← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2679/2017, 17/6/2021

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2679/2017, 17/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2679/2017 Μεταξύ: Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Κατηγορούσα Αρχή εναντίον

  1. XXXXX Γεωργίου, από τη Λευκωσία
  2. XXXXX Γεωργίου, από τη Λευκωσία Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17.6.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Διαμάντω Γρηγόρη Για τους Κατηγορούμενους: κα Πετρούλα Α. Δαμιανού Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού 6 κατηγορίες σχετικές με αδικήματα κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 140

(3)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/2004 (1η κατηγορία), κατοχής αδασμολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004 (2η κατηγορία), κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 46
(7)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000 (3η κατηγορία), αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης κατά παράβαση του άρθρου 140
(2)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/2004 (4η κατηγορία), δόλιας αποφυγής καταβολής δασμού κατά παράβαση του άρθρου 91
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004 (5η κατηγορία) και δόλιας αποφυγής καταβολής φόρου προστιθέμενης αξίας κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000 (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 26.5.2016 στο περίπτερο που διαχειρίζονται στην οδό XXXXX αρ. 1 στην XXXXX, κατείχαν 15.780 τεμάχια αφορολόγητα τσιγάρα και 16.550 γραμμάρια αφορολόγητο καπνό για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες σε αυτά φόροι κατανάλωσης συνολικού ύψους €4.399,
  1. Κατηγορούνται επίσης ότι κατείχαν τα ως άνω αδασμολόγητα εμπορεύματα που αναφέρονται στην 1η κατηγορία για τα οποία υπήρχαν λόγοι να πιστεύεται ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του αναλογούντος σε αυτά δασμού ύψους €664,74 (2η κατηγορία) και η καταβολή του αναλογούντος σε αυτά Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ύψους €1.155,10 (3η κατηγορία). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπόλοιπων κατηγοριών κατηγορούνται ότι απέφυγαν την καταβολή των πληρωτέων φόρων κατανάλωσης ύψους €4.399,77 για τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην 1η κατηγορία (4η κατηγορία), την καταβολή του πληρωτέου δασμού ύψους €664,74 για τα ως άνω εμπορεύματα δασμολογητέας αξίας €1.015,00 (5η κατηγορία) και την καταβολή του πληρωτέου Φ.Π.Α. ύψους €1.155,10 για τα ως άνω εμπορεύματα (6η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρχικά όταν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο απάντησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που τους προσάπτονται. Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα στις 28.6.2018 ο κατηγορούμενος 1 άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με την κατηγορούμενη
  2. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. Αλέξανδρος Δημοσθένους ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ημερομηνίας 14.11.2016 η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: εργάζεται στο Αρχιτελωνείο στον Τομέα Διερευνήσεων και Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Στις 26.5.2016 μετέβηκε στο περίπτερο στη Λεωφ. XXXXX αρ. 1 στην XXXXX με σκοπό την έρευνα για εντοπισμό παράνομων και λαθραίων καπνικών προϊόντων. Εκεί βρισκόταν ο κ. XXXXX Γεωργίου ο οποίος του ανέφερε ότι είναι ο υπεύθυνος του περιπτέρου. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν ποσότητες τσιγάρων και καπνού τα οποία δεν έφεραν την ένδειξη - προειδοποίηση για το βλαβερό του καπνίσματος δηλαδή ήταν αφορολόγητα. Στη συνέχεια στην παρουσία του κ. XXXXX Γεωργίου καταμετρηθήκαν 15.780 τεμάχια αφορολόγητα τσιγάρα και 16.550 γραμμάρια αφορολόγητου καπνού. Τα εν λόγω προϊόντα κατασχέθηκαν και εκδόθηκαν τα σχετικά προς τούτο έντυπα «Τελ. 71Α». Εντός της ταμειακής μηχανής εντοπίστηκε και κατακρατήθηκε επίσης και το χρηματικό ποσό των €285,
  3. Όλα τα κατασχεθέντα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη του Τελωνείου και υπολογίστηκαν οι εισαγωγικοί δασμοί για αυτά, οι φόροι κατανάλωσης και ο Φ.Π.Α. που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €6.219,
  4. Στις 30.5.2016 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 στην οποία αυτή δήλωσε ότι ενοικιάζει το εν λόγω υποστατικό καθώς επίσης και κατάθεση από τον σύζυγο της ιδιοκτήτριας του εν λόγω υποστατικού ο οποίος παρέδωσε στον ως άνω μάρτυρα αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Κατέθεσε επίσης αντίγραφα των καταθέσεων τις οποίες έλαβε. Ισχυρίστηκε ότι τα έντυπα «Τελ. 71Α» εκδόθηκαν επ' ονόματι του κατηγορούμενου 1 επειδή αυτός μόνο ήταν παρών στην έρευνα που διενεργήθηκε. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι στις 26.5.2016 στο περίπτερο βρισκόταν μόνο ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος πωλούσε αφορολόγητα τσιγάρα και ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα. Ισχυρίστηκε ότι η τελευταία είναι το πρόσωπο το οποίο ενοικιάζει το επίδικο κατάστημα και ότι το όνομά της αναφέρεται στο σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω της μεγάλης ποσότητας που ανευρέθηκε η οποία ήταν αδύνατο να πωληθεί σε μια ή δύο ημέρες, ακόμα και στην περίπτωση που η κατηγορούμενη 2 ήταν απούσα από το υποστατικό κατά την επίδικη ημέρα, τίποτε δεν την εμπόδιζε να έλεγχε το υποστατικό λίγες ημέρες νωρίτερα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ζήνωνος ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε πως έδωσε μία κατάθεση στον τελωνειακό λειτουργό η οποία αναγνώρισε ότι είναι το τεκμήριο
  5. Ισχυρίστηκε ότι το επισυνημμένο σε αυτή είναι το αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου για το επίδικο υποστατικό που βρίσκεται στη XXXXX Β'. Ισχυρίστηκε ότι η περίοδος ενοικίασης του εν λόγω υποστατικού έληξε την 1.2.2016 και πως παρά τη λήξη της οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να το κατέχουν. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 του υποβλήθηκε μόνο μία ερώτηση και ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στις 26.5.2016 δεν γνώριζε ότι η κατηγορούμενη 2 είχε καπνά ή τσιγάρα και ότι αυτό το πληροφορήθηκε αργότερα. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 2 αυτή επέλεξε να δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέτασή της η κατηγορούμενη 2 κατέθεσε γραπτή της δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 26.5.2016 απουσίαζε από το περίπτερο και βρισκόταν στο διαμέρισμά της. Στο διαμέρισμά της έγινε έρευνα και δεν εντοπίστηκαν αδασμοαφορολόγητα είδη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τότε βρισκόταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος δεν της έδινε εξηγήσεις τι έκανε. Ο κατηγορούμενος 1 της είπε ότι κάποιος αλλοδαπός μετέφερε τα καπνικά προϊόντα στο περίπτερό του στις 26.5.2016 και ότι όλα κατασχέθηκαν από το τελωνείο. Κατά την αντεξέτασή της όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 η κατηγορούμενη 2 αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή της. Ισχυρίστηκε ότι το υπέγραψε χωρίς να γνωρίζει τι υπέγραψε. Στη συνέχεια όταν της υποδείχθηκε το ενοικιαστήριο έγγραφο που περιέχεται στο τεκμήριο 9 ισχυρίστηκε ότι το υπέγραψε ως ενοικιάστρια και ότι από το έτος 2013 μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να ενοικιάζει το κατάστημα το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η κα Γρηγόρη εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκομίστηκε αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η κάτοχος των επίδικων προϊόντων και ότι αυτό είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα δεδομένου ότι είναι η ενοικιάστρια και διαχειρίστρια του επίδικου περιπτέρου. Η κα Δαμιανού από την άλλη εισηγήθηκε ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Εισηγήθηκε ειδικότερα ότι την επίδικη ημέρα εκείνη δεν ήταν παρούσα στο περίπτερο αλλά βρισκόταν στο σπίτι της στο οποίο διενεργήθηκε έρευνα χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το παράνομο. Εισηγήθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι δεν αναγράφηκε στις λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων ότι η κατηγορούμενη 2 απουσίαζε από το περίπτερο στις 26.5.2016 αποτελεί ουσιώδη παρατυπία η οποία επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Εισηγήθηκε τέλος ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου η οποία παραβίαση κατέστησε τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Προχωρώ στη συνέχεια της αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Σε σχέση με τον Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Εξήγησε με λεπτομέρεια τις ενέργειες τις οποίες διενήργησε όταν επισκέφθηκε το επίδικο υποστατικό και η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αναφορικά με τις ποσότητες αφορολόγητων τσιγάρων και καπνού που εντοπίστηκαν στο επίδικο υποστατικό, την καταμέτρησή τους και τους αναλογούντες σε αυτά φόρους και δασμούς δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.2 επισημαίνω ότι ομοίως δεν αμφισβητήθηκαν αφού η αντεξέτασή του περιορίστηκε σε μια μόνο ερώτηση. Λόγω τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου επίσης γίνεται αποδεκτή. Η κατηγορούμενη 2 δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι ισχυρισμοί της, παρά το γεγονός ότι προβλήθηκαν μέσω της γραπτής της δήλωσης την οποία είχε άνεση χρόνου για να συντάξει, δεν είχαν λογική ούτε και συνοχή. Ενδεικτικό της πτωχής εικόνας που αποκόμισα σε σχέση με τη μαρτυρία της είναι το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως δεν ήξερε τι υπέγραφε, αναφερόμενη στη γραπτή κατάθεσή της την οποία έδωσε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι η μαρτυρία της, πλην του ισχυρισμού ότι στις 26.5.2016 δεν βρισκόταν στο επίδικο υποστατικό ο οποίος επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.1, δεν είναι λογική και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω και όσα προκύπτουν από αυτή, καθώς επίσης και τους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 26.5.2016 ο λειτουργός του Τελωνείου κ. XXXXX Δημοσθένους διενήργησε έλεγχο στο περίπτερο που βρίσκεται στη Λεωφ. XXXXX αρ. 1 στην XXXXX. Το εν λόγω υποστατικό λειτουργεί ως περίπτερο. Την εν λόγω ημερομηνία στο ως άνω κατάστημα παρών ήταν ο κατηγορούμενος 1 κ. XXXXX Γεωργίου και στην παρουσία του διενεργήθηκε έλεγχος από λειτουργούς του Τελωνείου κατά τον οποίο εντοπίστηκαν τσιγάρα και καπνός τα οποία δεν έφεραν την ένδειξη - προειδοποίηση για το βλαβερό του καπνίσματος, ήταν δηλαδή αφορολόγητα. Τα εν λόγω προϊόντα καταμετρήθηκαν στην παρουσία του κατηγορούμενου 1 και ανέρχονταν σε 15.780 τεμάχια τσιγάρα και 16.550 γραμμάρια καπνού. Μετά την καταμέτρηση όλα τα ανευρεθέντα κατασχέθηκαν και σχετικά προς τούτο εκδόθηκε το έντυπο «Τελ. 71Α» με αριθμό Β 048825 ημερομηνίας 26.5.2016 το οποίο ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε. Στον ίδιο χώρο εντός της ταμειακής μηχανής που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκε το ποσό των €285,00 το οποίο κατακρατήθηκε και προς τούτο εκδόθηκε το έντυπο «Τελ. 71Α» με αριθμό Β 048826 ημερομηνίας 26.5.2016 με το οποίο κατακρατήθηκε και το βιβλιάριο καταθέσεων του κατηγορούμενου 1 στη ΣΠΕ Λήδρα Λτδ. Τα κατασχεθέντα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη του Τελωνείου. Οι εισαγωγικοί δασμοί, οι φόροι κατανάλωσης και ο Φ.Π.Α. που αναλογούσαν σε αυτά ανέρχονταν στο ποσό των €6.219,61. Το ως άνω υποστατικό ενοικιάστηκε δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 29.1.2015 από την κατηγορούμενη 2 για την περίοδο από την 1.2.2015 έως την 1.2.2016. Παρά τη λήξη της ως άνω περιόδου ενοικίασης το υποστατικό εξακολουθεί να κατέχεται από τους κατηγορούμενους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Οι κατηγορίες 1 και 4 εδράζονται στα άρθρα 140
(3)και 140
(2)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/2004 αντίστοιχα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
(2)Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας ενέχεται με οποιοδήποτε τρόπο στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής της καταβολής των οφειλόμενων στα προϊόντα φόρων κατανάλωσης ή στη μη τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων κατανάλωσης, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα υπόκεινται σε δήμευση.
(3)Οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει αφορολόγητα προϊόντα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα ή τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές αυτές και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράττεται το αδίκημα, υπόκεινται σε δήμευση». Οι κατηγορίες 2 και 5 εδράζονται στα άρθρα 93 και 91
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004 αντίστοιχα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «91.
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την δόλια αποφυγή καταβολής δασμού ή και φόρου είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει την τριπλάσια αξία των εμπορευμάτων ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη χρόνια ή και στις δύο αυτές ποινές. 93. Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή, ή με οποιοδήποτε τρόπο ενέχεται στη μεταγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, στέγαση, φύλαξη ή απόκρυψη οποιωνδήποτε εμπορευμάτων ή εμπορεύεται οποιαδήποτε εμπορεύματα, και έχει οντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του δασμού ή και φόρου, έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή, μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια έτη ή και στις δυο αυτές ποινές». Οι κατηγορίες 3 και 6 εδράζονται στα άρθρα 46
(7)και 46
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000 αντίστοιχα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «46
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. ή προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α., είτε από το ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το τριπλάσιο του ποσού του Φ.Π.Α. που οφείλεται ή σε φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή και στις δύο αυτές ποινές. 46
(7)Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή οποιωνδήποτε αγαθών ή εμπορεύεται οποιαδήποτε αγαθά, ή αποδέχεται την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών, έχοντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. του επιβλητέου επί της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, επί της απόκτησης των αγαθών από άλλο κράτος μέλος ή επί της εισαγωγής των αγαθών από τόπο εκτός των κρατών μελών έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές». Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ο όρος «κατοχή» ορίζεται ως ακολούθως: (α) "να κατέχει" ή "να έχει στην κατοχή" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή το να φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου (β)σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298 σχετικά με το αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων προϊόντων του εδαφίου 7 του άρθρου 140 του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/2004 (ως ίσχυε τότε) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από το λεκτικό της προαναφερόμενης πρόνοιας, από τη φύση του νομοθετήματος και από το πρόβλημα το οποίο το νομοθέτημα αποσκοπεί να επιλύσει, που είναι η αποφυγή καταβολής του νενομισμένου φόρου, συνάγεται ότι το αδίκημα που δημιουργήθηκε με την προαναφερόμενη νομοθετική πρόνοια είναι ουσιαστικά αδίκημα αυστηρής ευθύνης, για το οποίο δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη mens rea αλλά μόνον η απόδειξη του actus reus». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερομηνίας 12.4.2017, η οποία αφορούσε παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι νομολογημένο (Sea Island & Tours Ltd v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298 και Aestas Trading Ltd κ.α. v. Kυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποιν. Εφ. 78/15 και 79/15 ημερ. 3.9.15, οι οποίες παραπέμπουν και σε αγγλική νομολογία), στις περιπτώσεις που ο Νόμος δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης δεν απαιτείται απόδειξη ένοχης διάνοιας (mens rea) εφόσον η ένοχη διάνοια δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Όπως δε επισημάνθηκε στη Sea Island & Tours Ltd (ανωτέρω), το κατά πόσο ο Νόμος δημιουργεί τέτοιο αδίκημα είναι θέμα που «κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225». Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό του Νόμου δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης εφόσον ρητώς προνοεί πως «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθυντές αξιωματούχοι του νομικού προσώπου» (άρθρο 48). Τοσούτω μάλλον που πρόκειται για ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική οικονομία και ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του (Μελάς ανωτέρω)». Κρίνω ότι το κρίσιμο θέμα το οποίο χρήζει απάντησης στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η ενοικιάστρια του επίδικου υποστατικού στο οποίο εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν τα επίδικα προϊόντα, επαρκεί για να θεμελιώσει στον αναγκαίο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το απαραίτητο στοιχείο του actus reus των επίδικων αδικημάτων ότι η κατηγορούμενη 2 κατείχε, εν τη εννοία του νόμου, τα επίδικα τσιγάρα και καπνό. Ο όρος «κατοχή» ως αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί αντικείμενο της κατοχής (Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε με αναφορά στην R. v. Boyesen
(1982)2 All ER 161, ότι η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικειμένου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Είναι δυνατό κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός και αν γνωρίζει ότι το έχει. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν και τα δύο πιο πάνω στοιχεία. Η κατοχή μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα και από περιστατική μαρτυρία, νοουμένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει ότι τα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά περαιτέρω να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (Σεργίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 172/2015, ημερομηνίας 13.3.2018 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41). Στην παρούσα υπόθεση οι επίδικες ποσότητες τσιγάρων και καπνού ανευρέθηκαν στο υποστατικό το οποίο ενοικίαζε η κατηγορούμενη 2 όταν αυτή απουσίαζε από εκεί. Στον εν λόγω χώρο βρισκόταν μόνο ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν εκεί και χρησιμοποιούσε και την ταμειακή μηχανή. Έχοντας υπόψη μου ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αναφορικά με το πότε τα εν λόγω αφορολόγητα προϊόντα μεταφέρθηκαν στο περίπτερο ούτε και πότε η κατηγορούμενη 2 ήταν εκεί παρούσα για τελευταία φορά δεν έχω πεισθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως γνώριζε ότι αυτά βρίσκονταν εκεί. Κρίνω πως το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η ενοικιάστρια του εν λόγω χώρου, λαμβάνοντας υπόψη μου και τις άλλες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπως τις ανέφερα πιο πάνω, από μόνο του δεν επαρκεί για να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι εκείνη γνώριζε ότι τα επίδικα προϊόντα βρίσκονταν εκεί ούτε ότι τα κατείχε αφού πρόσβαση στο εν λόγω υποστατικό έχει και ο κατηγορούμενος 1. Ως είναι νομολογημένο δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής που να ικανοποιεί στον αναγκαίο βαθμό ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε ότι τα επίδικα προϊόντα βρίσκονταν εκεί και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι είχε τον φυσικό έλεγχό τους ούτε ότι τα κατείχε υπό τη νομική έννοια του όρου. Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατόρθωσε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 2 η οποία αθωώνεται στις κατηγορίες 1 έως 6 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.