← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 8668/2017, 11/6/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 8668/2017, 11/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 8668/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Κατηγορούμενος 11 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενη: κ. Μ. Αργυρού Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 συνολικά κατηγορίες. Αφορούν όλες το ίδιο αδίκημα, της αποστολής μηνύματος κατάφωρα προσβλητικού ή απειλητικού χαρακτήρα δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών (άρθρο 149

(6)(α), περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Τηλεπικοινωνιών Υπηρεσιών Νόμου Ν. 112(Ι)/2004), το οποίο κατηγορείται ότι διέπραξε στις 14.11.2016. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορείται ότι την εν λόγω ημερομηνία απέστειλε από την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@insurancelinkcyprus.com προς στον παραπονούμενο ΧΧΧΧΧ Ιωαννίδη στην ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@spidernet.com.cy, γραπτά μηνύματα που περιελάμβαναν τις φράσεις «είσαι ένας μεγάλος απατεώνας» και «τα λεφτά που μας έκλεψες να τα φας στην αρρώστια σου απατεώνας» (1η κατηγορία), «συγχαρητήρια που κατάφερες να με κλέψεις» και «σαν δεν ντρέπεσαι τα μούτρα σου αρχιαπατεώνα» (2η κατηγορία), «σε έζησα να και προσωπικά να με κλέβεις στην υπόθεση με τη γυναίκα μου» (3η κατηγορία), «οπότε αν εσύ κατάφερες να με κάνεις να ξανατσακωθώ με την γυναίκα μου θα πρέπει να σου ανταποδώσω» (4η κατηγορία), «συγχαρητήρια που κατάφερες να κλέψεις ένα φίλο» (5η κατηγορία), «επίσης έχω μαρτυρία και από τον Ευαγόρου και από τον υπάλληλο μου για την υπόθεση που σου έδωσα να χειριστής ότι τους απείλησες και τους έβρισες» και «επίσης από τη XXXXX που σου έστειλα για πελάτισσα για εξύβριση και απάτη και παρενόχληση» (6η κατηγορία) και «οπότε πρέπει να έχεις και εσύ τις συνέπειες» (7η κατηγορία). Όπως αναφέρω πιο πάνω, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορούν το αδίκημα του άρθρου 149
(6)(α) του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Τηλεπικοινωνιών Υπηρεσιών Νόμου 112(Ι)/2004. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει τα ακόλουθα: «
(6)Πρόσωπο το οποίο- (α) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο, το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικό ή/και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα.. είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700). Σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε στον παραπονούμενο μέσω δημόσιου δικτύου τα μηνύματα που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 4 και 5 (στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ πιο κάτω). Αυτά συνιστούν και μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Αυτό το οποίο αμφισβητεί η πλευρά της υπεράσπισης είναι ότι τα μηνύματα των Τεκμηρίων 4 και 5, είχαν κατάφωρα προσβλητικό ή απειλητικό χαρακτήρα. Οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποκαλύπτονται πιο κάτω, στη σύνοψη της μαρτυρίας που θα παραθέσω. Να σημειώσω επίσης ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε στον παραπονούμενο μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εκτυπώθηκαν και κατατέθηκαν ως δέσμη (Τεκμήρια 4 και 5). Πρόκειται για εκτυπωμένα μηνύματα που ο παραπονούμενος είχε παραδώσει στην αστυνομία όταν υπέβαλε το παράπονο του. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα του παραπονούμενου (ΜΚ1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο παραπονούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι δικηγόρος και ότι ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης του. Είχε εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο σε αίτηση που καταχώρησε για έκδοση του διαζυγίου από την πρώην σύζυγο του. Διαφορές που είχαν για την αμοιβή του προκάλεσαν ρήξη στις σχέσεις τους και, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, αποτέλεσαν τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος του έστειλε τα επίδικα μηνύματα. Συγκεκριμένα, η θέση του παραπονούμενου είναι ότι είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο την αμοιβή που θα λάμβανε από εκείνον για την έκδοση του διαζυγίου. Ο κατηγορούμενος του πλήρωσε το ποσό που είχαν συμφωνήσει. Όταν αργότερα εκδόθηκε το διαζύγιο, το Δικαστήριο επιδίκασε τα έξοδα της αίτησης υπέρ του κατηγορούμενου/αιτητή και εναντίον της πρώην συζύγου του/καθ΄ης η αίτηση. Ο παραπονούμενος τότε διεκδίκησε την είσπραξη των επιδικασθέντων εξόδων από την πρώην σύζυγο/καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός αυτό ενόχλησε τον κατηγορούμενο ο οποίος του διαμαρτυρήθηκε ότι τον είχε ήδη πληρώσει τη συμφωνημένη αμοιβή του. Ο παραπονούμενος επέμενε και καταχώρησε αίτηση έρευνας εναντίον της πρώην συζύγου/καθ' ης η αίτηση στην προσπάθεια είσπραξης του επιδικασθέντος ποσού. Αυτό προκάλεσε ένταση στις σχέσεις μεταξύ των πρώην συζύγων. Ως αποτέλεσμα, οι σχέσεις μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου επιδεινώθηκαν περαιτέρω. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, για να τον εκδικηθεί, μετέφερε στη γυναίκα του «υπονοούμενα για εξόδους με Ρωσίδες» και κατέληξαν τελικά στην ανταλλαγή της αλληλογραφίας υπό Τεκμήρια 4 και 5, τα οποία ο παραπονούμενος αναγνώρισε ως αυτά που του είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος και είχε εκτυπώσει και παραδώσει ο ίδιος στην αστυνομία. Στα πλαίσια της αντεξέτασης υποβλήθηκε στον παραπονούμενο ότι ενήργησε ανέντιμα διεκδικώντας να εισπράξει τα επιδικασθέντα έξοδα από την πρώην σύζυγο του παραπονούμενου/καθ΄ης η αίτηση στην αίτηση διαζυγίου, ενώ η συμφωνημένη αμοιβή του είχε ήδη εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος διαφώνησε με αυτή τη θέση. Δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε πληρώσει το ποσό που είχαν συμφωνήσει όμως υποστήριξε ότι υπήρχε περαιτέρω οφειλή προς αυτόν και ότι «η οφειλή ήταν ξεκάθαρη με βάση το Διάταγμα του Δικαστηρίου που οφειλόταν από τη γυναίκα του» καθώς και ότι «η διαφορά όμως έπρεπε να αφορά την κοπέλα και τον δικηγόρο τον υποφαινόμενο και όχι τον [κατηγορούμενο]». Δικαιολογώντας το δικαίωμα του στη διεκδίκηση των επιδικασθέντων εξόδων, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το διαζύγιο δεν είχε εκδοθεί συναινετικά παρά το ότι η πρώην σύζυγος δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Υποστήριξε ότι εάν πριν την ακρόαση της αίτηση διαζυγίου η πρώην σύζυγος είχε επικοινωνήσει μαζί του και του είχε ζητήσει να μην διεκδικήσει έξοδα τότε «σας διαβεβαιώνω ότι θα το μιλούσα με τον [κατηγορούμενο] και θα του έλεγα την επιλογή που έχουμε εάν θα ζητήσουμε επιπρόσθετα έξοδα ή όχι. Αλλά το πιο πιθανόν εάν η κοπέλα μου το ζητούσε, θα αποδεχόμουν να μην ζητήσω.» Ο συνήγορος υπεράσπισης του έθεσε ότι διεκδίκησε τα επιδικασθέντα έξοδα από την πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου παρά τη συμφωνία τους και ότι «οι επιπρόσθετες χρεώσεις μετά που αποφασίσατε από μόνος σας να διεκδικήσετε και χωρίς την ενημέρωση του κατηγορούμενου, τον έφεραν σε αυτό το σημείο και σου ανέφερε τα όσα σου καταλογίζονται στις κατηγορίες, γιατί ακριβώς ενώ είχατε πληρωθεί εξ ολοκλήρου το ποσό που διεκδικούσατε και μάλιστα χωρίς να εμφανιστεί η σύζυγος του, για την έκδοση διαζυγίου, εσείς επιμένατε μετά για περαιτέρω ποσό». Ο παραπονούμενος επέμενε στη δική του θέση. Ο συνήγορος υπεράσπισης στάθηκε σε αλληλογραφία που αντάλλαξαν μεταξύ τους κατηγορούμενος και παραπονούμενος (Τεκμήριο 6) που, κατά τη θέση του, δείχνει την αγωνία του κατηγορούμενου όπως ο παραπονούμενος σταματήσει αν ενοχλεί την πρώην σύζυγο του διεκδικώντας περαιτέρω ποσά αφού έχει ήδη εξοφληθεί το ποσό που συμφώνησαν, του εξηγεί ότι οι ενέργειες του δημιουργούν ένταση στις σχέσεις του με τη σύζυγο του και δυσκολίες στην επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο τους, εκφράζει την αδικία που αισθάνεται για τη στάση του παραπονούμενου, διαμαρτύρεται γιατί ο παραπονούμενος προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον της πρώην συζύγου χωρίς τις οδηγίες και τη γνώση του και θεωρεί ότι εξαπατήθηκε ο ίδιος και η πρώην σύζυγος του με την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον της. Ο παραπονούμενος και πάλιν διαφώνησε ότι έπραξε οτιδήποτε μεμπτό καταλήγοντας ότι υπάρχει η «αντίληψη ότι τα όποια έξοδα επιδικάζονται θεωρούνται έξοδα του διάδικου αλλά γνωρίζουμε στο τέλος της ημέρας όλοι ότι είναι οι δικηγόρου που τα παίρνουν και όχι ο διάδικος». Θέση της υπεράσπισης ήταν ότι οι ενέργειες και πράξεις του παραπονούμενου δημιούργησαν απόγνωση, θυμό και αίσθημα αδικίας στον κατηγορούμενο και τα συναισθήματα αυτά αντικατοπτρίζονται στα μηνύματα που απέστειλε την επίδικη ημέρα, Τεκμήρια 4 και
  1. Ο παραπονούμενος επέμενε ότι ο ίδιος είχε δίκαιο αναφορικά με το χειρισμό των επιδικασθέντων εξόδων και διαφώνησε. Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία του παραπονούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία μετά την καταγγελία του παραπονούμενου. Σε αυτήν δηλώνει ότι είναι ο δικαιούχος της ηλεκτρονικής διεύθυνσης XXXXX@insurancelinkcyprus.com καθώς και ότι από αυτήν απέστειλε στον παραπονούμενο στην ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@spidernet.com.cy μηνύματα την επίδικη ημέρα με το οποίο τον αποκαλούσε «αρχιαπατεώνα» και του έλεγε «εσύ να περιμένεις τις συνέπειες». Εξηγά επίσης ότι προέβηκε σε αυτές τις ενέργειες γιατί θεώρησε ότι ο παραπονούμενος τον είχε εξαπατήσει αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων για την έκδοση του διαζυγίου του. Κατά τη λήψη της κατάθεσης του είχε παραδώσει στην αστυνομία δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνει και αλληλογραφία μεταξύ τους για την οποία αναφέρει ότι εξηγεί το υπόβαθρο των μεταξύ τους διαφορών (Τεκμήριο 6). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, επαναλαμβάνει ουσιαστικά με τη μαρτυρία του τα όσα είχαν υποβληθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του. Καταλήγει ότι για να σταματήσουν τελικά οι απαιτήσεις του παραπονούμενου προς τη σύζυγο του, ο ίδιος καταχώρησε επιστολή στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας (μέρος του Τεκμηρίου 6) με την οποία δηλώνει ότι η αίτηση έρευνας εναντίον της συζύγου του είχε καταχωρηθεί χωρίς τη συγκατάθεση του και ότι δεν έχει καμιά απαίτηση εναντίον της. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στον κατηγορούμενο - ο οποίος διαφώνησε - ότι ο λόγος αποστολής των μηνυμάτων δεν έχει σημασία και ότι το σημαντικό αναφορικά με την ποινική του ευθύνη είναι η πράξη της αποστολής και το περιεχόμενο τους. Αυτή ήταν ουσιαστικά και η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής στην τελική της αγόρευση. Ότι δηλαδή η αποστολή των μηνυμάτων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο είναι αρκετή για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Το κατά πόσο δικαιολογημένα και εύλογα είχε ενεργήσει ο κατηγορούμενος είναι άσχετο. Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε διαφορετική άποψη. Υποστήριξε ότι τα όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου οδήγησαν τον κατηγορούμενο στην αποστολή των μηνυμάτων. Πρόσθεσε ότι ενόψει της συμπεριφοράς του παραπονούμενου, οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ήταν αληθινοί και ειλικρινείς. Ενόψει αυτού, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον αθωώσει. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να επαναλάβω ότι η ανταλλαγή της αλληλογραφίας που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 6, καθώς και η ανταλλαγή των μηνυμάτων που αποτυπώνονται στα Τεκμήρια 4 και 5 είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει ουσιαστικά και για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο παραπονούμενος στην επιδίωξη του να εισπράξει από την πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην αίτηση διαζυγίου. Αυτά τα γεγονότα συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Τα όσα ανέφεραν εκατέρωθεν οι μάρτυρες σε σχέση με τα κίνητρα και ελατήρια που τους ώθησαν στην ανταλλαγή των διαφόρων μηνυμάτων ή στην ηθική ορθότητα των χειρισμών τους, εκφεύγουν των γεγονότων επί των οποίων θα βασιστεί η απόφαση μου οπόταν δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Ως προς τη μαρτυρία του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, σημειώνω τα ακόλουθα. Ασφαλώς η αξιοπιστία κάθε μάρτυρα αξιολογείται ξεχωριστά. Από την άλλη, η ποιότητα της μαρτυρίας και των δύο είχε κοινά χαρακτηριστικά. Βασικό γνώρισμα της μαρτυρίας έκαστου ήταν η έντονη αντιπάθεια προς τον άλλο, η οποία ήταν φανερή σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους αλλά αναδύεται και από τη μεταξύ τους αλληλογραφία που έχει κατατεθεί ως Τεκμήρια 4, 5 και
  2. Οι προθέσεις και ενέργειες του παραπονούμενου στον τρόπο που διεκδίκησε την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων από την πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου αφήνουν ερωτηματικά. Ασφαλώς και γνώριζε ότι δεν συνιστούσαν ρητή πρόνοια της συμφωνίας του με τον παραπονούμενου ότι δικαιούται να τα εισπράξει ενώ επίσης γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος δεν συμφωνούσε στα δικονομικά μέτρα που εκείνος έλαβε προς είσπραξη τους. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας και εγγράφων που συναποτελούν το Τεκμήριο
  3. Από την άλλη, η αντιπάθεια, εμμονή και εκδικητική διάθεση του κατηγορούμενου προς τον παραπονούμενο ήταν επίσης εμφανής τόσο στη δια ζώσης μαρτυρία του όσο και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4, 5 και
  4. Πέραν του περιεχομένου της μεταξύ τους αλληλογραφίας φαίνεται ότι έγιναν και εκατέρωθεν καταγγελίες στα πειθαρχικά επαγγελματικά σώματα που υπάγονται. Αυτά τα συναισθήματα που εμποτίζουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών προσώπων, θεωρώ ότι επηρέασαν και τη μαρτυρία τους. Ήταν φανερή η προσπάθεια και των δύο να παρουσιάσουν τα γεγονότα με το πιο αρνητικό πρίσμα ο ένας για τον άλλο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, όποτε είχαν την ευκαιρία, παρουσίασαν τον εαυτό τους ως αθώο θύμα μιας κατάστασης που δημιούργησε ο παράλογος, εμπαθής, πονηρός, ανήθικος άλλος. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, θεωρώ ότι δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία εκάστου στην ολότητα της. Αποδέχομαι μόνο εκείνα τα σημεία στα οποία υπάρχει σύμπτωση μεταξύ τους επί των γεγονότων, στα οποία υπάρχει σύμπτωση με τα παραδεκτά γεγονότα και εκείνα τα σημεία που υποστηρίζονται από άλλη έγγραφη μαρτυρία. Κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να δεχτώ το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας, δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα στοιχειοθετούν τη διάπραξη των αδικημάτων. Από το λεκτικό του άρθρου 149(Ι)/2004 που έχω παραθέσει πιο πάνω, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) πρόσωπο να αποστείλει σε άλλο πρόσωπο μήνυμα (β) δια δημόσιου δικτύου (γ) το οποίο μήνυμα να έχει κατάφωρα προσβλητικό ή απειλητικό χαρακτήρα. Είναι δεδομένο ότι σε μια ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης ενός εκάστου των συστατικών στοιχείων του αδικήματος είναι και παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης αμφιβολία. Θα ξεκινήσω εξετάζοντας κατά σειρά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα κατάφωρα προσβλητικού και απειλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «είσαι ένας μεγάλος απατεώνας» και «τα λεφτά που μας έκλεψες να τα φάεις στην αρρώστια σου απατεώνας». Το μήνυμα αυτό περιλαμβάνεται στα μηνύματα του Τεκμηρίου 5 και το απέστειλε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο στις 14.11.2016 και ώρα 10:36πμ. Ολόκληρο το μήνυμα διαβάζει «Με την απάτη σου κατάφερες να με βάλεις να ξαναμαλλώσω με την γυναίκα μου. Τελικά είσαι ένας μεγάλος απατεώνας, εύχωμαι [sic] τα λεφτά που μας έκλεψες να τα φάεις στην αρώστεια [sic] σου απατεώνα». Στις επίδικες αυτές φράσεις πρέπει να αποδοθεί το φυσικό τους νόημα. Προκύπτει από το συνολικό κείμενο ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας την ορολογία αυτή έχει σκοπό και πρόθεση να προσβάλει τον παραπονούμενο και οι λέξεις που χρησιμοποιεί του προσδίδουν τον χαρακτήρα ανέντιμου ανθρώπου και κλέφτη. Εκφράζουν επίσης την προσδοκία ο παραπονούμενος να ασθενήσει και να δαπανήσει χρήματα που ο παραπονούμενος θεωρεί ότι προσπορίστηκε ανέντιμα στην αποθεραπεία του. Κρίνω ότι οι λέξεις «απατεώνα» συγκεκριμένες φράσεις είναι κατάφορα προσβλητικές για τον παραπονούμενο. Η θέση της υπεράσπισης είναι ότι το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί γιατί οι ενέργειες του παραπονούμενου δείχνουν ότι οι συγκεκριμένοι χαρακτηρισμοί συνιστούν αληθινή περιγραφή της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα του και εκφράζουν την πραγματικότητα. Θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Από το λεκτικό του άρθρου 149
(6)(α) του Ν. 112(Ι)/2004 αλλά και από τη διατύπωση και τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομοθεσίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών που εισάγει στο Κυπριακό δίκαιο, προκύπτει ότι ο νόμος αυτός έχει ρυθμιστικό χαρακτήρα. Συνεπώς τα αδικήματα που δημιουργεί, περιλαμβανομένου και του επίδικου αδικήματος, πρέπει να αντικρίζονται ως αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης. Δεν χρειάζεται να υπεισέρχεται το Δικαστήριο στις προθέσεις των μερών ούτε να εξάγει συμπεράσματα κατά πόσο ένας προσβλητικός χαρακτηρισμός περιγράφει πιστά τον αποδέκτη του. Συνεπώς θα ήταν εκτός του πλαισίου της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης να εξετάσω και να καταλήξω σε συμπέρασμα εάν οι ενέργειες και προθέσεις του παραπονούμενου ήταν τέτοιες ώστε πράγματι ο επίδικος χαρακτηρισμός να συνιστά πραγματική περιγραφή του. Το επίδικο αδίκημα διαπράττεται όταν, αντικειμενικά κρινόμενο, ένα μήνυμα που απεστάλη μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών έχει κατάφωρα προσβλητικό ή απειλητικό χαρακτήρα. Σε σχέση με το κατά πόσο το εν λόγω μήνυμα είναι και απειλητικό, στην προκειμένη περίπτωση, δεν διακρίνω να περικλείει κάποια απειλή οπόταν δεν μπορώ να καταλήξω σε αντίστοιχο συμπέρασμα. Όμως, για τους λόγους που εξήγησα θεωρώ ότι το μήνυμα έχει κατάφορα προσβλητικό χαρακτήρα. Το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν το επίδικο μήνυμα είναι κατάφωρα προσβλητικό είτε είναι απειλητικό. Συνεπώς, ενόψει της κατάληξης ότι πρόκειται για κατάφωρα προσβλητικό μήνυμα, το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται. Προχωρώ στη 2η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα κατάφωρα προσβλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «συγχαρητήρια που κατάφερες να με κλέψεις» και «σαν δεν ντρέπεσαι τα μούτρα σου αρχιαπατεώνα». Το μήνυμα αυτό περιλαμβάνεται στη δέσμη του Τεκμηρίου 4 και το απέστειλε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο στις 14.11.2016 και ώρα 10:
  1. Για τους ίδιους λόγους που εξήγησα σε σχέση με την 1η κατηγορία, θεωρώ ότι οι επίδικες φράσεις, αντικειμενικά κρινόμενες, έχουν κατάφορα προσβλητικό χαρακτήρα αφού ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αποκαλεί τον παραπονούμενο κλέφτη και απατεώνα. Συνεπώς το αδίκημα της 2ης κατηγορίας στοιχειοθετείται. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα κατάφωρα προσβλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «σε έζησα να και προσωπικά να με κλέβεις στην υπόθεση με τη γυναίκα μου». Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτά μήνυμα με τέτοιο περιεχόμενο. Αναφορά σε αυτό το μήνυμα υπάρχει μόνο στην κατάθεση του παραπονούμενου Τεκμήριο 7 όπου ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι η φράση αυτή περιλαμβάνεται σε μήνυμα που του απέστειλε ο κατηγορούμενος στις 14.11.2016 και ώρα 11:
  2. Όμως τέτοιο μήνυμα δεν έχει παρουσιαστεί. Ενόψει των επιφυλάξεων που έχω εκφράσει αναφορικά με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, επειδή δεν έχει παρουσιαστεί το αντίστοιχο μήνυμα, αυτή μόνο η αναφορά του παραπονούμενου δεν κρίνεται επαρκής για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι το συγκεκριμένο μήνυμα είχε αποσταλει. Συνεπώς το αδίκημα της 3ης κατηγορίας δεν στοιχειοθετείται. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα απειλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «οπότε αν εσύ κατάφερες να με κάνεις να ξανατσακωθώ με τη γυναίκα μου θα πρέπει να σου ανταποδώσω». Το συγκεκριμένο μήνυμα περιλαμβάνεται στη δέσμη αλληλογραφίας του Τεκμηρίου 4 και είναι παραδεκτό ότι στάλθηκε από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο για ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, επομένως, πληρούνται. Για να έχει διαπραχθεί το αδίκημα θα πρέπει επίσης το περιεχόμενο του μηνύματος να είναι απειλητικό. Η έννοια της «απειλής» δεν ορίζεται στον Ν. 112(Ι)/
  3. Πρέπει, θεωρώ, να της αποδοθεί η κυριολεκτική ερμηνεία της. Ο όρος παραπέμπει σε μια δυσάρεστη εξέλιξη ή κίνδυνο να επισυμβεί κάτι δυσάρεστο σε σχέση με τη σωματική ακεραιότητα, ασφάλεια ή δικαιώματα του αποδέχτη της απειλής ή οικείων του προσώπων, ή περιουσίας. Πρέπει επίσης, θεωρώ, στην αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου το απειλητικό σχόλιο να αφορά κίνδυνο που να υπάρχει μια λογική προσδοκία να πραγματωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη φράση προσεγγίζεται και ερμηνεύεται σε συνάρτηση με ολόκληρο το μήνυμα στο οποίο περιέχεται. Δεν μπορεί να απομονωθεί και να γίνει προσπάθεια να ερμηνευθεί, αποσπασματικά, αποκομμένη από το κείμενο του οποίου αποτελεί μέρος. Περιλαμβάνεται σε μήνυμα που είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την επίδικη ημέρα και ώρα 11:12πμ (Τεκμήριο 4). Το σύνολο του μηνύματος γράφει ότι «επίσης θα συμπεριλάβω στην έκθεση μου τις εξόδους με τις κοπέλλες, τόσο τις κυπραίες όσο και την Ρωσσίδα καθώς [sic] και το φαγητό στους μύλους και τια [sic] άλλα, οπότε αν εσύ κατάφερες να με κάνεις να ξανατσακωθώ με την γυναίκα μου θα πρέπει να σου το ανταποδώσω.» Δεν συμφωνώ ότι η επίδικη φράση μπορεί να θεωρηθεί ως απειλή ώστε να εμπίπτει στο αδίκημα του άρθρου 149
(6)(α) του Ν. 112(Ι)/
  1. Δεν εκφράζει και δεν αποτυπώνει ενδεχόμενη ζημιά ή βλάβη στον παραπονούμενο, στη σωματική ακεραιότητα του ιδίου ή οικείων του προσώπων ή σε περιουσία ή δικαίωμα του. Κρίνω ότι ο νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να ποινικοποιήσει το ενδεχόμενο να προκαλέσει ο κατηγορούμενος «τσακωμό» μεταξύ συντρόφων. Τέτοια ερμηνεία θα συνιστούσε στρέβλωση της σχετικής διάταξης. Συνεπώς, καταλήγω ότι το αδίκημα της 4ης κατηγορίας δεν στοιχειοθετείται. Προχωρώ στην 5η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα κατάφορα προσβλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «συγχαρητήρια που κατάφερες να κλέψεις ένα φίλο». Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτά μήνυμα με τέτοιο περιεχόμενο. Αναφορά σε αυτό το μήνυμα υπάρχει μόνο στην κατάθεση του παραπονούμενου Τεκμήριο 7, όπου ο παραπονούμενος αναφέρει ότι η φράση αυτή περιλαμβάνεται σε μήνυμα που του απέστειλε ο κατηγορούμενος στις 14.11.2016 και ώρα 10:
  2. Όμως τέτοιο μήνυμα δεν έχει παρουσιαστεί. Επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω επί αυτού, για την 3η κατηγορία. Για τους ίδιους λόγους, η συγκεκριμένη κατηγορία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα κατάφωρα προσβλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «επίσης έχω μαρτυρία και από τον ευαγόρου και από τον υπάλληλο μου για την υπόθεση που σου έδωσα να χειριστείς ότι τους απείλησες και τους έβρισες» καθώς και ότι «επίσης από τη Βερόνικα που σου έστειλα για πελάτισσα για εξύβριση και απάτη και παρενόχληση». Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτά μήνυμα με τέτοιο περιεχόμενο. Αναφορά σε αυτό το μήνυμα υπάρχει μόνο στην κατάθεση του παραπονούμενου Τεκμήριο 7, όπου αυτός αναφέρει ότι η συγκεκριμένη φράση περιλαμβάνεται σε μήνυμα που του απέστειλε ο κατηγορούμενος στις 14.11.2016 και ώρα 10:
  3. Όμως τέτοιο μήνυμα δεν έχει παρουσιαστεί. Για τους ίδιους λόγους που εξήγησα σε σχέση με την 3η και 5η κατηγορία, κρίνω ότι η συγκεκριμένη κατηγορία επίσης δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέστειλε μήνυμα απειλητικού χαρακτήρα μέσω δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, ήτοι ότι απέστειλε στον παραπονούμενο γραπτό μήνυμα στο οποίο του έγραψε «οπότε πρέπει να έχεις και εσύ τις συνέπειες.» Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτά μήνυμα με τέτοιο περιεχόμενο. Αναφορά σε αυτό το μήνυμα υπάρχει μόνο στην κατάθεση του παραπονούμενου Τεκμήριο 7, όπου εκείνος αναφέρει ότι η φράση περιλαμβάνεται σε μήνυμα που του είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος στις 14.11.2016 και ώρα 11:
  4. Όμως τέτοιο μήνυμα δεν έχει παρουσιαστεί. Για τους ίδιους λόγους που ισχύουν στην περίπτωση της 3ης, 5ης και 6ης κατηγορίας, καταλήγω ότι ούτε η 7η κατηγορία μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Από τα όσα εξήγησα πιο πάνω προκύπτει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 3η, 4η, 5η, 6η και 7η κατηγορία. Κρίνεται ένοχος στην 1η και 2η κατηγορία. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.