικό μητρώο και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες κρίνονται ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του [viii]. Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και αυτών που λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές του, χωρίς να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο για να ληφθεί υπόψη ως σχετικό, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την προαναφερόμενη απόφαση του. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, κρίνεται ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του αναστελλόταν. Ιδιαιτέρως, αν ληφθεί υπόψη και το ποινικό του μητρώο και ειδικότερα το γεγονός ότι έτυχε στο παρελθόν τέτοια αντιμετώπιση από το Δικαστήριο, χωρίς όμως να τηρήσει του όρους που ο Νόμος επιβάλλει σε μια τέτοια περίπτωση.
  3. Λήφθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, οι Υποθέσεις με αρ. 17670/2020 και 17671/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
  2. [iii] Βλ. επίσης Christodoulides v Police
(1985)2 C.L.R. 260, Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, District Officer Nicosia v Pittordi
(1967)2 C.L.R. 131 και Demosthenous v District Officer Limassol
(1967)2 C.L.R.
  1. [iv] Βλ. Τζιάμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/
  2. [v] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  3. [vi] Παρά το γεγονός ότι, τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών αφορούν διαφορετικά περιστατικά και κατ' αρχήν οι ποινές φυλάκισης θα έπρεπε να διαταχθεί να εκτιθούν διαδοχικά, λόγω του ότι τα θύμα της παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου είναι το ίδιο και υπάρχει εγγύτητα χρόνου, κα' εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής, έχω διατάξει όπως οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, συντρέχουν. [vii] Βλ. Αποστόλου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2016, 04/04/
  4. [viii] Βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ ν Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.