Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαυράτσας, Αρ. Υπόθεσης:14836/2017, 7/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B132 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14836/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Μαυράτσας Κατηγορούμενoς Ημερομηνία: 7/7/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Έ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, κατηγορείται ότι, στις 29.10.17 επιτέθηκε, στην αδελφή του XXXXX Μαυράτσου (στο εξής «η παραπονούμενη»), προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο είναι αδέλφια και διέμεναν, μαζί με την μητέρα τους, στην οικία της στην Κοκκινοτριμιθιά. Η οικία ήταν εγγεγραμμένη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επ΄ ονόματι της μητέρας του κατηγορουμένου. Η εν λόγω οικία, σε μεταγενέστερο με τα επίδικα γεγονότα χρόνο, μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της παραπονουμένης. Ακολούθως η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο, όπως αποχωρήσει από αυτήν, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε. Σήμερα ο κατηγορούμενος διαμένει μόνος του. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, αφότου προηγουμένως εγκρίθηκε ως τέτοιο, η κατάθεση του Αστ. XXXXX, XXXXX Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 4). Το εν λόγω πρόσωπο, στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6) και στη συνέχεια τον κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 5). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε, συνολικά, 3 μάρτυρες κατηγορίας, την παραπονούμενη (Μ.Κ 1), την Δρα. Πατριώτου (Μ.Κ 2) και τον Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Μαυρικίου (Μ.Κ 3). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η παραπονούμενη, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, στις 29.10.17, κατά το μεσημέρι, ζήτησε από τον κατηγορούμενο, όπως μεταφέρουν την ίδια και τη μητέρα τους στο νοσοκομείο, λόγω του ότι η τελευταία ήταν άρρωστη και έκανε εμετούς. Αρχικά ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε αλλά μετά άρχισε να της φωνάζει και να της ρίχνει το φταίξιμο ότι ο λόγος που η μητέρα τους αρρώστησε, ήταν λόγω του χαπιού που η ίδια της έδωσε. Τα πνεύματα οξύνθηκαν, και τελικά του ανέφερε ότι θα καλέσει άλλο άτομο ώστε να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο. Όταν το άκουσε αυτό ο κατηγορούμενος θύμωσε περισσότερο και την έσπρωξε στον τοίχο κρατώντας την από τον λαιμό. Προς στιγμή την άφησε, και αφού πέρασαν κάποια λεπτά και η ίδια προσπαθούσε να βρει τρόπο να μεταφέρει τη μητέρα της στο νοσοκομείο, ο κατηγορούμενος θύμωσε ακόμη περισσότερο, και αφού την τράβηξε, την έριξε κάτω στο έδαφος χτυπώντας την με τα χέρια του στην πλάτη, στο ύψος του σβέρκου. Αυτό κράτησε για λίγα λεπτά και ακολούθως η ίδια, αφότου κατάφερε να ξεφύγει, μετέβηκε στην Αστυνομία καταγγέλλοντας το όλο περιστατικό. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι μετά το επεισόδιο, η ίδια μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό και αφού εξετάστηκε από ιατρό σε σχέση με τα κτυπήματα που δέχθηκε, ακολούθως μετέφερε τη μητέρα της στο νοσοκομείο. Σε σχετικές ερωτήσεις για το πώς ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε από τον λαιμό και ακολούθως χτύπησε το κεφάλι της στον τοίχο κρατώντας την για λίγα λεπτά. Στη συνέχεια, την έριξε κάτω και την χτυπούσε αρκετή ώρα στο σβέρκο της, σε σημείο που δεν ένιωθε την αναπνοή της. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι το μόνο πράγμα το οποίο προέβη ο κατηγορούμενος ήταν να της φωνάξει και ότι δεν την χτύπησε. Αρνήθηκε, επίσης, το γεγονός ότι η καταγγελία της εναντίον του κατηγορουμένου προς στην Αστυνομία ήταν ψεύτικη, έχοντας μάλιστα ως απώτερο σκοπό να λάβει η ίδια την ιδιοκτησία της οικίας της μητέρας της. Η Μ.Κ 2 ιατρός, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Απολλώνειου Νοσοκομείου, υιοθέτησε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της το ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 2) που η ίδια συμπλήρωσε αφότου εξέτασε την παραπονούμενη στις 29.10.
- Διαπίστωση της ήταν ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε αμυχές και εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια του τράχηλου, κυρίως δεξιά πίσω, κάτω από το δεξιό αυτί, μώλωπες στην πλάτη και κυρίως στην αριστερή ωμοπλάτη. Είχε αυχεναλγία και κατόπιν ακτινογραφίας του αυχένα, η ίδια διεγνώσθη με ευθειασμό. Της χορηγήθηκε αυχενικό κολλάρο και φαρμακευτική αγωγή. Αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε το γεγονός ότι η ίδια λόγω του ότι δεν κατέχει την ειδικότητα του Ιατροδικαστή, δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη, προσθέτοντας ότι ως ιατρός ήταν και είναι σε θέση να περιγράψει τα τραύματα ενός ασθενούς Αποδέχθηκε το γεγονός ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ποιον τρόπο προκλήθηκαν τα τραύματα στη παραπονουμένη. Γνώμη της ήταν ότι η παραπονούμενη δέχτηκε πολλά χτυπήματα, λόγω των εκχυμώσεων που έφερε στα διάφορα μέρη του σώματός της. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, προσήλθε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς η παραπονούμενη, η οποία του κατάγγειλε ότι προηγουμένως, ενώ βρισκόταν στην οικία της, δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε εμφανή σημάδια από εκδορές στην πίσω δεξιά πλευρά της πλάτης της, κοντά στο σημείο του σβέρκου της. Της χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί, πράγμα το οποίο η παραπονούμενη έπραξε. Ακολούθως, κατέγραψε την κατάθεσή της. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τα σημάδια που εντόπισε ο ίδιος ότι είχε η παραπονούμενη ήταν εμφανή, δηλαδή φαίνονταν πάνω από τα ρούχα της και δεν ζητήθηκε από αυτήν να αφαιρέσει οποιοδήποτε ρούχο με σκοπό τον εντοπισμό τους. Εξ' όσων θυμάται, τα σημάδια ήταν κοντά στο σημείο του σβέρκου της, πίσω στην ωμοπλάτη. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει όμως κατά πόσο η παραπονούμενη προκάλεσε μόνη της τα τραύματα της ή κατά πόσο της τα προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 7). Αναφέρει σε αυτή ότι ο ίδιος σε καμιά περίπτωση δεν έχει επιτεθεί και δεν έχει χτυπήσει με οποιοδήποτε τρόπο την παραπονούμενη. Όλα όσα αναφέρει η τελευταία είναι ψέμα. Τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος βρισκόταν εντός της οικίας του μαζί με την παραπονούμενη και τη μητέρα τους, η οποία αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας. Ο ίδιος βρισκόταν στο μπάνιο και ετοιμαζόταν για να μεταβεί στην εργασία του. Σε κάποια στιγμή άκουσε την παραπονούμενη να φωνάζει στη μητέρα τους και άκουσε την μητέρα του να της αναφέρει ότι θέλει να μεταβεί στον ιατρό. Ήταν η θέση του ότι τα δήθεν χτυπήματα που η παραπονούμενη παρουσιαζε μπορούσε να τα προκαλέσει μόνη της. Τη συγκεκριμένη ημέρα που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι ο ίδιος την χτύπησε, η μητέρα τους δεν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, αλλά αυτό έγινε σε μία άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία. Η παραπονούμενη έχει προβεί σε μια ψεύτικη εναντίον του καταγγελία, εφόσον σκοπός και επιδίωξή της, ήταν να τον εκδιώξει έξω από την οικία της μητέρα του, αφού η ίδια θεωρούσε ότι δεν προσφέρει το οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τα προβλήματα υγείας της μητέρας του, γιατί ουδέποτε τον ενημέρωνε η παραπονούμενη σε σχέση με αυτά. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος συνομιλούσε με τη μητέρα του και ότι μεταξύ τους δεν είχαν κανένα πρόβλημα επικοινωνίας. Ανέφερε, μάλιστα, ότι ο ίδιος τη μετέφερε αρκετές φορές στον ιατρό. Αρνήθηκε ότι τα επίδικα γεγονότα έγιναν στις 29.10.17, ως ισχυρίζεται η παραπονούμενη, αλλά έγιναν στις 30.
- Δεν γνωρίζει κατά πόσο η μητέρα του τον ουσιώδη χρόνο, ήταν άρρωστη και έκανε εμετό. Ο λόγος που προβαίνει σε διαφορετικές αναφορές στην κατάθεσή του, σε σχέση με τα όσα αναφέρει σήμερα στο Δικαστήριο, ήταν γιατί ο ίδιος, κατά τη λήψη της κατάθεσης του, ήταν κουρασμένος εφόσον ήταν 3 ημέρες άυπνος λόγω της φύσης της εργασίας του (οδηγός ταξί). Επίσης, αντιλήφθηκε ότι, υπήρχε έντονη διαφωνία μεταξύ της παραπονούμενης και της μητέρας του. Άκουσε ότι η μητέρα του ήταν άρρωστη και ήθελε να μεταβεί στον ιατρό. Ο ίδιος ζήτησε να την μεταφέρει πράγμα το οποίο η μητέρα του αρνήθηκε. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη τσακωνόταν με όλο τον κόσμο, και αρνήθηκε σχετικές υποβολές, ότι ο ίδιος δεν αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 3 στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έχει προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Οι εν λόγω ενέργειες του, επί της ουσίας, θα έλεγα ότι ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο πιο πάνω μάρτυρας ήταν ειλικρινής, δεν δίστασε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και γενικά δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τα όσα υποστήριξε ενώπιον του. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία της Μ.Κ 2 στην ολότητα της. Εξήγησε στο Δικαστήριο με επιστημονικό τρόπο τα ιατρικά της ευρήματα τα οποία κατέγραψε επί του Τεκμήριου
- Όσο και αν προσπάθησε ο συνήγορος να αμφισβητήσει τα ευρήματα της, λόγω του ότι η ίδια δεν κατέχει την ειδικότητα της ιατροδικαστικής, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ως ιατρός ήταν σε θέση να καταγράψει και να εντοπίσει τις σωματικές βλάβες που η παραπονούμενη υπέστη. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ευθύτητα και σε κανένα σημείο η μσρτυρία της δεν έχει κλονισθεί. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία ήταν η βασικότερη μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, αναφέρω ότι η εν λόγω μάρτυρας μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο Δικαστήριο με απλοϊκό τρόπο το πως η ίδια βίωσε το κατ΄ισχυρισμό της επίδικο περιστατικό με τον κατηγορούμενο αλλά και το τί την οδήγησε να υποβάλει το εναντίον του παράπονο. Παρακολουθώντας την προσεκτικά από το εδώλιο ήταν σίγουρη και βέβαιη για τις απαντήσεις της. Η εκδοχή της παραπονούμενης υποστηρίζεται και ενισχύεται από ανεξάρτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως από την Μ.Κ 2, η οποία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η παραπονούμενη, κατά την ιατρική της εξέταση, υπέστη σωματικές βλάβες αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Κ 3, ο οποίος, επίσης επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η παραπονούμενη έφερε εμφανή σημάδια από εκδορές στο σβέρκο της. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, σε σχέση με τη βασική εκδοχή της, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ευθύτητα και με αμεσότητα και παρέμεινε σταθερή ως προς τις θέσεις της σε σχέση με τα διαδραματισθέντα γεγονότα. Δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η εκδοχή της παραπονούμενης σε γενικές γραμμές γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη ο κατηγορούμενος μου άφησε πτωχή εντύπωση και δεν με έπεισε ως προς τη δική του εκδοχή, η οποία δεν ήταν αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή. Στην προσπάθειά του να προωθήσει τις δικές του θέσεις δεν απέφυγε τις αντιφάσεις ενώ υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ της ανακριτικής του κατάθεσης και της ένορκης της μαρτυρίας. Κατ' αρχάς ήταν φανερή η αντιπάθεια που ο ίδιος έτρεφε προς το πρόσωπο της παραπονούμενης. Και τούτο γιατί ο ίδιος χωρίς να ρωτηθεί και χωρίς η αναφορά του αυτή να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ισχυρίσθηκε ότι η παραπονούμενη είχε διαφορές και προστριβές με όλο τον κόσμο. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του έμειναν βεβαίως αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Αόριστος και ατεκμηρίωτος παρέμεινε και ο έμμεσος του ισχυρισμός ότι η παραπονούμενη αυτοτραυματίσθηκε. Πέραν του ότι η θέση του αυτή και πάλι έμεινε γενική και ατεκμηρίωτη εφόσον δεν έδωσε οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες με ποιο ακριβώς τρόπο και πότε η παραπονούμενη αυτοτραυματίσθηκε, διαψεύδεται και από το γεγονός το οποίο ο ίδιος δεν αμφισβήτησε ότι αμέσως μετά το επεισόδιο και ενώ ο ίδιος έμεινε στο σπίτι, η ίδια η παραπονούμενη άμεσα μετέβη στην Αστυνομία με σκοπό να τον καταγγείλει. Επίσης ο ισχυρισμός αυτός, θεωρώ ότι είναι στα όρια της φαντασίας, έχοντας ως δεδομένο τα τραύματα που η παραπονούμενη υπέστη. Πέραν τούτου, η θέση του ότι η εναντίον του καταγγελία από την παραπονούμενη δεν ήταν γνήσια αλλά είχε αλλότρια κίνητρα με σκοπό να τον εκδιώξει από το σπίτι στερείται και λογικής εφόσον η παραπονούμενη με το να υποβάλει καταγγελία ότι ο ίδιος την κτύπησε δεν θα οδηγούσε, δίχως άλλο, στην εκδίωξη του κατηγορουμένου από την οικία της μητέρας του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι η ίδια η παραπονούμενη δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα αστικής φύσεως, συμπεριλαμβανομένου και της απομάκρυνσής του από την οικία της μητέρας τους και ότι η μεταβίβαση της οικίας επ' ονόματι της παραπονουμένης έλαβε χώρα 5 μήνες μετά το επίδικο επεισόδιο. Επιπρόσθετα, ενώ ο ίδιος ανέφερε ευθαρσώς ότι δεν ήταν γνώστης των προβλημάτων υγείας της μητέρας του από την άλλη αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι ο ίδιος, όπως ανάφερε, είχε καλές σχέσεις με τη μητέρα του καθώς και ο ίδιος την μετέφερε, ως επίσης και πάλι ως ο ίδιος ανέφερε στον ιατρό αρκετές φορές. Επομένως το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει ήταν ότι πράγματι ο κατηγορούμενος γνώριζε για τα προβλήματα υγείας της μητέρας του. Παρ' όλα αυτά, και ενώ ο ίδιος γνώριζε τα προβλήματα υγείας της, αλλά και όπως ο ίδιος παραδέχτηκε στην κατάθεσή του, ότι δηλαδή άκουσε τη μητέρα του να αναφέρει στην παραπονούμενη πως θέλει να την μεταφέρει στον ιατρό, εντούτοις ο ίδιος με πλήρη αδιαφορία προς την υγεία της και έχοντας πλήρως επίγνωση των όσων ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο θεώρησε απόλυτα φυσιολογικό να μην φροντίσει την μητέρα του αλλά να μεταβεί στην εργασία του. Η πράξη του και μόνο αυτή δείχνει αφενός εν μέρει τον αδίστακτό του χαρακτήρα και αφετέρου δεικνύει ότι ο ίδιος δεν είχε τις οποιεσδήποτε αναστολές ώστε να επιτεθεί στη παραπονούμενη, όπως και έπραξε εφόσον το γεγονός αυτό αποτελεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της παραπονουμένης. Ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της ένορκής του μαρτυρίας και της ανακριτικής του κατάθεσης αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα στις 30.10.17 και όχι στις 29.10.17 όπως ισχυρίζεται η παραπονούμενη. Το γεγονός αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάθεση του, η οποία δόθηκε το πρωί της 30.10.17 αλλά και με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίφαση αποτελεί και το γεγονός, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, ότι ο ίδιος, δεν γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά πόσο η μητέρα του ήταν άρρωστη και έκανε εμετό ενώ αντίθετα στην ανακριτική του κατάθεση, άκουσε τη μητέρα του να ζητά από τη αδελφή της, όπως τη μεταφέρει στο νοσοκομείο. Επίσης σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, δείγμα των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών του, ανάφερε ότι της ζήτησε ο ίδιος να την μεταφέρει στον ιατρό. Για να διασκεδάσει την διαφορετικότητα των θέσεων του, ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι, κατά τη λήψη της κατάθεσής του, ήταν κουρασμένος και ήταν 3 ημέρες άυπνος, γεγονός το οποίο ουδόλως πείθει το Δικαστήριο. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο, για να καταδείξω του λόγου το αληθές, ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αντιφάσεις και αντίθετες εκδοχές οι οποίες έχουν προκαλέσει ρήγματα στην εκδοχή του με αποτέλεσμα να απορρίψω πλήρως τη μαρτυρία του στο βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με τα αποδεκτά γεγονότα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Στις 29.10.17, κατά το μεσημέρι, η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο, όπως μεταφέρουν την ίδια και τη μητέρα τους στις Πρώτες Βοήθειες του νοσοκομείου, λόγω του ότι η μητέρα τους ήταν άρρωστη και έκανε εμετούς. Αρχικά ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε αλλά μετά άρχισε να της φωνάζει και να της ρίχνει το φταίξιμο ότι ο λόγος που η μητέρα τους αρρώστησε, ήταν λόγω του χαπιού που η ίδια της έδωσε. Τα πνεύματα οξύνθηκαν, και τελικά η παραπονούμενη του ανέφερε ότι θα καλέσει άλλο άτομο ώστε να τους μεταφέρει στο νοσοκομείο. Όταν το άκουσε αυτό ο κατηγορούμενος θύμωσε περισσότερο και την έσπρωξε στον τοίχο κρατώντας την από τον λαιμό. Προς στιγμή την άφησε και αφού πέρασαν κάποια λεπτά και η ίδια προσπαθούσε να βρει τρόπο να μεταφέρει τη μητέρα της στο νοσοκομείο, ο κατηγορούμενος θύμωσε ακόμη περισσότερο και αφού την τράβηξε την έριξε κάτω στο έδαφος και άρχισε να την κτυπά με τα χέρια του στην πλάτη, στο ύψος του σβέρκου. Αυτό κράτησε για λίγα λεπτά και ακολούθως η ίδια, αφότου κατάφερε να ξεφύγει, μετέβηκε στην Αστυνομία καταγγέλλοντας το όλο περιστατικό. Ακολούθως η παραπονούμενη επισκέφθηκε το Απολλώνειο Νοσοκομείο με σκοπό να εξετασθεί. Διαπιστώθηκε ότι έφερε αμυχές και εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια του τράχηλου, κυρίως δεξιά πίσω, κάτω από το δεξιό αυτί, μώλωπες στην πλάτη και κυρίως στην αριστερή ωμοπλάτη. Είχε αυχεναλγία και κατόπιν ακτινογραφίας του αυχένα, η ίδια διεγνώσθη με ευθειασμό. Της χορηγήθηκε αυχενικό κολλάρο και φαρμακευτική αγωγή. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην υπόθεση Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης το οποίο προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη παραπονούμενη. Η νομική βάση της εν λόγω κατηγορίας προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 243 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 3 και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/
- Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε παράνομα,
- να προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη,
- εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του. Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει «(α) άντρα και γυναίκα που— (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β)..... (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (δ)..» Το άρθρο 243 του Κεφ.154, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη
- Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων» Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (Archbold, 39η έκδοση, παρ. 2634). Όταν το αδίκημα της επίθεσης διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου, θεωρείται κατά νόμο αυξημένης σοβαρότητας, αφού προσλαμβάνει τη μορφή βίας στην οικογένεια, η οποία χαρακτηρίζεται άκρως σοβαρή (άρθρο 4
(1)του Νόμου 119
(1)/00, ανωτέρω). Συνεπακόλουθα για σκοπούς στοιχειοθέτησης της που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής βλάβης και επιπλέον ότι αυτή έγινε από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αδέλφια από την ίδια μητέρα και έμεναν στην ίδια οικία. Επομένως θεωρούνται μέλη της οικογένειας εν τη εννοία του Ν.119
(1)/00. Με βάση περαιτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και κτύπησε τη παραπονούμενη στο σβέρκο και την κράτησε από το λαιμό με αποτέλεσμα να της προκαλέσει αμυχές και εκχυμώσεις στην οπίσθια επιφάνεια του τραχήλου κυρίως δεξιά όπισθεν και κάτωθεν δεξιού ωτός, μώλωπες στη πλάτη κυρίως στην αριστερή ωμοπλάτη. Παρουσίασε επίσης ευθειασμό στον αυχένα όπου και της χορηγήθηκε αυχενικός κολλάρος. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον της παραπονούμενης πραγματική βία, δηλαδή επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους του με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, η οποία, εξαιτίας όσων βίωσε υπέστη σωματικές βλάβες. Το άρθρο 16 του σχετικού Νόμου προνοεί ότι «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία». Αναγνωρίζω ότι το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία (Σ.Σ. κ.α v Δημοκρατία, (ανωτέρω). Στη προκειμένη περίπτωση, η μόνη μαρτυρία και η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προέρχεται από την ίδια τη παραπονούμενη. Λόγω της φύσης των αδικημάτων ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, προέβλεψε ότι το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με την μόνη κατάθεση του θύματος, στη προκειμένη της παραπονουμένης εφόσον δεν ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί ενισχυτική μαρτυρία. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και από τη στιγμή που η εκδοχή της παραπονούμενης κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη αλλά και με βάση την υποστηρικτική μαρτυρία της Μ.Κ 2 και Μ.Κ 3 το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε νομικό κώλυμα να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται στοιχειοθετείτε πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο