Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5858/2015, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5858/2015 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον
- MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD (H.E.28532)
- C.E.P. METAL LTD (H.E.133968)
- XXXXX ΗΛΙΑΣ
- Π.ΠΗΤΡΟΥ ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΣΕΙΣ ΛΤΔ (Η.Ε.203394) Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 8.6.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Χρ. Δημητριάδης Για τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4: κ. Χρ. Φλώρου Κατηγορούμενος 3: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 4 κατηγορίες και κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι στις 8.11.2011 ενώ ήταν εργοδότης (εργολάβος) και ανέλαβε οικοδομικές εργασίες στη μονάδα αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού παρέλειψε να διασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία εργοδοτουμένου της, που βρισκόταν σε εκσκαφή βάθους 5,20 μ. περίπου, με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενός της κ. XXXXX Δημητριάδης ενώ εργαζόταν στην εκσκαφή να τραυματιστεί από την πτώση μιας μεταλλικής δοκού η οποία γλίστρησε από το σιαμπάνι από το οποίο ήταν αναρτημένη κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(1), 13
(12)και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν εργοδότης και ανέλαβε εργασίες συναρμολόγησης μεταλλικών σκελετών παρέλειψε να παράσχει και να διατηρήσει μέθοδο εργασίας ασφαλή και χωρίς κινδύνους για την υγεία των εργοδοτουμένων της με αποτέλεσμα εργοδοτούμενό της πρόσωπο ενώ εργαζόταν σε εκσκαφή βάθους 5,20 μ. περίπου να εκτίθεται σε κίνδυνο τραυματισμού από πτώση αντικειμένων κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(1), 13
(2)(α), 13
(12)και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 2 εταιρείας παρέλειψε, καθόσον ήταν εύλογα εφικτό, με βάση την εξουσία λήψης αποφάσεων για λογαριασμό της εταιρείας την οποία διεύθυνε, λόγω της θέσης που κατείχε, να παράσχει και να διατηρήσει μέθοδο εργασίας ασφαλή και χωρίς κινδύνους για την υγεία των εργοδοτουμένων της με αποτέλεσμα τόσο πρόσωπα στην εργασία όσο και εργοδοτούμενα πρόσωπα της εταιρείας την οποία διεύθυνε, ενώ εργάζονταν σε εκσκαφή βάθους 5,20 μ. περίπου, να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού από πτώση αντικειμένων κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(1), 13
(2)(α), 13
(5). 13
(12), 53
(1), 53
(6)και 54 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 4 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν εργοδότης και ανέλαβε εργασίες ανύψωσης και μετακίνησης μεταλλικών δοκών με ιδιόκτητο γερανό, παρέλειψε να διεξαγάγει τις δραστηριότητές της με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίσει την ασφαλή μέθοδο πρόσδεσης φορτίου, με αποτέλεσμα κατά την ανύψωση και μετακίνηση μεταλλικής δοκού, αυτή να γλιστρήσει από το σαμπάνι από το οποίο ήταν αναρτημένη και πέφτοντας να τραυματίσει τον XXXXX Δημητριάδη, εργοδοτούμενο της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και να εκθέσει σε κίνδυνο τραυματισμού τον XXXXX Άσσαντ, εργοδοτούμενο της 2ης κατηγορούμενης εταιρείας κατά παράβαση των άρθρων 13
(5), 53
(1)και 54 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/
- Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 3 μάρτυρες. Πριν την προσκόμιση μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσε τον XXXXX Δημητριάδη. Στις 8.11.2011 συνέβη κάποιο συμβάν το οποίο επέφερε τον τραυματισμό του ως άνω XXXXX Δημητριάδη. Οι κατηγορούμενες 2 και 4 είναι εταιρείες νόμιμα εγγεγραμμένες και ο κατηγορούμενος 3 είναι ο διευθυντής της κατηγορούμενης
- Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε η έκθεση επιθεώρησης του γερανού και στις 8.11.2011 έγινε το συμβάν το οποίο περιγράφεται στις κατηγορίες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σωκράτους ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και ασχολείται με θέματα ασφάλειας και υγείας σε χώρους εργασίας. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λεμεσού. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε Έκθεση Διερεύνησης Εργατικού Ατυχήματος η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε πως ταυτόχρονα με την ετοιμασία της έκθεσής του, που φέρει ημερομηνία 9.2.2012, ετοιμάστηκε ποινικός φάκελος και η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λεμεσού και στη συνέχεια κατέληξε στο Ε. Δ. Λευκωσίας επειδή το συμβάν έλαβε χώρα εντός του εδάφους των Βρετανικών Βάσεων. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 τις 5 φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος τράβηξε και οι οποίες απεικονίζουν το βάθος της επίδικης εκσκαφής, το χείλος της και τις μεταλλικές δοκούς. Στην έκθεσή του τεκμήριο 1 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 8.11.2011 σε εργοτάξιο κατασκευής μονάδας αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού συνέβηκε ατύχημα. Ο κ. XXXXX Δημητριάδης εργαζόταν σε εκσκαφή η περιμετρική τοιχοποιία της οποίας είχε σταθεροποιηθεί με τσιμεντένιες κολώνες και η εργασία που του ανατέθηκε από τον επιστάτη του εργοταξίου ήταν το κλείσιμο οπών στην τσιμεντένια επιφάνεια της τοιχοποιίας. Το εν λόγω πρόσωπο τραυματίστηκε στην πλάτη από την πτώση μιας μεταλλικής δοκού κατά τη διαδικασία μεταφοράς της εντός της εκσκαφής. Η εν λόγω δοκός γλίστρησε από το σιαμπάνι με το οποίο ήταν δεμένη και αναρτημένη σε ανυψωτικό μηχάνημα. Εξέτασε τη σκηνή και διαπίστωσε ότι η εκσκαφή ήταν κοντά στην παραλία και είχε μεγάλο βάθος. Στο άνοιγμα της εκσκαφής διαστάσεων 4 Χ 3 μ. είχαν τοποθετηθεί μαδέρια τα οποία περιόριζαν την επιφάνειά της και εμπόδιζαν την απρόσκοπτη κατάβαση της δοκού στο βάθος της εκσκαφής. Ο τραυματισθείς εργαζόταν σε βάθος 5,2 μ. και η δοκός η οποία τον κτύπησε είχε προφίλ σχήματος «Η» και ήταν διαστάσεων 3 μ. μήκος, πλάτος 20 εκ. και ύψος 20 εκ. και ζύγιζε 200 κιλά. Η κατηγορούμενη 1 ανέθεσε υπεργολαβικά στην εταιρεία K&K STEEL WORKS LTD τη συναρμολόγηση όλων των μεταλλικών κατασκευών του έργου και η εν λόγω εταιρεία ανέθεσε μέρος αυτών των εργασιών στην κατηγορούμενη
- Ο γερανός που χρησιμοποιείτο τη στιγμή του συμβάντος ανήκε στην κατηγορούμενη 4 και τον χειριζόταν ο κ. XXXXX Πήτρου. Ο κ. XXXXX Ανδρέου εργαζόταν στην κατηγορούμενη 2 και ήταν το πρόσωπο το οποίο έδενε με σιαμπάνι τις δοκούς στον γερανό. Στη συνέχεια απαντώντας σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι ανύψωσης ενός φορτίου οι οποίοι ποικίλουν ανάλογα με το σχήμα, το προφίλ και τη μορφή του και κατέθεσε ως τεκμήριο 3 διάφορα σχήματα στα οποία απεικονίζονται αυτοί οι τρόποι. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην επίδικη περίπτωση, λόγω του σχήματος της δοκού και επειδή η περιφέρειά της δεν ήταν συνεχής, ήταν αναγκαίο η δοκός να είχε αναρτηθεί τουλάχιστον από 2 σημεία και όχι μόνο από 1 αφού ο τρόπος αυτός δεν προσέφερε απόλυτη συμμετρία και μπορούσε με μια αλλαγή στο κατακόρυφο η δοκός να γλιστρήσει. Ισχυρίστηκε ότι λόγω της ύπαρξης των μαδεριών σε διάφορα σημεία του χείλους της εκσκαφής εμποδιζόταν η οριζόντια κατάβαση της δοκού στην εκσκαφή και για αυτό, αφού δεν μετακινήθηκαν τα μαδέρια, έγινε προσπάθεια για την κάθετη κατάβασή της για να ξεπεραστούν τα ως άνω εμπόδια. Λόγω αυτής της προσπάθειας η δοκός γλίστρησε από το σιαμπάνι, έπεσε κάθετα μέσα στην εκσκαφή και όταν έγειρε στο πλευρό κτύπησε τον παθόντα στην πλάτη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη διερεύνηση του συμβάντος έλαβε γραπτές καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήρια 4 έως
- Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 έπρεπε να γνωρίζει πού θα εργαζόταν ο υπάλληλός της και να λάμβανε μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας του ήτοι να μετέθετε χρονικά τις δικές της εργασίες ή τις εργασίες των υπεργολάβων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν εις γνώση της κατηγορούμενης 2 η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την κατάβαση των μεταλλικών δοκών αφού η ίδια μέθοδος είχε χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενη ημέρα και ότι η μέθοδος αυτή ήταν επίσης σε γνώση και του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 3, διευθυντής της κατηγορούμενης 2, βρισκόταν στο εργοτάξιο στον χώρο του συμβάντος, είχε επιθεωρήσει τον χώρο και τις εργασίες που θα γίνονταν και στη συνέχεια απομακρύνθηκε από εκεί. Τέλος αναφορικά με την κατηγορούμενη 4 ισχυρίστηκε πως καθηκόντως ως κάτοχος του γερανού έπρεπε να γνωρίζει τους ασφαλείς τρόπους ανάρτησης και κατάβασης της επίδικης μεταλλικής δοκού, να είχε μεριμνήσει για τη σωστή πρόσδεσή της και να είχε αρνηθεί την ανάρτηση και κατάβασή της αφού δεν δέθηκε με τον συγκεκριμένο ασφαλή τρόπο. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης 1 ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι όσον αφορά τα μέτρα αποτροπής πτώσης στην επίδικη εκσκαφή αυτά πράγματι τηρούνταν αφού το μέτωπό της ήταν περιφραγμένο. Ισχυρίστηκε ότι είναι υποχρέωση του εργοδότη να διασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του κατά τη διεξαγωγή μιας εργασίας και δεν επαφίεται στον εργοδοτούμενο αυτόβουλα να αποχωρήσει από τον χώρο εργασίας στην περίπτωση που θεωρήσει ότι αυτά δεν διασφαλίζονται. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι τουλάχιστον 2 άτομα ζήτησαν από τον εργοδοτούμενο της κατηγορούμενης 1 να φύγει από την εκσκαφή ισχυρίστηκε πως ακόμα και σε αυτό το ενδεχόμενο είναι υποχρέωση του εργοδότη να διασφαλίσει πως θα εφαρμοστούν οι εντολές του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 2 ανέλαβε υπεργολαβικά από την εταιρεία K&K STEEL WORKS LTD τη συναρμολόγηση των μεταλλικών κατασκευών του εργοταξίου και ότι η κατηγορούμενη 4 ανέλαβε τις εργασίες ανύψωσης, κατάβασης και μεταφοράς φορτίων με γερανό στο εν λόγω εργοτάξιο. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 ως ο κυρίως εργολάβος του έργου όφειλε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει για τις εργασίες που διεξάγονταν εκεί αλλά δεν είχε οποιονδήποτε έλεγχο στον τρόπο εργασίας των κατηγορούμενων 2 και
- Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 2 ως έχουσα εργαζόμενους στον χώρο ήταν ταυτόχρονα και εργοδότης και είχε και η ίδια άμεση εμπλοκή και λόγο αναφορικά με τη διεξαγωγή των εργασιών. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι οι τρόποι πρόσδεσης ενός φορτίου που παρουσιάζονται στο τεκμήριο 3 είναι μόνο ενδεικτικοί και πως υπάρχουν και άλλοι τρόποι πρόσδεσης οι οποίοι ποικίλουν ανάλογα με το είδος του φορτίου, το μήκος, το βάρος ή το προφίλ του καθώς επίσης και από τον τύπο της εργασίας που θα εκτελεστεί. Ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση λόγω του προφίλ της δοκού υπήρχαν 4 σημεία επαφής με το σιαμπάνι το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να δεθεί αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν ασφαλής επειδή η ανάρτηση έγινε από 1 μόνο σημείο και υπήρχε το ενδεχόμενο αυτή να φύγει από το κέντρο βάρους της όπως και έγινε. Ισχυρίστηκε πως λόγω του μήκους της επίδικης δοκού αυτή έπρεπε να είχε δεθεί σε 2 σημεία για να υπάρχει καλύτερη σταθερότητα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Δημητριάδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατά τα έτη 2006 έως 2011 εργαζόταν στην κατηγορούμενη
- Στις 8.11.2011 πήγε στην εργασία του και ο κ. XXXXX Λαζαρής, επιστάτης της εργοδότριάς του, του είπε να μπει στην εκσκαφή για να κλείσει κάποιες τρύπες. Ισχυρίστηκε ότι για το συμβάν έδωσε μια κατάθεση και αναγνώρισε ότι αυτή είναι το τεκμήριο
- Σε αυτή ανέφερε ότι γύρω στις 10:00 η ώρα ενώ βρισκόταν εντός της εκσκαφής ήρθαν ακόμα 2 πρόσωπα για να κατεβάσουν μεταλλικές δοκούς εντός αυτής. Ο ένας από αυτούς κατέβηκε στην εκσκαφή και ο άλλος παρέμεινε στην επιφάνεια. Μετά από λίγο κατέβασαν μια δοκό την οποία ο ένας εργάτης τοποθέτησε στη θέση της. Στη συνέχεια ενώ κατέβαζαν τη δεύτερη δοκό άκουσε κάποιον από πάνω να φωνάζει ότι «δεν χωράει». Αμέσως κοίταξε πάνω και είδε τη δοκό να πέφτει κατακόρυφα στην εκσκαφή. Προσπάθησε να την αποφύγει αλλά τον κτύπησε στην πλάτη. Πριν το συνεργείο κατεβάσει τις δοκούς, στον χώρο είχε πάει ο επιστάτης κ. Λαζαρής και τους είπε να μετακινήσουν τα σανίδια από το χείλος της εκσκαφής για να χωρούν οι δοκοί να κατέβουν σε αυτή αλλά στον ίδιο δεν ανέφερε να σταματήσει την εργασία του ούτε να βγει από την εκσκαφή μέχρι να τελειώσουν οι εργασίες του εν λόγω συνεργείου. Οι εργάτες του συνεργείου όμως δεν αφαίρεσαν τα σανίδια από το χείλος της εκσκαφής. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κ. Λαζαρής του είπε ότι θα έρθουν σίδερα και κατέβηκε στον λάκκο η ώρα 7 και ήταν μόνος του εκεί χωρίς να τον εποπτεύει κάποιο άλλο πρόσωπο. Είδε ότι κατέβαινε το σίδερο και κάποιος που βρισκόταν πίσω του φώναξε ότι αυτό πέφτει. Το σίδερο τον κτύπησε και στη συνέχεια με τη βοήθεια της Πυροσβεστικής ο γερανός τον έφερε πάνω και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου παρέμεινε για 19 ημέρες. Είχε κτυπήσει στην πλάτη και πλέον μπορεί να κάνει μόνο ελαφρές εργασίες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ούτε ο επιστάτης ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο από το συνεργείο που θα κατέβαζε τα σίδερα δεν του είπε να βγει από την εκσκαφή γιατί ήταν επικίνδυνο. Ισχυρίστηκε ότι μετά την πτώση της δοκού κάποιος άλλος εργάτης που εργαζόταν στην επίδικη εκσκαφή σε σημείο πιο πάνω από τον ίδιο ήρθε για να τον βοηθήσει. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης 1 ισχυρίστηκε ότι η εργασία που του ανατέθηκε ήταν πολύ απλή και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η παρουσία κάποιου επιστάτη για να τον επιβλέπει και ότι η επίδικη δεν ήταν η μοναδική φορά που δούλεψε σε εκσκαφή. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο που εργαζόταν ευρισκόμενος μέσα στην εκσκαφή δεν είχε αντιληφθεί ότι διεξάγονταν εργασίες σε σημείο πιο ψηλά από αυτό που βρισκόταν ο ίδιος. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι παρέλειψε να ακολουθήσει τις οδηγίες του εργοδότη του και της κατηγορούμενης 2 που του ζήτησαν να απομακρυνθεί από την εκσκαφή επειδή θα κατέβαζαν σε αυτή δοκούς ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ένα πρόσωπο αραβικής καταγωγής που εργαζόταν σε άλλη εταιρεία κατέβαζε τη δοκό στον λάκκο αλλά ο ίδιος δεν είχε δει τη δοκό που κατέβηκε αρχικά ούτε την άλλη που κατέβηκε στη συνέχεια. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος εργαζόταν στην επίδικη εκσκαφή σε σημείο κατώτερο κατά 6 μέτρα από το σημείο στο οποίο εργαζόταν το άλλο πρόσωπο το οποίο τοποθετούσε τις δοκούς. Ισχυρίστηκε πως δεν είχε δει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούσαν τις επίδικες δοκούς Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αντρέου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε πως το έτος 2011 εργαζόταν ως συγκολλητής μεταλλικών κατασκευών στην κατηγορούμενη
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 5 είναι η κατάθεση που έδωσε σχετικά με την παρούσα υπόθεση και πως σε αυτή περιέγραψε όσα έλαβαν χώρα. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 8.11.2011 εργαζόταν στη μονάδα αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού και εκεί είχε μεταβεί μαζί με τον διευθυντή της εταιρείας C.E.P. METAL LTD κ. XXXXX Ηλία και τον συνάδελφό του XXXXX Άσσαντ. Έλαβαν οδηγίες από ανθρώπους του εργολάβου που κατασκεύαζε τη μονάδα αφαλάτωσης να κατεβάσουν και συναρμολογήσουν μεταλλικές δοκούς σε βαθύ λάκκο. Στον ίδιο χώρο, μερικές μέρες πριν, ο ίδιος και ο ως άνω συνάδελφός του είχαν τοποθετήσει μεταλλικές δοκούς περιμετρικά του λάκκου. Για την κατάβαση των δοκών στον λάκκο χρησιμοποιούσαν γερανό της εταιρείας του εργολάβου. Ο συνάδελφός του κατέβηκε στον λάκκο για να παραλαμβάνει και να βιδώνει τις δοκούς και εκείνος παρέμεινε στην επιφάνεια του εδάφους για να τις δένει στον γερανό και να κάνει σήματα στον οδηγό του για να τις κατεβάζει στον λάκκο. Αρχικά έδεσε στη μέση της πρώτης δοκού 1 σιαμπάνι με σφικτοθηλιά και στάθηκε πάνω από τον λάκκο δίνοντας οδηγίες στον γερανοδηγό. Όταν κατέβηκε η δοκός ο συνάδελφός του τη βίδωσε στη θέση της και ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και για την επίδικη δοκό. Όταν η δοκός βρισκόταν σε οριζόντια θέση πάνω από το στόμιο του λάκκου την έγειρε λίγο προς τη μία πλευρά για να μπορέσει να περάσει στο εσωτερικό του λάκκου και παρόλο που την κρατούσε και με τα 2 του χέρια αυτή αστραπιαία γλίστρησε και έπεσε μέσα στον λάκκο. Πριν κατεβάσει τη δεύτερη δοκό αντιλήφθηκε ότι μέσα στον λάκκο υπήρχε και άλλο πρόσωπο, άλλου εργολάβου που εκτελούσε άλλη δουλειά. Πριν αρχίσει η κατάβαση της δοκού μέσα στον λάκκο είχε φωνάξει και στους 2 εργαζόμενους να προσέχουν. Μόλις έφυγε η δοκός από το σιαμπάνι είδε ότι αυτή κτύπησε τον άλλο εργάτη στην πλάτη. Η διαδικασία αγκίστρωσης, ανύψωσης και κατάβασης του φορτίου στον λάκκο ήταν εις γνώση του εργοδότη του και των άλλων υπευθύνων του εργοταξίου. Επίσης ο χειριστής του γερανού δεν διαφώνησε με τον τρόπο που έδενε το φορτίο με 1 σιαμπάνι και κατά τη διαδικασία κατάβασης των δοκών στον λάκκο τις προηγούμενες ημέρες είχε χρησιμοποιηθεί η ίδια διαδικασία. Ο Μ.Κ.3 σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε επίσης ότι η εν λόγω δοκός δεν μπορούσε να κατέβει στην εκσκαφή επειδή το στόμιό της ήταν πολύ στενό και είχε καλούπια ενδιάμεσά του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε άλλο άτομο μέσα στην εκσκαφή καθότι εάν υπήρχε υποψία ότι τούτο συνέβαινε θα έβρισκε 10 άλλους τρόπους να έδενε τη δοκό για να την κατεβάσει. Ισχυρίστηκε ότι ενημέρωσε τον εργοδότη του και τον εργολάβο του έργου για τον τρόπο με τον οποίο έδεσε την επίδικη δοκό. Κατά την ημέρα του περιστατικού δεν τους επόπτευε κανένας. Ισχυρίστηκε ότι πριν να κατεβάσουν την επίδικη δοκό ο ίδιος φώναξε να φύγουν όλοι και να εκκενωθεί ο λάκκος για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν την εργασία τους. Ισχυρίστηκε τέλος ότι επιλέγηκε η μέθοδος να δεθεί η επίδικη δοκός με 1 σιαμπάνι γιατί στο στόμιο της εκσκαφής υπήρχαν καλούπια που εμπόδιζαν την απρόσκοπτη κατάβασή της σε αυτή. Ο Μ.Κ.3 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούμενης 1 ισχυρίστηκε ότι ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη η επιλογή του τρόπου με τον οποίο θα κατέβαζαν τις δοκούς μέσα στην εκσκαφή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την επίδικη ημέρα, πριν την έναρξη της εργασίας τους, είχε φωνάξει στους εργαζόμενους να απομακρυνθούν από τον χώρο. Είδε ότι απομακρύνθηκαν όλοι όσοι εργάζονταν στην επιφάνεια του εδάφους αλλά δεν γνώριζε κατά πόσο έπραξαν το ίδιο και όσοι εργάζονταν σε κατώτερο σημείο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο ίδιος καθοδηγούσε τον χειριστή του γερανού. Ο Μ.Κ.3 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 ισχυρίστηκε ότι μαζί του εργαζόταν ο συνάδελφός του με το όνομα Φοίρας ο οποίος δεν κινδύνευσε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τις ενέργειες του ιδίου. Ισχυρίστηκε ότι ήταν αναγκαίο το δέσιμο της δοκού με 1 σιαμπάνι επειδή δεν μπορούσε να περάσει με άλλο τρόπο λόγω των καλουπιών που υπήρχαν στο στόμιο της εκσκαφής τα οποία εμπόδιζαν την κατάβασή της ανάμεσά τους καθώς επίσης ότι υπό τις περιστάσεις αυτή ήταν η μοναδική μέθοδος η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Οι κατηγορούμενοι μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους προχώρησαν ως ακολούθως: η κατηγορούμενη 1 κάλεσε 1 μάρτυρα προς υπεράσπισή της ενώ ο κατηγορούμενος 3 προχώρησε σε μια ανώμοτη δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο κ. XXXXX Κάιζερ που κλήθηκε ως Μ.Υ.1 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι εργάζεται στην ως άνω εταιρεία από το έτος 2007 και ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών στο εργοτάξιο κατασκευής της μονάδας αφαλάτωσης στην Επισκοπή τραυματίστηκε ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 κ. XXXXX Δημητριάδης. Έδωσε μια κατάθεση στον λειτουργό του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία αναγνώρισε ότι είναι το τεκμήριο 11, και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω εργοδοτούμενος είχε εκπαιδευθεί σε θέματα ασφάλειας και υγείας από τον εργοδότη του καθώς και από τον συντονιστή του κυρίως εργολάβου. Στον εργοδοτούμενο είχε παρασχεθεί επίσης εξοπλισμός ατομικής προστασίας όπως κράνος, γιλέκο και παπούτσια ασφαλείας. Ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω εργοδοτούμενος εργάστηκε πάνω από 2 με 3 φορές στον χώρο που σημειώθηκε το συμβάν και του είχαν δοθεί οδηγίες ότι δεν πρέπει να εργάζεται σε χώρο όταν σε ύψος πιο πάνω από τον ίδιο εργάζονται άλλοι. Ισχυρίστηκε ότι ο κυρίως εργολάβος του έργου εργοδοτούσε επί εικοσιτετραώρου βάσεως υπεύθυνο για θέματα ασφάλειας και υγείας αλλά δεν γνώριζε κατά πόσο τη συγκεκριμένη στιγμή του συμβάντος το εν λόγω πρόσωπο βρισκόταν στον συγκεκριμένο χώρο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 δεν ήταν ο κυρίως εργολάβος του έργου, είχε αναλάβει πλήρως μόνο τις εργασίες κτίστη και υπεργολαβικά κάποια άλλα τμήματα του έργου. Ο Μ.Υ.1 αντεξετάστηκε πρώτα από τον δικηγόρο των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 76 της Ποινικής Δικονομίας. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών στον χώρο που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό και πως συνακόλουθα δεν είναι σε θέση να αναφέρει ποια ήταν η μέθοδος που χρησιμοποιείτο κατά την εκτέλεση των εργασιών στον εν λόγω χώρο. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της κατηγορούσας αρχής ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 είχε τα ατομικά μέσα προστασίας και είχε εκπαιδευθεί να αντιλαμβάνεται κάποιους κινδύνους. Επίσης, πολλές φορές του είχε δοθεί η οδηγία να απομακρύνεται από κάποιο χώρο όταν από πάνω του δουλεύουν μηχανήματα και «κυκλοφορούν» βαριά πράγματα, όπως ανέφερε επί λέξη. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 για να διασφαλίσει ότι αυτή η οδηγία θα τηρείτο είχε εκπαιδεύσει τον υπάλληλό της ώστε αντιλαμβανόμενος κάποιον κίνδυνο να απομακρύνεται από τον χώρο εργασίας του καθώς επίσης ότι η παραμονή του κάτω από το σημείο που κατέβαζαν τις μεταλλικές δοκούς αποτελεί λάθος του εν λόγω υπαλλήλου. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων παρέδωσαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους ενώ ο κ. Προδρόμου ανέπτυξε προφορικά τις δικές του. Ο κ. Προδρόμου εισηγήθηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία προέκυψε ότι κανένας από τους κατηγορούμενος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα που ήταν δυνατό και έπρεπε να είχαν ληφθεί για να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η υγεία των προσώπων που εργάζονταν στο επίδικο εργοτάξιο. Εισηγήθηκε επίσης ότι η επίδικη νομοθεσία θέτει το αποδεικτικό βάρος στους κατηγορούμενους να αποδείξουν τις συγκεκριμένες υπερασπίσεις που θέτει προς όφελός τους το άρθρο 54 του Ν.89(Ι)/1996 το οποίο απέτυχαν να αποσείσουν και κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει ένοχους στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Ο κ. Δημητριάδης εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εισηγήθηκε πως διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι η εν λόγω κατηγορούμενη δεν είχε οποιοδήποτε έλεγχο στη διαδικασία και την εργασία που διεξήγαγαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και ουδέποτε έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες ή υπέδειξε στους κατηγορούμενους 2 και 4 ή τους υπαλλήλους τους ή στον κατηγορούμενο 3 με ποιο τρόπο ή σε ποιο χώρο έπρεπε να τοποθετηθεί ο γερανός ή να δεθεί το φορτίο το οποίο θα κατέβαινε στην εκσκαφή. Εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 δεν ευθύνεται στην περίπτωση που ο χειριστής του γερανού παρέλειψε να ακολουθήσει τις ορθές διαδικασίες ανύψωσης και κατάβασης των μεταλλικών δοκών στην εκσκαφή. Εισηγήθηκε ότι τα συμβάντα οφείλονταν σε ξένες προς την κατηγορούμενη 1 ανώμαλες και απρόβλεπτες συνθήκες και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις ή παραλείψεις των κατηγορουμένων 2, 3 και
- Εισηγήθηκε τέλος ότι, δεν ήταν αναμενόμενο ότι ο έμπειρος εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 που τραυματίστηκε, δεν θα ενεργούσε στα πλαίσια της κοινής λογικής και παρά τις συστάσεις της κατηγορούμενης 1 και του Μ.Κ.3 θα παρέμενε στην επίδικη εκσκαφή θέτοντας έτσι τον εαυτό του σε κίνδυνο. Ο κ. Φλώρου εκ μέρους των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία ικανή να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και συνακόλουθα παρέμειναν κενά και αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Εισηγήθηκε επίσης ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης γεγονός το οποίο παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Σχετικός με την παρούσα υπόθεση είναι ο περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμος 89(Ι)/1996 και οι κανονισμοί οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Στο άρθρο 2 του ως άνω Νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «εργοδότης» σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας, το υποστατικό, την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση στο οποίο απασχολείται ή απασχολήθηκε ο εργοδοτούμενος: Νοείται ότι ο εργοδότης περιλαμβάνει και πρόσωπο που δεν έχει άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μη· «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται ή εργάστηκε με σύμβαση απασχόλησης με σκοπό την εκτέλεση εργασίας ή ασκούμενο ή μαθητευόμενο πρόσωπο και περιλαμβάνει πρόσωπο .. και ο όρος «εργοδότηση» θα ερμηνεύεται ανάλογα· «σύμβαση απασχόλησης» σημαίνει σύμβαση είτε ρητή είτε εξυπακουόμενη και, εάν είναι ρητή, είτε προφορική είτε γραπτή και περιλαμβάνει σύμβαση μαθητείας. Στο άρθρο 3 του Νόμου καθορίζεται ότι αυτός εφαρμόζεται μεταξύ άλλων: (α) σε χώρους εργασίας, υποστατικά, επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις και σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αναψυχής, (β) σε εγκαταστάσεις ανελκυστήρων και σε εγκαταστάσεις δοχείων πίεσης, (γ) σε οικιακά υποστατικά και οικιακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στη Δημοκρατία και σε oπoιαδήπoτε άλλη περίπτωση όπου διεξάγεται επιχείρηση ή άλλη δραστηριότητα για σκοπούς κέρδους. Στο άρθρο 13 προνοείται ότι κάθε εργοδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των υποχρεώσεών του που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), στο εδάφιο
(2)αναφέρονται διάφορες πτυχές από τις εν λόγω υποχρεώσεις του ώστε vα περιλαμβάvoυv, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τηv παροχή και διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων και μεθόδων εργασίας τα οποία vα είναι ασφαλή και χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία, (β) τις διευθετήσεις πoυ διασφαλίζουν τηv ασφάλεια και τηv απoυσία κιvδύvωv για τηv υγεία σε σχέση με τη χρήση, χειρισμό, απoθήκευση και μεταφoρά αvτικειμέvωv και oυσιώv και (γ) τηv παρoχή, τέτoιωv πληρoφoριώv, oδηγιώv, εκπαίδευσης και επιτήρησης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)του Νόμου ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια. Το άρθρο 13
(5)προνοεί ότι «κάθε εργοδότης οφείλει να διευθύνει την επιχείρησή του και/ή να διεξάγει τις δραστηριότητές του κατά τέτοιο τρόπο και παρέχοντας τέτοιες πληροφορίες, ώστε να διασφαλίζει σε βαθμό ευλόγως εφικτό ότι άλλα πρόσωπα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τα οποία δυνατόν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησής του δεν εκτίθενται σε κίνδυνο». Το άρθρο 53 του ως άνω νόμου έχει ως ακολούθως: «53.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είvαι έvoχo αδικήματoς και υπoκείται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές .. 53.-
(6)Νομικό πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, όταν αυτά διαπράττονται από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει ηγετική θέση στο εν λόγω νομικό πρόσωπο, είτε βάσει εξουσιοδότησης για εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, είτε βάσει της εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, είτε βάσει της εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου και σε τέτοια περίπτωση την ευθύνη για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος φέρει, εκτός από το νομικό πρόσωπο, και το πιο πάνω αναφερόμενο φυσικό πρόσωπο.». Το άρθρο 54 του ως άνω νόμου προνοεί ότι σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για αδίκημα πoυ διαπράττεται κατά παράβαση οποιωνδήποτε διατάξεών τoυ τo οποίο συvίσταται σε παράλειψη προσώπου vα συμμορφωθεί με υποχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκοντος, καθόσο η συμμόρφωση αυτή είναι πρακτικώς εφικτή ή είναι ευλόγως εφικτή, αποτελεί ευθύvη τoυ κατηγορούμενου vα αποδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υποχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκαv σε αυτόv. Εν ολίγοις, το άρθρο 54 προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εργοδότη. Το μέτρο που εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, ημερομηνίας 30.9.2014). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, λέχθηκε πως «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες». Λέχθηκε επίσης ότι «σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών». Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας: «Έχει λεχθεί ότι ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι αφαιρούν μετά την τοποθέτησή τους τα προφυλακτικά μέτρα, η ευθύνη του εργοδότη δεν μειώνεται γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν μέσα από τον Νόμο υπεράσπιση προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 13
(1)του Νόμου οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω καθώς και του άρθρου 54. Στην υπόθεση Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (πιο πάνω) αποφασίστηκαν σχετικώς τα εξής: «Από τη στιγμή δε που θα δοθεί θετική απάντηση ως προς τούτο, ο εργοδότης, με βάση τις πρόνοιες του ιδίου άρθρου, έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένη υπεράσπιση, ότι, από την πλευρά του, έχει πράξει ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό, ώστε να έχει διασφαλίσει ότι, στα πλαίσια της διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας, δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από αυτόν πρόσωπα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 54, ο εργοδότης φέρει το βάρος για θεμελίωση της πιο πάνω υπεράσπισης, στη βάση, όμως, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου. Η συμπερίληψή της, όμως, στο Νόμο δεν αναιρεί κατά το ελάχιστο τον, κατά τα άλλα, αποκλειστικό χαρακτήρα της ευθύνης του εργοδότη για λήψη τέτοιων μέτρων, όπως αυτή προκύπτει, σαφώς, από τη διατύπωση του άρθρου 13
(5), (βλ. Reg. v. British Steel Plc. (C.A.)
(1995)1 W.L.R. 1356). Επομένως, με δεδομένο ότι η εν λόγω ευθύνη τίθεται αποκλειστικά στον εργοδότη, δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεσή της από αυτό σε άλλο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, σε έναν ανεξάρτητο εργολάβο, οπότε θα καθίστατο η απόδοσή της σε έναν εκ των δύο θέμα διαπίστωσης της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης. Όπως εξηγείται στην υπόθεση R v Associated Octel Ltd, ανωτέρω, το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης είναι αδιάφορο προς τις αυστηρές πρόνοιες της ανάλογης του άρθρου 13
(5)αγγλικής πρόνοιας, ανωτέρω. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 13
(5). Η εκπλήρωση δε από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το πιο πάνω άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονταν από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από τον εργοδότη πρόσωπα.». Ο όρος «πρακτικώς εφικτό» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 ως ακολούθως: «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θ' αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τί είναι εύλογα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το φυσικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω από το φως των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του όρου πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική.... Είναι φανερό ότι η συνάρτηση αυτή περιορίζει το απόλυτο του καθήκοντος. Το τί είναι πρακτικώς εφικτό πρέπει να προσδιορίζεται όχι κατ' απομόνωση αλλά σε συσχετισμό και με την εργασία που γίνεται». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Στα πλαίσια των εξετάσεων τις οποίες διενήργησε μετέβηκε στον χώρο όπου συνέβηκε το επίδικο ατύχημα. Κατέγραψε τις παρατηρήσεις του στην έκθεση την οποία ετοίμασε και η ορθή καταγραφή τους σε αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι μετά την ετοιμασία της έκθεσής του ημερομηνίας 9.2.2012 ετοιμάστηκε ποινικός φάκελος και η υπόθεση καταχωρήθηκε αρχικά στο Ε. Δ. Λεμεσού. Στις φωτογραφίες τις οποίες τράβηξε απεικονίζεται το βάθος της επίδικης εκσκαφής, το χείλος της στο οποίο παρουσιάζονται τα μαδέρια που υπήρχαν εκεί και οι επίδικες μεταλλικές δοκοί. Κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 είναι το πρόσωπο το οποίο τραυματίστηκε κατά το επίδικο συμβάν. Είχε άμεση εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης και κρίνω ότι λόγω τούτου του γεγονότος ήταν σε πλεονεκτική θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του ότι καθ' ο χρόνο εργαζόταν ευρισκόμενος μέσα στην επίδικη εκσκαφή, αφενός, σε ύψος πιο πάνω από τον ίδιο εργαζόταν άλλο πρόσωπο και, αφετέρου, ότι με τη χρήση γερανού μεταφέρονταν μεταλλικές δοκοί σε αυτή, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ούτε ο ισχυρισμός του πως ο επιστάτης της κατηγορούμενης 1 κ. Λαζαρής, όταν οι εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης 2 μετέβηκαν στον επίδικο χώρο, τους είπε να μετακινήσουν τα σανίδια από το χείλος της εκσκαφής για να χωρούν οι δοκοί να κατέβουν σε αυτή. Κρίνω επίσης ότι είναι λογικός και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι ούτε ο επιστάτης του έργου ούτε και οποιοσδήποτε από τους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 2 του ζήτησε να βγει από την εκσκαφή αφού σε περίπτωση που αυτό πράγματι γινόταν θα έφευγε από εκεί και δεν θα έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.3 είναι ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κρίνω ότι η μαρτυρία του, πλην του σημείου στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω, ήταν ειλικρινής. Ήταν παρών κατά τον κρίσιμο τόπο και χρόνο και ήταν το πρόσωπο το οποίο έδεσε τη μεταλλική δοκό με 1 σιαμπάνι και προσπάθησε να την κατευθύνει μέσα στην εκσκαφή. Οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για να δέσει τη μεταλλική δοκό δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι πριν να κατεβάσουν την επίδικη δοκό φώναξε να φύγουν όλοι και να εκκενωθεί ο λάκκος δεν γίνεται αποδεκτός επειδή δεν είναι λογικός αφού στην περίπτωση που το είχε πράξει δεν θα ισχυριζόταν επίσης πως εάν υποψιαζόταν ότι υπήρχε άλλο άτομο μέσα στην εκσκαφή θα έβρισκε άλλους 10 τρόπους να έδενε τη δοκό για να την κατεβάσει. Οι ισχυρισμοί του Μ.Υ.1 ότι ο XXXXX Δημητριάδης είχε εκπαιδευτεί για θέματα ασφάλειας και υγείας και ότι του χορηγήθηκε από τον εργοδότη του ατομικός εξοπλισμός προστασίας δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται αποδεκτοί. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ούτε ο άλλος ισχυρισμός του ότι η κατηγορούμενη 1 δεν ήταν ο κυρίως εργολάβος του έργου και ότι αυτή είχε αναλάβει πλήρως τις εργασίες κτίστη και κάποια άλλα τμήματα του έργου. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική για τον τρόπο που διεξήχθη η επίδικη εργασία πρόσδεσης και κατάβασης των επίδικων δοκών στην εκσκαφή αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε δεν ήταν παρών στον χώρο που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό ούτε και γνώριζε ποια μέθοδος εργασίας χρησιμοποιήθηκε για την πρόσδεση, μεταφορά και κατάβαση των επίδικων μεταλλικών δοκών στην εκσκαφή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Ως εκ τούτου δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
- Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη 1 στις 8.11.2011 εργοδοτούσε τον κ. XXXXX Δημητριάδη στο εργοτάξιο κατασκευής της μονάδας αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού. Η κατηγορούμενη 1 είχε αναλάβει πλήρως τις εργασίες κτίστη και κάποια άλλα τμήματα του εν λόγω έργου. Ο ως άνω εργοδοτούμενός της, κατά η ώρα 7:00 το πρωί, έλαβε οδηγίες από τον κ. XXXXX Λαζαρή, υπάλληλο της κατηγορούμενης 1 και επιστάτη της στο επίδικο εργοτάξιο να κατέβει σε εκσκαφή βάθους 5,2 μ. για να κλείσει οπές στην περιμετρική τοιχοποιία της εκσκαφής. Η εκσκαφή είχε διαστάσεις 4 Χ 3 μ. Στην εκσκαφή αργότερα την ίδια ημέρα ήρθαν για να εργαστούν και οι υπάλληλοι της κατηγορούμενης 2 XXXXX Άσσαντ και XXXXX Αντρέου οι οποίοι θα κατέβαζαν σε αυτή τις μεταλλικές δοκούς. Η κατηγορούμενη 2 είχε αναλάβει τη συναρμολόγηση μέρους των μεταλλικών κατασκευών του έργου. Στο εργοτάξιο μαζί με τους εν λόγω υπαλλήλους είχε έρθει και ο κατηγορούμενος 3 διευθυντής της κατηγορούμενης
- Στο χείλος της εκσκαφής υπήρχαν μαδέρια που κάλυπταν το άνοιγμά της και εμπόδιζαν την οριζόντια κατάβαση των δοκών σε αυτή. Περί η ώρα 10:15 της ως άνω ημέρας στην ίδια εκσκαφή αλλά σε σημείο υψομετρικά πιο πάνω σε σχέση με αυτό που εργαζόταν ο υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 εργαζόταν και ο κ. XXXXX Άσσαντ. Ο εν λόγω υπάλληλος παραλάμβανε τις μεταλλικές δοκούς που κατέβαιναν στην εν λόγω εκσκαφή και τις συγκολλούσε εντός αυτής. Η κάθε δοκός κατέβαινε σε αυτή μετά που ο άλλος υπάλληλος της κατηγορούμενης 2 κ. XXXXX Αντρέου την έδενε με 1 σιαμπάνι σε σφικτοθηλειά σε σημείο περίπου στο μέσο της και την κατεύθυνε στο σημείο με τη χρήση ενός γερανού ιδιοκτησίας της κατηγορούμενης
- Ο κ. Αντρέου καθοδηγούσε τον υπάλληλο της κατηγορούμενης 4 κατά τη διάρκεια των εν λόγω εργασιών. Οι δοκοί είχαν προφίλ σχήματος «Η», ήταν μήκους 3 μέτρων και πλάτους και ύψους 20 εκ. και ζύγιζαν περίπου 200 κιλά η καθεμιά. Καθώς κατέβαινε η επίδικη δοκός ο κ. Αντρέου την έσπρωξε λίγο με το χέρι του προς τα κάτω για να χωρέσει να κατέβει, όχι σε οριζόντια θέση, με αποτέλεσμα αυτή να φύγει από το κέντρο βάρους της, να πέσει κάθετα στην εκσκαφή και να τραυματίσει στην πλάτη τον υπάλληλο της κατηγορούμενης
- Ο υπάλληλος παρέμεινε στο νοσοκομείο για 19 ημέρες και λόγω του τραυματισμού του μπορεί πλέον να κάνει μόνο ελαφρές εργασίες. Μετά το ως άνω συμβάν ο λειτουργός του Επαρχιακού Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Λεμεσού κ. Σοφοκλέους μετέβη στον χώρο που αυτό συνέβηκε, φωτογράφησε τον χώρο και έλαβε καταθέσεις από τα πρόσωπα που έκρινε ότι γνώριζαν πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Στις 9.2.2012 ετοίμασε τη σχετική έκθεσή του και σχηματίστηκε ποινικός φάκελος για την υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λεμεσού. Εκείνη η υπόθεση δεν ολοκληρώθηκε και στις 10.2.2015 καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λευκωσίας η παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου την εισήγηση του κ. Φλώρου και λόγω της σημασίας που ενέχει ενδεχόμενη διαπίστωση ότι παραβιάστηκε το θεμελιακό δικαίωμα των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου προχωρώ να εξετάσω ευθύς αμέσως τη σχετική εισήγησή του. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε ότι: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις ο καθορισμός του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τις συνέπειες της παραβίασης του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου: «Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/95, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.A.T.)». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφετηρία για τον υπολογισμό του εύλογου χρόνου είναι ο Φεβρουάριος του έτους 2012 όταν ολοκληρώθηκε η λήψη των σχετικών καταθέσεων από τον Μ.Κ.1 και ετοιμάστηκε ποινικός φάκελος. Οι 8 καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου ως τεκμήρια είναι μικρές σε έκταση αφού καθεμιά τους αποτελείται το πολύ από 2 σελίδες σε 1 φύλλο χαρτί. Η υπόθεση αφορά 4 όμοιες κατηγορίες οι οποίες μετά τη λήψη των ως άνω σχετικών καταθέσεων δεν έχριζαν οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης. Έχοντας υπόψη μου την περιορισμένη έκταση των ως άνω καταθέσεων κρίνω ότι η παρούσα δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων παρόλο που αφορά σοβαρά θέματα και αδικήματα που άπτονται της ασφάλειας και της υγείας σε χώρους εργασίας. Κρίνω αντιθέτως πως πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν μόνο 3 μάρτυρες. Από την ημερομηνία που διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό επίδικα αδικήματα στις 8.11.2011 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στις 10.2.2015 μεσολάβησαν περίπου 3 χρόνια και 4 μήνες και από την καταχώρησή της μέχρι σήμερα περίπου άλλα 6 χρόνια. Η υπόθεση αρχικά καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λεμεσού και στη συνέχεια αποσύρθηκε και καταχωρήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν διαφωτιστική μόνο για το γεγονός της καταχώρησης της υπόθεσης στο Ε. Δ. Λεμεσού αλλά όχι και για το πότε ακριβώς καταχωρήθηκε ούτε πότε αυτή αποσύρθηκε, υφίσταται ως αντικειμενικό γεγονός ότι πράγματι η κατηγορούσα αρχή είχε καταχωρήσει εκείνη την υπόθεση περί το έτος 2012, και σε κάθε περίπτωση μετά τις 9.2.2012 που ολοκληρώθηκε η έκθεση του κ. Σωκράτους και σχηματίστηκε ο σχετικός με εκείνη ποινικός φάκελος. Έχοντας υπόψη μου ότι τα ουσιώδη γεγονότα έλαβαν χώρα στις 8.11.2011, ότι η λήψη των καταθέσεων ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2012, καθώς επίσης ότι αρχικά καταχωρήθηκε υπόθεση στο Ε. Δ. Λεμεσού και ότι η παρούσα καταχωρήθηκε στις 10.2.2015 κρίνω ότι τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή δεν αδιαφόρησε ούτε και καθυστέρησε να προχωρήσει στη δίωξη των κατηγορουμένων ενώπιον Δικαστηρίου για το επίδικο συμβάν. Κρίνω συνακόλουθα ότι η καταχώρηση της παρούσας δεν έγινε καθυστερημένα ώστε να μπορεί να κριθεί ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί πως υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αυτή η διαπίστωση από μόνη της δεν θα επαρκούσε για να οδηγούσε δίχως άλλο σε διακοπή της δίκης. Θα έπρεπε επιπλέον να διαπιστωθεί ότι από την εν λόγω καθυστέρηση πράγματι επηρεάστηκε η υπεράσπιση των κατηγορουμένων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου (πιο πάνω)) και οτιδήποτε σχετικό με τούτο το θέμα δεν τέθηκε ενώπιόν μου. Έχοντας κρίνει ότι στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν παραβιάστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα των κατηγορουμένων να διαγνωστεί η ποινική τους ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου απομένει να εξεταστεί κατά πόσο αποδείχθηκε στον αναγκαίο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου κρίνω ότι η παρουσία του εργοδοτούμενου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κ. XXXXX Δημητριάδη εντός της επίδικης εκσκαφής κατά τον χρόνο που οι μεταλλικές δοκοί θα κατέβαιναν εντός αυτής από μόνη της εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του και συνεπώς η κατηγορούμενη 1 όφειλε, πρώτα από όλα, να μεριμνούσε αυτός να μην βρισκόταν εκεί. Το εν λόγω πρόσωπο ήταν εργοδοτούμενός της και παρείχε την εργασία του σε χώρο, την ευθύνη του οποίου είχε η κατηγορούμενη 1, που ανέλαβε τις οικοδομικές εργασίες στο εργοτάξιο κατασκευής της μονάδας αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού. Όταν ο ως άνω εργοδοτούμενός της βρισκόταν στην επίδικη εκσκαφή και καθ' ο χρόνο από πάνω του στο ίδιο σημείο εκτελούνταν εργασίες μεταφοράς και κατάβασης μεταλλικών δοκών, στον εν λόγω χώρο δεν βρισκόταν οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 για να επιβλέπει. Ήταν πρακτικώς εφικτό για την εν λόγω κατηγορούμενη να εντόπιζε ότι ο εργοδοτούμενός της βρισκόταν εντός της εκσκαφής και να μεριμνούσε, δίδοντάς του τις σχετικές οδηγίες, να εξερχόταν από αυτή αφού το εν λόγω πρόσωπο έλαβε οδηγίες για να εργαστεί εκεί από τον επιστάτη της κατηγορούμενης 1 κ. Λαζαρή ο οποίος γνώριζε ότι ο εν λόγω υπάλληλος εργαζόταν στην εκσκαφή. Όμως παρά τούτο η κατηγορούμενη 1 δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες ούτε μερίμνησε να ελέγξει ότι πράγματι ο ως άνω εργοδοτούμενός της εξήλθε από την εκσκαφή. Λόγω τούτου κρίνω ότι αυτή παρέλειψε να διασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία του ως άνω εργοδοτουμένου της. Κρίνω επίσης πως το γεγονός ότι η εργοδότριά του παρείχε σε αυτόν προσωπικό εξοπλισμό ασφαλείας ήτοι κράνος, γιλέκο και παπούτσια ασφαλείας και ότι τον εκπαίδευσε να αποχωρεί από τον χώρο εργασίας όταν από πάνω εκτελούνται άλλες εργασίες δεν επαρκεί για να κριθεί ότι αυτή εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει η επίδικη νομοθεσία (Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου (πιο πάνω). Πέραν τούτου κρίνω ότι ακόμα και στην περίπτωση που η κατηγορούμενη 1 είχε ζητήσει από τον υπάλληλό της να εξέλθει από την εκσκαφή ούτε αυτό θα επαρκούσε για να κριθεί ότι αυτή εκπλήρωσε το εκ του νόμου καθήκον της αφού σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν και πάλι υποχρεωμένη να μεριμνούσε ότι ο υπάλληλός της θα συμμορφωνόταν με τις εντολές της. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη 1 παρέβηκε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να διασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία του ως άνω εργοδοτούμενού της και ως εκ τούτου την κρίνω ένοχη στην 1η κατηγορία. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, από τα ως άνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι στις 8.11.2011 η κατηγορούμενη 2 εταιρεία μετέφερε στο εργοτάξιο κατασκευής της μονάδας αφαλάτωσης στην Επισκοπή Λεμεσού τους υπαλλήλους της XXXXX Άσσαντ και XXXXX Αντρέου για να διεξάγουν τις εργασίες συγκόλλησης μεταλλικών δοκών που ανέλαβε να εκτελέσει η ως άνω κατηγορούμενη στον χώρο εργασίας της, ήτοι στην επίδικη εκσκαφή που υπήρχε στον χώρο του ως άνω εργοταξίου. Τα εν λόγω πρόσωπα έλαβαν οδηγίες από τον επιστάτη της κατηγορούμενης 1 κ. Λαζαρή να αφαιρέσουν τα μαδέρια που ήταν τοποθετημένα στο χείλος της επίδικης εκσκαφής αλλά δεν το έπραξαν. Ο υπάλληλός της XXXXX Άσσαντ κατέβηκε στην εν λόγω εκσκαφή και ο άλλος υπάλληλός της έδενε τις εν λόγω μεταλλικές κατασκευές με μονό σιαμπάνι στον γερανό της κατηγορούμενης 4 για να τις κατεβάσει στην εν λόγω εκσκαφή. Αρχικά κατέβασε μια μεταλλική δοκό την οποία ο εργοδοτούμενος XXXXX Άσσαντ συγκόλλησε επιτυχώς. Στη συνέχεια επανέλαβε την ίδια εργασία ήτοι έδεσε την επίδικη μεταλλική δοκό σχήματος προφίλ «Η», μήκους 3 μ., ύψους και πλάτους 20 εκ. σε 1 σιαμπάνι περίπου στο κέντρο της δοκού και την κατηύθυνε με τη βοήθεια γερανού στην επίδικη εκσκαφή διαστάσεων 3 Χ 4 μ. στο στόμιο της οποίας υπήρχαν τοποθετημένα μαδέρια τα οποία εμπόδιζαν την οριζόντια κατάβασή της. Σε κάποια στιγμή για να καταστεί δυνατή η εν λόγω κατάβαση μέσω των μαδεριών ο υπάλληλος XXXXX Αντρέου με το χέρι του πίεσε τη δοκό προς τα κάτω με αποτέλεσμα η εν λόγω δοκός να φύγει από το κέντρο βάρους της και να πέσει στην εν λόγω εκσκαφή στην οποία εργαζόταν ο υπάλληλός της XXXXX Άσσαντ. Κρίνω ότι το δέσιμο της επίδικης μεταλλικής δοκού η οποία θα κατέβαινε στην εκσκαφή με 1 σιαμπάνι αντί με 2, αποτελεί ανασφαλή και επικίνδυνη μέθοδο εργασίας εκ μέρους της κατηγορούμενης 2 αφού αυτό, κατά την κρίση μου, δεν διασφάλιζε ότι η δοκός δεν θα έχανε την ισορροπία της. Αυτή η μέθοδος εργασίας δεν ήταν ασφαλής και δεν έπρεπε να λάμβανε χώρα όταν ο υπάλληλος XXXXX Άσσαντ βρισκόταν εντός της επίδικης εκσκαφής. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη 2 παρέβηκε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να λάβει τα ευλόγως εφικτά μέτρα για να διασφαλίσει την ασφάλεια και υγεία στον χώρο εργασίας του ως άνω εργοδοτούμενού της. Περαιτέρω κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης 2 για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή κινδύνων κατά τη διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας με αποτέλεσμα να μην έχει αποσείσει το σχετικό αποδεικτικό βάρος που είχε. Συνεπώς κρίνω την κατηγορούμενη 2 ένοχη στην 2η κατηγορία. Ο 3ος κατηγορούμενος είναι ο διευθυντής της 2ης κατηγορούμενης. Κατά την επίδικη ημέρα είχε μεταβεί με τους άλλους εργοδοτούμενούς της στον χώρο του εργοταξίου κατασκευής της μονάδας αφαλάτωσης στη Λεμεσό αλλά δεν παρέμεινε στην επίδικη εκσκαφή καθόλη τη διάρκεια διεξαγωγής των εργασιών για να επιβλέπει ότι οι εργασίες που ανέλαβε η κατηγορούμενη 2 θα εκτελούνταν με ασφάλεια. Επίσης παρέλειψε να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες προς τους εργοδοτούμενούς της οι οποίες θα διασφάλιζαν ότι η μέθοδος εργασίας που θα χρησιμοποιούσαν θα ήταν ασφαλής. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 3 παρόλο που ήταν ευλόγως εφικτό να επέβλεπε τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της κατηγορούμενης 2 και να έδιδε τις κατάλληλες οδηγίες για την αποτροπή του δεσίματος της επίδικης δοκού με 1 σιαμπάνι, κρίνω ότι παρέβηκε το ως άνω εκ του νόμου επιβαλλόμενο καθήκον του. Περαιτέρω κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του κατηγορούμενου 3 για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή κινδύνων κατά τη διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας με αποτέλεσμα να μην έχει αποσείσει το σχετικό αποδεικτικό βάρος που είχε. Συνεπώς λόγω της πιο πάνω παράλειψής του κρίνω τον κατηγορούμενο 3 ένοχο στην 3η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει (Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (πιο πάνω)). Η 4η κατηγορούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια του γερανού ο οποίος κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο τύγχανε χειρισμού από τον υπάλληλό της κ. XXXXX Πήτρου. Ο εν λόγω γερανός χρησιμοποιήθηκε για να δένονται σε αυτόν οι μεταλλικές δοκοί και στη συνέχεια να κατεβαίνουν στην επίδικη εκσκαφή, αφού αυτή ήταν η δραστηριότητα την οποία είχε αναλάβει να διεξάγει. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 προκύπτει πως ο ίδιος ήταν το πρόσωπο το οποίο έδεσε την επίδικη δοκό με 1 σιαμπάνι και ταυτόχρονα έδωσε τις οδηγίες προς τον χειριστή του γερανού. Προκύπτει επίσης ότι ο ως άνω εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 4 δεν έλεγξε τον τρόπο με τον οποίο η επίδικη δοκός είχε δεθεί και συνακόλουθα ούτε και κατά πόσο ο τρόπος δεσίματός της με 1 σιαμπάνι ήταν ασφαλής. Κρίνω ότι η 4η κατηγορούμενη, λόγω του γεγονότος ότι ανέλαβε να διεξάγει την ως άνω δραστηριότητα, όφειλε να έδιδε προς τον ως άνω εργοδοτούμενό της, χειριστή του γερανού, τις αναγκαίες οδηγίες ώστε να διασφάλιζε ότι η δραστηριότητά της στον επίδικο χώρο θα διεξαγόταν με τρόπο που πρόσωπα που εργάζονταν εκεί αλλά δεν εργοδοτούνταν από την ίδια δεν θα τίθονταν σε κίνδυνο. Κρίνω πως ήταν εύλογα εφικτό η 4η κατηγορούμενη να έδιδε οδηγίες στον υπάλληλό της να έκανε 2 απλά πράγματα: πρώτο, να έλεγχε ιδίοις όμμασι και να βεβαιωνόταν ότι κατά τον χρόνο που μεταφέρονταν οι δοκοί στην εκσκαφή, εκεί, δεν θα εργάζονταν άλλα πρόσωπα, ήτοι οι XXXXX Δημητριάδης και XXXXX Άσσαντ και δεύτερο, ότι η πρόσδεσή τους θα γινόταν με ασφαλή τρόπο. Κρίνω ότι τα πιο πάνω ήταν ευλόγως εφικτό να διασφαλίζονταν με σχετικές οδηγίες προς τον υπάλληλό της για να τα ελέγξει. Δεν δόθηκαν όμως τέτοιες οδηγίες. Αυτά, τελικά, δεν ελέγχθηκαν και οι XXXXX Δημητριάδης και XXXXX Άσσαντ εργάζονταν στην εν λόγω εκσκαφή όταν από πάνω τους μεταφερόταν η επίδικη δοκός, η οποία, επειδή δεν είχε δεθεί με ασφαλή τρόπο, έχασε την ισορροπία της και έπεσε σε αυτή. Από την πτώση τραυματίστηκε ο XXXXX Δημητριάδης, υπάλληλος της 1ης κατηγορούμενης και κινδύνευσε να τραυματιστεί ο XXXXX Άσσαντ, υπάλληλος της 2ης κατηγορούμενης. Περαιτέρω κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης 4 για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή κινδύνων κατά τη διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας με αποτέλεσμα να μην έχει αποσείσει το σχετικό αποδεικτικό βάρος που είχε. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η 4η κατηγορούμενη παρέβηκε το εκ του νόμου καθήκον της να διεξάγει τις δραστηριότητές της με ασφαλή τρόπο και συνακόλουθα κρίνεται ένοχη στην 4η κατηγορία. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία, η κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στη 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος στην 3η κατηγορία και η κατηγορούμενη 4 κρίνεται ένοχη στην 4η κατηγορία. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο