ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. AFROGHI, Υπόθεση με αρ.: 14485/2017, 24/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B117 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 14485/
- Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX AFROGHI Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 24/06/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος, XXXXX Afroghi, έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο: - της επίθεσης εναντίον προσώπου (μέλους της οικογένειας) που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, των Άρθρων 3
(1)και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Νόμος 119(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 119(Ι)/2000»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή μέχρι και €5.124 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί· - της απειλής προσώπου, του Άρθρου 91Α του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων· και - της δημόσιας εξύβρισης, του Άρθρου 99 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός μηνός ή με χρηματική ποινή μέχρι και €128 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
- Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι, στις 16/06/2017, στην Λευκωσία, επιτέθηκε εναντίον της πρώην συμβίας του, Ε. Τ., και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Ότι, δηλαδή, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας εκείνης (00:30), -που ήταν σημειώνεται Παρασκευή-, σε δημόσιο τόπο (στον χώρο στάθμευσης περιπτέρου που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Προδρόμου), επιτέθηκε στην Ε. Τ. και με γροθιές, αρχικά, την χτύπησε στο κεφάλι και με τα χέρια, στην συνέχεια, την τράβηξε από τα μαλλιά, με αποτέλεσμα την πτώση της στο έδαφος. Ως αποτέλεσμα του συμβάντος, η Ε. Τ., που κατάφερε να διαφύγει του Κατηγορουμένου και να μεταβεί στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας και να καταγγείλει το περιστατικό, υπέστη εκδορά στον δεξί αντιβραχίονα της και κάκωση στον αυχένα της. Ο Κατηγορούμενος, αμέσως πριν από την προαναφερόμενη επίθεση εναντίον της Ε. Τ., δημόσια εξύβρισε την Ε. Τ., αποκαλώντας την «σκατοπουτάνα» και επιπρόσθετα, την απείλησε ότι θα την σκότωνε.
- Επισημαίνεται ότι, ο Κατηγορούμενος, πριν από το επίδικο περιστατικό, διατηρούσε σχέση με την Ε. Τ. με την οποία συμβίωνε και μαζί έχουν αποκτήσει και ένα παιδί, το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν μόλις δεκαπέντε μηνών. Παρά το γεγονός ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, Κατηγορούμενος και Ε. Τ. είχαν διακόψει την σχέση τους και δεν συζούσαν ως αντρόγυνο, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000 «άντρας και γυναίκα που συζούσαν ως αντρόγυνο», θεωρούνται μέλη της ίδιας οικογένειας, ώστε, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Νόμου 119(Ι)/2000, να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες, -δηλαδή το πεδίο εφαρμογής-, του Νόμου 119(Ι)/
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το ύψος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπου είναι και η υπό εξέταση, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση, και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά (ιδιαιτέρως όταν ιδωθούν ως σύνολο), δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii]. [iii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Και αυτό, για χάριν συντομίας του λόγου και μόνον και χωρίς να παραβλέπεται από το Δικαστήριο ότι, τα δεδομένα των αδικημάτων, τα οποία και τα χαρακτηρίζουν, είναι αυτά που, στο πλαίσιο της νομικής σοβαρότητας τους, ως προαναφέρθηκε, καθορίζουν την πραγματική σοβαρότητα τους, στην βάση της οποίας ο Κατηγορούμενος πρέπει να τιμωρηθεί [iv].
- Αξιοσημείωτα, κρίνονται από το Δικαστήριο τα εξής: Πρώτον: Ο Κατηγορούμενος, σε ένα παρατεταμένο, από απόψεως ενεργειών του, περιστατικό, επιτέθηκε στην Ε. Τ., χτυπώντας την κατ' επανάληψη με γροθιές στο κεφάλι. Δηλαδή, η επίθεσης του εναντίον της Ε. Τ., δεν περιορίστηκε σε μία και μόνο πράξη επίθεσης. Ο Κατηγορούμενος γρονθοκόπησε την Ε. Τ., και μάλιστα σε ένα ευαίσθητο μέρος του σώματος, στο κεφάλι, πέραν της μίας φοράς και στην συνέχεια την τράβηξε με τα χέρια από τα μαλλιά, με αποτέλεσμα η Ε. Τ. να πέσει στο έδαφος. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω επίθεσης, στην Ε. Τ., ο Κατηγορούμενος προκάλεσε την προαναφερόμενη πραγματική σωματική βλάβη. Η επίθεσης του Κατηγορουμένου εναντίον της Ε. Τ., προκύπτει από τα γεγονότα, τερματίστηκε λόγω της διαφυγής της Ε. Τ., από τον Κατηγορούμενο. Θα μπορούσαν, δηλαδή, τα πράγματα να ήταν χειρότερα. Ενώ, πρέπει να επισημανθεί, ότι, αμέσως πριν το περιστατικό της επίθεσης, ο Κατηγορούμενος είχε απειλήσει την Ε. Τ. ότι θα την σκότωνε. Δεύτερον: Ο Κατηγορούμενος, επιτέθηκε στην Ε. Τ., που δεν ήταν μόνον, σε σχέση με αυτόν, ευάλωτη λόγω του φύλου της, ήταν και ευάλωτη λόγω των περιστάσεων της. Η Ε. Τ., ήταν, σημειώνεται, μητέρα ενός ανήλικου παιδιού, -ηλικίας δεκαπέντε μηνών-, που είχε, όχι πολύ πριν, διακόψει την σχέση της με τον πατέρα του παιδιού, -δηλαδή τον Κατηγορούμενο-, και η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, είχε μόλις υποβληθεί σε άμβλωση για τερματισμό εγκυμοσύνης που ήταν το αποτέλεσμα επαφής τους. Τρίτον: Παρά την άποψη του Κατηγορουμένου για το θέμα της άμβλωσης από την Ε. Τ., αλλά και τα αισθήματα του για το γεγονός λόγω του ότι η Ε. Τ. προέβη σε αυτήν χωρίς την σύμφωνη γνώμη του, η επίθεση του Κατηγορουμένου εναντίον της Ε. Τ. κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν εντελώς απρόκλητη και έλαβε χώρα σε δημόσιο τόπο, ημέρα Παρασκευή και σε ώρα που δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα υπήρξε στο συγκεκριμένο σημείο παρουσία τρίτων, περαστικών ή και μη, αλλά και στην παρουσία φιλικού της προσώπου, με ότι όλα τα προαναφερόμενα συνεπάγονται σε ότι αφορά τον εξευτελισμό της προσωπικότητας της και δημοσίως. Τέταρτον: Η συνάντησης του Κατηγορουμένου με την Ε. Τ., με αποτέλεσμα το επίδικο περιστατικό, δεν εξάγεται από τα γεγονότα να ήταν τυχαία. Τουναντίον, φαίνεται ότι ήταν η επιδίωξης του Κατηγορουμένου, ο οποίος, δεν μπορεί να αποκλειστεί, -αλλά εξάγεται και από το γεγονός ότι είχε απειλήσει την Ε. Τ. ότι θα την σκότωνε και αμέσως μετά της επιτέθηκε-, ότι, λόγω του περιστατικού της άμβλωσης από την Ε. Τ. που είχε προηγηθεί, είχε προδιάθεση ή και προαποφασίσει να ενεργήσει όπως και τελικά ενήργησε, έκνομα σε βάρος της Ε. Τ. κατά την συνάντηση τους. Και Πέμπτον: Ο Κατηγορούμενος, ως εξάγεται από τις πράξεις που αποτελούν την επίθεση εναντίον της Ε. Τ., στόχευε στο να προκαλέσει στην Ε. Τ. σοβαρότερη βλάβη από αυτήν που πράγματι προκλήθηκε σε αυτήν, ως προαναφέρθηκε.
- Ο Κατηγορούμενος, στα είκοσι οκτώ του χρόνια, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεν είναι παντρεμένος, διαμένει με τους γονείς και μία εκ των αδελφών του, σε διαμέρισμα που οι γονείς του ενοικιάζουν, και είναι άνεργος. Εξαρτάται, όπως μου παρουσιάστηκε, από τον πατέρα του που εργάζεται ως ελαιοχρωματιστής. Είναι, ως προαναφέρθηκε, πατέρας ενός κοριτσιού, σήμερα έξι χρονών, το οποίο απέκτησε με την Ε. Τ. και από το οποίο, ως μου παρουσιάστηκε, είναι αποξενωμένος, εφόσον, η Ε. Τ, πέραν του οτιδήποτε άλλου αφορά τα διαπροσωπικά τους, είναι πλέον μόνιμη κάτοικος (μαζί με το παιδί τους) Βουλγαρίας. Έχει παραδεχθεί στο Δικαστήριο τα προαναφερόμενα αδικήματα που διέπραξε, αν και καθυστερημένα (γεγονός που δικαιολογεί την επίδειξη λιγότερης επιείκειας από το Δικαστήριο, εφόσον, η παραδοχή ενοχής ποινικού αδικήματος από κατηγορούμενο ενώπιον Δικαστηρίου, για να έχει ουσιαστική επίπτωση μετριαστικά στην ποινή, πρέπει να καταχωρείται με την πρώτη διαθέσιμη ευκαιρία και όχι χρόνια μετά και αμέσως πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης), πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, περισώνοντας πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και απαλλάσσοντας το δημόσιο από την δαπάνη μιας τέτοιας διαδικασίας. Εδώ, σημειώνεται και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος μετά το επίδικο συμβάν, σχετικά με τα γεγονότα που αφορούν τα προαναφερόμενα αδικήματα, παραδέχθηκε την διάπραξη τους. Παρουσιάζεται, επίσης, έστω και λεκτικά μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, ότι έχει μετανιώσει για την παράνομη δράση του. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος, διέπραξε τα αδικήματα υπό εξέταση, πριν από ένα αντικειμενικά μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το έτος 2017, όταν ήταν ηλικίας είκοσι τεσσάρων ετών (ήταν, δηλαδή, σχετικά νεαρός) και υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν (θα μπορούσε να λεχθεί, συναισθηματικής πίεσης, έντασης και φόρτισης, λόγω της διακοπής της σχέσης του με την Ε. Τ. με την οποία έχει ένα παιδί και της άμβλωσης στην οποία αυτή υπεβλήθη). Οι περιστάσεις του Κατηγορουμένου, έκτοτε, σημειώνεται, δηλαδή κατά την διάρκεια αυτή των τεσσάρων χρόνων από την διάπραξη των αδικημάτων, δεν έχουν μεταβληθεί. Ανεξαρτήτως του ποιος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και ειδικότερα αν ο Κατηγορούμενος έχει μερίδιο ευθύνης σε αυτήν (που αυτό είναι που διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης: ότι, δηλαδή, ο Κατηγορούμενος, προκάλεσε τις περισσότερες αναβολές στην ακρόαση αυτής της υπόθεσης), αντικειμενικά, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, είναι παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την επιμέτρηση της ποινής του. Όλα τα προαναφερόμενα, λαμβάνονται από το Δικαστήριο υπόψη, προς μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής του Κατηγορουμένου.
- Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η επιλογή από το Δικαστήριο, για κατηγορούμενο πρόσωπο που καταδικάζεται στα υπό αναφορά αδικήματα, του είδους της ποινής, πρέπει να στοχεύει στο να υπάρξει: Πρώτον: Πραγματική τιμωρία του Κατηγορουμένου. Δεύτερον: Κάποια μορφή εξιλέωσης του θύματος του. Τρίτον: Ικανοποίησης της δημόσιας συνείδησης που αποστρέφεται τις πράξεις βίας ή και σκληρότητας εναντίον, ειδικότερα γυναικών, στο πλαίσιο «ενδοοικογενειακής βίας». Και Τέταρτον: Αποτροπή άλλων, καθιστώντας ξεκάθαρο ότι, αυτού του είδους η συμπεριφορά, θα επιφέρει και την τιμωρία που της αρμόζει.
- Με τα προαναφερόμενα δεδομένα υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε (ιδωμένα αυτά μαζί και όχι έκαστο απομονωμένα), τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή (στην προκείμενη περίπτωση, παρά την καθυστέρηση, ως προαναφέρθηκε, η ανάγκη για γενική αποτροπή σε καμία περίπτωση δεν ατονεί [v]), καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης. Δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου.
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλει στον Κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 5 ημέρες φυλάκιση.
- Όλες οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου να συντρέχουν. Οι ποινές φυλάκισης που το Δικαστήριο έχει επιβάλει στον Κατηγορούμενο, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί.
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του Κατηγορουμένου, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο ως σχετικό για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναστολή της. Το Δικαστήριο έλαβε αυτή την απόφαση, έχοντας κατά νουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, που, όπως και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλάται στην ποινή, σύμφωνα όμως πάντοτε και με τις προαναφερόμενες περιστάσεις των αδικημάτων και τις επιπτώσεις τους, αλλά και τις προσωπικές του Κατηγορουμένου. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και σήμερα που του επιβάλλεται ποινή, η μεταμέλεια του για την παράνομη δράση του, -η οποία [παράνομη δράση του], σημειώνεται, εκδηλώθηκε υπό περιστάσεις συναισθηματικής πίεσης, έντασης και φόρτισης, λόγω της διακοπής της σχέσης του με την Ε. Τ. με την οποία έχει ένα παιδί και της άμβλωσης στην οποία αυτή τότε υπεβλήθη χωρίς την σύμφωνη γνώμη του-, το είδος της πραγματικής σωματικής βλάβης που η Ε. Τ. υπέστη και τέλος, η παραδοχή του στο Δικαστήριο, έστω και καθυστερημένα, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, ήταν παράγοντες καθοριστικοί στην προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
- Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Θα εξηγήσει το Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να δοθεί στον Κατηγορούμενο άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξει άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια ο Κατηγορούμενος δεν διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθεί να υπηρετήσει την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξει οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να του επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσει [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, ο Κατηγορούμενος πρέπει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν επιδεικνύουν, σε σχέση με τη μελλοντική του συμπεριφορά.
- Τέλος, το Δικαστήριο, ως μέρος της ποινής του, καταδικάζει τον Κατηγορούμενο και σε €140 έξοδα διαδικασίας. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Για το προκείμενο, παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47
(1)/94 - στο εξής "ο νόμος"). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί βία η οποία προκαλεί άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, είναι ένοχος αδικήματος που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή £3000 ή και με τις δυο ποινές· ενώ η διάπραξη επίθεσης μετά προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης, όταν το αδίκημα συντελείται έξω από το περιβάλλον της οικογένειας, τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα με φυλάκιση τριών χρόνων. (Βλ. άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ 154.) Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.». [iv] Στην υπόθεση Staripavlova v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 627, για το προκείμενο, παρατηρήθηκαν από το Ανώτατο δικαστήριο τα εξής: «Πιστεύουμε ότι υπάρχει λανθασμένη προσέγγιση του Δικαστηρίου στη βάση αυτή, με την έννοια ότι απεδόθη σημασία μόνο στη νομική σοβαρότητα του αδικήματος και δεν απεδόθη σημασία στη μειωμένη σοβαρότητα των δεδομένων του αδικήματος τα οποία και το χαρακτηρίζουν ανεξαρτήτως της νομικής ονομασίας των πραγμάτων. Δεν υπάρχει μαγεία στις λέξεις και η ονομασία ή ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως αδικήματος που αφορά βία στην οικογένεια δεν πρέπει να αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την πραγματική σοβαρότητα του αδικήματος ως προς τα δικά του δεδομένα. Έτσι εξετάζοντας το, το αδίκημα φαίνεται να είναι πολύ μειωμένης σοβαρότητας σε συνάρτηση με τις επιδιώξεις του νομοθέτη και τις συνήθεις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος επιδιώκει να τιμωρήσει, εις τρόπον ώστε να συνιστά όντως μια συνηθισμένη περίπτωση επίθεσης η οποία δεν είναι προγραμματισμένη αλλά εξελίσσεται στην πορεία των πραγμάτων, δεν έχει σοβαρές συνέπειες και ακολουθείται από μια πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των μερών, όπου ακριβώς η διάσταση της οικογενειακής σχέσεως φαίνεται να επιδρά μάλλον θετικά προς την κατεύθυνση της αποφυγής περαιτέρω τιμωρίας, παρά αρνητικά ώστε να επηρέαζε τη μελλοντική σχέση.». Βλ. επίσης, Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.
- [v] Βλ. Αστυνομία ν Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, 20/05/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο