A. TEMBRIOTIS & CO LIMITED ν. V.P. MOTORS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2374/2016, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2374/2016 Μεταξύ: A. TEMBRIOTIS & CO LIMITED Κατηγορούσα Αρχή -ν-
- V.P. MOTORS LIMITED
- XXXXX ΒΑΡΕΛΛΑ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 30.6.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Κ. Καζαντζής Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 4 κατηγορίες και κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν στις κατηγορίες 3 και 4 και παρέμειναν μέχρι τέλους οι κατηγορίες 1 και
- Η 1η κατηγορούμενη εταιρεία αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία η οποία αφορά στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα και ο 2ος κατηγορούμενος τη 2η κατηγορία επί τω ότι συνέδραμε και/ή παρείχε βοήθεια στην 1η κατηγορούμενη ή/και συμμετείχε στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 1ης κατηγορίας η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι: «την 11/11/2011 στην Λευκωσία, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε και/ή απέκτησε από την Παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €13.000,00 ως προκαταβολή για να της πωλήσει το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX61, μάρκας Mercedes ML 280, με Αρ. Πλαισίου XXXXX8433, παρουσιαζόμενη ψευδώς ότι είναι η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτρια του, ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτρια του και ενώ εγνώριζε κατά τον ίδιο χρόνο των παραστάσεων ότι το ρηθέν αυτοκίνητο δεν εισήχθη νόμιμα στη Κύπρο, ότι δεν επληρώθεισαν ή θα επληρώνοντο οι αναλογούντες φόροι και ότι δεν επρόκειτο ποτέ η Παραπονούμενη να καταστεί η νόμιμη ιδιοκτήτρια του». Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε 10 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τεμβριώτης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η γραπτή του δήλωση αποτελείται από 8 φύλλα χαρτί και κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε 22 έγγραφα ως τεκμήρια. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις 10.11.2011 εκπροσωπώντας την παραπονούμενη συμφώνησε με τον 2ο κατηγορούμενο που εκπροσωπούσε την 1η κατηγορούμενη όπως η παραπονούμενη αγοράσει από την 1η κατηγορούμενη ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes ML
- Το συνολικό τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στις €28.770,00 και θα εξοφλείτο με την καταβολή του ποσού των €13.000,00 σε μετρητά στις 11.11.2011 ώστε η παραπονούμενη να πληρώσει την ίδια ημέρα τους δασμούς και/ή φόρους και το υπόλοιπο θα εξοφλείτο με 2 μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτέες στο τέλος του Νιόβρη και του Δεκέμβρη του 2011 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι συμφωνήθηκε πως μετά την πληρωμή των δασμών και/ή των φόρων το αυτοκίνητο θα εγγραφόταν και θα μεταβιβαζόταν επ' ονόματι της παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 11.11.2011 στα γραφεία της παραπονούμενης κατέβαλε στον 2ο κατηγορούμενο το ποσό των €13.000,00 σε μετρητά για να πληρώσει τους δασμούς και τους φόρους για να εγγράψει και μεταβιβάσει το επίδικο αυτοκίνητο επ' ονόματι της παραπονούμενης και του παρέδωσε επίσης και τις 2 επιταγές. Την επιταγή με αριθμό XXXXX9736 ημερομηνίας 24.12.2011 για το ποσό των €7.500,00 και την επιταγή με αριθμό XXXXX9737 ημερομηνίας 25.11.2011 για το ποσό των €8.270,
- Τις εν λόγω επιταγές τις υπέγραψε ο ίδιος και σε αυτές η σύζυγός του έγραψε το ποσό ολογράφως και αριθμητικά αφήνοντας κενό το όνομα του δικαιούχου κατόπιν επιθυμίας του 2ου κατηγορούμενου. Στην επιταγή ποσού €8.270,00 κατά παράκληση του 2ου κατηγορουμένου έγραψε και την ημερομηνία 25.11.2011 ενώ στην άλλη επιταγή δεν έγραψε οποιαδήποτε ημερομηνία. Την ίδια ημέρα ο 2ος κατηγορούμενος παρέδωσε στο γραφείο της παραπονούμενης το αυτοκίνητο το οποίο μετά την εγγραφή του στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών έλαβε τον αριθμό εγγραφής XXXXX61 χωρίς όμως να παραδώσει τον τίτλο ή το πιστοποιητικό εγγραφής του. Στις 14.11.2011 επικοινώνησε με τον 2ο κατηγορούμενο ζητώντας του να του δώσει τον τίτλο ή το πιστοποιητικό εγγραφής καθώς επίσης και το τιμολόγιο και την απόδειξη για τα ποσά τα οποία κατέβαλε η παραπονούμενη. Ο 2ος κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι το αυτοκίνητο είχε εγγραφεί στο όνομά του αντί στο όνομα της παραπονούμενης και για να το εγγράψει στο όνομα της τελευταίας του ζήτησε περισσότερα χρήματα. Στις 15.11.2011 ο 2ος κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου τα γραφεία της παραπονούμενης και επειδή ο ίδιος αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε επιπλέον ποσό εκείνος, εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης 1, ακύρωσε τη συμφωνία τους, παρέλαβε το αυτοκίνητο και δεσμεύτηκε να επιστρέψει στην παραπονούμενη το ποσό των €13.000 και να καταστρέψει τις 2 μεταχρονολογημένες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος, παρόλο που παρέλαβε προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης το ποσό των €13.000 δεν εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο ή απόδειξη παραλαβής. Στη συνέχεια μέσω του δικηγόρου του απέστειλε επιστολή προς το Τελωνείο με την οποία ζητούσε όπως ενημερωθεί για το περιεχόμενο του φακέλου του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX
- Ισχυρίστηκε ότι από την πληροφόρηση την οποία έλαβε διαφάνηκε ότι το εν λόγω όχημα ουδέποτε εισήχθη νομότυπα στη Δημοκρατία, ότι τα στοιχεία που αναφέρονται ως προς τη διασάφηση τελωνισμού στο έντυπο «Τελ. 72Α» ημερομηνίας 7.9.2010 για την πληρωμή των αναλογούντων φόρων για το ως άνω όχημα καθώς επίσης και η απόδειξη πληρωμής και η υπογραφή του τελωνειακού λειτουργού είναι αναληθή. Στις 6.8.2014 απέστειλε επιστολή προς τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας δίδοντας πλήρεις λεπτομέρειες για τον τρόπο ενέργειας των κατηγορουμένων και για το ότι το ρηθέν όχημα δεν φαινόταν να είχε εισαχθεί νόμιμα στη Δημοκρατία ούτε και πληρώθηκαν οι δασμοί του. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το τίμημα πώλησης του οχήματος συμφωνήθηκε στις €28.770 και ότι το τεκμήριο 12 είναι ένα έγγραφο το οποίο ετοίμασε ο 2ος κατηγορούμενος το οποίο υπογράφηκε από τον τελευταίο και τη σύζυγό του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του ιδίου και του 2ου κατηγορούμενου στις 10.11.2011 και ότι ο τελευταίος ήθελε να του δοθούν οι €13.000 σε μετρητά για να πληρώσει τους φόρους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 12 υπογράφηκε εκ των υστέρων και με δόλιο τρόπο και ότι το τίμημα της πώλησης ήταν €28.770 και πως ο 2ος κατηγορούμενος με όσα έγραψε στο εν λόγω τεκμήριο προσπάθησε να του δώσουν περισσότερα χρήματα από όσα είχαν συμφωνήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επέστρεψαν το επίδικο όχημα στις 15.11.2011, ο 2ος κατηγορούμενος έσκισε τη συμφωνία και υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει τα λεφτά και θα καταστρέψει τις επιταγές αλλά αντί να τις καταστρέψει καταχώρησε εναντίον τους ποινικές υποθέσεις για αυτές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το παράπονό του είναι πως ο 2ος κατηγορούμενος του ζήτησε παραπάνω λεφτά και για αυτό ο ίδιος του επέστρεψε το επίδικο όχημα. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος άλλαξε γνώμη όταν ο 2ος κατηγορούμενος εκ των υστέρων και εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του δείξανε λόγω της φιλίας τους ζήτησε να του δώσουν €58.000 ποσό το οποίο δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει. Ισχυρίστηκε ότι στο τεκμήριο 12 δεν αναγράφεται το όνομα κάποιας εταιρείας καθώς επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος όταν πήρε τις επιταγές συμπλήρωσε ο ίδιος το όνομά του σε αυτές. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου των κατηγορουμένων ότι η συμφωνία έγινε με τον 2ο κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία έγινε με την 1η κατηγορούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το επίδικο όχημα έπρεπε να είχε γραφτεί στην παραπονούμενη εταιρεία από την πρώτη στιγμή και ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε για τις παρανομίες που υπήρχαν μετά την ακύρωση της συμφωνίας. Όταν ο 2ος κατηγορούμενος του είπε ότι το αυτοκίνητο το ενέγραψε στο όνομά του και του ζήτησε περισσότερα λεφτά ο ίδιος επικοινώνησε με το Τελωνείο για να πληροφορηθεί σε ποιον ήταν εγγεγραμμένο. Όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν το ψέμα που του έκαμε ο 2ος κατηγορούμενος στις 10.11.2011 απάντησε ότι το ψέμα ήταν πως ήθελε €13.000 για να πληρώσει τους δασμούς και ότι θα το ενέγραφε στο όνομα της παραπονούμενης αλλά ουδέποτε πλήρωσε τους εν λόγω δασμούς. Μετά που ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.1 οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 έως 8 γίνεται παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Το τεκμήριο 1 είναι το πιστοποιητικό σύστασης της παραπονούμενης εταιρείας, το τεκμήριο 2 το πιστοποιητικό των αξιωματούχων της κατά τις 4.4.2007, το τεκμήριο 3 το πιστοποιητικό των αξιωματούχων της κατά τις 4.7.2018, το τεκμήριο 4 το πιστοποιητικό των αξιωματούχων της κατά τις 26.2.2019, το τεκμήριο 5 το πιστοποιητικό των αξιωματούχων της κατά τις 19.10.2020, το τεκμήριο 6 έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με τους διευθυντές και τον γραμματέα της παραπονούμενης κατά τις 13.1.2020, το τεκμήριο 7 αφορά το εγγεγραμμένο γραφείο της 1ης κατηγορούμενης και το τεκμήριο 8 είναι έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο φαίνεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο Λοχ. XXXXX κ. XXXXX Αβρααμίδης ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και είναι ο υπεύθυνος του αρχείου του Τμήματος. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε τα τεκμήρια 23 έως 36 τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο ΛΕΥ/ΤΑΕ/Σ/812/
- Στα εν λόγω τεκμήρια περιλαμβάνονται οι καταθέσεις που λήφθηκαν από διάφορα πρόσωπα καθώς επίσης και 2 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (τεκμήρια 34 και 35). Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω φάκελος αφορούσε διερευνώμενη υπόθεση πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ανοίχθηκε μετά από καταγγελία του κ. Τεμβριώτη εναντίον του κ. Βαρέλα. Από τον φάκελο προκύπτει ότι κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι ο ανακριτής της πιο πάνω υπόθεσης ήταν η αστυνομικός κα XXXXX Κουσουλίδου η οποία μετά τη διερεύνηση που έκανε εισηγήθηκε όπως ταξινομηθεί ως ανεξιχνίαστη. Τα συμπεράσματά της κας Κουσουλίδου περιλαμβάνονται στη συνοπτική έκθεση που ετοίμασε η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ως τεκμήριο 38 κατατέθηκε η κατάθεσή της. Ο ως άνω φάκελος αφορούσε καταγγελία του κ. Τεμβριώτη ότι οι αιτήσεις που κατατέθηκαν για την εισαγωγή και εγγραφή του επίδικου οχήματος δυνατόν να ήταν παραποιημένες ή και πλαστογραφημένες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο φάκελος ΛΕΥ/ΤΑΕ/Σ/1625/13 αφορά την υπόθεση του εμπρησμού του οχήματος που αφορά ο άλλος πιο πάνω φάκελος η οποία επίσης ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη στις 8.10.
- Παραπονούμενος στην υπόθεση του εμπρησμού ήταν ο κ. Βαρέλας και ως ύποπτος ανακρίθηκε ο κ. Τεμβριώτης. Ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 41 και 42 τις καταθέσεις του κ. Παύλου Βαρέλα ημερομηνίας 13.10.2013 και 15.10.2013 αντίστοιχα. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Παρασκευά ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ.) και εξήγησε τη διαδικασία που εφαρμόζει το Τμήμα του για την εγγραφή ενός οχήματος. Ισχυρίστηκε ότι το έντυπο «ΤΟΜ 6» είναι η αίτηση εγγραφής οχήματος την οποία υπογράφουν ο πωλητής και ο αγοραστής ενός οχήματος. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έντυπο το οποίο περιέχεται στο τεκμήριο 25 και φέρει ημερομηνία 11.11.2011 υπογράφεται από κάποια κα XXXXX Νικολάου ως πωλήτρια και από τον κ. XXXXX Βαρέλα ως αγοραστή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ένα όχημα για να λάβει αριθμό εγγραφής πρέπει να υποβληθεί το έντυπο «ΤΟΜ 6» μαζί με κάποια άλλα έγγραφα συνημμένα σε αυτό. Στην εν λόγω αίτηση - έντυπο «ΤΟΜ 6» είχε επισυναφθεί ένα τιμολόγιο ημερομηνίας 10.6.2010 στο οποίο αγοραστής του επίδικου οχήματος φαινόταν η XXXXX Νικολάου και πωλητής του κάποιος XXXXX Thomas. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το εν λόγω έντυπο «ΤΟΜ 6» φαίνεται ότι πληρώθηκαν τα τέλη εγγραφής ποσού €3.200 και το τέλος άδειας κυκλοφορίας ποσού €112,00 αλλά δεν φαίνεται ποιος τα πλήρωσε. Η απόδειξη πληρωμής των εν λόγω ποσών αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας που εκδίδεται για το όχημα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το επίδικο όχημα διαγράφηκε στις 31.12.2016 επειδή η άδεια κυκλοφορίας του δεν είχε ανανεωθεί για 3 συνεχή χρόνια και κατέθεσε το σχετικό έντυπο του Τ.Ο.Μ. ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του φαίνεται πως το επίδικο όχημα έτυχε του απαραίτητου τεχνικού ελέγχου (Μ.Ο.Τ.) και έλαβε αριθμό εγγραφής. Ισχυρίστηκε ότι προτού εγγραφεί ένα όχημα πρέπει να εκδοθεί από το Τ.Ο.Μ. το έντυπο για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στη συνέχεια να εκτελωνιστεί και να εκδοθεί από το Τελωνείο το έντυπο «Τελ. 72Α». Ισχυρίστηκε ότι χωρίς το έντυπο «Τελ. 72Α» κανένα όχημα δεν μπορεί να περάσει από τον απαραίτητο τεχνικό έλεγχο (Μ.Ο.Τ.) ούτε να εγγραφεί. Για τον εκτελωνισμό κάποιου οχήματος δίδεται η έγκριση από κάποιον τελωνειακό υπάλληλο αφού προηγουμένως πληρωθούν στο Τελωνείο τα καταβλητέα τέλη. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε ο αστυφύλακας 1265 κ. XXXXX Ανδρέου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 44 την ανακριτική κατάθεση του κ. XXXXX Σάββα ημερομηνίας 8.7.2019 την οποία έλαβε από αυτόν η Αστ. XXXXX κα Κουσουλίδου σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση διάπραξης των αδικημάτων της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστογραφίας αίτησης μεταβίβασης οχήματος και εγγραφής του οχήματος XXXXX61 με ψευδείς παραστάσεις. Κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια 45 έως
- Ο ως άνω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Κ.5 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Ρόπαλη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι τελωνειακή λειτουργός τοποθετημένη στον Τομέα Διερευνήσεων του Τελωνείου. Η μάρτυρας αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 24 είναι η κατάθεσή της ημερομηνίας 28.6.2019 που έδωσε στην αστυνομία για την υπόθεση που το Τελωνείο έστειλε στην αστυνομία για διερεύνηση το 2015 και ότι το τεκμήριο 20 είναι το σημείωμα που απέστειλε περί τα τέλη του Δεκέμβρη του 2014 προς την προϊστάμενή της αναφορικά με την παράνομη εισαγωγή και τελωνισμό του επίδικου οχήματος που ετοίμασε κατόπιν σχετικής καταγγελίας από την πλευρά του κ. Τεμβριώτη. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 52 την κατάθεση που έλαβε από τον κ. Βαρέλα στις 23.12.2014, το τεκμήριο 53 που είναι το αντίγραφο ενός τιμολογίου με αριθμό 720 ημερομηνίας 1.2.2010 μεταξύ της Liax Ltd και της V. P. Motors, το τεκμήριο 54 που είναι αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 26.2.2010 της British Car Auctions Ltd και το τεκμήριο 55 που είναι η κατάθεση της κας XXXXX Νικολάου ημερομηνίας 8.12.
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 56, 57 και 58 τα αντίγραφα των καταθέσεων που έλαβε από την κα XXXXX Κωνσταντίνου, τον κ. XXXXX Σιαμαρή και τον κ. XXXXX Σάββα αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις έρευνες της Αστυνομίας παρά μόνο ότι η υπόθεση ταξινομήθηκε ως μη εξιχνιασθείσα. Ισχυρίστηκε ότι το έντυπο «Τελ. 72Α» που κατατέθηκε ως τεκμήριο 46 αναγράφει ένα αριθμό «ΘΗΣΕΑ» και εξήγησε ότι το «ΘΗΣΕΑΣ» είναι το μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Τελωνείων το οποίο αποτελείται από διάφορα συστήματα όπως σύστημα εισαγωγών, εξαγωγών, μανιφέστα και άλλα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το σύστημα των «Τελ. 72Α» είναι ένα σύστημα του Τ.Ο.Μ. το οποίο μέχρι και το καλοκαίρι του 2020 δημιουργείτο από το Τελωνείο και έδινε κωδικούς σε τελωνειακούς λειτουργούς για να έχουν πρόσβαση στο συγκεκριμένο σύστημα. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το τεκμήριο 46 εκδόθηκε από το Τελωνείο έστω και κατόπιν παρουσίασης ψευδών εγγράφων επειδή η υπόθεση δεν εξιχνιάσθηκε. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του κ. Σιαμαρή στο τεκμήριο 46 είναι πλαστογραφημένη καθώς επίσης ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε αυτό, όπως ο αριθμός «ΘΗΣΕΑ» και ο αριθμός και η ημερομηνία δηλωτικού δεν αφορούσαν το επίδικο αυτοκίνητο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για να γράφει το εν λόγω τεκμήριο το συγκεκριμένο όχημα σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης του πλήρωσε τους δασμούς και ότι κανένα αυτοκίνητο δεν εγγράφεται ούτε του γίνεται τεχνικός έλεγχος (Μ.Ο.Τ.) εάν δεν φαίνεται στο σύστημα του Τελωνείου ότι καταβλήθηκε ο φόρος του. Ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που κάποιος αναζητήσει στο σύστημα του Τελωνείου τον αύξοντα αριθμό 10/28587 που φαίνεται στο πάνω δεξί μέρος του εντύπου «Τελ. 72Α» ημερομηνίας 7.9.2010 (τεκμήριο 46) πράγματι θα παρουσιαστούν τα στοιχεία που φαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο. Ισχυρίστηκε ότι η διασάφηση τελωνισμού και η απόδειξη του ταμείου που φαίνονται στο τεκμήριο 46 είναι καταχωρημένα στο σύστημα του Τελωνείου αλλά είναι ψεύτικα αφού δεν αντιστοιχίζονται, δεν «παντρεύονται», όπως ανέφερε επί λέξει, με το επίδικο αυτοκίνητο. Ισχυρίστηκε επίσης για να εγγραφεί το επίδικο όχημα σημαίνει ότι πέρασε από τεχνικό έλεγχο (Μ.Ο.Τ.) και πήγε και στο Τ.Ο.Μ. Τέλος ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση τελικά ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη και με αυτό συμφώνησε και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Ως Μ.Κ.6 παρουσιάστηκε η κα Έλλη Κωνσταντίνου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τελωνείο. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 29 είναι η κατάθεση ημερομηνίας 16.7.2015 την οποία έδωσε στην αστυνομία και ότι το τεκμήριο 30 είναι η κατάθεση ημερομηνίας 9.12.2014 που έδωσε στην κα XXXXX Ρόπαλη. Ζητήθηκε από τη μάρτυρα να αναγνώσει τα ως άνω τεκμήρια όπως και έπραξε. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.6 ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο του 2010 ήταν τοποθετημένη στο τμήμα έκδοσης των «Τελ. 72Α» μαζί με 2 άλλους συναδέλφους της και πως μέχρι τον Αύγουστο ή Σεπτέμβρη του ίδιου έτους είχε παραμείνει μόνη της. Στο γραφείο που εργαζόταν έμπαινε αρκετός κόσμος και άφηνε τα έγγραφά του για να τα διεκπεραιώσει. Ισχυρίστηκε ότι είχε κωδικό για την πρόσβασή της στον υπολογιστή της αλλά όταν ήταν ανάγκη να φύγει για λίγο από το γραφείο της δεν έβγαινε από το σύστημα επειδή ήταν δύσκολο να επιτύχει ξανά πρόσβαση σε αυτό. Ισχυρίστηκε ότι για να εκδοθεί το έντυπο «Τελ. 72Α» πρέπει να υπάρχει απόδειξη πληρωμής υπογεγραμμένη στη μια πλευρά της από τον εκτελωνιστή και στην άλλη από τον τελωνειακό λειτουργό. Ως Μ.Κ.7 παρουσιάστηκε η αστυφύλακας 2635 κα Σοφία Ηλιάδου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας στο εργαστήριο εξέτασης εντύπων και ασχολείται με την εξέταση αμφισβητούμενων εγγράφων. Εργάζεται στο εργαστήριο από το έτος 2008 και παρακολούθησε πάρα πολλές εκπαιδεύσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 35 είναι η έκθεση που ετοίμασε για την εξέταση κάποιων εγγράφων. Σε αυτή αναγράφεται ότι στις 28.3.2011 παρέλαβε για εξέταση ένα πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος Ηνωμένου Βασιλείου το οποίο σημείωσε ως «Σημ. 1» και στις 12.10.2016 παρέλαβε ένα έντυπο Α4 «Τελ. 72Α» ημερομηνίας 7.9.2010 το οποίο φέρει ένα αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας μελάνης με την ένδειξη «Β. ΣΙΑΜΑΡΗΣ ΕΞΕΤ. ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Α.Τ. 1348» το οποίο σημείωσε ως «Σημ.2» και 15 δείγματα εντύπων Α4 «Τελ. 72Α» που φέρουν δείγματα αποτυπωμάτων σφραγίδας μελάνης με την ένδειξη «Β. ΣΙΑΜΑΡΗΣ ΕΞΕΤ. ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Α.Τ. 1348» τα οποία σημείωσε ως «Σημ.3.1 - Σημ.3.15». Τα ζητούμενα ήταν
- Πρώτο να διαπιστωθεί η γνησιότητα του πιστοποιητικού εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου και δεύτερο κατά πόσο το αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας μελάνης με την ένδειξη «Β. ΣΙΑΜΑΡΗΣ ΕΞΕΤ. ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Α.Τ. 1348» το οποίο σημείωσε ως «Σημ.2» προέρχεται από την ίδια σφραγίδα από την οποία λήφθηκαν τα δείγματα που σημείωσε ως «Σημ.3.1 - Σημ.3.15». Κατέληξε σε συμπέρασμα ότι το πιστοποιητικό εγγραφής «Σημ. 1» είναι γνήσιο πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος Ηνωμένου Βασιλείου. Το συμπέρασμά της μετά την εξέταση των εντύπων «Τελ. 72Α» είναι πως το αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας «Σημ.2» δεν προέρχεται από τη σφραγίδα από την οποία λήφθηκαν τα αντίστοιχα δείγματα «Σημ.3.1 - 3.15». Αναγνώρισε ότι το έντυπο «Τελ. 72Α» που κατατέθηκε ως τεκμήριο 46 και φέρει δική της σημείωση είναι το έντυπο με την αμφισβητούμενη σφραγίδα και ότι το τεκμήριο 45 που επίσης φέρει δική της σημείωση και μονογραφή είναι το πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος Ηνωμένου Βασιλείου. Το τεκμήριο 46 το συνέκρινε με τα 15 δείγματα του εντύπου «Τελ. 72Α» που της παρέδωσε ο ανακριτής και φέρουν αποτυπώματα σφραγίδας «Β. ΣΙΑΜΑΡΗΣ». Κατέθεσε ως τεκμήριο 59 τους πίνακες της μεθόδου που χρησιμοποίησε με τα συγκριτικά της αποτελέσματα και στη συνέχεια επεξήγησε τι εξέτασε συγκριτικά, τι έλαβε υπόψη της και πως κατέληξε στα συμπεράσματά της. Κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η σφραγίδα του τεκμηρίου 46 δεν προήλθε από τη σφραγίδα από την οποία λήφθηκαν τα δείγματα του τεκμηρίου
- Ισχυρίστηκε ότι ο ανακριτής της παρέδωσε τα 15 δείγματα για να τα συγκρίνει με το αμφισβητούμενο δείγμα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σφραγίδα του τεκμηρίου 46 δεν προήλθε από την ίδια σφραγίδα από την οποία προήλθαν τα δείγματα του τεκμηρίου
- Ως Μ.Κ.8 παρουσιάστηκε ο Λοχ. XXXXX κ. XXXXX Χρυσάνθου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών και είναι ο υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της Αστυνομίας. Είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων και τη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφών. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 34 είναι η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης ημερομηνίας 12.10.2016 την οποία ετοίμασε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σύμφωνα με όσα αναγράφονται σε αυτή στις 28.3.2016 παρέλαβε το έντυπο «Τελ. 72Α» με αμφισβητούμενη υπογραφή (Σημ.1), το έντυπο «ΤΟΜ 119ΒΑ» με αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης (Σημ.2), την αίτηση εγγραφής οχήματος έντυπο «ΤΟΜ 6» αποτελούμενο από 4 σελίδες με αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης και υπογραφή εμπόρου/πωλητή (Σημ.3), δεκαπέντε φωτοαντίγραφα κοινοποίησης προς τον αναπληρωτή Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον XXXXX Σιαμαρή (Σημ.4.1 - 4.15) και δέκα φωτοαντίγραφα βεβαίωσης και είκοσι φωτοαντίγραφα αίτησης εγγραφής οχήματος αποτελούμενα από 4 σελίδες το καθένα με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στη XXXXX Νικολάου (Σημ.5.1 - 5.50). Του ζητήθηκε να εξετάσει την αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης και υπογραφών στα έντυπα (Σημ. 1 - 3) και σύγκρισή τους με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον XXXXX Σιαμαρή (Σημ.4.1 - 4.15) και στη XXXXX Νικολάου (Σημ.5.1 - 5.50). Μετά την εξέταση των πιο πάνω κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο (Σημ.1) δεν μπορεί να συνδεθεί με τον XXXXX Σιαμαρή ούτε η αμφισβητούμενη υπογραφή εμπόρου/πωλητή στο (Σημ.3) μπορεί να συνδεθεί με τη XXXXX Νικολάου. Στη συνέχεια κατέθεσε ως τεκμήρια 60 και 61 τους συγκριτικούς πίνακες των εξετάσεων τις οποίες διεξήγαγε. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.8 ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει για το ιστορικό της υπόθεσης ούτε κατά πόσο όταν ο κ. XXXXX Σιαμαρής απουσίαζε από το γραφείο του κάποιος άλλος υπέγραφε για αυτόν. Ισχυρίστηκε ότι τεκμήριο 48 συγκρίθηκε με τα τεκμήρια 49 και 51 και ότι όλα τα τεκμήρια που εξέτασε υποβλήθηκαν κοντά του στις 28.3.2016 από την Αστ. XXXXX κα Πιτσιλλίδου χωρίς να γνωρίζει από πού αυτή τα προμηθεύτηκε ούτε για το ιστορικό της υπόθεσης ούτε και για ποιο λόγο του ζητήθηκε να προβεί στην εξέτασή τους. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι υπογραφές στα τεκμήρια 48 και 50 διαφέρουν μεταξύ τους. Ως Μ.Κ.9 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σάββα ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν βοηθός εκτελωνιστής από τον Δεκέμβρη του 2012 και εκτελωνιστής από το έτος
- Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε διετέλεσε εκτελωνιστής είτε της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είτε του κατηγορούμενου
- Αναγνώρισε ότι τα τεκμήρια 23 και 44 είναι οι καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία στις 6.10.2015 και στις 8.7.
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.9 ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον 2ο κατηγορούμενο από το έτος
- Με τις εκτελωνίσεις άρχισε να ασχολείται από το 2012 όταν πήρε άδεια βοηθού εκτελωνιστή ενώ ναυτιλιακός πράκτορας ήταν από το
- Το 2009 η ναυτιλιακή του εταιρεία έφερε για κάποια εταιρεία του 2ου κατηγορούμενου ένα αυτοκίνητο αλλά δεν θυμόταν εάν αυτή ήταν η 1η κατηγορούμενη ή κάποια άλλη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το 2011 έφερε κάποιο αυτοκίνητο προσωπικά για τον 2ο κατηγορούμενο το οποίο όμως δεν το εκτελώνισε ο ίδιος επειδή ο κατηγορούμενος 2 είχε μια άλλη εκτελωνίστρια προς τούτου και δεν μπορούσε να αναμειχθεί στις εκτελωνίσεις της. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήρθε στη Δημοκρατία στις 11.11.2011 και αυτή ήταν η μοναδική συνεργασία που είχε με τον 2ο κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.10 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σιαμαρής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τελωνείο Λευκωσίας και κατά τα έτη 2010 και 2011 εργαζόταν στον κλάδο αξιών αυτοκινήτων. Ισχυρίστηκε ότι τα τεκμήρια 32 και 33 είναι οι καταθέσεις που έδωσε. Όταν του ζητήθηκε να δει το τεκμήριο 46 ισχυρίστηκε ότι είναι το έντυπο «Τελ. 72Α» το οποίο του παρουσίασε η αστυνομία όταν έδιδε την κατάθεσή του και πως έκανε παράπονο ότι η υπογραφή του σε αυτό είναι πλαστογραφημένη. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 47 είναι τα δείγματα υπογραφών και σφραγίδας που έδωσε στην αστυνομία και αναφέρονται στην κατάθεσή του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 7.9.2010 χρησιμοποιούσε μόνο μία σφραγίδα δείγματα της οποίας έδωσε στην αστυνομία. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.10 ισχυρίστηκε ότι το νούμερο 1348 είναι ο αριθμός της τελωνειακής του ταυτότητας ο οποίος φαίνεται σε κάθε έγγραφο το οποίο χειρίστηκε ο ίδιος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η στρογγυλή σφραγίδα που φαίνεται στο τεκμήριο 46 στο έντυπο «Τελ. 72 Α» είναι η σφραγίδα του τελωνείου και ότι τέτοιες σφραγίδες υπάρχουν πάρα πολλές σε όλα τα γραφεία του τελωνείου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στις 7.9.2010 που φαίνεται στο τεκμήριο 46 ίσως να είχε διεκπεραιώσει έγγραφα για 30 αυτοκίνητα ίσως και περισσότερα. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες 1 και 2 και τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι υιοθετεί την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Στη συνέχεια κατατέθηκαν σε δέσμη αντίγραφα 3 επιστολών ημερομηνίας 14.10.2019, 4.6.2020 και 15.9.2020 οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμήριο
- Δηλώθηκε ότι το περιεχόμενό τους είναι παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Η τελευταία από αυτές είναι του Τ.Ο.Μ. και απευθύνεται προς τον 2ο κατηγορούμενο. Το θέμα της είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος XXXXX61 το οποίο από τις 11.11.2011, ημέρα εγγραφής του στη Δημοκρατία, μέχρι και τις 13.1.2013 ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου και στις 14.1.2013 μεταβιβάστηκε στην 1η κατηγορούμενη. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως Μ.Υ.1 ο κ. XXXXX Φάττα ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον κ. XXXXX Βαρέλα ο οποίος το 2010 τον παρέπεμψε στον κ. XXXXX Σάββα τον οποίο είχε δει πολλές φορές στα γραφεία του κ. Βαρέλα για να διευθετήσει τη μεταφορά, την εκτελώνιση και την εγγραφή του οχήματος της συζύγου του από την Αγγλία στην Κύπρο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 63 το αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος. Ισχυρίστηκε πως επικοινώνησε με τον κ. Σάββα αλλά τελικά δεν έλαβε τις υπηρεσίες του. Προς το τέλος του 2011 ήθελε να φέρει από την Αγγλία ένα αυτοκίνητο για τον ίδιο το οποίο εντόπισε μέσω διαδικτύου. Μίλησε με τον κ. Βαρέλα ο οποίος τον παρέπεμψε ξανά στον κ. Σάββα αλλά επειδή το εν λόγω αυτοκίνητο πωλήθηκε σε άλλον αγοραστή τελικά δεν επικοινώνησε μαζί του. Από το 2011 δεν επισκέφθηκε τα γραφεία του κ. Βαρέλα και έκτοτε δεν έχει ξαναδεί τον κ. Σάββα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι το έτος 2011 εργαζόταν ως οικονομολόγος. Είναι φίλος με τον κ. Βαρέλα και πήγαινε συχνά στη μάντρα αυτοκινήτων του. Επειδή τότε που ήθελαν να φέρουν το όχημα της συζύγου του επείγονταν τελικά έκανε ο ίδιος τη διαδικασία χωρίς τη συνδρομή του κ. Σάββα. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Καζαντζής εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ως ο ιθύνων νους της 1ης κατηγορούμενης γνώριζε ότι το επίδικο αυτοκίνητο δεν είχε εισαχθεί στη Δημοκρατία με νόμιμο τρόπο, ότι το έντυπο «Τελ. 72Α» ημερομηνίας 7.9.2010 ήταν πλαστό κατά τον χρόνο πώλησης του αυτοκινήτου, ότι το έντυπο «119 ΒΑ» ημερομηνίας 4.1.2011 που αφορούσε τους ρύπους του αυτοκινήτου ήταν πλαστό και ότι ουδέποτε πληρώθηκαν οι δασμοί του αυτοκινήτου και ότι το ποσό των €13.000 που εισέπραξε ως προκαταβολή δεν διατέθηκε για την πληρωμή των δασμών. Από την άλλη ο κ. Βραχίμης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τους κατηγορούμενους. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης η οποία παραβίασε το δικαίωμα των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η κατηγορία) εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Τα ως άνω άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε αυτή να εξασφάλισε ή να απέκτησε από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος με γραπτή συμφωνία συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται σε εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 είναι άντρας ώριμης ηλικίας, μορφωμένος και λογιστής στο επάγγελμα. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός του, ο οποίος αποτελεί σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων 2 κατηγοριών τη Λυδία λίθο των ισχυρισμών της παραπονούμενης, πως συμβλήθηκε με την 1η κατηγορούμενη για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από την έγγραφη μαρτυρία αλλά αντιθέτως καταρρίπτεται από αυτή και συγκεκριμένα από τις επιταγές τεκμήρια 10 και
- Κρίνω επίσης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αντίθετος με τη λογική πορεία των πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν είναι πειστικός και συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτός. Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε πως οι εν λόγω επιταγές δόθηκαν προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς του επίδικου οχήματος. Αφού λοιπόν δόθηκαν για τον ως άνω σκοπό κρίνω πως θα ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα εκδίδονταν στο όνομα του πωλητή και όχι στο όνομα κάποιου τρίτου προσώπου άσχετου με την επίδικη συμφωνία. Αντί όμως οι εν λόγω επιταγές να εκδοθούν στο όνομα της 1ης κατηγορούμενης, που κατά τον ισχυρισμό του ήταν η πωλήτρια του επίδικου οχήματος, σε αυτές αναγράφεται το όνομα του 2ου κατηγορουμένου. Από αυτό το γεγονός προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα πως η παραπονούμενη συμβλήθηκε με τον 2ο κατηγορούμενο και όχι με την 1η κατηγορούμενη αφού είναι λογικά αναμενόμενο πως κάθε συναλλασσόμενος πληρώνει το πρόσωπο με το οποίο συμβάλλεται και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο άσχετο προς την εν λόγω συναλλαγή. Στην παρούσα περίπτωση λόγω του επαγγέλματος του Μ.Κ.1 και της εμπειρίας του με τις συναλλαγές αυτός όφειλε να γνωρίζει ότι η πληρωμή του τιμήματος της αγοράς του επίδικου οχήματος έπρεπε να γίνει προς τον αντισυμβαλλόμενό του, ήτοι την 1η κατηγορούμενη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του και όχι προς τρίτο πρόσωπο. Συνεπώς από τη στιγμή που στις εν λόγω επιταγές αναγράφεται ως δικαιούχος τους ο 2ος κατηγορούμενος κρίνω ότι η παραπονούμενη είχε συμβληθεί μαζί του για την αγορά του επίδικου οχήματος και όχι με την 1η κατηγορούμενη. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 πως ο 2ος κατηγορούμενος όταν του παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ζήτησε να μην συμπληρωθεί κάποιο όνομα σε αυτές. Κρίνω όμως ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι πειστικός και προβάλλεται ως αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων του Μ.Κ.1 για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι σε αυτές αναγράφεται το όνομα του 2ου κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 ως έμπειρο άτομο με τις συναλλαγές, αφού είναι λογιστής, όφειλε να επιδείκνυε την αναγκαία επιμέλεια όταν υπέγραφε τις εν λόγω επιταγές ώστε αυτές να αντανακλούσαν τα συμφωνηθέντα και να μην άφηνε να παραδίδονταν χωρίς να αναγράφεται σε αυτές το όνομα του πωλητή που στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ήταν η 1η κατηγορούμενη. Το γεγονός ότι σε αυτές αναγράφεται το όνομα του 2ου κατηγορούμενου κρίνω ότι δεικνύει πως αυτός είναι το πρόσωπο που συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο όχημα στην παραπονούμενη και όχι η 1η κατηγορούμενη. Κρίνω επίσης ότι ο άλλος ουσιώδης ισχυρισμός του Μ.Κ.1 πως η επίδικη συμφωνία προέβλεπε ότι το επίδικο αυτοκίνητο θα μεταβιβαζόταν στην παραπονούμενη με την πληρωμή μόνο του ποσού των €13.000 και πριν την πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του, που σύμφωνα με τη δική του εκδοχή ανερχόταν σε €28.770,00 και θα εξοφλείτο τμηματικά και σε βάθος χρόνου με 2 μεταχρονολογημένες επιταγές, δεν είναι λογικός και συνακόλουθα ούτε πειστικός και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Το τίμημα αγοράς του οχήματος στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν ευκαταφρόνητο και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η πλήρης αποπληρωμή του θα γινόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Συνεπώς κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό να είχε συμφωνηθεί πως η παραπονούμενη θα αποκτούσε την κυριότητα του επίδικου οχήματος μόνο με την καταβολή περίπου του μισού ποσού του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς. Σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1 αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο 2ος κατηγορούμενος μετά τις 11.11.2011 του ζήτησε να του πληρώσει ποσό μεγαλύτερο από τις €28.770 και ότι λόγω αυτής της απαίτησής του στις 15.11.2011 επέστρεψε το επίδικο όχημα στον 2ο κατηγορούμενο αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και κρίνω επίσης πως είναι και λογικό έτσι να είχε συμβεί. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε μπορούσε να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο όχημα αφού αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτεται από το τεκμήριο 62 το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι το εν λόγω όχημα αρχικά εγγράφηκε στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου για την περίοδο από τις 11.11.2011 έως τις 13.1.2013 και από τις 14.1.2013 και μετά στο όνομα της 1ης κατηγορούμενης. Σε σχέση με τον Μ.Κ.2 Λοχ. 774 κ. Αβρααμίδη κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν τυπική αφού παρουσίασε τον φάκελο που σχηματίστηκε για τη διερεύνηση υπόθεσης πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ανοίχθηκε μετά από καταγγελία του κ. Τεμβριώτη εναντίον του κ. Βαρέλα. Από τον φάκελο προκύπτει ότι κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας. Οι ισχυρισμοί του δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή του και γίνονται αποδεκτοί αλλά δεν μπορούν να είναι διαφωτιστικοί για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν ψευδείς παραστάσεις για να αποσπάσουν από την παραπονούμενη το ποσό των €13.000 ως τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Αναφορικά με τον Μ.Κ.3 κ. Μάριο Παρασκευά κρίνω ομοίως ότι και η δική του μαρτυρία ήταν τυπική αλλά καθόλου διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν παρών στον επίδικο χρόνο ούτε στον επίδικο χώρο και λόγω τούτου η μαρτυρία του, παρά το γεγονός ότι είχε λογική και συνοχή ούτε κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική. Αναφορικά με τον Μ.Κ.4 Αστ. XXXXX κ. Ανδρέου κρίνω ότι ισχύουν όσα ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήτοι ότι η μαρτυρία του, παρόλο που παρέμεινε αναντίλεκτη αφού ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε, δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με την Μ.Κ.5 κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Παρουσίασε με λεπτομερή τρόπο τις έρευνες που έκανε όταν της ανατέθηκε η διερεύνηση της καταγγελίας του κ. Τεμβριώτη για παράνομη εισαγωγή και τελωνισμό του επίδικου οχήματος καθώς και τους λόγους που η έρευνά της δεν καρποφόρησε με αποτέλεσμα η εν λόγω υπόθεση να μην καταστεί δυνατό να εξιχνιασθεί και να αρχειοθετηθεί. Ομοίως κρίνω ότι ούτε η δική της μαρτυρία μπορεί να είναι επιβοηθητική. Σε σχέση με την Μ.Κ.
- κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν τυπική αφού αναφέρθηκε στη διαδικασία την οποία τηρούσε στα πλαίσια των καθηκόντων της ως λειτουργός του Τελωνείου και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή δεν μπορεί όμως να είναι επιβοηθητική για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Οι Μ.Κ. 7 και 8 είναι πρόσωπα τα οποία εξέτασαν τα έγγραφα τα οποία τους παραδόθηκαν από τους εξεταστές που διερευνούσαν την καταγγελία του κ. Τεμβριώτη κατά του κ. Βαρέλα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι εμπειρογνώμονες γραφολόγοι. Η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους. Οι μάρτυρες αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβηκαν και παρέθεσαν τα συμπεράσματά τους με ευκρινή και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο. Αναφέρθηκαν επίσης στη μεθοδολογία την οποία εφάρμοσαν και στα γραφολογικά χαρακτηριστικά στα οποία στηρίχθηκαν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων τους. Η μαρτυρία και τα συμπεράσματά τους είχαν λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή τους ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για να την αντικρούσει και συνακόλουθα γίνεται αποδεκτή. Κρίνω όμως ότι ούτε η δική τους μαρτυρία μπορεί να είναι διαφωτιστική για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης αφού δεν είχαν καμιά προσωπική ανάμειξη στο όσα έλαβαν χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο ήτοι στις 11.11.2011 που είναι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι η 1η κατηγορούμενη της παρέστησε ψευδώς και με σκοπό την καταδολίευσή της ότι ήταν η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επίδικου αυτοκινήτου, ούτε και είναι σχετική αναφορικά με το κατά πόσο η παραπονούμενη συμβλήθηκε με την 1η κατηγορούμενη ή τον 2ο κατηγορούμενο. Αναφορικά με τον Μ.Κ.9 κ. XXXXX Σάββα κρίνω ότι ούτε η δική του μαρτυρία μπορεί να είναι διαφωτιστική για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση θέματα ήτοι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσουν από την παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €13.000 για την αγορά του επίδικου οχήματος ούτε και για το θέμα με ποιον από τους κατηγορούμενους συμβλήθηκε η παραπονούμενη. Αναφορικά με τον Μ.Κ.10 κ. XXXXX Σιαμαρή κρίνω ότι η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ο ισχυρισμός του ότι η υπογραφή που φαίνεται στο τεκμήριο 46 και ειδικότερα στο σημείο που είναι η σφραγίδα με το όνομά του δεν τέθηκε από τον ίδιο επιβεβαιώνεται και από τη σχετική επιστημονική εξέταση της Μ.Κ. 7 κας XXXXX Ηλιάδου την οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αποδέχθηκε ως αξιόπιστη. Παρά όμως την πιο πάνω διαπίστωσή μου κρίνω ότι κατά τα λοιπά η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσουν από την παραπονούμενη με σκοπό την καταδολίευσή της το ποσό των €13.
- Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν είχε καμία σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ήτοι με το θέμα των ψευδών παραστάσεων που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική. Έχοντας απορρίψει τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι η 1η κατηγορούμενη συμφώνησε με την παραπονούμενη να της πωλήσει το επίδικο αυτοκίνητο κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το θεμέλιο του ισχυρισμού των ψευδών παραστάσεων που επικαλείται ήτοι ότι η 1η κατηγορούμενη της παρουσιάστηκε ψευδώς ότι ήταν η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX
- Συνεπώς κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα και οι λεπτομέρειές του όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο και λόγω τούτου η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 1η κατηγορία. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, ακόμα και να αποδεχόμουν τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι η παραπονούμενη συμβλήθηκε με την 1η κατηγορούμενη, έχοντας υπόψη μου ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία με συμβαλλόμενο μέρος την 1η κατηγορούμενη εταιρεία, κρίνω ότι δεν θα επαρκούσε για να αποδειχθεί ότι αυτή ως αυτουργός παρουσίασε ψευδώς στην παραπονούμενη ότι ήταν η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επίδικου αυτοκινήτου. Για να ήταν αντικειμενικά δυνατό η 1η κατηγορούμενη να παρέστησε τα ως άνω θα έπρεπε να είχε ικανότητες φυσικού προσώπου, όπως ομιλία, τις οποίες ως νομικό πρόσωπο δεν διαθέτει. Λόγω τούτου κρίνω ότι η 1η κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχη ότι η ίδια ως αυτουργός παρέστησε τα πιο πάνω προς την παραπονούμενη και θα απέρριπτα την 1η κατηγορία και για αυτό τον λόγο. Έχοντας επίσης υπόψη μου ότι ο 2ος κατηγορούμενος στις 14.11.2011 ζήτησε από τον κ. Τεμβριώτη να του δώσει περισσότερα χρήματα για να του μεταβιβάσει το επίδικο όχημα κρίνω ότι από αυτό δεν μπορεί να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης. Η εν λόγω συμπεριφορά του 2ου κατηγορούμενου μπορούσε να ήταν συμβατή και με εκ των υστέρων απόφαση και παράλειψή του να τηρήσει τα συμφωνηθέντα (Ευθυμίου ν. Αστυνομία (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου θα απέρριπτα την 1η κατηγορία και για τον ως άνω λόγο. Έχοντας απορρίψει την 1η κατηγορία εναντίον της 1ης κατηγορούμενης συνακόλουθα απορρίπτεται και η 2η κατηγορία που αφορά τον 2ο κατηγορούμενου ο οποίος κατηγορείται ως συνεργός της 1ης κατηγορούμενης. Συνεπώς ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται στη 2η κατηγορία. Λόγω των πιο πάνω η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 1η κατηγορία και ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο