← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. APOSTOLAKOUDIS, Αρ. Υπόθεσης: 22628/19, 5/7/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. APOSTOLAKOUDIS, Αρ. Υπόθεσης: 22628/19, 5/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22628/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX APOSTOLAKOUDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5/7/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κος Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενο: κος Κκαΐλης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία στην οποία δήλωσε μη παραδοχή με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αφορά αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 9 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/72), όπως τροποποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και μια δεύτερη κατηγορία στην οποία όμως αθωώθηκε και απαλλάχτηκε εκ πρώτης όψεως. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 18/6/19 στη συμβολή των οδών Τζων Κέννετυ και Καστοριάς, στη Λευκωσία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX89 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, την κυρία XXXXX Ιορδάνου (στο εξής ΜΚ1), τον Αστυφύλακα XXXXX κύριο XXXXX Κυριάκου (στο εξής ΜΚ2) και τον κύριο Χρίστο Γεωργίου (στο εξής ΜΚ3). Η ΜΚ1 κατάθεσε ως Έγγραφο Α, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία αφού αναγνώρισε και ανάφερε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της, την ανέγνωσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, στις 18/6/2019 και περί τις 21:30, οδηγούσε στη Λεωφόρο Τζων Κέννετυ και ακολουθούσε το όχημα του Κατηγορούμενου. Πλησιάζοντας την οδό Καστοριάς, ο Κατηγορούμενος έστριψε ξαφνικά δεξιά και αφού εισήλθε ελάχιστα με διαγώνια κλίση στην αντίθετη κατεύθυνση, έθεσε σε λειτουργία τον ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης (πορτοκαλί φως) χωρίς να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος έστριψε απότομα δεξιά χωρίς να προειδοποιήσει για την πρόθεση του να το πράξει. Παράλληλα, μια μοτοσικλέτα που ακολουθούσε το όχημα της ΜΚ1 την προσπέρασε από δεξιά και την στιγμή που επιχειρούσε προσπέρασμα του οχήματος του Κατηγορουμένου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε στροφή δεξιά, η μοτοσικλέτα βρισκόταν στο πλάι του οχήματος του. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην οδό Καστοριάς, χρησιμοποιώντας την πορεία που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1 ως «Β1». Διαφώνησε με την πορεία που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1 ως «Β». Σημείωσε στο Τεκμήριο 1 τα σημεία που κατά την άποψη της, ήταν το σημείο σύγκρουσης (κόκκινη κουκκίδα) και το τελικό σημείο που κατέληξε η μοτοσικλέτα μετά τη σύγκρουση (κόκκινος κύκλος). Η ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε το ως άνω προπορευόμενο όχημα. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο αστυφύλακας XXXXX κύριος XXXXX Κυριάκου (στο εξής ο ΜΚ2). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επισκέφθηκε την σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος περί τις 21:

  1. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, όταν κατέφθασε στη σκηνή βρήκε μόνο τον Κατηγορούμενο. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε ήδη μεταφερθεί στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση. Στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ετοίμασε το Τεκμήριο 1, το οποίο ο Κατηγορούμενος υπόγραψε ως ορθό. Η Λεωφόρος Τζων Κένετυ στη Λευκωσία είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Στη μέση χωρίζεται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή, αλλά στο σημείο της σύγκρουσης, η γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας ήταν διακεκομμένη. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας και ο Κατηγορούμενος είχαν ορατότητα 80 μέτρα. Στις 27/6/2019 μετέβηκε με τον οδηγό της μοτοσικλέτας στο σημείο της σκηνής του δυστυχήματος, όπου ο τελευταίος διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που υποδείχτηκε από τον Κατηγορούμενο και καταγράφηκε στο Τεκμήριο 1 με το γράμμα «Χ». Ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπέδειξε στον ΜΚ2 το σημείο σύγκρουσης (σύμφωνα με τη δική του θέση), το οποίο ο τελευταίος σημείωσε με το γράμμα «Χ1». Η ΜΚ1 του υπέδειξε επίσης ως σημείο σύγκρουσης το σημείο «Χ1». Τελευταίος εκ μέρους της Κατηγορούσας αρχής έδωσε μαρτυρία ο ΜΚ3, ο οποίος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας που συγκρούστηκε με το όχημα του Κατηγορούμενου και παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, στις 18/6/2019 και περί ώρα 21:30, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX64 στη Λεωφόρο Κένετυ στη Λευκωσία, με κατεύθυνση από οδό Ελευθερουπόλεως προς Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ με ταχύτητα 40 ΧΑΩ. Λίγο πριν το σημείο της συμβολής της Λεωφόρου Κένετυ με την οδό Καστοριάς, προσπέρασε το προπορευόμενο του όχημα (που οδηγούσε η ΜΚ1) και καθώς επιχειρούσε προσπέρασμα του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στο σημείο που ο ΜΚ3 υπέδειξε στο Τεκμήριο 1 ως σημείο «Χ1». Σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος δεν είχε προηγουμένως θέσει σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης (πορτοκαλί φως). Από την σύγκρουση, ο ΜΚ3 και η μοτοσικλέτα του δεν ανατράπηκαν στο έδαφος, αλλά ο ΜΚ3 τραυματίστηκε και οδηγήθηκε με ασθενοφόρο σε νοσοκομείο. Μετά τη σύγκρουση, ο ΜΚ3 μετακίνησε τη μοτοσικλέτα του σε κάποιο σημείο πλησίον του σημείου της σύγκρουσης και ο Κατηγορούμενος μετακίνησε το όχημα του λίγο πιο μπροστά από το σημείο που βρισκόταν. Σε σχέση με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 1), ο ΜΚ3 ανέφερε ότι διαφωνεί με τα σημεία «Β» και «Χ» που δείχνουν την πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου και το σημείο σύγκρουσης αντίστοιχα. Ο ΜΚ3 υπέδειξε ως ορθά το σημείο «Β1» αναφορικά με την πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου και το «Χ1» ως το σημείο σύγκρουσης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο στην πρώτη κατηγορία και τον αθώωσε στη δεύτερη κατηγορία, με το σκεπτικό που αναφέρεται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 21/5/
  2. Κατόπιν τούτου, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην πρώτη κατηγορία και επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΜΧΕ489 στη Λεωφόρο Κένετυ στη Λευκωσία, με κατεύθυνση από οδό Ελευθερουπόλεως προς Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ΄, με ταχύτητα 40 ΧΑΩ. Στο σημείο συμβολής της Λεωφόρου Κένετυ με την οδό Καστοριάς, ελάττωσε ταχύτητα, σχεδόν σταμάτησε και έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης (πορτοκαλί φως). Στη συνέχεια έλεγξε τα καθρεφτάκια του οχήματος (εξωτερικό και εσωτερικό) και την αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης και αφότου βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, επιχείρησε στροφή δεξιά για να εισέλθει στην οδό Καστοριάς. Κατά την προσπάθεια του αυτή, συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα του ΜΚ3, ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο επιχειρούσε προσπέρασμα από δεξιά του. Στη συνέχεια μετακίνησε το αυτοκίνητο του λίγο πίσω για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία, καθώς η τελική του θέση ήταν επικίνδυνη. Αναφορικά με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 1), ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι συμφωνεί με το σημείο «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης και με το σημείο «Β» ως την πορεία που ακολουθούσε το αυτοκίνητο του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα

(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Η ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Προσέφερε την μαρτυρία της με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία της στο σύνολο της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι η ΜΚ1 υπέπεσε σε μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη ζητήματα, οι οποίες όμως ουδόλως έχουν κλονίσει την αξιοπιστία της. Για παράδειγμα η ΜΚ1 φαίνεται να μην ήταν βέβαιη ως προς το κατά πόσον η μοτοσικλέτα του ΜΚ3 είχε ανατραπεί στην άσφαλτο ή όχι, με αποτέλεσμα σε διαφορετικά σημεία να είχε αναφέρει και τις δύο εκδοχές. Σύμφωνα με τη νομολογία, αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας, σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B289, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα έλαβαν χώρα στις 18/6/2019. Η ΜΚ1 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 27/6/2019, δηλαδή 9 ημέρες μετά. Στη συνέχεια έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30/9/2020, δηλαδή περίπου 15 μήνες μετά. Είναι φυσιολογικό, μετά από παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, η ΜΚ1 να μην θυμόταν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.»» Δεν θα συμφωνήσω με τον ισχυρισμό του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ΜΚ1 τελούσε υπό σύγχυση, αφού η εικόνα της από το εδώλιο του μάρτυρα, κάθε άλλο παρά σε πρόσωπο που τελούσε υπό σύγχυση παρέπεμπε. Δεν συμφωνώ ούτε ότι προκύπτει ουσιώδης αντίφαση σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στο Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι στην κατάθεση της (Έγγραφο Α), δεν αναφέρεται κάτι για το σημείο «Χ» του Τεκμηρίου 1. Στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, δεν θυμόταν αν της το είχε υποδείξει ο ΜΚ2 όταν έλαβε από αυτήν κατάθεση. Αυτό δεν επηρεάζει καθόλου την ουσία της υπόθεσης. Στο Δικαστήριο η ΜΚ1 σημείωσε με κόκκινη κουκκίδα το σημείο σύγκρουσης το οποίο απέχει ελάχιστα χιλιοστά από το σημείο «Χ1». Όσον αφορά την αναφορά της ΜΚ1 ότι πριν από τη σύγκρουση βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων από το προπορευόμενο όχημα του Κατηγορουμένου, όντως από τέτοια απόσταση θα ήταν δύσκολο, ίσως και αδύνατο, να ακινητοποιήσει το όχημα της για να αποφύγει σύγκρουση με τον Κατηγορούμενο. Η ΜΚ1 όμως διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν ακριβή απόσταση, αλλά βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας. Δεν συμφωνώ ότι η πιο πάνω αναφορά της ΜΚ1 έχει κλονίσει την αξιοπιστία της. Η ΜΚ1 δεν αξιολογείται για την ικανότητα της να υπολογίζει αποστάσεις αλλά για την αξιοπιστία και ειλικρίνεια της ως προς τα γεγονότα που βίωσε. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα στηριχτεί στη ΜΚ1 για υπολογισμό οποιασδήποτε απόστασης. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο μοναδικός λόγος που κατάφερε η ΜΚ1 να σταματήσει χωρίς να συγκρουστεί με τον Κατηγορούμενο, ήταν γιατί ο Κατηγορούμενος ελάττωσε και έδειξε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Δεν θα συμφωνήσω. Με βάση τη μαρτυρία που έχει ακουστεί, κρίνω ότι ο λόγος οφείλεται στο γεγονός ότι η ΜΚ1 βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας από τον Κατηγορούμενο, η οποία προφανώς ήταν μεγαλύτερη των 3 μέτρων, που η Κατηγορούμενη ανάφερε. Ο ΜΚ2 μου άφησε επίσης θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ήταν σταθερός στη θέση του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα, πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Ο ΜΚ3 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι και αυτού τη μαρτυρία του. Και αυτός ήταν σταθερός στη θέση του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα, πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Σημειώνω τη διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3, ως προς το κατά πόσον ο πρώτος είχε επισκεφτεί τον δεύτερο στο νοσοκομείο για διενέργεια ελέγχου αλκοόλης. Ο μεν πρώτος ανέφερε πως το έπραξε, ο δε δεύτερος πως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Παραπέμπω στα όσα ως άνω αναφέρονται σε σχέση με τη μνήμη μαρτύρων μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, τα οποία βρίσκουν εφαρμογή και σε αυτό το σημείο. Στο συγκεκριμένο σημείο αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος κατέγραψε το γεγονός αυτό και στην κατάθεση του (Έγγραφο Β). Είναι φυσιολογικό, ο ΜΚ3, που είχε εμπλακεί σε δυστύχημα και οδηγήθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, να μη θυμάται λεπτομερώς όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά το δυστύχημα. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ούτε το ότι στο Τεκμήριο 5 που κατέθεσε ο ΜΚ2, οι ζημιές που σημειώνονται στην ζωγραφιστή μοτοσικλέτα φαίνονται στη δεξιά πλευρά. Αυτό προφανώς οφείλεται σε λάθος του ΜΚ2 και δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης εφόσον αποτελεί κοινό έδαφος ότι η μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με την αριστερή της πλευρά στο όχημα του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έχει αφήσει καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού σε αρκετά σημεία ήταν διστακτικός και αμήχανος στις απαντήσεις που έδινε. Ήταν εμφανές ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά για να δώσει τη μαρτυρία που βόλευε την υπεράσπιση του. Τα πιο πάνω αποκαλύπτονταν από τη συνολική παρουσία του Κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα. Παραθέτω στη συνέχεια ένα παράδειγμα από τη μαρτυρία που έδωσε, που αποκαλύπτει την απροθυμία του να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, του ζητήθηκε να δει το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 1). Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν το είχε ξαναδεί στο παρελθόν και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έφερε την υπογραφή του. Ο Κατηγορούμενος ήταν κατηγορηματικός και παρουσιάστηκε απόλυτα βέβαιος στο σημείο αυτό. Σε κατοπινό στάδιο, αφού του υποδείχτηκε ότι ο ΜΚ2 ανέφερε με τη μαρτυρία του ότι ο Κατηγορούμενος υπόγραψε το Τεκμήριο 1 στην παρουσία του, ο Κατηγορούμενος αναδίπλωσε αναφέροντας: «Μάλιστα, για να το λέει ο αστυνομικός δεν μπορώ να το αμφισβητήσω, εν πάση περιπτώσει κύριε Πρόεδρε, πέρασαν 2 χρόνια από τότε.» Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μάρτυρα να θυμάται κάθε λεπτομέρεια μετά από παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Στο συγκεκριμένο σημείο όμως δεν τίθεται θέμα μνήμης. Για να αναγνωρίσει κάποιος την υπογραφή του, δεν χρειάζεται απαραίτητα να θυμάται πότε υπόγραψε. Ήταν φανερό ότι ο Κατηγορούμενος, συνεπαρμένος από τον οίστρο του για να βοηθήσει την υπόθεση του, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ίδια την υπογραφή του. Στη συνέχεια όμως, ίσως γιατί σκέφτηκε ότι ήταν παρακινδυνευμένο να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του ΜΚ2, αναδίπλωσε πλήρως. Τα πιο πάνω, δεν συνάδουν με άτομο που απαντούσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου δεν περιορίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα από τη μαρτυρία του. Γενικότερα, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου με τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν έχω αμφιβολία ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 λένε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και θα προτιμήσω τη μαρτυρία τους. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 22/5/2019): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Ευρήματα Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 18/6/2019 και περί ώρα 21:30, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX89 στη Λεωφόρο Κένετυ στη Λευκωσία, με κατεύθυνση από οδό Ελευθερουπόλεως προς Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ. Λίγο πριν το σημείο συμβολής της Λεωφόρου Κένετυ με την οδό Καστοριάς, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά, ως η πορεία που σημειώνεται στα Τεκμήρια 1 και 2 με το «Β1», με σκοπό να εισέλθει στην οδό Καστοριάς. Σημειώνεται ότι η πορεία που επέλεξε ο Κατηγορούμενος δεν ήταν η κατάλληλη και ενδεδειγμένη, αφού επιχείρησε διαγώνια στροφή δεξιά, εισερχόμενος στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας πριν φτάσει στο ορθό σημείο, από όπου θα ήταν νόμιμο και ασφαλές για να εισέλθει εντός της οδού Καστοριάς. Σημειώνεται επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος έστριψε απότομα δεξιά, χωρίς να προειδοποιήσει επαρκώς και έγκαιρα για την πρόθεση του αυτή, αφού πρώτα εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και μετά έθεσε σε λειτουργία τον ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης (πορτοκαλί φως). Στο σημείο αυτό προτιμώ τη μαρτυρία της ΜΚ1 αντί της μαρτυρίας του ΜΚ3, ο οποίος δεν είχε προσέξει καθόλου τον Κατηγορούμενο να θέτει σε λειτουργία τον ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης. Από το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ1 ήταν σε καλύτερη θέση για να δει τον ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης του οχήματος του Κατηγορουμένου. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ΜΚ3, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX64 και ακολουθούσε το όχημα της ΜΚ1 η οποία ακολουθούσε τον Κατηγορούμενο. Λίγο πριν το σημείο της συμβολής της Λεωφόρου Κένετυ με την οδό Καστοριάς, ο ΜΚ3 προσπέρασε το προπορευόμενο το όχημα της ΜΚ1 και καθώς επιχειρούσε προσπέρασμα του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στο σημείο που αναγράφεται στα Τεκμήρια 1 και 2 με το γράμμα «Χ1». Η κόκκινη κουκκίδα που έθεσε η ΜΚ1 στο Τεκμήριο 1 βρίσκεται σε αμελητέα απόσταση από το σημείο «Χ1» και δεν ανατρέπει τα πιο πάνω ευρήματα. Σε κάθε περίπτωση, προτιμώ το «Χ1» ως το ορθό σημείο, καθώς αυτό υποδείχτηκε από τον ΜΚ3 στον ΜΚ2, σε εγγύτερο χρόνο σε σχέση με την ημερομηνία δυστυχήματος (ο ΜΚ3 υπέδειξε το σημείο «Χ1» στις 27/6/2019 ενώ η ΜΚ1 έθεσε την κόκκινη κουκκίδα στο Τεκμήριο 1 στις 30/9/2020). Εξάλλου, αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι όταν έλαβε κατάθεση από την ΜΚ1, συμφώνησε και αυτή με το «Χ1» ως το σημείο σύγκρουσης. Κρίνω ότι εκ παραδρομής αυτό δεν καταγράφηκε στην κατάθεση της ΜΚ1 (Έγγραφο Α). Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής. Η αμέλεια του συνιστάται στα ακόλουθα σημεία: · Απέτυχε να επιχειρήσει στροφή προς την οδό Καστοριάς από το κατάλληλο και ενδεδειγμένο σημείο από όπου θα ήταν ασφαλές να το πράξει, αφού εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας πρόωρα. · Επιχείρησε στροφή προς την οδό Καστοριάς, χωρίς προηγουμένως να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεση του αυτή προς τους άλλους οδηγούς. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έστριψε απότομα και έθεσε σε λειτουργία τον ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης (πορτοκαλί φως) αφότου ξεκίνησε τη διαδικασία στροφής προς την οδό Καστοριάς. · Επιχείρησε στροφή δεξιά προς την οδό Καστοριάς, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δεν πρόσεξε τον ΜΚ3 που βρισκόταν στα δεξιά του και επιχειρούσε προσπέρασμα με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην πρώτη κατηγορία. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.