← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 14861/19, 30/7/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 14861/19, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14861/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Σοφοκλέους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30/7/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κος Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενο: κος Τονικίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία στην οποία δήλωσε μη παραδοχή με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αφορά αποφυγή παραχώρησης ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση για σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης αλκοόλης στην εκπνοή του, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν.174/86, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι 10/2/
  1. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφύλακα XXXXX κύριο XXXXX Λουκαΐδη (στο εξής ΜΚ1) και τον Αστυφύλακα XXXXX κύριο XXXXX Πολυκάρπου (στο εξής ΜΚ2). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, το περιεχόμενο της οποίας αναγνώρισε και υιοθέτησε. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης ανίχνευσης αλκοόλης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 10/2/2019 και ώρα 04:00 στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία, ενώ βρισκόταν σε έλεγχο τροχαίας, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Από τον έλεγχο, διαπίστωσε ότι το όχημα οδηγούσε ο Κυριάκος Σοφοκλέους (Κατηγορούμενος). Διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ, έτσι αφού του επίστησε την προσοχή στο νόμο, του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση ελέγχου ανίχνευσης αλκοόλης με τη μηχανή υπ' αριθμό 49494, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν 32 εκατοµµυριοστά του γραµµαρίου (microgrammes) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) εκπνοής αντί 9 που ήταν το όριο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, η ώρα διεξαγωγής της προκαταρκτικής εξέτασης ήταν 04:
  3. Μετά από παρέλευση 10 λεπτών, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο - ο οποίος δεν είχε καταναλώσει κάτι στο μεσοδιάστημα - να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση με τη συσκευή 80-004783, η οποία βρισκόταν στην κινητή μονάδα «άλκοτεστ». Πριν προχωρήσει με τη διαδικασία λήψης δειγμάτων εκπνοής, εξήγησε στον Κατηγορούμενο τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και του εξήγησε ότι άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης ικανοποιητικού δείγματος συνιστά ποινικό αδίκημα. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Ο Κατηγορούμενος απέτυχε να δώσει δύο δείγματα εκπνοής για ανάλυση, παρόλο που προσπάθησε να φυσήξει. Ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και ο Κατηγορούμενος απάντησε «συγνώμη». Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, έντυπο αποτέλεσμα που εκτυπώθηκε από τη συσκευή τελικής εξέτασης. Ο ΜΚ1 υπέγραψε την σχετική ένδειξη που εκτυπώθηκε από τη συσκευή τελικής εξέτασης (Τεκμήριο 4), το αποτέλεσμα της οποίας ήταν «insufficient sample». Η ώρα αποτελέσματος ήταν η 04:14:
  4. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος φύσησε κανονικά απλώς η μηχανή δεν λειτουργούσε ορθά, διαφώνησε και απάντησε ότι η μηχανή λειτουργούσε ορθά και γι' αυτό έβγαλε αποτέλεσμα «insufficient sample». Ανάφερε επίσης ότι ο τελευταίος έλεγχος της συγκεκριμένης συσκευής (last calibration) ήταν την 1/2/
  5. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι είναι υπεύθυνος για την επιδιόρθωση, συντήρηση και έλεγχο των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης, τόσο για συσκευές προκαταρτικής όσο και για συσκευές τελικής εξέτασης. Είναι απόφοιτος από τον Κλάδο Ηλεκτρονικών της Τεχνικής Σχολής και έχει παρακολουθήσει σειρά εκπαιδεύσεων στο εξωτερικό, από τις κατασκευάστριες εταιρείες των συσκευών ελέγχου αλκοόλης. Η συσκευή τελικού ελέγχου με αριθμό 80-004783 έχει λάβει την απαραίτητη από τον νόμο πιστοποίηση. Για τις συσκευές τελικού ελέγχου, ο κατασκευαστής προνοεί έλεγχο τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Αμέσως μετά από κάθε έλεγχο, ο ΜΚ2 προβαίνει σε σχετική καταχώρηση σε μητρώο που διατηρεί, στο οποίο καταχωρεί την ημερομηνία ελέγχου. Στις μηχανές για τελική εξέταση, μετά την παρέλευση 6 μηνών η συσκευή «αυτόματα μπλοκάρει» (όπως ανέφερε) και δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή ελέγχου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, τελευταία ημερομηνία ελέγχου της συσκευής με αριθμό 80-004783 πριν από τις 10/2/2019 ήταν η 1/2/
  6. Ο ΜΚ2 συμβουλεύτηκε ως έγγραφο για φρεσκάρισμα μνήμης, μητρώο στο οποίο καταγράφει πότε προβαίνει σε τεχνικό έλεγχο κάποια συσκευής. Σύμφωνα με το μητρώο αυτό, η τελευταία ημερομηνία ελέγχου (πριν τις 10/2/2019 που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο ως ημερομηνία διάπραξης) ήταν η 30/1/
  7. Ο ΜΚ2 παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει γιατί υπάρχει αυτή η απόκλιση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του επεξήγησε τα δικαιώματά του, τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι πριν τον σταματήσει η αστυνομία για έλεγχο, βρισκόταν σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης από το οποίο αναχώρησε στις 04:
  8. Από την αναχώρησή του από το νυχτερινό κέντρο όπου βρισκόταν, μέχρι να τον σταματήσει η αστυνομία, παρήλθαν περίπου τρία ως πέντε λεπτά. Όταν είχε σταματήσει μετά από σήμα της αστυνομίας, είχε παρκάρει λίγο «άτσαλα», έτσι ο αστυφύλακας του ζήτησε να μετακινηθεί για να μην εμποδίζει τη διέλευση άλλων οχημάτων. Σε σχετική ερώτηση του αστυφύλακα, απάντησε ότι είχε καταναλώσει λίγη μπύρα. Ο αστυφύλακας του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και χωρίς να του πει το αποτέλεσμα, του ζήτησε να μετακινηθεί σε παρακείμενο αστυνομικό όχημα τύπου βαν για τελική εξέταση. Μετά την τελική εξέταση, η συσκευή εξέδωσε έντυπο αποτέλεσμα το οποίο υπόγραψαν, τόσο ο αστυφύλακας που τον υπέβαλε σε έλεγχο όσο και ο Κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, ο αστυφύλακας ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί καθώς δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε να υποβληθεί σε νέο έλεγχο αλλά ο αστυφύλακας αρνήθηκε να του δώσει δεύτερη ευκαιρία. Από την ώρα που υποβλήθηκε στην προκαταρκτική εξέταση μέχρι την τελική εξέταση είχαν παρέλθει περίπου δύο με τρία λεπτά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου ενόρκως. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, καθώς επίσης και της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορουμένου, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπ' όψιν μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθεσε αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Σύμφωνα με τη νομολογία, η ανώμοτη δήλωση ενός Κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, Pantelis Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Γεωργίου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ 515, Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22) Σημειώνεται επίσης πως η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129) ούτε μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας,
(2010)2 ΑΑΔ 397 και Θεοχάρους ανωτέρω). Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Προσέφερε τη μαρτυρία του με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Ο ΜΚ2 κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνος για την επιδιόρθωση, συντήρηση και έλεγχο των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του. (βλ. Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη
(2014)στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτόν, το Δικαστήριο διαμορφώνει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων, αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Η εμπειρία ή εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από το αντικείμενο της εξέτασης (βλέπε Ανδρέου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 209/2020, ημερομηνίας 20 Ιουλίου 2021). Με βάση την εκπαίδευση και πείρα που απέκτησε ο ΜΚ2, έχω ικανοποιηθεί ότι κατέχει τις απαραίτητες γνώσεις για δώσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς τα θέματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει. Ο ΜΚ2 μου άφησε θετική εντύπωση. Προσέφερε τη μαρτυρία του με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Ο ΜΚ2, παρά την έντονη και μακρά αντεξέταση ήταν σταθερός στις θέσεις του. Δεν δίστασε να παραδεχτεί, ότι δεν μπορούσε να δώσει κάποιαν εξήγηση ως προς τον λόγο που στο μητρώο καταχώρησης των ελέγχων η ημερομηνία τελευταίου ελέγχου της συσκευής 80-004783 ήταν 30/1/2019, ενώ στο Τεκμήριο 4 αναγράφεται ως ημερομηνία τελευταίου ελέγχου η 1/2/2019. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΚ2, ότι σε περίπτωση που δεν γίνει έλεγχος της συγκεκριμένης συσκευής μετά από παρέλευση 6 μηνών από τον τελευταίο έλεγχο, η συσκευή δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή ελέγχου. Συνεπώς, παρά τη λάθος καταχώρηση στο μητρώο που χρησιμοποίησε για φρεσκάρισμα μνήμης, αποδέχομαι τη θέση του ΜΚ2, ότι η συσκευή 80-004783 λειτουργούσε κανονικά κατά την ημερομηνία διεξαγωγής του ελέγχου, εφόσον η μηχανή εξέδωσε αποτέλεσμα με την ένδειξη «insufficient sample». Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκαν για έλεγχο του Κατηγορουμένου, είχαν προηγουμένως λάβει την απαραίτητη πιστοποίηση από την Αρµόδια Αρχή Πιστοποίησης (βλέπε Τεκμήρια 5 και 6). Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις, αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Άρθρο 6 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, ως ίσχυε στις 10/2/2019: 6.—
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνοµικός έχει εύλογον υποψίαν ότι— (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχηµα επί τινος οδού ή ετέρου δηµοσίου χώρου έχει εις το σώµα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκηµα καθ' ον χρόνον το όχηµα ευρίσκεται εν κινήσει· ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχηµα επί τινος οδού ή ετέρου δηµοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώµα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώµα αυτού αλκοόλην· ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχηµα επί τινος οδού ή ετέρου δηµοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκηµα καθ' ον χρόνον το όχηµα ευρίσκετο εν κινήσει· δύναται, τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγµα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν. Άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, ως ίσχυε στις 10/2/2019: 7.—
(1)Προς τον σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγµα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκηµα κατά παράβασιν των διατάξεων τον άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνοµικός δύναται, τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγµατα εκπνοής διά τελικήν εξέτασιν µετά παρέλευσιν δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγµής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγµα εκπνοής διά την προκαταρκτικήν εξέτασιν: .....
(2)Η παραχώρησις δείγµατος εκπνοής, συµφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου
(1), δέον όπως γίνεται εις τον πλησιέστερον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισµός.
(3)Εάν κατά την τελικήν εξέτασιν των δύο δειγµάτων εκπνοής των παραχωρηθέντων δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προκύψωσι διάφοροι ενδείξεις περί της ποσότητος αλκοόλης εις την παραχωρηθείσαν εκπνοήν, λαµβάνεται υπ' όψιν διά τους σκοπούς του παρόντος Νόµου η χαµηλοτέρα ένδειξις.
(4)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως µεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισµός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγµα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάµει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήµατος.
(5)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνοµικός ζητεί παρ' οιουδήποτε προσώπου όπως παράσχη δείγµα εκπνοής δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ούτος υποχρεούται όπως επιστήση την προσοχήν του τοιούτου προσώπου ότι η άρνησις ή αποφυγή παραχωρήσεως του ζητηθέντος δείγµατος δυνατόν να συνιστά ποινικόν αδίκηµα. Άρθρο 2 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, ως ίσχυε στις 10/2/2019: «δείγµα εκπνοής» σηµαίνει τοιαύτην ποσότητα εκπνοής η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως· «εκπνοή» σηµαίνει τον εκπνεόµενον αέρα κατά την φυσικήν λειτουργίαν της αναπνοής· «έντυπον αποτέλεσµα» σηµαίνει την ένδειξιν περί της ποσότητος ή του ποσοστού αλκοόλης του περιεχοµένου εις εξετασθέν δείγµα εκπνοής, την αυτοµάτως παραγοµένην υπό συσκευής και αποτυπουµένην επί τεµαχίου χάρτου ή ετέρου υλικού· «προκαταρκτική εξέταση» σηµαίνει την εξέταση δείγµατος εκπνοής προσώπου µε συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης· «πρότυπον» κέκτηται την έννοιαν την αποδιδοµένην εις τον όρον τούτον υπό των περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητος Νόµων· «συσκευή προακαταρκτικής εξέτασης» σηµαίνει κάθε συσκευή που παρέχει ενδεικτική µέτρηση της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή προσώπου και η οποία πληροί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται µε διάταγµα του Υπουργού που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας· «συσκευή τελικής εξέτασης» σηµαίνει κάθε συσκευή που προσδιορίζει την ποσότητα ή το ποσοστό αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή προσώπου, πληροί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται µε διάταγµα του Υπουργού που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας και παράγει έντυπο αποτέλεσµα· «τελική εξέταση» σηµαίνει την εξέταση δείγµατος εκπνοής προσώπου µε συσκευή τελικής εξέτασης· Άρθρο 5Α του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86,, ως ίσχυε στις 10/2/2019 5Α.—
(1)Ο Υπουργός, µε διάταγµα του που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας, καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης.
(2)Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει διατάγµατα µε τα οποία προστίθενται, ακυρώνονται ή τροποποιούνται πρότυπα για τις συσκευές ανίχνευσης ή προσδιορισµού αλκοόλης στην εκπνοή.
(3)Η πιστοποίηση ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης πληρούν τα πρότυπα τα οποία έχουν καθοριστεί από τον Υπουργό, γίνεται από την αρµόδια αρχή πιστοποίησης.
(4)Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται µόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρµόδια αρχή πιστοποίησης. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει, μεταξύ άλλων, την υπόθεσή της για καταδίκη του Κατηγορουμένου στο έντυπο αποτέλεσμα που εξέδωσε η συσκευή τελικής εξέτασης, σύμφωνα με το οποίο το αποτέλεσμα του ελέγχου ήταν «insufficient sample». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Προδήλως το ζήτημα προς εξέταση είναι αν σε κάθε περίπτωση που κατά την τελική εξέταση, εμφανίζεται στη συσκευή η ένδειξη «insufficient» και που σημαίνει ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, μπορεί τούτο να ερμηνεύεται ότι άνευ άλλου τινός σημαίνει ή εξυπακούεται ότι σημαίνει ότι το υποκείμενο στον έλεγχο άτομο « ... αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχει δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθεί παρ' αυτού ..» εν τη εννοία του σχετικού Άρθρου 7
(4)του Νόμου (ανωτέρω). Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα εκπνοής. Η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν θεμελιώνει από μόνη της τέτοια συμπεριφορά. Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Στη μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παύλου Αραμπίδη
(2013)2 ΑΑΔ 713 το Εφετείο προσέγγισε το θέμα διαφορετικά. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Προκύπτει δηλαδή ότι υπάρχει διαφορετική προσέγγιση μεταξύ των δύο πιο πάνω αποφάσεων. Το πιο πάνω θέμα απασχόλησε τον αδερφό Δικαστή Χρ. Ρασπόπουλο στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Fodotova, Αρ. Υπόθεσης: 12361/16, 20/7/2018, το σκεπτικό του οποίου υιοθετώ. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Κατ' αρχάς επισημαίνω, ότι δεν θεωρώ ότι υπάρχει διαφοροποίηση στην προσέγγιση και ερμηνεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε η αναγραφή στο σχετικό έντυπο που εκδίδει η συσκευή είναι «insufficient sample» όπως ήταν η ένδειξη στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω) ή «no breath flow detected - no specimen» όπως ήταν η ένδειξη στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Η φράση «insufficient sample» είναι σίγουρα ευρύτερη από την φράση «no breath flow detected - no specimen». Η ουσία όμως έγκειται στο ότι η απόφαση Αραμπίδη εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που «ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα» (αυτούσιο απόσπασμα από την απόφαση Αραμπίδη). Μετά από αυτή την επισήμανση προχωρώ να εξετάσω ποια από τις δύο αποφάσεις θα τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Χρήσιμη και ίσως βοηθητική παραπομπή σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις έχω κάνει σε απόφαση μου στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.
  1. Ερμηνεύοντας λοιπόν την νομοθετική πρόνοια του άρθρου 7 του ν.174/1986 καταλήγω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της συσκευής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο, μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη,. Αυτό που απομένει στον οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας.» Ευρήματα και εφαρμογή στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος Στις 10/2/2019 και ώρα 04:00 στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία, ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν σε έλεγχο τροχαίας, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Από τον έλεγχο διαπίστωσε ότι το όχημα οδηγούσε ο Κυριάκος Σοφοκλέους (Κατηγορούμενος). Διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ, έτσι αφού του επίστησε την προσοχή του στο Νόμο, ζήτησε στις 04:00 από τον Κατηγορούμενο να υποβληθεί σε προκαταρκτική εξέταση «άλκοτεστ» με τη μηχανή υπ' αριθμό 49494, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν 32 εκατοµµυριοστά του γραµµαρίου (microgrammes) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) εκπνοής αντί 9 που ήταν το επιτρεπόμενο όριο. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι σταμάτησε τον Κατηγορούμενο για έλεγχο στις 04:00 και ότι τον υπέβαλε σε έλεγχο επίσης στις 04:
  3. Αποδέχομαι ότι μέσα στο ίδιο λεπτό, πρόλαβαν να μεσολαβήσουν τα γεγονότα που περιγράφει ο ΜΚ1 μεταξύ της στάσης του οχήματος του Κατηγορουμένου και της διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης. Στις 04:11:46, αφού παρήλθαν τα 10 λεπτά που ορίζει ο Νόμος, ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να υποβληθεί σε τελική εξέταση, δηλαδή να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση με τη συσκευή 80-004783, η οποία βρισκόταν στην κινητή μονάδα «άλκοτεστ». Ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταναλώσει κάτι στο μεταξύ. Πριν προχωρήσει με τη διαδικασία λήψης δειγμάτων εκπνοής, εξήγησε στον Κατηγορούμενο τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, του εξήγησε ότι άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης ικανοποιητικού δείγματος συνιστά ποινικό αδίκημα και ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Ο Κατηγορούμενος απέτυχε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για ανάλυση. Ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και ο Κατηγορούμενος απάντησε «συγνώμη». Η συσκευή τελικής εξέτασης εκτύπωσε το έντυπο αποτέλεσμα (Τεκμήριο 4) το αποτέλεσμα της οποίας ήταν «insufficient sample». Η ώρα αποτελέσματος ήταν η 04:14:
  4. Τόσο η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης όσο και η συσκευή τελικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκαν για έλεγχο του Κατηγορουμένου, είχαν προηγουμένως λάβει την απαραίτητη πιστοποίηση από την Αρμόδια Αρχή Πιστοποίησης. Η συσκευή 80-004783 λειτουργούσε κανονικά κατά τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω ευρήματα στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος: · Ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα ανακόπηκε από αστυνομικό για έλεγχο. · Υπήρχε εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ είχε στο σώμα του ποσότητα αλκοόλης αφού μύριζε έντονα αλκοόλ. · Αφού του επεστήθη η προσοχή του στον Νόμο υπεβλήθηκε σε προκαταρκτική εξέταση το αποτέλεσμα της οποίας ήταν 32 εκατοµµυριοστά του γραµµαρίου (microgrammes) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) εκπνοής αντί 9 που ήταν το όριο. · Η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκε ήταν δεόντως πιστοποιημένη από την Αρμόδια Αρχή Πιστοποίησης. · Μετά από παρέλευση 10 λεπτών, και αφού του επεξηγήθηκε ο τρόπος λειτουργίας της συσκευής τελικής εξέτασης και του επεστήθη η προσοχή του στον Νόμο, ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση. · Η συσκευή τελικής εξέτασης που χρησιμοποιήθηκε ήταν δεόντως πιστοποιημένη από την Αρμόδια Αρχή Πιστοποίησης και λειτουργούσε κανονικά. · Ο Κατηγορούμενος απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, με αποτέλεσμα η συσκευή τελικής εξέτασης να καταγράψει τελικό αποτέλεσμα «insufficient sample». Κατάληξη Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.