← Κύπρος

SEE YOU TRAVEL LIMITED ν. Χριστοδουλίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1353/2016, 25/6/2021

SEE YOU TRAVEL LIMITED ν. Χριστοδουλίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1353/2016, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1353/2016 Μεταξύ: SEE YOU TRAVEL LIMITED, εκ Λευκωσίας Παραπονούμενοι -ν- XXXXX (XXXXX) Χριστοδουλίδη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25.6.2021 Για τους Παραπονούμενους: κα Χρ. Ηλιοφώτου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Αδαμίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 10.4.2011 εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη την επιταγή με αριθμό XXXXX5229 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €705,00 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της προς πληρωμή. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. Μάριος Αντωνίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία λειτουργεί τουριστικό γραφείο. Ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης της παραπονούμενης προς την οποία εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX5229 ημερομηνίας 10.4.2011 για το ποσό των €705,00 για την πληρωμή εισιτηρίων. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 και πιστώθηκε στον λογαριασμό που η παραπονούμενη διατηρούσε για τις δοσοληψίες της με τον κατηγορούμενο. Αντίγραφο των εν λόγω καταστάσεων κατέθεσε ως τεκμήρια 2 και
  2. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε την εν λόγω επιταγή και ότι πάρα πολλές φορές του υποσχέθηκε μέσω κοινών γνωστών ότι θα τη διευθετούσε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το έτος 2011 απεβίωσε ο αδελφός του και είχε αποχωρήσει από το γραφείο κάποιος συνεταίρος του και είχε περάσει πάρα πολύ δύσκολα και δεν είχε μυαλό να ασχοληθεί με τις υποθέσεις του. Όταν άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του ασχολήθηκε με τις παλιές υποθέσεις που είχε και διεκδίκησε τα ποσά που του οφείλονταν. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη ανέθεσε στον κατηγορούμενο να την εκπροσωπήσει ως δικηγόρος σε κάποιες υποθέσεις. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι η επιταγή έχει εξοφληθεί και επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι τον Αύγουστο του 2011 απεβίωσε ο αδελφός του, είχε περάσει πολύ δύσκολα και τότε αδυνατούσε να χειριστεί τις υποθέσεις του όπως μπορεί σήμερα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ταμείο της Τράπεζας Κύπρου στις 11.4.2011 και στις 12.4.2011 επιστράφηκε με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Κατατέθηκε ξανά στις 19.4.2011 και στις 20.4.2011 επιστράφηκε για τον ίδιο λόγο. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια την καρτέλα με το δείγμα υπογραφής, την κατάσταση του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και αντίγραφο της σχετικής καταχώρησης στο Κ.Α.Π. Η Μ.Κ.2 δεν αντεξετάστηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατά ή περί το έτος 2010 εξέδωσε και παρέδωσε προς τον κ. XXXXX Αντωνίου την επίδικη επιταγή επειδή διατηρούσε λογαριασμό με την παραπονούμενη από την οποία αγόραζε αεροπορικά εισιτήρια. Στην εν λόγω επιταγή δεν ανέγραψε ούτε ημερομηνία ούτε ποσό. Η παραπονούμενη τον είχε διορίσει δικηγόρο της σε διάφορες υποθέσεις αλλά το έτος 2013 παραιτήθηκε χωρίς αυτή να τον πληρώσει για τις υπηρεσίες του και τον περαιτέρω χειρισμό τους ανέλαβε ο δικηγόρος κ. XXXXX Ματθαίου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την παραπονούμενη αφού στις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες αυτή παρουσίασε υπάρχει μηδενικό υπόλοιπο. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Ισχυρίστηκε ότι κατά το έτος 2012 εξόφλησε την επίδικη επιταγή για αυτό και οι καταστάσεις λογαριασμού κατά το τέλος του εν λόγω έτους δείχνουν μηδενικό υπόλοιπο. Ισχυρίστηκε τέλος πως ο διευθυντής της παραπονούμενης ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε εξοφληθεί. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η κα Ηλιοφώτου εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο Μ.Κ.1 έδωσε καλό λόγο γιατί δεν προχώρησε άμεσα στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αφού αφενός κατά το έτος 2011 είχε αποβιώσει ο αδελφός του και αφετέρου επειδή ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος της παραπονούμενης εταιρείας μέχρι και το έτος 2013 και πολλές φορές του είχε υποσχεθεί πως θα πλήρωνε την επίδικη επιταγή. Ο κ. Αδαμίδης από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι υπήρξε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες η παραπονούμενη κατέθεσε ως τεκμήρια δεν παρουσιάζουν οποιεσδήποτε οφειλές του κατηγορούμενου προς αυτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικά είναι επίσης και τα εδάφια 3 και 4 του ίδιου άρθρου τα οποία έχουν ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .».
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: . ». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)και
(4)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής ως μάρτυρας και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δέχομαι ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή αφού ο εν λόγω ισχυρισμός όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του αλλά και ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του τον επιβεβαίωσε. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή και τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω επιταγή όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του κατηγορούμενου από τον οποίο αυτή εκδόθηκε δεν είχε επαρκή προς τούτο υπόλοιπα και είχε παγοποιηθεί λόγω καταχώρησής του στο Κ.Α.Π. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι ο αδελφός του είχε αποβιώσει τον Αύγουστο του έτους
  1. Αναφορικά με τη Μ.Κ.2 κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία της, η οποία επιβεβαιώνεται και από τις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν στην επίδικη επιταγή, προκύπτει ότι η επιταγή εκδόθηκε από λογαριασμό του κατηγορούμενου που διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα. Προκύπτει επίσης ότι αυτή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 11.4.2011 και 19.4.2011 αλλά δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του κατηγορούμενου από τον οποίο εκδόθηκε δεν είχε επαρκή προς τούτο υπόλοιπα και είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι εξόφλησε την επίδικη επιταγή κρίνω ότι αυτός δεν είναι λογικός, κατά συνέπεια ούτε και πειστικός, και συνεπώς απορρίπτεται. Κρίνω πως είναι λογικά αναμενόμενο ότι ο εκδότης μιας επιταγής, όταν την εξοφλήσει, ζητά να του επιστραφεί ή τουλάχιστον να λάβει μια σχετική προς τούτο απόδειξη. Στην παρούσα υπόθεση η επίδικη επιταγή παρέμεινε στην κατοχή της παραπονούμενης η οποία την παρουσίασε κατά τη δίκη ως τεκμήριο. Κρίνω ότι αυτό συνέβηκε επειδή ο κατηγορούμενος ουδέποτε την εξόφλησε, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα μεριμνούσε να του επιστραφεί. Συνακόλουθα και έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω τα ακόλουθα είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX5229 η οποία ήταν πληρωτέα στις 10.4.
  2. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 11.4.2011, 14.4.2011 και 19.4.2011 αλλά δεν τιμήθηκε και στις 12.4.2011, 15.4.2011 και 20.4.2011 αντίστοιχα, σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». H επίδικη επιταγή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην έχει εξοφληθεί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Κρίνω όμως ότι η παρούσα υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ αφού πρέπει να εξεταστεί και η εισήγηση του κ. Αδαμίδη ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Έχοντας υπόψη μου την ως άνω εισήγηση του κ. Αδαμίδη και λόγω της σημασίας που ενέχει ενδεχόμενη διαπίστωση ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης προχωρώ ευθύς αμέσως να την εξετάσω. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε ότι: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις ο καθορισμός του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις συνέπειες της παραβίασης του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου: «Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/95, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.A.T.)». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στην υπόθεση Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερομηνίας 3.7.2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. .. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Ότι το αδίκημα της κατηγορίας δεν έχει παραγραφεί δεν αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει ζήτημα κατάχρησης. Αντίθετα, είναι με δεδομένο ότι το αδίκημα δεν παραγράφηκε που αποκτά σημασία η διαπίστωση κατάχρησης. Όπως αναφέρεται στη DOMIKI: «Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.». Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας με αναφορά στην καταχώρησή της είναι η ημερομηνία 12.4.2011 όταν η επίδικη επιταγή, αφού παρουσιάστηκε για πρώτη χρονικά φορά στην τράπεζα για πληρωμή, δεν τιμήθηκε. Η παρούσα υπόθεση η οποία εκδικάζεται συνοπτικά και καταχωρήθηκε από την παραπονούμενη χωρίς να έχουν ληφθεί προηγουμένως οποιεσδήποτε καταθέσεις ή να μεσολαβήσει οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνηση για εξιχνίασή της αφορά μία μόνο κατηγορία. Δεν υπήρξε αντικειμενική αδυναμία της παραπονούμενης να προωθήσει τη δίωξη αφού ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εντοπιστεί για να του επιδοθεί το κατηγορητήριο όταν θα καταχωρείτο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, αντιθέτως, πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν μόνο 2 μάρτυρες. Κρίνω πως ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι δεν έδωσε νωρίτερα οδηγίες να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση επειδή ο αδελφός του είχε αποβιώσει τον Αύγουστο του 2011 και αυτό το γεγονός δεν του επέτρεψε να μεριμνήσει νωρίτερα για τις υποθέσεις του δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τον χρόνο που μεσολάβησε από τις 12.4.2011 που η επιταγή επιστράφηκε ακάλυπτη μέχρι και την καταχώρησή της στις 2.6.2016. Ομοίως κρίνω πως ούτε ο άλλος ισχυρισμός του πως ο κατηγορούμενους του υποσχέθηκε μέσω κοινών γνωστών ότι θα διευθετούσε την επίδικη επιταγή επαρκεί για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Αποδέχομαι ότι τα ως άνω γεγονότα δεν του επέτρεψαν να προωθήσει την παρούσα υπόθεση άμεσα τότε που αυτά έλαβαν χώρα αλλά όχι στην έκταση που αυτός ισχυρίστηκε ώστε να δικαιολογείται η αδράνειά του για 5 χρόνια και 2 μήνες περίπου. Ούτε παραβλέπω την εισήγηση της κας Ηλιοφώτου ότι μέχρι το έτος 2013 ο κατηγορούμενος ήταν ο δικηγόρος της παραπονούμενης και πως έκτοτε ανέλαβε ως δικηγόρος της ο κ. XXXXX Ματθαίου. Κρίνω όμως ότι αυτή η παράμετρος δεν μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση του θέματος της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπόθεσης (Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (πιο πάνω)). Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή η παράμετρος υπεισέρχεται στο υπό εξέταση ζήτημα κρίνω ότι η αδράνεια της παραπονούμενης από το έτος 2013 μέχρι και τις 2.6.2016 και πάλι δεν θα μπορούσε να ήταν δικαιολογημένη. Λόγω των πιο πάνω και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνω ότι η παραπονούμενη καθυστέρησε υπερβολικά να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση χωρίς να δώσει προς τούτο οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση σε σημείο που η περαιτέρω προώθησή της να καθίσταται καταχρηστική. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία κατά την επί του θέματος ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας είναι ο τερματισμός της δίκης (Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (πιο πάνω)). Συνακόλουθα η δίκη τερματίζεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις είναι δίκαιο όπως κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.