Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παπαλουκά, Αρ. Υπόθεσης: 8775/19, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8775/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Παπαλουκά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29/6/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Θεοδότου, για να ακούσει απόφαση η κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Αμπίζας με ασκούμενο δικηγόρο κ. Σ. Αμπίζα Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως Υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών/ φαρμάκων, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)
(2)και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως τροποποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφύλακα 3289 κύριο XXXXX Κυριάκου (ΜΚ1), τον αρχιαστυφύλακα XXXXX (ΜΚ2) κύριο XXXXX Δεληγιάννη και την κυρία XXXXX Λιβέρη (ΜΚ3). Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου το Τεκμήριο 5 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Το Τεκμήριο 5 είναι σύντομη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 537 κ. Γ. Προδρόμου ο οποίος παρέλαβε την 5/10/2018 από τον ΜΚ1 το δείγμα σάλιου του Κατηγορουμένου και το παρέδωσε στον κ. Χ. Κουντούρη του Γενικού Χημείου του Κράτους. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, την 5/10/2018 και περί ώρα 01:10 στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους, ενώ βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας μαζί με τον ΜΚ2, ο τελευταίος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση «νάρκοτεστ». Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε θετικός στην χρήση κοκαΐνης και οπιοειδών ουσιών, γι' αυτό προχώρησε και έλαβε από τον Κατηγορούμενο επιπλέον δείγμα σάλιου για τελικό έλεγχο με την συσκευή «Quantisal». Ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία στο δείγμα σάλιου του Κατηγορούμενου ανιχνεύθηκε η ουσία «κωδεΐνη», η οποία ανήκει στην κατηγορία των οπιοειδών αλγητικών φαρμάκων. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής συσκευών «νάρκοτεστ» καθώς και συσκευών μεταφοράς σάλιου που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διενέργειας εργαστηριακών αναλύσεων από το Γενικό Χημείο του Κράτους. Όπως ανέφερε, στις 5/10/2018 και περί ώρα 01:10 σταμάτησε για έλεγχο τον Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια του ελέγχου διαπίστωσε ότι τα μάτια του Κατηγορούμενου ήταν κόκκινα, οι κόρες των ματιών του ήταν διεσταλμένες αλλά δεν μύριζε αλκοόλ. Λόγω των πιο πάνω ενδείξεων, ζήτησε και έλαβε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση «νάρκοτεστ». Το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου ήταν θετικό σε χρήση κοκαΐνης και οπιοειδών, συνεπώς ο ΜΚ2 ζήτησε και έλαβε από τον Κατηγορούμενο επιπλέον δείγμα σάλιου για να σταλεί στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εργαστηριακή εξέταση. Ανάφερε επίσης ότι στην ερώτηση κατά πόσον είχε προβεί σε χρήση οποιονδήποτε φαρμάκων κατά τις τελευταίες 7 ημέρες πριν τον έλεγχο, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι είχε καταναλώσει το φάρμακο «Parcoten». Η ΜΚ3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους, στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας από το 1996. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, ως την έκθεση αποτελεσμάτων που εξέδωσε το Γενικό Χημείο του Κράτους στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εξέτασης στο δείγμα σάλιου του Κατηγορουμένου ανιχνεύθηκε «κωδεΐνη», ουσία που όντως περιλαμβάνεται στο φάρμακο «Parcoten». Ανάφερε επίσης ότι, η «κωδεΐνη» σε κάποια άτομα δύναται να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι «Είναι οπιούχο, άρα κάποια άτομα επηρεάζονται και κάποια δεν επηρεάζονται». Εισήγηση για εκ πρώτης όψεως Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου αφού δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η ικανότητα του Κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος της οποίας εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η Κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Νομικές αρχές αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
- Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
- Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
- Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
- Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, είναι σαφές ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας εκτός ως ανωτέρω περιγράφεται. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να αποφανθεί κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που κατηγορείται. Νομικές αρχές σε σχέση με το αδίκημα Το άρθρο 9
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο) προνοεί ότι: «9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στην υπό εξέταση υπόθεση, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX80, σε οδό, ενώ είχε καταναλώσει προηγουμένως το φάρμακο «Parcoten», το οποίο περιέχει την ουσία «κωδεΐνη». Δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε ότι το «Parcoten» αποτελεί «φάρμακο». Παραμένει συνεπώς προς εξέταση, ως επίδικο γεγονός, το κατά πόσον η ικανότητα του Κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, αναγνωρίστηκε ότι η ελαττωμένη ικανότητα για οδήγηση δύναται να αποδειχτεί χωρίς να είναι απαραίτητη η προσκόμιση επιστημονικής μαρτυρίας. Παρατίθεται παρακάτω σχετικό απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης με παραπομπή στο σύγγραμμα Wilkinsons: «Το απόσπασμα από τους Halsbury's στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου που αναφέρεται στην απόδειξη του επηρεασμού με επιστημονική μαρτυρία, με ή χωρίς μαρτυρία για ασταθή οδήγηση, δηλώνει δυνατότητα και δεν υπονοεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος απόδειξης. Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια Τα συζητηθέντα στην R v. Davies δεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μή ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί. Σημειώνουμε πως στην R. v. Davies τελικά η καταδίκη επικυρώθηκε παρά το λάθος, ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με την κατάσταση του οδηγού και τη σύνδεσή της με την κατανάλωση οινοπνεύματος. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας διεξοδικά κατ' αντικειμενικό τρόπο, ως ορίζει η νομολογία στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η ικανότητα του Κατηγορούμενου να οδηγεί ήταν ελαττωμένη. Από μόνη της η αναφορά του ΜΚ2 ότι τα μάτια του Κατηγορουμένου ήταν κόκκινα και οι κόρες των ματιών του ήταν διεσταλμένες, δεν αποτελεί μαρτυρία που αποκαλύπτει ελαττωμένη ικανότητα για ασφαλή οδήγηση. Απουσιάζει συνεπώς μαρτυρία που να στοιχειοθετεί ουσιωδώς το πιο πάνω συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο