← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΚΑΡΑΠΕΤΙΑΝ, Υπόθεση με αρ.: 143/2016., 16/6/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΚΑΡΑΠΕΤΙΑΝ, Υπόθεση με αρ.: 143/2016., 16/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 143/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX XXXXX ΓΚΑΡΑΠΕΤΙΑΝ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 16/06/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Ιωάννου και κα Μ. Αγγελίδου. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Το κατηγορητήριο, προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Η κατηγορία, πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες, προς καθορισμό όλων των ουσιωδών στοιχείων του αδικήματος, κατά τέτοιο τρόπο που να μην προκαλείται σύγχυση ή δυσχέρεια στον κατηγορούμενο. Οι λεπτομέρειες που δίδει ο κατήγορος, και οι οποίες αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου, πληροφορούν τον κατηγορούμενο για την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει στην δίκη. [i].
  4. Σε αυτή την υπόθεση, δια του κατηγορητηρίου, ο Κατήγορος, διώκει τον Κατηγορούμενο, προσάπτοντας του την διάπραξη: I. Του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου των Άρθρων 255 και 270(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154») (που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων) (κατηγορία με αρ. 2 στο κατηγορητήριο). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτό στο κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος, κατά το έτος 2015, στην Δημοκρατία και στο εξωτερικό, μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα, έκλεψαν ένα διαμαντένιο δακτυλίδι με χαρακτηριστικά, "12.02 carat fancy intence yellow, internally flawless ring", μαζί με το πρωτότυπο πιστοποιητικό του, "GIA με αρ. 5101765834", αξίας $600.000, το οποίο του εμπιστεύθηκαν το ζεύγος Hart XXXXX XXXXX και XXXXX Αντωνιάδου από το Ηνωμένο Βασίλειο για πώληση, πράγμα το οποίο αυτός δεν έπραξε και οικειοποιήθηκε το αναφερόμενο διαμαντένιο δακτυλίδι.». Και, II. Του αδικήματος της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, του Άρθρου 371 του Κεφ. 154 (που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων) (κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτό στο κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος, κατά το έτος 2015, στην Δημοκρατία και στο εξωτερικό, μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου που περιγράφεται στην 2η κατηγορία.».
  5. Στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, που αφορά, ως προελέχθη, το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, περιλαμβάνονται τα Άρθρα 255 [ii] και 270(β) [iii] του Κεφ. 154, ως οι νομικές διατάξεις που το στοιχειοθετούν [iv]. Σχετικά με αυτό, υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [v]. Από αυτήν, προκύπτει ότι, στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, αν και είναι αδίκημα ξεχωριστό από το αδίκημα της κλοπής του Άρθρου 255 του Κεφ. 154 [vi], η έννοια της κλοπής κατά το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, εμπεριέχεται [vii]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)

(2012)2 Α.Α.Δ. 794: «Το Άρθρο 270 δεν αφορά το αδίκημα της κλοπής, αλλά μόνο την επέκτασή του σε σχέση με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κλοπή αφορά ένα από τα πράγματα τα οποία αναφέρονται στο Άρθρο
  1. . Επηρεάζεται, δηλαδή, αναλόγως του πράγματος το οποίο εκλάπη, όχι η ευθύνη η ίδια, αλλά η ποινή η οποία μπορεί να επιβληθεί και η οποία είναι αυξημένη σε συνάρτηση με την ποινή η οποία επιβάλλεται για συνήθη κλοπή». Πρόκειται, συνεπώς, το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, για επιδεινωμένη μορφή κλοπής, δηλαδή, από αυτή της απλής κλοπής [viii] του Άρθρου 255 του Κεφ.
  2. Ως εκ των προαναφερόμενων, τα Άρθρα 255 και 270 του Κεφ. 154, πρέπει να διαβάζονται μαζί [ix].
  3. Συνεπώς, με βάση [και] την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [x], τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, είναι τα εξής: [Βάσει του Άρθρου 255 του Κεφ. 154]
(1)Η απόκτηση από τον Κατηγορούμενο περιουσίας [xi] (που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής) και αποκόμιση της.
(2)Χωρίς την συναίνεση / συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της.
(3)Χωρίς δικαίωμα του Κατηγορουμένου απόκτησης της.
(4)Με δόλιο, από πλευράς Κατηγορούμενου, τρόπο και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος.
(5)Με πρόθεση του Κατηγορουμένου, κατά τον χρόνο της απόκτησης της, αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής από τον ιδιοκτήτη της. [Και επιπρόσθετα, βάσει του Άρθρου 270 του Κεφ. 154]
(6)Η περιουσία αυτή είχε εμπιστευθεί στον Κατηγορούμενο για συγκεκριμένο σκοπό (για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο).
(7)Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την περιουσία αυτή για άλλο σκοπό. Και.
(8)H κατάχρησης της περιουσίας από τον Κατηγορούμενο ήταν δόλια και ανέντιμη. Δηλαδή, σκόπιμη και εκ προθέσεως. [xii]. [xiii]. [xiv]. [xv]. [xvi]. [xvii]. [xviii]. [xix].
  1. Το αδίκημα της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος του Άρθρου 371 του Κεφ. 154, διαπράττεται όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα, συμφωνούν να υλοποιήσουν την διάπραξη αδικήματος. Η ίδια η συμφωνία για την υλοποίηση της διάπραξης αδικήματος, είναι μία πράξη από μόνη της, που ολοκληρώνει το αδίκημα. Αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν απαιτείται υλοποίηση της διάπραξης του αδικήματος για να αποδειχθεί το αδίκημα. Πράξεις κάθε ενός από τα μέρη, κατ' εφαρμογή μίας προφανούς συμφωνίας, μπορούν να παράσχουν την αποδεικτική βάση για να συναχθεί η συνομολόγηση συμφωνίας για την διάπραξη αδικήματος, δεν αποτελούν όμως οι ίδιες συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, από πράξεις των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών, όταν από τα πρωταρχικά γεγονότα που αποδεικνύονται προς ικανοποίηση του, αυτό είναι αναπόφευκτο. Σημαντικό στοιχείο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 371 του Κεφ. 154, επισημαίνεται, είναι και ο τόπος διενέργειας της πράξης ή παράλειψης που στοιχειοθετεί το κακούργημα υπό αναφορά. Υπενθυμίζεται ότι, το Άρθρο 371 του Κεφ. 154, προνοεί: «
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
  3. Επιπρόσθετα των γεγονότων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, πρέπει να αποδειχθεί ότι έκαστος κατηγορούμενος, όταν προσερχόταν στην συμφωνία για την διάπραξη αδικήματος, σκόπευε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς για την προώθηση του εγκληματικού σκοπού τον οποίο αυτή [η συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς] σκόπευε να επιτύχει. Ότι δηλαδή, σκόπευε να προσέλθει στην συμφωνία και ότι η πρόθεσης του αυτή συνοδευόταν από πρόθεση εκτέλεσης των παράνομων στοιχείων στη συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς, έχοντας ταυτόχρονα γνώση εκείνων των γεγονότων που καθιστούν τον σκοπό της εγκληματικό. Σε αυτά συνίσταται η ένοχη διάνοια για το αδίκημα.
  4. Τα επίδικα γεγονότα, αφορούν τα αντικείμενα που περιγράφονται, ως προαναφέρθηκε, στην κατηγορία με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, δηλαδή: «ένα διαμαντένιο δακτυλίδι με χαρακτηριστικά, "12.02 carat fancy intence yellow, internally flawless ring", μαζί με το πρωτότυπο πιστοποιητικό του, "GIA με αρ. 5101765834"» (στο εξής καλούμενα «το επίδικο Δακτυλίδι» και «το επίδικο Πιστοληπτικό GIA», αντίστοιχα).
  5. Από τις λεπτομέρειες που δίδονται από τον Κατήγορο με το κατηγορητήριο, είναι ξεκάθαρο ότι, η υπόθεση του Κατήγορου, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος (μαζί με άλλα άγνωστα πρόσωπα), διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα, σε σχέση με το επίδικο Δακτυλίδι και Πιστοποιητικό GIA, «στην Δημοκρατία και στο εξωτερικό». Αυτός είναι φαίνεται και ο λόγος, που στην έκθεση αδικήματος για αυτά στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνεται από τον Κατήγορο και το Άρθρο 5 του Κεφ. 154 [xx].
  6. Κύριοι μάρτυρες για την υπόθεση του Κατήγορου, είναι τα πρόσωπα που, κατ' ισχυρισμών, είναι τα θύματα των παράνομων πράξεων του Κατηγορουμένου. Δηλαδή, ο Hart XXXXX XXXXX και η XXXXX Αντωνιάδου, που παρουσιάζονται ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου Δακτυλιδιού και Πιστοποιητικού GIA, οι οποίοι κλήθηκαν από τον Κατήγορο για την απόδειξη της υπόθεσης του. Ήταν, κατά την ακροαματική διαδικασία, οι ΜΚ2 και ΜΚ
  7. Από την μαρτυρία αμφότερων των ΜΚ2 και ΜΚ3, προκύπτει ακριβώς ότι, ισχυρισμός τους είναι ότι, οι πράξεις από τον Κατηγορούμενο (εμπλεκόμενος στις οποίες ήταν και κάποιος XXXXX XXXXX XXXXX De Castro), που δίνουν υπόσταση στα αδικήματα υπό εξέταση, ειδικότερα αυτές που αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, διαπράχθηκαν στην πόλη της Γενεύης στην Ελβετία ή και στην πόλη του Τορίνο της Ιταλίας.
  8. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)παράγραφος (δ) του προαναφερόμενου Άρθρου 5 του Κεφ. 154: «5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- . (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας, αν το αδίκημα τιμωρείται στη Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή . ». 11. Εν όψει της προαναφερόμενης θέσης που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, και δοσμένων, είναι εμφανές, των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 5
(1)(δ) του Κεφ. 154, κατά την ακρόαση, παρουσιάστηκε από πλευράς του Κατήγορου, η μαρτυρία της XXXXX Βοσκαρίδου, ΜΚ7, διοικητικής λειτουργού στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, σύμφωνα με την οποία, ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν πολίτης της Δημοκρατίας (βλ. Τεκμήριο 38). 12. Σχετικά με το κατά πόσο, οι προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις, που σύμφωνα, αντιστοίχως, με τα Άρθρα 255 και 270(β) του Κεφ. 154 και Άρθρο 371 του Κεφ. 154, στοιχειοθετούν, ως και προελέχθη, τα ποινικά αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου και συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, είναι επίσης αξιόποινες σύμφωνα με τον νόμο της Ελβετίας και της Ιταλίας, ο Κατήγορος, δοσμένων πάντοτε των προαναφερόμενων προνοιών του Άρθρου 5
(1)(δ) του Κεφ. 154, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του, παρουσίασε την μαρτυρία της Αστ. 4260 XXXXX Γεωργιάδου, ΜΚ8, που είναι τοποθετημένη στο Εθνικό Κεντρικό Γραφείο («NCB») στην Δημοκρατία, της Διεθνούς Οργάνωσης Εγκληματολογικής Αστυνομίας («ICPO» ή «Ιντερπόλ»).
  1. Σύμφωνα με την ΜΚ8, αυτή κλήθηκε από την Αστυνομική Εισαγγελία, για να της παράσχει βοήθεια, στην προώθηση κάποιων ερωτημάτων που της προωθήθηκαν γραπτώς (βλ. Τεκμήριο 39), στα αντίστοιχα Εθνικά Κεντρικά Γραφεία της Ιντερπόλ στην Ελβετία και Ιταλία, με την παράκληση όπως αυτά απαντηθούν στη βάση του ημεδαπού δικαίου αυτών των χωρών και τα οποία, ακριβώς, αφορούσαν το προαναφερόμενο ζήτημα της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας. Όπως η ΜΚ8 ισχυρίστηκε, προώθησε πράγματι τα ερωτήματα, που, ως προελέχθη, της προωθήθηκαν από την Αστυνομική Εισαγγελία, στα αντίστοιχα Εθνικά Κεντρικά Γραφεία της Ιντερπόλ στην Ελβετία και Ιταλία, με σχετικό μήνυμα της (βλ. το Τεκμήριο 40), από τα οποία έλαβε, στην συνέχεια, σχετικές απαντήσεις, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 41, 42 και 43). Το Τεκμήριο 41, είναι η απάντησης που η ΜΚ8 έλαβε, κατ' ισχυρισμό της, από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Ιντερπόλ στην Ιταλία. Το Τεκμήριο 42 είναι η απάντησης, που, ως η ΜΚ8 περαιτέρω υποστήριξε, έλαβε από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Ιντερπόλ στην Ελβετία. Και τέλος, το Τεκμήριο 43, είναι κάποια διευκρίνησης, που και πάλι η ΜΚ8 έλαβε, ισχυρίστηκε, από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Ιντερπόλ στην Ελβετία, σχετικά το εν λόγω Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ8, διευκρίνισε ότι, δεν γνωρίζει το δίκαιο, είτε της Ελβετίας, είτε της Ιταλίας και περαιτέρω ότι, δεν μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να ερμηνεύσει το περιεχόμενο των απαντήσεων, που, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξασφάλισε από τα Εθνικά Κεντρικά Γραφεία της Ιντερπόλ στην Ελβετία και Ιταλία.
  3. Η, ως προαναφέρθηκε, θέσης που ο Κατήγορος έλαβε για τα επίδικα γεγονότα, για να σχηματίσει το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, αλλά και η προσκομισθείσα από πλευράς του Κατήγορου μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης του από το Δικαστήριο (ιδιαιτέρως αυτή των ΜΚ2 και ΜΚ3), σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 5
(1)(δ) του Κεφ. 154, έθεταν στον Κατήγορο το βάρος απόδειξης (αποδεικτικό σε αυτό το στάδιο) ότι, οι προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις, που σύμφωνα, αντιστοίχως, με τα Άρθρα 255 και 270(β) του Κεφ. 154 και Άρθρο 371 του Κεφ. 154, στοιχειοθετούν, ως και προελέχθη, τα ποινικά αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου και συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, είναι επίσης αξιόποινες σύμφωνα με τον νόμο της Ελβετίας και της Ιταλίας. Όφειλε, δηλαδή ο Κατήγορος, να αποδείξει για το προκείμενο, τον νόμο της Ελβετίας και της Ιταλίας, ως πραγματικό γεγονός.
  1. Το αλλοδαπό δίκαιο, πρέπει, όπως όλα τα άλλα επίδικα γεγονότα, να αποδεικνύεται με μαρτυρία, από τον διάδικο που εγείρει το ζήτημα ή που πρέπει υπό τις περιστάσεις να το αποδείξει, ο οποίος, οφείλει να το τεκμηριώνει με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Ο κανόνας, είναι επιτακτικός και μονάχα στην περίπτωση παραδοχής, από τον αντίδικο, του περιεχομένου του ισχύοντος στην ξένη χώρα δικαίου, θα μπορούσε να συγχωρεθεί η όποια παρέκκλιση. Η πρακτική, που, μέχρι σήμερα ακολουθείται επί του θέματος, είναι ότι, η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί, ενδείκνυται να προέρχεται από πραγματογνώμονες που γνωρίζουν ή έχουν εμπειρίες ως προς τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στην ξένη χώρα. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας μπορεί να είναι, είτε ένας επαγγελματίας δικηγόρος, είτε πρόσωπο peritus virtute officii, δηλαδή, που κατέχει επίσημη θέση που απαιτεί και συνεπώς, συνεπάγεται, γνώση του δικαίου. [xxi]. Το αλλοδαπό δίκαιο, πρέπει, γενικά, να αποδεικνύεται με όρκο ή διαβεβαίωση, είτε προφορικά, είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, με ένορκη δήλωση ή δήλωση μάρτυρα, και όχι μέσω πιστοποιητικών που εκδίδονται για τον σκοπό από πραγματογνώμονες. [xxii].
  2. Μαρτυρία που δίδεται για το αλλοδαπό δίκαιο, που δεν πηγάζει από πραγματογνώμονα του, δεν αρκεί για την απόδειξη του. [xxiii]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η περίπτωση που εξετάστηκε από Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση Perlak Petroleum Maatschappil v Deen [1924] 1 K.B.
  3. Αφορούσε, ερωτηματολόγιο («interrogatories»), που με την άδεια του Δικαστηρίου, ο Ενάγων έθεσε στον Εναγόμενο προς απόδειξη της υπόθεσης του, για ζήτημα το οποίο κατέστη, με την υπεράσπιση του τελευταίου, επίδικο (χωρίς άρνηση του, απλώς να αποδειχθεί) και αφορούσε αλλοδαπό δίκαιο. Εναντίον της ορθότητας της απόφασης αυτής του Δικαστή, να επιτρέψει το ερωτηματολόγιο, ασκήθηκε έφεση και το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση, αποφάσισε ότι, ο Ενάγων, προτού το αίτημα του εγκρινόταν, όφειλε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι, το πρόσωπο στο οποίο θα το επέβαλλε, ήταν ικανός μάρτυρας επί του αλλοδαπού δικαίου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε: «. δεν αρκεί η απόδειξης, ότι το πρόσωπο αυτό στην πραγματικότητα γνωρίζει· πρέπει να αποδειχθεί ότι, είναι πρόσωπο που, από την εκπαίδευσή του, μπορεί να αναμένεται να γνωρίζει. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπήρχε καμία υπόδειξη ότι, το άτομο που ρωτήθηκε, ήταν κάποιος που θα μπορούσε να αναμένεται να γνωρίζει τον ολλανδικό νόμο. Το μόνο που μας αναφέρεται για αυτόν στα δικόγραφα, είναι ότι ήταν ο διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας.».
  4. Παράδειγμα επίσης αποτελεί, και η περίπτωση που εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Royal Bank of Scotland Plc v Geodrill Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση, ζήτημα, πρωτόδικα, στο Δικαστήριο, αποτέλεσε, το κατά πόσο η Royal Bank of Scotland Plc, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, μπορούσε να αξιώνει, επί αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι για παράβαση σύμβασης δανείου, της Williams & Glyn's Bank Plc, με έδρα και αυτή, προ της διάλυσης της, το Ηνωμένο Βασίλειο, εναντίον της Geodrill Co Ltd, λόγω απορρόφησης της τελευταίας από την Royal Bank of Scotland Plc, στη βάση συγχώνευσης τους που επήλθε, δια της θέσπισης από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, του ιδιωτικού νόμου Royal Bank of Scotland Act
  2. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αντίτυπο του εν λόγω νομοθετήματος, πιστοποιημένο από αξιωματούχο της Royal Bank of Scotland Plc, προσκομίστηκε σαν αποδεικτικό στοιχείο από τον αντιπρόσωπο της στην Κύπρο που κατέθεσε σαν μάρτυρας της. Αυτός, δεν είχε την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα σε θέματα Αγγλικού δικαίου ή του δικαίου της Σκωτίας που ήταν σχετικά με το ζήτημα, και απλώς κατέθεσε το αντίτυπο του νομοθετήματος σαν τεκμήριο. Πέραν τούτου, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν υπήρχαν άλλες μαρτυρίες που να διευκρινίζουν το νόημα του αλλοδαπού δικαίου και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της κατάληξης του, λανθασμένα είχε προσπαθήσει να ερμηνεύσει το κείμενο του εν λόγω νομοθετήματος, χωρίς να έχει στην διάθεση του την μαρτυρία πραγματογνώμονα. Η μαρτυρία του αντιπροσώπου της Royal Bank of Scotland Plc, ως προαναφέρθηκε, δεν είχε πηγάσει από πραγματογνώμονα.
  3. Σε αυτή την υπόθεση, εξέτασης των Τεκμηρίων 41, 42 και 43, που απλώς παρουσιάστηκαν από την ΜΚ8 στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής: Το Τεκμήριο 41, που, ως η ΜΚ8 ισχυρίστηκε, είναι η απάντησης που έλαβε από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Ιντερπόλ στην Ιταλία, «υπογράφεται» απλώς, Ιντερπόλ Ρώμης («Interpol Rome» / «IP Rome»). Είναι, δηλαδή, εντελώς απρόσωπο και από το περιεχόμενο του, δεν προκύπτει, από που το πρόσωπο που το έχει συντάξει αντλεί την πληροφόρηση του για τα αναφερόμενα σχετικά με το δίκαιο της Ιταλίας και ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι πηγάζει από πραγματογνώμονα του δικαίου αυτού. Το Τεκμήρια 42 και 43, που, ως η ΜΚ8 περαιτέρω υποστήριξε, είναι η απάντησης και η διευκρίνισης που έλαβε από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Ιντερπόλ στην Ελβετία, «υπογράφονται» απλώς, Ιντερπόλ Βέρνης («IP Berne»). Είναι, δηλαδή, και αυτά (όπως και το Τεκμήριο 42), εντελώς απρόσωπα και παρά το γεγονός ότι, σχετικά με το περιεχόμενο τους αναφορικά με το δίκαιο της Ελβετίας, γίνεται μνεία ότι η πηγή είναι το Ομοσπονδιακό Γραφείο Δικαιοσύνης («Federal Office of Justice»), περαιτέρω εξέταση τους, δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε από το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί ότι το πρόσωπο που τα έχει συντάξει, αντλεί την πληροφόρηση του από πραγματογνώμονα του δικαίου αυτού. Διαπιστώσεις, που καθιστούν αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με το περιεχόμενο τους, το οποίο επίσης, ενδεχομένως, να εγείρει αποδεικτικά ζητήματα σε ότι αφορά το προκείμενο. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατήγορος, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο, μαρτυρία πραγματογνώμονα για την απόδειξη του δικαίου της Ελβετίας και Ιταλίας, ως όφειλε.
  4. Η πραγματική αυτή πτυχή της υπόθεσης του Κατήγορου, είναι εμφανές από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν έτυχε της ορθής αντιμετώπισης, ανακριτικά, από τον ΜΚ1 ή και γενικότερα από το αρμόδιο Τμήμα της Αστυνομίας πριν την ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου, η οποία φαίνεται να αποφασίστηκε και η λογική προοπτική καταδίκης του Κατηγορουμένου για το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του να εκτιμήθηκε, χωρίς το ζήτημα αυτό να τύχει της ορθής διαχείρισης και από τον Κατήγορο, με αποτέλεσμα, τον Φεβρουάριο του έτους 2021, αρκετό χρόνο μετά την διερεύνηση της από την Αστυνομία και κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο, ο Κατήγορος, δια των εκπροσώπων του από τον Κλάδο Εισαγγελίας Λευκωσίας της Αστυνομίας, να επιχειρεί την αντιμετώπιση του, με το προαναφερόμενο αποτέλεσμα, που προδιαγράφει και την τύχη της υπόθεσης του. [xxiv].
  5. Από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο εξέτασε ολόκληρη, ως ένα σύνολο και έκρινε αντικειμενικά, την καλύτερη της έκδοση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, δεν υπάρχουν ενώπιον του, όλα εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, εάν τελικά γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, αποδεικνύουν, το κάθε συστατικό στοιχείο, του κάθε αδικήματος, για το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, διώκεται. Απουσιάζει, σίγουρα, και χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να επεκταθεί σε οτιδήποτε άλλο σχετίζεται, και ενδεχομένως να προκύπτει, σε ότι αφορά την νομική και πραγματική πτυχή αυτής της υπόθεσης, συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, σχετιζόμενο, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ήδη, με το προαναφερόμενο Άρθρο 5
(1)(δ) του Κεφ. 154 και την μη απόδειξη της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας, σχετικά με τα εξεταζόμενα αδικήματα, βάσει του δικαίου της Ελβετίας και Ιταλίας. Δηλαδή, δεν έχουν αποδειχθεί στο Δικαστήριο γεγονότα, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε τελικώς να αποφανθεί, ότι, οι πρόνοιες του Κεφ. 154, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής. 21. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο αποφασίζει ότι, ο Κατήγορος, με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, επαρκώς ώστε ο Κατηγορούμενος να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.
  2. Τα έξοδα της διαδικασίας, θα καταβληθούν από την Δημοκρατία.
  3. Η εκπρόσωπος του Κατήγορου, να τοποθετηθεί σχετικά με τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο τεκμήρια ή και τα τεκμήρια τα οποία ενδεχομένως να εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας, για σκοπούς διαχείρισης τους. Αν για το ζήτημα αυτό επιθυμεί να ακουστεί και ο Κατηγορούμενος, θα ακούσω και την πλευρά του. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Cantabs Trading Ltd κ. α. v Χαμπακη κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 40/2019, 21/10/
  4. [ii] Το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.». [iii] Το Άρθρο 270 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο με πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο, είτε από μόνο του, είτε μαζί με άλλο εκ μέρους ή για λογαριασμό τρίτου (δ) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, αξιογράφου που λήφθηκε από τον υπαίτιο με εντολή όπως το προϊόν από αυτό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή (ε) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, το οποίο απορρέει από τη διάθεση περιουσίας, το οποίο λήφθηκε από τον υπαίτιο δυνάμει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε στον υπαίτιο με εντολή το πιο πάνω ποσό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.». [iv] Βλ., σχετικά με το κατηγορητήριο, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 (ειδικότερα, αναφορικά με την σχέση των Άρθρων 255 και 270 του Κεφ. 154, με το Άρθρο 257 του Κεφ. 154). [v] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [vi] Βλ. Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [vii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [viii] «larceny simpliciter». [ix] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 (την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη) και Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [x] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [xi] Βλ., σχετικά με τον όρο, «οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής» στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, όταν πρόκειται για χρήματα, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33. [xii] Στο Άρθρο 270(β) του Κεφ. 154, στον όρο «περιουσία εμπιστευμένη», έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι περιλαμβάνονται και χρήματα για το εμπίστευμα των οποίων δεν χρειάζεται γραπτή απόδειξη ή η δημιουργία επίσημου εμπιστεύματος ή άλλου νομικού εγγράφου. Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xiii] Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστήριο, σε πρόσωπο μπορεί, κατά την έννοια του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, να εμπιστευθεί περιουσία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτή δεν του παραδίδεται απευθείας από τον ιδιοκτήτη της. Είναι, μάλιστα, άσχετο, για σκοπούς ποινικής ευθύνης για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, βάσει του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, κατά πόσο ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν γνώριζε την ύπαρξη του κατηγορουμένου και δεν είχε, ένεκα τούτου, πρόθεση να του την εμπιστευθεί. Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. Βλ. επίσης, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [xiv] Επίσης, η φυσική αποκόμιση της περιουσίας από τον κατηγορούμενο, δεν είναι απαραίτητη. Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xv] Έχει, μάλιστα, νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο το αδίκημα έχει διαπραχθεί, ο όρος «περιουσία εμπιστευμένη», δεν ερμηνεύεται ως σαν να περιορίζεται στην στιγμή της αποστολής ή παράδοσης της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη της, αλλά μπορεί να καλύψει, κάθε μεταγενέστερη περίοδο κατά την διάρκεια της οποίας αυτή εμπιστεύεται σε πρόσωπο. Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. [xvi] Συναφώς, έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, η απόκτηση και αποκόμιση της περιουσίας, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει χρονικά με την σκόπιμη και εκ προθέσεως κατάχρηση της από τον κατηγορούμενο. Βλ. σχετικά με το ζήτημα της πρόθεσης για την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, («animus furandi») Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, και ειδικότερα, σχετικά με την διαφοροποίηση των σχετικών αρχών, λόγω των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 σε σχέση με την Αγγλική Larceny Act 1961, την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη. [xvii] Το αδίκημα διαπράττεται, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, έχει αρχικά, νόμιμα αποκτήσει κατοχή και αποκομίσει την περιουσία -ή ακόμη, όταν νόμιμα έχει αποκτήσει και ιδιοκτησία της περιουσίας, υπό περιστάσεις όμως, που, ο ιδιοκτήτης της, κατά νόμο, παραμένει ο ιδιοκτήτης της, δηλαδή, ως εξ επαγαγωγής ιδιοκτήτης («constructive owner») ή έχει, σχετικά με αυτήν, ειδικό ενδιαφέρον (special interest) (βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195). Βλ. επίσης, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486-, όταν μεταγενέστερα, σκόπιμα και εκ προθέσεως την καταχραστεί και ειδικότερα την οικειοποιηθεί Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και τις αναφερόμενες σε αυτή αποφάσεις, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195 και Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. [xviii] Σύμφωνα με την νομολογία και πάλι, όταν πρόσωπο αποκτά κατοχή και αποκομίζει χρήματα τα οποία και χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς, ενεργώντας δόλια, εκ προθέσεως και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος, επειδή γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να πάρει τα χρήματα, εφόσον δεν είναι δικά του, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο αυτό μπορεί να ήλπιζε ή να ανέμενε ότι στο μέλλον θα τα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη τους, δεν αποτελεί υπεράσπιση για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, παρά μόνο παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει προς μετριασμό της ποινής του. Τι σκόπευε ο κατηγορούμενος να πράξει με τα χρήματα, είναι, ως εκ τούτου, αν οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν ως έχει προαναφερθεί, ζήτημα άσχετο της ποινικής του ευθύνης. Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xix] Περαιτέρω, το που τελικά κατέληξαν τα χρήματα αυτά, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα. Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xx] Το Άρθρο 5 του Κεφ. 154, έχει ως εξής: «5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- (α) εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, ή (β) εντός των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων, από Κύπριο εναντίον ή σε σχέση με Κύπριο, ή (γ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας ενόσω αυτός είναι στην υπηρεσία της Δημοκρατίας, ή (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας, αν το αδίκημα τιμωρείται στη Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή (ε) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο αν το αδίκημα- (
  1. i)είναι προδοσία ή αδίκημα εναντίον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της Συνταγματικής Τάξης, ή (
  2. ii)είναι πειρατεία, ή (iii) συνδέεται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας, ή (
  3. iv)αφορά παράνομη εμπορία επικίνδυνων φαρμάκων, ή (
  4. v)είναι ένα από τα αδικήματα για τα οποία, δυνάμει οποιασδήποτε Διεθνής Συνθήκης ή Σύμβασης που δεσμεύει τη Δημοκρατία, εφαρμόζεται ο νόμος της Δημοκρατίας, ή (
  5. vi)έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη, το αντικείμενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης και συνομωσίας, ή απόπειρας ή διέγερσης ή απόπειρας υποκίνησης άλλου προς διάπραξη αδικήματος που έχει ως ένα από τα συστατικά του στοιχεία πράξη ή παράλειψη το αντικείμενο της οποίας είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ή (vii) προκάλεσε βλάβη ή ζημία σε περιουσία ή αποστέρησε ή κατακρατεί περιουσία που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας και που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στη Δημοκρατία ή σε πρόσωπο που έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία ή σε εταιρεία που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Δημοκρατία ή σε εμπίστευμα, που διέπεται από το κυπριακό δίκαιο, ή (viii) αφορά παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας.
(2)Ποινική δίωξη δεν θα διεξάγεται στη Δημοκρατία σε σχέση με αδίκημα που διαπράχτηκε σε ξένη χώρα, αν ο κατηγορούμενος αφού δικάστηκε σε τέτοια χώρα για τέτοιο αδίκημα καταδικάστηκε ή αθωώθηκε.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού- "Κύπριος" σημαίνει πολίτη της Δημοκρατίας ή πρόσωπο το οποίο, δυνάμει των Διατάξεων της Δημοκρατίας περί Ιθαγένειας οι οποίες ισχύουν εκάστοτε, θα εδικαιούτο να γίνει πολίτης της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει οποιαδήποτε ομάδα προσώπων, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο ή όχι, είτε είναι εγγεγραμμένη ή που λειτουργεί δυνάμει των νόμων της Δημοκρατίας είτε τελεί υπό τον έλεγχο πολιτών της Δημοκρατίας ή προσώπων το οποίο θα εδικαιούντο να γίνουν πολίτες της Δημοκρατίας "ξένη χώρα" σημαίνει οποιαδήποτε χώρα εκτός της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων και οποιοδήποτε πλοίο ή αεροσκάφος εγγεγραμμένο σε τέτοια χώρα ή Περιοχή "Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων" σημαίνει την Κυρίαρχη Περιοχή Βάσης του Ακρωτηρίου και την Κυρίαρχη Περιοχή Βάσης της Δεκέλειας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της Συνθήκης που αφορά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου που υπογράφτηκε στη Λευκωσία τη 16η ημέρα του Αυγούστου, 1960 "έδαφος της Δημοκρατίας" περιλαμβάνει τα χωρικά της ύδατα, τον εναέριο χώρο πάνω από τη Δημοκρατία και τα χωρικά της ύδατα και οποιοδήποτε πλοίο ή αεροσκάφος εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία οπουδήποτε βρίσκεται αυτό, εκτός εάν, δυνάμει του διεθνούς δικαίου, το εν λόγω πλοίο ή αεροσκάφος υπόκειται κατά το σχετικό χρόνο, λόγω της θέσεώς του, στην αποκλειστική δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαίου.». [xxi] Βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη (μ.) και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση 2014, στις σελίδες από 597 έως και 800 και στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 19η έκδοση, στην παράγραφο 33-
  1. [xxii] Βλ. στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 19η έκδοση, στην παράγραφο 33-
  2. Αναφέρεται: «Foreign law must, in general, be proved on oath, either orally or, in some cases, by affidavit or witness statement; and not by the mere certificates of experts, .». [xxiii] Βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη (μ.) και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση 2014, στις σελίδες από 599 και
  3. [xxiv] Υπήρχαν τρόποι ή και οι μηχανισμοί, για την διαχείριση ή και την αντιμετώπιση του προαναφερόμενου ζητήματος (ακόμη και κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης του Κατήγορου), και το Δικαστήριο απλά θα υπομνήσει, τις διατάξεις του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Νόμος 23(I)/2001, του περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017, Νόμος 181(I)/2017, του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Νόμος 2(ΙΙΙ)/2000 και του περί της Σύμβασης καταρτιζόμενης από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόμος του 2004, Νόμος 25(ΙΙΙ)/2004, που θα μπορούσαν, ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.