ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 19160/2016, 11/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B110 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 19160/2016. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 11/06/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Ευθυμίου, κα Ι. Ιωάννου και κα Κ. Σοφοκλέους. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, για την απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον του Κατηγορουμένου, κατά την ακρόαση της υπόθεσης μέχρι στιγμής, κάλεσε τα εξής πρόσωπα: (
- i)Τον Λοχία XXXXX, XXXXX Χρυσάνθου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»). (
- ii)Τον Α./Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Παπαευθυμίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»). (iii) Τον XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3») (
- iv)Την XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»). (
- v)Τον XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ5»). (
- vi)Τον XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ6»). (vii) Τον XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ7»). (viii) Την XXXXX Πιταλή (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ8»). (
- ix)Την XXXXX Βασιλείου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ9»). (
- x)Την XXXXX Γεωργίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ10»). (
- xi)Τον XXXXX Καυκαλιώτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ11»). 2. Κάποια γεγονότα, σημειώνεται, έγιναν παραδεκτά μεταξύ Κατήγορου και Κατηγορουμένου και ως τέτοια, κατόπιν εξέτασης τους, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και έγιναν αποδεκτά για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του στα επίδικα ζητήματα. 3. Το πρώτο ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο, ο χρόνος που παρήλθε από την, κατά την θέση του Κατήγορου, διάπραξη των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, μέχρι και την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης στις 15/02/2021, αλλά και σήμερα, 11/06/2021, που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο έχει αποδειχθεί εναντίον του επαρκώς υπόθεση που δικαιολογεί την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, έχει παραβιάσει το δικαίωμα του Κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, ή έστω το δικαίωμα του για δίκη εντός εύλογου χρόνου. 4. Σημαντικά, για την εξέταση αυτού του ζητήματος, είναι τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΚ2. Θα ξεκινήσει όμως το Δικαστήριο, από την παράθεση κάποιων εκ των πραγματικών δεδομένων που προκύπτουν από το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου και τον δικαστικό φάκελο. 5. Κατ' αρχάς, ο Κατήγορος, προσάπτει στον Κατηγορούμενο, διάφορες κατηγορίες για την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της πλαστογραφίας δικαστικού εγγράφου (Άρθρα 331, 333[(α) και (δ)(i)], 337 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενο «το Κεφ. 154»)), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (Άρθρο 339 του Κεφ. 154) και της δόσης ψευδούς όρκου (Άρθρα 117, 110, 112 του Κεφ. 154), αναλόγως περίπτωσης, κατά τα έτη 2010 και 2012. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση του Κατήγορου, που προκύπτει και από το κατηγορητήριο της υπόθεσης, ότι, τα εν λόγω αδικήματα, διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο, αναλόγως πάντοτε περίπτωσης, στις 03/06/2010, 09/07/2010, 12/07/2010, 27/12/2012 και 28/12/2012. Τα πλείστα από αυτά, φαίνεται να είναι η θέσης του Κατήγορου, διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο κατά το έτος 2010. 6. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, αυτός ήταν το μοναδικό μέλος της Αστυνομίας από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που ανέλαβε για αυτήν τις ανακρίσεις για την διερεύνηση αυτής της υπόθεσης. Το πρώτο παράπονο που ελήφθη από την Αστυνομία σχετικά με αυτήν, ελήφθη από τους ΜΚ3 και ΜΚ4 στις 14/12/2013 από μέλος της Αστυνομίας στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτρυμυθιάς και μεταγενέστερα, στις 20/12/2013, στον ίδιο τοπικό Αστυνομικό Σταθμό, ελήφθη παράπονο και από τους ΜΚ6 και ΜΚ7. Λόγω της φύσης της υπόθεσης, αυτή μεταβιβάστηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας για χειρισμό και στην συνέχεια, ανατέθηκε σε αυτόν ο ρόλος του ανακριτή στις 17/01/2014. Ολοκλήρωσε, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, τις απαιτούμενες ανακρίσεις, κατά τον Απρίλιο του έτους 2016 και ετοίμασε την σχετική έκθεση του στις 10/05/2016. Δηλαδή, περίπου, δυόμισι χρόνια μετά. Όπως ο ΜΚ2 υποστήριξε, υπήρξαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία δεν έγινε από αυτόν οποιαδήποτε ενέργεια χειρισμού και προώθησης της διερεύνησης αυτής της υπόθεσης λόγω φόρτου εργασίας στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας. Χαρακτηριστικό αυτού, είναι το ότι, η πρώτη ανακριτική ενέργεια του ΜΚ2, σύμφωνα με τον ίδιο, έγινε τον Οκτώβριο του έτους 2014, δηλαδή δέκα μήνες μετά που του ανατέθηκε ο ρόλος του ανακριτή για αυτή την υπόθεση. Ενώ, όπως ο ΜΚ2 επίσης ανέφερε, ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε από αυτόν για πρώτη φορά, τον Μάιο του έτους 2015. Στην συνέχεια, και πάλι δεν υπήρξε καμία ενέργεια από τον ΜΚ2 σε αυτή την υπόθεση για μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, περίπου έξι μηνών, ήτοι από τον Ιούνιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2016. «Νεκρός ανακριτικός χρόνος», όπως ο προαναφερόμενος, υπήρξε, όπως φαίνεται από την μαρτυρία του ΜΚ2, και άλλος, αλλά μικρότερης διάρκειας κάθε φορά. Ο Κατηγορούμενος, τελικά, κατηγορήθηκε από τον ΜΚ2 γραπτώς για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης, στις 21/04/2016. 7. Τελικά, όπως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου, μετά από διαταγή αρμόδιου Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 01/11/2016, καταχωρήθηκε από τον Κατήγορο στον Πρωτοκολλητή, την 01ην/12/2016. 8. Στην υπόθεση Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στον λόγο του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 217 [i] και στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακροσυμβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Dyer (Procurator Fiscal, Linlithgow) v Watson and another; K v Lord Advocate [2002] 4 All ER 1, κατά την εξέταση του κατά πόσο υπήρξε σε εκείνη την υπόθεση, καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης της εφεσείουσας που παραβίαζε το δικαίωμα της για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσισε ότι, για την εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος, σχετικοί είναι οι εξής παράγοντες: (
- i)Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης. (
- ii)Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. (iii) Ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. 9. Προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ2, ότι, αυτή η υπόθεσης, δεν ήταν περίπλοκη. Κατά την κρίση και του ιδίου του ΜΚ2, δεν είχε μεγάλο αριθμό μαρτύρων ή όγκο εγγράφων που να απασχόλησαν ανακριτικά ή άλλη εγγενή, λόγω της φύσης της υπόθεσης, δυσκολία. Αυτή είναι και η διαπίστωσης του Δικαστηρίου, από την αδιαμφησβήτητη, για το προκείμενο, μαρτυρία του ΜΚ2. Παρά ταύτα, ενώ η θέση του Κατήγορου, είναι για διάπραξη από τον Κατηγορούμενο των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, ως προελέχθη, κατά τα έτη 2010 και 2012, από την καταγγελία των γεγονότων από τους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ6 και ΜΚ7 τον Δεκέμβριο του έτους 2013, από τα οποία πρόκυπτε εύλογα υποχρέωση της Αστυνομίας για διερεύνηση τους, πέρασαν δυόμισι περίπου χρόνια για ολοκλήρωση των ανακρίσεων από τον ΜΚ2 και την γραπτή καταγγελία του Κατηγορουμένου, επιπλέον πέντε περίπου μήνες για την ποινική του δίωξη από τον Κατήγορο και άλλα έξι περίπου χρόνια μέχρι την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον του στο Δικαστήριο. 10. Χωρίς να παραβλέπω ότι οι πλείστες των αναβολών της ακρόασης αυτής της υπόθεσης ή και άλλων που προηγήθηκαν κατά την εκδίκαση της, βαραίνουν τον Κατηγορούμενο, παρατηρώ ότι, ως βάση τους, είχαν λόγους που αφορούσαν την υγεία του Κατηγορουμένου («αληθής πολυερυθραιμία») και ότι, οι λόγοι αυτοί γίνονταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, ως δικαιολογημένοι, προς έγκριση των σχετικών αιτημάτων του για αναβολή, στα οποία ο Κατήγορος, σημειώνεται, δεν έφερε ένσταση. Δηλαδή, ναι μεν το χρονικό αυτό διάστημα που αποτελεί μέρος της καθυστέρησης στην εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να βαραίνει τον Κατήγορο από την άποψη της στάσης του στην διαδικασία, από την άλλη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τίθεται ζήτημα κατά πόσο η σχετική υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου είναι του είδους που μπορεί να λεχθεί ότι δικαιολογημένα μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σε βάρος του. 11. Σε κάθε περίπτωση, το χρονικό αυτό διάστημα, δηλαδή, από την καταχώριση της ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου από τον Κατήγορο στο Δικαστήριο, μέχρι και την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης ή μέχρι και σήμερα, (σημαντικό βεβαίως σε ότι αφορά το τελικό αποτέλεσμα της αντικειμενικής καθυστέρησης που παρατηρείται στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου), απλά ενισχύει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ως αυτό επεξηγείται λεπτομερώς στην συνέχεια, για βλάβη στα δικαιώματα του Κατηγορουμένου, που τεκμαίρεται ότι προκλήθηκε από την αντικειμενική καθυστέρηση στην καταγγελία αυτής της υπόθεσης από τους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ6 και ΜΚ7 στην Αστυνομία (επισημαίνω, την χρησιμοποίηση του όρου «αντικειμενική», ανωτέρω) και στην ιδιαίτερα μεγάλη και αδικαιολόγητη, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, καθυστέρηση στην διερεύνηση αυτής της υπόθεσης από την Αστυνομία, που οδήγησε τελικά στην ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου από τον Κατήγορο, πέντε ή επτά χρόνια, αναλόγως περίπτωσης, μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων. 12. Σημαντικό, σχετικά με τα προαναφερόμενα, για να σημειωθεί, είναι το γεγονός, ότι, παρά το γεγονός της πραγματικής μαρτυρίας στην διάθεση του Κατήγορου (βλ. ειδικότερα, τις κατ' ισχυρισμό ένορκες δηλώσεις επίδοσης του Κατηγορουμένου, Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7, 8, 23, 29 και 35) και της σχετικής με αυτήν, κατ' ισχυρισμό, πραγματογνωμοσύνης του ΜΚ1, η υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον του Κατηγορουμένου, ως μου παρουσιάστηκε, βασίζεται και στην μαρτυρία προσώπων, των οποίων, η ανάμνησης τους των επίδικων γεγονότων, αποτελεί ζήτημα μεγάλης σημασίας για την έκβαση αυτής της υπόθεσης· κατά τον ίδιο τρόπο φυσικά, είναι λογικό, που η ανάμνησης τους από τον Κατηγορούμενο επηρεάζει την δυνατότητα υπεράσπισης του. Χωρίς σε καμία περίπτωση να εκτιμώ με αυτό τον τρόπο, την προσαχθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης του, απλά θα παρατηρήσω, την (θα την χαρακτήριζα), «διάθεση διαμαρτυρίας», αρκετών από τους μάρτυρες κατηγορίας που κλήθηκαν από τον Κατήγορο για να καταθέσουν για την υπόθεση του, σε σχέση με την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα επίδικα γεγονότα και την δυνατότητα θύμησης, έστω και κάποιων πτυχών τους, ή και των συνθηκών γύρω από αυτά. 13. Έχοντας υπόψιν, όλα τα πιο πάνω και σταθμίζοντας, όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η καθυστέρηση στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, συνιστά, αφενός, παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορουμένου σε δίκη εντός εύλογου χρόνου και αφετέρου, καθιστά την δίκη του αυτή πλέον άδικη και καταπιεστική, τέτοια που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Για το προκείμενο, απλά να αναφερθεί, ότι, η καθυστέρηση στην υπόθεση αυτή, είναι τέτοιας σημαντικής διάρκειας, ώστε να συνάγεται από το Δικαστήριο, βλάβη στα δικαιώματα του Κατηγορουμένου, χωρίς να ήταν απαραίτητη ειδική απόδειξη τέτοιας βλάβης από πλευράς του. [ii]. Από την προσκομισθείσα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Κατήγορου, μαρτυρία, το Δικαστήριο, κρίνει ότι, ο Κατήγορος, απέτυχε να ανατρέψει το προαναφερόμενο τεκμήριο βλάβης στα δικαιώματα του Κατηγορουμένου και ως εκ τούτου, η ποινική αυτή δίωξης του Κατηγορουμένου από τον Κατήγορο, κατ' ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι πρέπει να ανακοπεί από το Δικαστήριο με διαταγή του για αναστολή της. [iii]. 14. Τα προαναφερόμενα, φυσικά, δεν σχετίζονται με το κατά πόσο αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του. Αφορούσαν ζήτημα, ως προαναφέρθηκε, το οποίο, εφόσον αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από πλευράς του Κατηγορουμένου κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Κατήγορου και δη κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του ΜΚ2 στον οποίο τέθηκε και σχετική με αυτό θέσης, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι αυτό ήταν το καταλληλότερο στάδιο στην διαδικασία για να αποφασιστεί. 15. Το Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας, θα αποφασίσει και επί της εισήγησης από πλευράς Κατηγορουμένου ότι δεν αποδείχτηκε, σε ότι αφορά μέρος του κατηγορητηρίου του, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του. Η εισήγησης αυτή από πλευράς του Κατηγορουμένου, δεν με βρίσκει σύμφωνο. 16. Το Δικαστήριο θα είναι συνοπτικό, όχι μόνο λόγω της κατάληξης του, ως προαναφέρθηκε, να αναστείλει την διαδικασία, αλλά λόγω και της κατάληξης του επί της ίδιας της εισήγησης του Κατηγορουμένου που το επιβάλλει, ιδιαιτέρως στο ενδεχόμενο ανατροπής της τελικής απόφασης του κατ' έφεση. Σε κάθε περίπτωση, είναι παγιωμένο, το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, μόνον όταν υιοθετεί εισήγηση της υπεράσπισης για την μη κλήση κατηγορουμένου σε απολογία, ή, στην απουσία τέτοιας εισήγησης, κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, απαιτείται όπως δώσει εκτεταμένη αιτιολογία για την απόφαση του. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτή δηλαδή της απόρριψης υποβολής ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορουμένου, ή όταν, στην απουσία μιας τέτοιας εισήγησης, κριθεί δικαιολογημένη από το Δικαστήριο η κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, αρκεί η κατάληξης του Δικαστηρίου χωρίς εκτεταμένη αιτιολόγηση [iv]. 17. Έχοντας εξετάσει την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και των αρχών της νομολογίας που έχει ερμηνεύσει αυτές [v], σε συνδυασμό πάντοτε με την νομική υπόσταση της υπόθεσης βάσει της έκθεσης αδικήματος των κατηγοριών με αρ. από 1 έως και 16 στο κατηγορητήριο, που έχουν προσαχθεί στον Κατηγορούμενο [vi], το Δικαστήριο καταλήγει ότι, εάν δεν έκρινε επιβεβλημένη, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, την ανακοπή από το Δικαστήριο της ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου από τον Κατήγορο, θα δικαιολογείτο η κλήσης του Κατηγορουμένου σε απολογία σχετικά με αυτές.
- Καταγράφεται σχετικά με το προαναφερόμενο, ότι, το Δικαστήριο, διαπιστώνει ότι, σε ότι αφορά τις εν λόγω κατηγορίες, υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορουμένου για τα συγκεκριμένα αδικήματα που του προσάπτονται από τον Κατήγορο με αυτές, αντικρισθείσα αυτή εξ όψεως, χωρίς αξιολόγηση και στην καλύτερη αυτής έκδοση.
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, η διαδικασία της ποινικής δίωξης του Κατηγορούμενου, αναστέλλεται. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Είναι γεγονός, ότι, η υπόθεσης, Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127, είναι μία, από σειρά υποθέσεων, που αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην βάση της αυστηρής προσέγγισης και του δικαστικού λόγου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευσταθίου ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, κατά τον οποίο, καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας υπόθεσης, που είναι τέτοια ώστε να παραβιάζεται το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι αρκετή για να τερματίσει τη δίκη. Εντούτοις, από αυτή την αυστηρή προσέγγιση, το Ανώτατο Δικαστήριο απέστη, και πριν την απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020, καλό προηγούμενο, δεσμευτικό για αυτό το Δικαστήριο, αποτελούσε ο δικαστικός λόγος του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22. Σε εκείνη την υπόθεση, επισημαίνεται, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε επισκόπηση της υφιστάμενης τότε νομολογίας, μνημονεύοντας και την Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 ανωτέρω, με αναφορά και σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατέληξε ότι: «. η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας.». Αυτή η γραμμή, ακολουθήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και σε πολλές άλλες υποθέσεις πριν την απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020. Πολύ πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Χατζηγεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 319/2018, 20/11/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας, σχετικό με το εξεταζόμενο ζήτημα, λόγο έφεσης του κατηγορουμένου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Σε σχέση δε με το παράπονο του ότι η εναντίον του υπόθεση δεν εκδικάστηκε εντός ευλόγου χρόνου, να υπενθυμίσουμε καταρχάς πως σύμφωνα με τη νομολογία το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.3 του Συντάγματος) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι με τον αποκλεισμό της δίκης, όπως ήταν ο στόχος του εφεσείοντα. Το κατά πόσο δε μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται κατά τρόπο αφηρημένο (in abstracto) αλλά κατ΄ ακολουθία της απόδειξης από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του όντως επηρεάστηκε δυσμενώς λόγω της καθυστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων Δημοκρατία ν. Ford (Aρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.1 και Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα περίπτωση, όπως ορθώς αποφάνθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το γεγονός και μόνο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης - και όντως υπήρξε και επ΄ αυτού τα πρωτόδικα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά παρά το βεβαρημένο του προγράμματος τους - δεν θα μπορούσε άνευ ετέρου να οδηγήσει και στον τερματισμό της δίκης ενόψει του ότι ο εφεσείων δεν απέδειξε ότι όντως η θέση του επηρεάστηκε δυσμενώς λόγω της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης του.». Αν και στην προαναφερόμενη υπόθεση Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο μνημονεύει τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 και Ευσταθίου ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, χωρίς αναφορά στην απόφαση του στην υπόθεση Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 ή και σε άλλες που ακολούθησαν την ίδια προσέγγιση, το Δικαστήριο, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τον λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην τελευταία χρονολογικά εκδοθείσα απόφαση του. Βλ. Ιωσηφίδης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 490. Δεν διαφεύγει, πρέπει να σημειωθεί, της προσοχής του Δικαστηρίου και ο σχολιασμός της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 από το Ανώτατο Δικαστήριο, μόλις προ δύο ημερών, στην υπόθεση Αστυνομία ν Κουτουρης, Ποινική Έφεση Αρ. 169/2020, 09/06/2021. Αν και δεν γίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε αυτήν, αναφορά στην απόφαση του στην υπόθεση Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020, από το σκεπτικό του, δεν προκύπτει διαφοροποίηση προσέγγισης. Το ζήτημα, σε εκείνη την υπόθεση, αποφασίστηκε επί των γεγονότων που αφορούσαν στην καθυστέρηση, την διάρκεια της και τους λόγους για αυτή (σε ότι αφορούσε το ενδεχόμενο επανεκδίκασης), χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασιστεί ότι η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γενικός Εισαγγελέας ν Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 δεν τυγχάνει εφαρμογής. [ii] Βλ. R v Telford Justices Ex p. Badhan [1991] 2 W.L.R. 866, R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate Ex p. DPP a. o.
(1990)91 Cr. App. R. 283 και Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020 ανωτέρω. [iii] Βλ. R v Telford Justices Ex p. Badhan [1991] 2 W.L.R. 866 ανωτέρω, R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate Ex p. DPP a. o.
(1990)91 Cr. App. R. 283 ανωτέρω και Καζάνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, 28/07/2020 ανωτέρω. Στην υπόθεση R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate Ex p. DPP a. o.
(1990)91 Cr. App. R. 283 ανωτέρω, το ζήτημα αναλύεται ως εξής: «We now turn to the submissions of counsel affecting the issues arising in the applications generally. In doing so, seeing that central to those issues is the court's power to prevent an abuse of its process, we preface our comments upon them with a quotation from the judgment of Sir Roger Ormrod in Derby Justices, Ex parte Brooks
(1985)80 Cr.App.R. 164. 168: "The effect of these cases can be summarised in this way. The power to stop a prosecution arises only when it is an abuse of the process of the court. It may be an abuse of process if either (
- a)the prosecution have manipulated or mis-used the process of the court so as to deprive the defendant of a protection provided by the law or to take unfair advantage of a technicality, or (
- b)on the balance of probability the defendant has been or will be prejudiced in the preparation of conduct of his defence by delay on the part of the prosecution which is unjustifiable: for example, not due to the complexity of the enquiry and preparation of the prosecution case, or to the action of the defendant or his co-accused, or to genuine difficulty in effecting service. We doubt whether the other epithets which are sometimes used in relation to delay such as 'unconscionable,' 'inordinate,' or 'oppressive,' do more than add an emotive tone to and already sufficiently difficult problem. The ultimate objective of this discretionary power is to ensure that there should be a fair trial according to law which involves fairness both to the defendant and the prosecution or as Lord Diplock said in Sang [1979] 69 Cr.App.R. 282: '. the fairness of a trial . is not all one-sided; it requires that those who are undoubtedly guilty should be convicted as well as those about whose guilt there is any reasonable doubt should be acquitted.'" . Delay is nowadays quite often in our view too often a feature in both civil and criminal proceedings. It has been considered by courts high and low countless times. . We see no warrant for not following ample precedent, now well set, for the proposition that mere delay which gives rise to prejudice and unfairness may by itself amount to an abuse of the process. . Obviously, what has to be demonstrated to the court is that the delay complained of has produced genuine prejudice and unfairness. In some circumstances as the cases show, Mr. Lawson referred to them in his skeleton argument, prejudice will be presumed from substantial delay. Where that is so it will be for the Prosecution to rebut, if it can, the presumption. He contended that in the absence of a presumption where there is substantial delay it will be for the prosecution to justify it. He went further and said that the prosecution bore that burden whenever the issue of prejudice through delay was raised. We have no difficulty in accepting the former but have reservations about the latter of those propositions. But as to the cases in hand that hardly matters, in our view, for all the relevant facts were before the two magistrates who had, in weighing them up, to decide whether it was more likely than not that there was prejudice and unfairness and that that led to an abuse of process. . We have, of course, already stated in this judgment our conclusions generally on the state of the relevant law relating to abuse of the process. The power to stop a prosecution in its tracks is, we do not forget, on that must be used only in a clear case. Nevertheless, we have come to the conclusion that Mr. Weeks' finding based on the Chief Superintendent's evidence that the delay up to February 1988 was justified is wholly untenable. By the end of April 1987 there was ample evidence to sustain a prima facie case against Cherry for assaulting White. There was no sensible reason why he should not then have been charged or served with a specific regulation 7 notice or both. The delay thereafter was undoubtedly extreme. The more so when the period between February 1988 and January 1989 is taken into account, as it must be. As we have already stated it is perfectly proper, according to circumstances, to infer prejudice from the mere passage of time. That inference is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved. In the present case inferential prejudice is manifested by the long lapse of time before Fearn was interviewed and the failure to provide Cherry with an opportunity to attempt to trace some of the other people involved in the relevant incident. There was, accordingly, in our judgment extreme delay from which prejudice could properly be inferred, an inference reinforced by other matters already mentioned.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [iv] Βλ. Mariano v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2014, 20/11/2015, Re Δημήτρη Χατζηαργυρού, Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2018, 28/03/2018 και Archbold Magistrates' Courts Criminal Practise, 2004 - 2005, στην παράγραφο 19-115 και Blackstone's Criminal Practise 2004, στην παράγραφο D.20.8, στην σελίδα 1600 και την νομολογία που σε αυτά γίνεται παραποπμή, Moran v DPP
(2002)166 JP 467 και Harrison v Department of Social Security [1997] C.O.D. 220. [v] Βλ. Wiseman and Another v Borman and Others
(1967)3 AllER 1047, Morphitis v The Police
(1975)2 C.L.R. 138, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. 356, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 211, R. v Galbraith
(1981)2 All.E.R. 1060, Azinas and Another v The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ι.Π.Κ. Ηχηκινηση Λτδ ν Σιεγγερης κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, DI TRI Holdings Ltd v Ιακωβίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2013, 11/05/2015, Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση Αρ.184/2014, 10/02/2016 και Κυπρίζογλου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/2017. [vi] Βλ. Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο