ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 909/2017, 4/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 909/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν XXXXXX ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Κατηγορούμενη 4 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενη: κ. Μ. Καλλής Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης (άρθρο 242, Κεφ. 154). Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (άρθρο 99, Κεφ. 154) και η 3η κατηγορία το αδίκημα της απειλής (άρθρο 91Α, Κεφ. 154). Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την εξέλιξη ενός περιστατικού που συνέβηκε στις 2.12.2016, στον Στρόβολο μεταξύ της κατηγορούμενης και της παραπονούμενης XXXXX Κονδύλη, που ήταν γειτόνισσες. Σύμφωνα πάντα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, την επίδικη ημέρα, με αφορμή προϋπάρχουσες διαφωνίες τους σε σχέση με το χώρο στάθμευσης των οχημάτων τους και άλλα θέματα, η κατηγορούμενη προσέγγισε την παραπονούμενη, της επιτέθηκε, την εξύβρισε και την απείλησε. Η θέση της υπεράσπισης είναι διαφορετική. Δεν αμφισβητείται ότι την επίδικη ημέρα υπήρξε κάποιος διαπληκτισμός, όμως η δική της εκδοχή είναι ότι η παραπονούμενη είχε προσεγγίσει την κατηγορούμενη και διαφωνεί ότι η κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα που της καταλογίζονται. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα, η παραπονούμενη (ΜΚ1) και η κα XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ2). Επιπρόσθετα κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα ότι η παραπονούμενη προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου στις 2.12.2016, περί ώρα 17:30 και υπέβαλε γραπτό παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης σε σχέση με το περιστατικό (Τεκμήριο 1). Στις 4.12.2016 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη στην οποία δεν παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ δήλωσε την μη παραδοχή της και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς την ίδια μέρα (Τεκμήρια 2 και 3). Επιπρόσθετα, στις 16.12.2016 λήφθηκε κατάθεση από την ΜΚ2 σε σχέση με την υπόθεση. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα συνθέτουν και μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που έδωσαν οι δύο μάρτυρες στο Δικαστήριο. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας τους που έκρινα σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και διαμόρφωσης ευρημάτων. Η παραπονούμενη (ΜΚ1), στη μαρτυρία της ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι η κατηγορούμενη δημιουργεί διάφορα προβλήματα με τους γείτονες της, μεταξύ άλλων για το χώρο στάθμευσης των οχημάτων τους, ώστε αυτοί αναγκάστηκαν να αποταθούν στο Δημαρχείο και Πολεοδομία. Εικάζει ότι η παραπονούμενη δυσαρεστήθηκε με τη ρύθμιση του θέματος της στάθμευσης που αποφασίστηκε από τις αρμόδιες αρχές με αποτέλεσμα την επίδικη ημέρα, αφού την είδε να σταθμεύει το όχημα της στον καθορισμένο χώρο, η κατηγορούμενη την προσέγγισε και άρχισε να της φωνάζει μεταξύ άλλων «θα σε σκοτώσω», «θα σου κάψω το αυτοκίνητο σου και σένα μέσα» και «τσούρα». Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν της απάντησε και προχώρησε προς το σπίτι της και τότε η κατηγορούμενη «ήρθε προς το μέρος μου και με άρπαξε από το πρόσωπο με τα δύο της χέρια, με αποτέλεσμα από το τράνταγμα να πέσουν τα γυαλιά μυωπίας που φορούσα και να σπάσουν, αξίας 30 περίπου, ενώ ταυτόχρονα έπεσε από το χέρι μου το κινητό που τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, χρώματος γκρίζου, αξίας περίπου 50 ευρώ και έσπασε.» Η ίδια τότε απομακρύνθηκε και πήγε στην κατοικία της όπου επικοινώνησε με την αστυνομία. Μετά από μισή ώρα περίπου πέρασε έξω από το σπίτι της η κατηγορούμενη με το αυτοκίνητο της, άνοιξε το παράθυρο και της φώναξε «Ρα σκρόφα θα σε καταστρέψω. Θα σε κάμω να φύεις που δαμέ.» Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΚ1 εξήγησε περαιτέρω ότι την επίδικη ημέρα είχε σχολάσει από τη δουλεία της και επέστρεψε σπίτι, σταμάτησε στο σπίτι της και άφησε κάποια ψώνια και μετά πήγε να παρκάρει το όχημα της στον χώρο που είχε καθορίσει το Δημαρχείο. Αφού πάρκαρε και βγήκε από το αυτοκίνητο της για να επιστρέψει σπίτι, την προσέγγισε η κατηγορούμενη και εξελίχθηκε το περιστατικό. Σε σχέση με την πηγή των διαφωνιών τους, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η ίδια και οι ένοικοι άλλων τεσσάρων προσφυγικών κατοικιών έλαβαν άδεια από τον Δήμαρχο για να σταθμεύουν τα οχήματα τους σε χώρο που γειτνιάζει με την οικία της κατηγορούμενης, κάτι με το οποίο η ίδια διαφωνεί και τη δυσανασχετεί. Πρόσθεσε ότι με την κατηγορούμενη είχαν και άλλες διαφορές που πηγάζουν από τη γειτνίαση των κατοικιών τους. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η απόσταση από την κατοικία της μέχρι το σημείο όπου εξελίχθηκε το περιστατικό δεν είναι μεγάλη. Ανέφερε επίσης ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να εξεταστεί από ιατρό γιατί δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε τραυματισμό κατά το συμβάν. Για τα γυαλιά που φορούσε, ανέφερε ότι τα είχε πετάξει ενώ το κινητό της νομίζει ότι το έχει στο σπίτι. Δεύτερη μάρτυρας ήταν η κα XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ2). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι την ημέρα και ώρα που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό η ίδια βρισκόταν για επίσκεψη στην οικία της παραπονούμενης. Καθόταν στην βεράντα του σπιτιού της στο μπροστινό μέρος όταν η παραπονούμενη πήγε να σταθμεύσει το όχημα της. μετά από κάποια λεπτά άκουσε μια γυναικεία φωνή να φωνάζει «εννα σε κρούσω μέσα στο αυτοκίνητο», «βρωμιάρα» και διάφορες άλλες βωμολοχίες, όπως είπε. Τότε μετακινήθηκε από το σημείο που καθόταν και προχώρησε κοντά στο περιτοίχισμα της αυλής όπου είχε οπτική επαφή με το σημείο όπου έρχονταν οι φωνές. Είδε την κατηγορούμενη να φωνάζει προς το μέρος της παραπονούμενης ενώ η τελευταία κατευθυνόταν προς το σπίτι. Αναφέρει στην κατάθεση της (Τεκμήριο 7) ότι η κατηγορούμενη «έσπρωξε [την παραπονούμενη] με το χέρι της στο κεφάλι με αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά της και το κινητό της». Η παραπονούμενη επέστρεψε σπίτι συγχυσμένη, σε κατάσταση σοκ και της έδειξε τα σπασμένα γυαλιά της και έκλεγε. Η παραπονούμενη τότε της εξήγησε ότι έχουν προστριβές για διάφορα θέματα με την γειτόνισσα της, την κατηγορούμενη. Μετά από περίπου 20 λεπτά, η κατηγορούμενη πέρασε με το αυτοκίνητο της από το σπίτι και συνέχισε να φωνάζει προς την παραπονούμενη τα ίδια. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η απόσταση από το σημείο που βρισκόταν η ίδια και το σημείο όπου εξελίχθηκε το περιστατικό ήταν μικρή, το περιτοίχισμα της αυλής όπου στάθηκε ήταν χαμηλό και κάποια φυτά που υπάρχουν στην αυλή της παραπονούμενης δεν εμπόδιζαν την οπτική επαφή. Ανέφερε επίσης ότι δεν άκουσε την παραπονούμενη να φωνάζει πίσω προς την κατηγορούμενη και ότι ενώ οι δύο τους στέκονταν απέναντι η μια στην άλλη είδε την κατηγορούμενη να σπρώχνει την παραπονούμενη στο κεφάλι με τα δύο της χέρια με αποτέλεσμα να της ρίξει τα γυαλιά και το κινητό στο έδαφος. Περιέγραψε το σπρώξιμο ως δυνατό αναφέροντας «εν δυνατά που την έσπρωξε, εν τζιαι έσπρωξε την έτσι μαλακά, ωρύετουν, εφώναζε, έκανε χειρονομίες, έβριζε, ήταν σε έξαλλη κατάσταση». Ακολούθως η παραπονούμενη ήρθε σπίτι και η ΜΚ2 παρέμεινε μαζί της περί τα 45 λεπτά. Στο χρονικό εκείνο διάστημα η παραπονούμενη τηλεφώνησε στην αστυνομία. Πρόσθεσε ότι η ίδια δεν είχε εντοπίσει οποιοδήποτε σημάδι πάνω στην παραπονούμενη μετά το συμβάν όταν εκείνη επέστρεψε σπίτι της. Ερωτήθηκε γιατί η ίδια έδωσε κατάθεση στην αστυνομία 14 μέρες μετά το επίδικο περιστατικό και ανέφερε ότι όταν η παραπονούμενη της είπε αργότερα ότι είχε κάνει καταγγελία στην αστυνομία αποφάσισε να πάει και η ίδια να δώσει κατάθεση. Αρνήθηκε ότι είχε πάει κατόπιν προτροπής από την παραπονούμενη. Πήγε, ανέφερε, «από μόνη μου. Μου το ανέφερε η [παραπονούμενη] και της λέω εγώ πάω να μαρτυρήσω. Εμένα αυτά τα επεισόδια δεν μου αρέσουν. Πήγα μόνη μου στην αστυνομία και ο λόγο που πήγα, είναι που δεν ανέχομαι αυτές τις συμπεριφορές. Υπάρχουν τρόπου να λύσουμε ορισμένες διαφορές που έχουμε. Ούτε με τις βρισιές, ούτε με τις φωνές και εάν ήμουν και αλλού και έβλεπα καβγά, πάλι θα πήγαινα να μαρτυρήσω διότι δεν ανέχομαι τις συμπεριφορές αυτές». Σε σχέση με τα όσα ανέφερε ότι είχε ακούσει την κατηγορούμενη να φωνάζει εξήγησε ότι άκουσε αρκετές «βωμολοχίες», όπως είπε. Μεταξύ αυτών ανέφερε ότι άκουσε «θα σε κρούσω στο αυτοκίνητο», «βρωμιάρα», «θα κάψω το αυτοκίνητο σου και εσένα μέσα» και «τσούρα». Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή. Όταν η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία. Σε αυτήν αναφέρει ότι με την παραπονούμενη έχουν διάφορα προβλήματα που προέκυψαν από τη γειτνίαση των κατοικιών τους. Στην κατάθεση της είχε αναφέρει επίσης ότι την επίδικη ημέρα η παραπονούμενη «βγήκε έξω από το σπίτι της για να πετάξει τα σκουπίδια και άρχισε να γελά και να λέει ότι ο άντρας της με κορόιδευε όταν πριν λίγο καιρό αποτάθηκε στον γιο μου, σε αυτόν, για να του μιλήσει να λυθούν τα προβλήματα. Αφού ήρθε προς το μέρος μου και μιλήσαμε για περίπου 3-4 λεπτά και όταν κατάλαβα ότι δεν καταλαβαίνει, αφού μου είπε ότι δεν συμμορφώνομαι, ότι θα με κάτσει φυλακή, ότι θα με κάνει να αλλάξω γειτονιά και ότι τη Δευτέρα θα τηλεφωνήσει στην CYTA εγώ της είπα ότι θα κινηθώ νομικά εναντίον της. Ακολούθως έπιασα τους σκύλους μου και έφυγα χωρίς να γίνει οτιδήποτε άλλο». Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αφού σημειώσω ότι έχω παρακολουθήσει τις μάρτυρες, τη στάση τους στο εδώλιο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, ενώ έχω μελετήσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια[1]. Ξεκινώντας από την παραπονούμενη, ΜΚ1, πρέπει να σημειώσω ότι δημιούργησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, η μαρτυρία της είχε εσωτερική συνοχή και πειστικότητα. Ήταν σαφής και σταθερή στις απαντήσεις που έδωσε. Δεν διέκρινα αντιφάσεις ή λογικές ανακολουθίες στα όσα κατέθεσε. Επιχειρήθηκε κατά την αντεξέταση να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της όμως, θεωρώ, χωρίς επιτυχία. Εισήγηση και υποβολές ότι οι ισχυρισμοί της για εξύβριση, επίθεση και απειλές είναι κατασκευασμένοι, παρέμειναν μετέωροι. Με πειστικό, σαφή και σταθερό τρόπο εξήγησε και εξιστόρησε τη συμπεριφορά και ενέργειες της κατηγορούμενης. Θεωρώ επίσης ότι ήταν ειλικρινής στην αναφορά της ότι δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό από την επίθεση ώστε να απαιτείται ιατρική της εξέταση. Κρίνω επομένως ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη. Το ίδιο ισχύει και για την ΜΚ
- Η μαρτυρία της είχε τα ίδια χαρακτηριστικά και ποιότητα. Απάντησε με σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις για τα γεγονότα, με τον τρόπο που τα είχε αντιληφθεί από το σημείο που βρισκόταν. Με την ίδια ειλικρίνεια κρίνω ότι προσπάθησε να αποδώσει τον τρόπο με τον οποίο η κατηγορούμενη έριξε από το πρόσωπο της παραπονούμενης τα γυαλιά που εκείνη φορούσε. Επιπρόσθετα, με απόλυτα πειστικό τρόπο αντέκρουσε και τη θέση της υπεράσπισης ότι σκοπός και επιδίωξη της με την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία και τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο ήταν να υποστηρίξει την ψευδή καταγγελία της παραπονούμενης. Συμφώνησε ότι με την παραπονούμενη διατηρούν φιλικές σχέσεις, κάτι που έχω προσμετρήσει και εγώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Δεν προέκυψε όμως κάποια βάση ή στοιχείο που να εισηγείται ότι το γεγονός αυτό ήταν αρκετό κίνητρο για την ίδια να δώσει ψευδή κατάθεση στην αστυνομία και ψευδή μαρτυρία στο Δικαστήριο. Να συμπληρώσω ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 αποκαλύπτει, χωρίς κενά και με σαφήνεια, τα γεγονότα που εξελίχθηκαν την επίδικη ημέρα. Οι μαρτυρίες τους, όπως τις έχω συνοψίσει πιο πάνω, συνθέτουν τη χρονολογική σειρά των γεγονότων και τις ενέργειες τόσο της παραπονούμενης όσο και της κατηγορούμενης. Δεν διαπιστώνω χρονολογική ανακολουθία στην παράθεση των γεγονότων ούτε και αντιφάσεις μεταξύ των όσων έχουν καταθέσει. Μικροδιαφορές μεταξύ της μαρτυρίας τους για τα όσα εκστόμισε η κατηγορούμενη και στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των ενεργειών της κατηγορούμενης που είχαν ως αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά και το κινητό της παραπονούμενης στο έδαφος, δεν πλήττουν την αξιοπιστία τους. Μάλλον την ενισχύουν. Θεωρώ ότι δείχνουν έλλειψη προ-συνεννόησης μεταξύ τους και ένδειξη ότι η κάθε μια κατέθεσε όσο καλύτερα θυμόταν τα γεγονότα, η μεν παραπονούμενη ως ο αποδέχτης των σχολίων και ενεργειών την ίδια ημέρα του περιστατικού, η δε ΜΚ2 ως μάρτυρας που έδωσε κατάθεση 14 μέρες αργότερα. Όπως έχω ήδη προαναφέρει, όταν η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία προέβηκε σε δήλωση χωρίς όρκο στα πλαίσια της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία. Ασφαλώς σε μια ποινική υπόθεση ως η παρούσα το βάρος απόδειξης βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, ένας κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει οτιδήποτε και συνιστά απόλυτο δικαίωμα του να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Έχω όμως ως δεδομένο ότι άλλη μαρτυρία σε σχέση με τα γεγονότα δεν υπάρχει, πέραν από τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ
- Μια ανώμοτη δήλωση έχει τη σημασία της όμως δεν μπορεί να εξισωθεί με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορεί να αναιρέσει, αποδυναμώσει ή αντικρούσει μαρτυρία που έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Ούτε μπορεί η ανώμοτη δήλωση να αποτελέσει έρεισμα για διατύπωση ευρημάτων. Παρενθετικά να σημειώσω ότι το ίδιο το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης/κατάθεσης δεν διακρίνεται από εσωτερική συνοχή ή λογική αλληλουχία. Ενόψει επομένως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω επί των γεγονότων ότι αυτά εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που εξιστόρησαν στη μαρτυρία τους η ΜΚ1 και η ΜΚ
- Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Τα όσα έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω στη συνοπτική μου αναφορά στη μαρτυρία τους, συνιστούν και τα δικά μου ευρήματα. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα γεγονότα στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι «την 2α Δεκεμβρίου 2016 στον Στρόβολο της επαρχίας Λ/σιας, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της [παραπονούμενης]». Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση διαπράττεται όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου κατηγορούμενος ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery)[2]. Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα[3]. Στην υπό κρίση περίπτωση, η κατηγορούμενη έφερε απότομα και βίαια τα δύο της χέρια προς το πρόσωπο της παραπονούμενης και την ακούμπησε με αποτέλεσμα να ρίξει στο έδαφος τα γυαλιά που η παραπονούμενη φορούσε. Η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της αναπαρέστησε στο Δικαστήριο τις ξαφνικές και έντονες κινήσεις των χεριών της κατηγορούμενης. Κανένα νόμιμο έρεισμα προκύπτει από τα ευρήματα για την ενέργεια αυτή της κατηγορούμενης. Ακολουθεί ότι η κατηγορούμενη έχει διαπράξει το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 1ης κατηγορίας. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, για τις λέξεις «σκρόφα» και «τσούρα» που, κατά τις λεπτομέρειες του αδικήματος εκφώνησε η κατηγορούμενη εναντίον της παραπονούμενης. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει η μαρτυρία να δεικνύει ότι[4]: (α) κατηγορούμενος που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο όπου μπορεί να ακουστεί από άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (β) βρίζει άλλο πρόσωπο, (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σύμφωνα με τα ευρήματα, κατά την εξύβριση η κατηγορούμενη και η παραπονούμενη βρίσκονταν σε σημείο του δρόμου όπου η παραπονούμενη είχε σταθμεύσει το όχημα της. Η ΜΚ2 βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της παραπονούμενης και άκουσε και είδε τα όσα διαμείφθηκαν. Η παραπονούμενη ανέφερε στην κατάθεση της και στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη την είχε αποκαλέσει με τις συγκεκριμένες λέξεις. Κατά την αντεξέταση η ΜΚ2 ανέφερε ότι είχε ακούσει την κατηγορούμενη να εκστομίζει τη δεύτερη λέξη. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας των δύο αυτών προσώπων, συνιστά μέρος των ευρημάτων ότι η κατηγορούμενη αποκάλεσε την παραπονούμενη με τις δύο αυτές λέξεις. Αναμφίβολα, τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν σε δημόσιο χώρο . Προχωρώ στο δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο δηλαδή η λέξη που αποδίδεται στην κατηγορούμενη συνιστά εξύβριση. Σύμφωνα με τη νομολογία, στις λέξεις που συνιστούν την ισχυριζόμενη εξύβριση πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένες λέξεις είναι υβριστικές αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης, έχοντας υπόψη πάντα τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας[5]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι δύο λέξεις ήταν υβριστικές. Υπό τις περιστάσεις που εκστομίστηκαν, είναι φανερό ότι η κατηγορούμενη έκφραζε θυμό, αντιπάθεια και είχε πρόθεση να προσβάλει και να μειώσει την παραπονούμενη[6]. Συνεπώς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Προχωρώ στο τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο η εξύβριση ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν, δυνητικά και σαν λογικό επακόλουθο, η εξύβριση μπορεί να προκαλέσει πρόσωπο που θα την ακούσει να αντιδράσει επιθετικά[7]. Στην προκείμενη περίπτωση, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι ο μέσος λογικός άνθρωπος, παριστάμενος, που θα άκουγε την εξύβριση υπήρχε ενδεχόμενο να αντιδράσει επιθετικά. Επιπρόσθετα, η ΜΚ2 εξήγησε στη μαρτυρία της πως αισθάνθηκε ακούγοντας τις ύβρεις και βλέποντας τα γεγονότα. Από τη μαρτυρία της ανακύπτει η σύγχυση που αισθάνθηκε από τον ξαφνικό και αναπάντεχο τρόπο που έγιναν τα γεγονότα, στενοχώρια για τη συμπεριφορά που υπέστη η φίλη της, αποδοκιμασία για αυτού του είδους τις συμπεριφορές. Πρόκειται, κρίνω, για άτομο που, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δυνητικά θα μπορούσε να προκληθεί σε επίθεση συνεπεία της εξύβρισης[8]. Καταλήγω επομένως ότι στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Παραμένει η 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας η κατηγορούμενη «προκάλεσε τρόμο στην [παραπονούμενη] με παράνομη φράση, δηλαδή την απείλησε με τις φράσεις 'θα σε σκοτώσω', 'θα σου κάψω το αυτοκίνητο σου και σένα μέσα', 'θα σε κάψω να φύεις που δαμέ'». Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προβλέπει ότι το αδίκημα της απειλής συντελείται όταν πρόσωπο «προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη». Για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει (α) να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, (β) η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά «απειλή» είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε υπόθεσης[9]. Εφαρμόζοντας κατ' αναλογία το σκεπτικό της Ντζιαν Νετζιηπ ν Αστυνομία
(1992)2 ΑΑΔ 1992, η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Επί αυτού είναι σχετικό το σκεπτικό της DPP v Ramos [2000] Lexis Citation 3217. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε το αδίκημα Fear or Provocation of Violence, s.4, του Αγγλικού Public Order Act 1986 που είναι αντίστοιχο με το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση εκείνη τονίστηκε ότι αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Το ότι η κατηγορούμενη είχε εκστομίσει τις δύο πρώτες φράσεις προκύπτει από την κατάθεση και τη δια ζώσης μαρτυρία της παραπονούμενης. Η ΜΚ2 κατέθεσε επίσης ότι είχε ακούσει την κατηγορούμενη να φωνάζει την πρώτη και δεύτερη φράση. Δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την τρίτη φράση των λεπτομερειών του αδικήματος την οποία, επομένως, δεν μπορώ να αποδώσω στην κατηγορούμενη. Η μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι η κατηγορούμενη είχε πει «θα σε κάμω να φύεις» και όχι «θα σε κάψω να φύεις». Παραμένουν όμως οι δύο πρώτες φράσεις για τις οποίες υπάρχει εύρημα ότι εκστομίστηκαν από την κατηγορούμενη προς την παραπονούμενη. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες εξελίχθηκε το συμβάν, το γεγονός ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης ακολούθησε αμέσως αφού η παραπονούμενη είχε σταθμεύσει το όχημα της σε χώρο που «ενοχλούσε» την κατηγορούμενη, το ότι είχαν ιστορικό διαφωνιών για διάφορα θέματα, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει αναστάτωση και φόβο στην παραπονούμενη. Η παραπονούμενη, εξήγησε επίσης στο Δικαστήριο πόσο την είχαν αναστατώσει οι απειλές αυτές της κατηγορούμενης δεδομένου και του τρόπου που εξελίχθηκε το περιστατικό. Η κατηγορούμενη την προσέγγισε με δική της πρωτοβουλία, χωρίς να είχε προηγηθεί κάτι μεταξύ τους τη συγκεκριμένη μέρα, μεσημέρι, σε δημόσιο χώρο στα πλαίσια επίθεσης που είχε ως αποτέλεσμα να σπάσουν τα γυαλιά και το κινητό της τηλέφωνο και οι απειλές και ίδια συμπεριφορά συνεχίστηκε αφού η παραπονούμενη είχε αποχωρήσει από το μέρος και είχε επιστρέψει στο σπίτι της. Η δε ΜΚ2 στη μαρτυρία της περιέγραψε με τη σειρά της πόσο αναστατωμένη και συγχυσμένη ήταν η παραπονούμενη όταν επέστρεψε σπίτι, προσθέτοντας ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και έκλεγε. Επομένως, οι φράσεις της κατηγορούμενης, αντικειμενικά κρινόμενες, ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν φόβο στον αποδέχτη αλλά και, υποκειμενικά, είχαν αυτό το αντίκτυπο στην παραπονούμενη. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί και η 3η κατηγορία. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Mustafa ν Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056 [2] Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 [3] Μεταξύ άλλων, R v Venna [1976] QB 421 [4] Αχιλλέως v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98 [5] Brutus v Cozens
(1972)2 All ER 1297, Γιώργος Λουκαΐδης ν Αστυνομίας, ποινική Έφεση 36/2014, ημερομηνίας 9.12.2014, Brutus v Cozens
(1972)2 All ER 1297 [6] Bolster ν Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού
(1997)2 ΑΑΔ 89 [7] Brutus v Cozens (ανωτέρω) [8] Λαπηθίου ν Αστυνομίας, Ποινική έφεση 141/2020, ημερομηνία 3.2.2021 [9] H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο