← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μουσκοβίας, Αρ. Υπόθεσης:781/2021, 31/8/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μουσκοβίας, Αρ. Υπόθεσης:781/2021, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B140 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:781/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Μουσκοβίας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31/8/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Π. Ευθυβούλου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Κληρίδης μαζί με κα. Ουστά Α Π Ο Φ Α Σ Η H ασθένεια του κορωνοϊού COVID-19 δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι μονοπωλεί στη ζωή μας εδώ και δύο χρόνια με την πρωτοεμφάνιση της, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2019, στη Κίνα. Η ασθένεια αυτή είναι μεταδοτική από άνθρωπο σε άνθρωπο. Συνεπεία αυτής, πολλοί συνάνθρωποι μας, οι οποίοι νόσησαν με την εν λόγω ασθένεια, αρρώστησαν βαριά και κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία τους με κάποιους εξ αυτών, δυστυχώς, να μην καταφέρουν να αναρρώσουν και να αποβιώσουν. Τα κράτη, ανά το παγκόσμιο, μπροστά στο περαιτέρω κίνδυνο εξάπλωσης της εν λόγω ασθένειας αλλά και για την προστασία της δημόσιας υγείας, κλήθηκαν και επέβαλαν διάφορα μέτρα προς τους πολίτες τους περιορίζοντας, σε κάποιο βαθμό, τα ατομικά τους δικαιώματα. Εξαίρεση δεν αποτέλεσε και η Κύπρος. Την 10.12.2021 με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του Κορωνοϊού COVID-19, την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και την αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τυχόν διασπορά του ιού, ο Υπουργός Υγείας με το 57ο Διάταγμα, το οποίο αναφέρεται ως το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων Παρεμπόδισης της Εξάπλωσης Κορωνοϊού, Covid-19) Διάταγμα

(57)του 2020, ΚΔΠ 581/20 (στο εξής καλούμενο «το επίδικο Διάταγμα»), εξέδωσε Κανονισμούς που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την κυκλοφορία του κοινού, την αναστολή της λειτουργίας διαφόρων επιχειρήσεων και της απαγόρευσης της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό. Αυτό, το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι ότι αυτός, την 13.12.20 στον Αστρομερίτη, παρέβηκε το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος, το οποίο απαγόρευε την παρουσία πιστών κατά τον εκκλησιασμό, εφόσον, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, βρισκόταν εντός της εκκλησίας του Αγίου Αυξιβίου. Ο κατηγορούμενος ουδόλως αμφισβήτησε τα όσα του καταλογίζονται στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα είναι αποδεκτό εκ μέρους του ότι ο ίδιος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν εντός της πιο πάνω εκκλησίας και παρακολουθούσε την Θεία λειτουργία. Ενόψει της θέσης του αυτής δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 1), αφού προηγουμένως εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: Στις 13.12.20 και ώρα 9:50 οι Αστυφύλακες 1688 και 0980, αντιστοίχως, βρισκόντουσαν σε περιπολία για την εφαρμογή του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260 και μετέβηκαν για έλεγχο στην εκκλησία του Αγίου Αυξιβίου στον Αστρομερίτη. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία βρισκόταν σε ισχύ το επίδικο Διάταγμα το οποίο προνοούσε, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση παρουσίας του κοινού κατά τον εκκλησιασμό. Κατά την είσοδο στο ναό και εντός αυτού, ενώ τελείτο η Θεία Λειτουργία υπό του Μητροπολίτη Μόρφου, υπήρχαν 10 άτομα που παρακολουθούσαν τη λειτουργία, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος. Ο Αστυφύλακας XXXXX πλησίασε τον κατηγορούμενο και του αποκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα. Ακολούθως, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε. Ο κατηγορούμενος απάντησε «ήρτα που την Αραδίππου να δω τον Μητροπολίτη να λειτουργεί, κατάγγειλέ με». Ο εν λόγω αστυνομικός τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί εξωδίκως, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, και ο κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Επίσης του παρέδωσε εξώδικο πρόστιμο (Τεκμήριο 2), ύψους €300 για το αδίκημα που διέπραξε. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να το πληρώσει εντός της εκ του Νόμου ταχθείσας προθεσμίας. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου εδράζεται σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας στηρίζεται στη θέση ότι το επίδικο Διάταγμα είναι εξ υπαρχής άκυρο και παράνομο. Και τούτο γιατί το επίδικο Διάταγμα, προτού αυτό δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα έπρεπε προηγουμένως να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων ώστε να λάβει τη σχετική έγκριση της. Αγορεύοντας και επιχειρηματολογώντας επί του σημείου αυτού ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι, με βάση το άρθρο 6 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260, εξουσία έκδοσης Κανονισμών έχει το Υπουργικό Συμβούλιο. Το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει του εν λόγω Νόμου, δύναται να εκδίδει Κανονισμούς ή να εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Υγείας να εκδίδει Κανονισμούς, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα, για τον καθορισμό μέτρων που λαμβάνονται για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας. Σύμφωνα όμως με βάση το άρθρο 3
(1)του περί Καταθέσεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων Κανονισμών, Ν.99/89όταν δυνάμει Νόμου το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς αυτοί θα πρέπει να κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για την έγκρισή τους. Από τη στιγμή που εν η λόγω Κανονιστική Διοικητική Πράξη, στη βάση της οποίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παραβίασε πρόνοια αυτής και εκδόθηκε εναντίον του σχετικό εξώδικο πρόστιμο, δεν κατατέθηκε και δεν έτυχε της έγκρισης της Βουλής των Αντιπροσώπων αυτή είναι παράνομη και δεν έχει οποιανδήποτε νομική ισχύ. Συνεπώς, είναι η καταληκτική του θέση ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο δεύτερος άξονας της υπεράσπισης εδράζεται στο γεγονός ότι το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος είναι αντισυνταγματικό εφόσον προσκρούει στο άρθρο 18 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκεί ελεύθερα αλλά και να εκδηλώνει, χωρίς περιορισμούς, τη θρησκεία της επιλογής του. Επιχειρηματολογώντας, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι το εν λόγω περιοριστικό μέτρο, δηλαδή η απαγόρευση της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό, θίγει τον πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος του θρησκεύεσθαι και ουσιαστικά το απαγορεύει κατ' απόλυτο τρόπο. Απόλυτος περιορισμός ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως υποστήριξε, επιτρέπεται μόνο στη βάση του άρθρου 184 του Συντάγματος, μέσω δηλαδή κήρυξης της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κάτι που δεν επεσυνέβη στη προκειμένη περίπτωση. Επίσης, είναι η περαιτέρω θέση της υπεράσπισης, ότι το εν λόγω περιοριστικό μέτρο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή δεν ήταν τέτοιας μορφής, έκτασης, βαθμού και διάρκειας ώστε να περιορίζει το εν λόγω δικαίωμα μόνο στον αναγκαίο βαθμό καθώς επίσης και δεν εξυπηρετούσε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, είναι η περαιτέρω εισήγηση της υπεράσπισης, ότι το επίδικο Διάταγμα είναι αντισυνταγματικό εφόσον προσκρούει στο άρθρο 28 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας. Η εφαρμογή του εν λόγω μέτρου προκαλεί άνιση μεταχείριση μεταξύ των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας εφόσον τα περιοριστικά μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή, με την έκδοση του επίδικου Διατάγματος, επέτρεπαν από τη μιά τη λειτουργία υπεραγορών, καταστημάτων και επιχειρήσεων τυχερών παιγνίων ενώ από την άλλη απαγόρευαν σε έναν πολίτη να ασκήσει το δικαίωμα της θρησκευτικής του ελευθερίας. Καθίσταται πρόδηλο ότι τα πιο πάνω ζητήματα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι καινοφανή, εφόσον η ασθένεια του Covid-19 είναι πρόσφατη, με αποτέλεσμα τέτοιου είδους επίδικα ζητήματα να μην έχουν απασχολήσουν ακόμη και στον αναγκαίο βαθμό τα Κυπριακά Δικαστήρια. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, το Δρα. Τσιούτη (Μ.Κ 1) ιατρό και τον XXXXX Αντωνίου (Μ.Κ 2), ανώτερο διοικητικό λειτουργό στο Υπουργείο Υγείας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
  1. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή πολυσέλιδη δήλωση του (Τεκμήριο 2), η οποία απαριθμεί 24 σελίδες. Θα συνοψίσω τα κυρία σημεία αυτής. Ο Μ.Κ 1 είναι ειδικός στην εσωτερική παθολογία, με εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα ελέγχου και πρόληψης λοιμώξεων. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ασκεί συμβουλευτικό ρόλο προς τον Υπουργό Υγείας σε θέματα διαχείρισης της πανδημίας Covid-19 και είναι μέλος, από τον Μάρτιο του 2020, της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής (ΣΕΕ) της Κύπρου για την πανδημία. Τον Νοέμβριο του 2020 διορίστηκε ως επικεφαλής της. Εξήγησε στη συνέχεια τον τρόπο λειτουργίας της ΣΕΕ. Στα πλαίσια αυτά ανάφερε ότι η ΣΕΕ έχει εβδομαδιαίες συναντήσεις και απαντά στα διάφορα ερωτήματα που τίθενται από τον Υπουργό Υγείας και την εκτελεστική εξουσία του Κράτους. Επίσης τα μέλη της συζητούν διάφορα προβλήματα και θέματα που την απασχολούν σε σχέση με την πανδημία. Όλες οι απόψεις και εισηγήσεις της ΣΕΕ κατατίθενται στον Υπουργό Υγείας και τηρούνται σχετικά πρακτικά. Οι αποφάσεις της λαμβάνονται πλειοψηφικά. Ο ρόλος της ΣΕΕ είναι να παρακολουθεί την επικαιρότητα και την κοινωνιολογική εξέλιξη της πανδημίας, την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων στην Κύπρο και στο εξωτερικό και στη βάση αυτών, μέσω εκτίμησης του κινδύνου, προβαίνει σε επιστημονικές συμβουλές και συμβάλλει στη βελτίωση των πρωτοκόλλων. Τα μέλη της ΣΕΕ δεν έχουν σχέση με τη λήψη τελικών αποφάσεων, καθώς και με τη θέσπιση των σχετικών διαταγμάτων. Η εξουσία αυτή, όπως εξήγησε, ανήκει στην εκτελεστική εξουσία. Οι εισηγήσεις της ΣΕΕ λαμβάνουν υπ' όψιν τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ), του Ευρωπαϊκού Κέντρου Λήψεων και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), τις συστάσεις του Κέντρου Λήψης και Ελέγχου Νοσημάτων των ΗΠΑ, τα επιδημιολογικά δεδομένα της Κύπρου (αριθμός νοσούντων και αναφορές ΑΝΑΔ), στοιχεία που παρέχονται από τη μονάδα ιχνηλάτησης, στοιχεία που παρέχονται από τον ΟΚΥΠΥ που αφορούν τους νοσηλευόμενους ασθενείς, επιστημονικά άρθρα και έρευνες. Προέβη στη συνέχεια σε μία ιστορική επισκόπηση της νόσου. Ανάφερε ότι η ασθένεια Covid-19 κηρύχθηκε ως πανδημία από τον Π.O.Y στις 30.1.
  2. Με την έναρξη της πανδημίας μεγάλος αριθμός χωρών, με βάση την αναφορά του Π.O.Y, άρχιζε να εφαρμόζει διάφορα μέτρα στα πλαίσια αντιμετώπισης της εξάπλωσης της όπως περιορισμό ταξιδιών, εργαστηριακό έλεγχο ταξιδιωτών, μέτρα μείωσης του συνωστισμού στην κοινωνία και αύξηση εργαστηριακών ελέγχων. Επίσης το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων για περιορισμό της μετάδοσης του Covid- 19 εξέδωσε, τον Φεβρουάριο του 2020, οδηγίες και μέτρα για περιορισμό της μετάδοσης του στην Ευρώπη. Στα πλαίσια αυτά η ΣΕΕ εισηγήθηκε και έδωσε έμφαση στο τρίπτυχο τεστ ιχνηλάτησης, απομόνωσης, καθώς και στην αρχή της φυσικής αποστασιοποίησης η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την απομόνωση των στενών επαφών και περιστατικών Covid-19, τη μείωση του συνωστισμού, τη μείωση του αριθμού ατόμων σε κοινούς χώρους, την τήρηση αποστάσεων, τον περιορισμό των ημερήσιων επαφών και την βελτίωση αερισμού σε κλειστό χώρο. Τα πρώτα περιστατικά Covid- 19 στην Κύπρο εντοπίστηκαν τον Μάρτιο του 2020, με κορύφωση των διαγνώσεων στις αρχές Απριλίου. Η Κυπριακή Δημοκρατία εφάρμοσε αυστηρούς ελέγχους στα αεροδρόμια και περιορισμό στις εισερχόμενες εισροές, ενώ για ανταπόκριση στα πρώτα περιστατικά κινητοποιήθηκε η μονάδα ιχνηλάτησης με σκοπό τον εντοπισμό και απομόνωση των επαφών τους. Στις 10.3.2020 διακόπηκε η δια ζώσης φοίτηση σε Πανεπιστήμια και σχολεία. Τις επόμενες ημέρες επετράπη η είσοδος στη χώρα μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ανεστάλη η λειτουργία χώρων διασκέδασης, εστίασης, παραστάσεων και άλλων χώρων συνάθροισης. Στις 24.3.2020, λόγω του εντοπισμού όλων και περισσότερων νέων περιστατικών Covid-19 και του αυξανόμενου ποσοστού νοσηλευόμενων, η χώρα μπήκε σε καθολικό απαγορευτικό με περιορισμό των μετακινήσεων και νυχτερινό κατ' οίκον περιορισμό. Από τις 4.5.2020 η Κύπρος εισήλθε στη φάση αποκλιμάκωσης, η οποία διήρκησε μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 2020 καταγράφηκαν διάφορες εισροές κρουσμάτων και περί τα τέλη Σεπτεμβρίου παρατηρήθηκε εκ νέου έξαρση, η οποία συνέπεσε με τον μεγάλο βαθμό αποκλιμάκωσης των μέτρων. Η έξαρση αυτή χαρακτηρίστηκε και από αύξηση των νοσηλευόμενων. Η ΣΕΕ, αναγνωρίζοντας ότι η Κύπρος διένυε το δεύτερο κύμα της πανδημίας, όπως αυτό αντικατοπτριζόταν στην αύξηση των νέων περιστατικών και αλυσίδων, στη αύξηση των νοσηλειών, στην αύξηση του ποσοστού θετικότητας των εργαστηριακών ελέγχων και στην αδυναμία αποτελεσματικής και έγκυρης ιχνηλάτησης, προέβη εκ νέου σε εισηγήσεις για εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων αποστασιοποίησης και περιορισμού των συναθροίσεων σε όλες τις επαρχίες. Τον Νοέμβριο του 2020 η ΣΕΕ έθεσε το θέμα της επάρκειας σε κλίνες Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και Μονάδας Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) τονίζοντας συγκεκριμένο αριθμό πληρότητας ΜΕΘ που θα καθόριζε το έναυσμα για νέο καθολικό απαγορευτικό για τη μείωση των νέων περιστατικών Covid-
  3. Στο σημείο αυτό η κατάσταση της μετάδοσης στην Κύπρο πέρασε από την κατηγορία των σποραδικών κρουσμάτων σε ενδοκοινοτική μετάδοση. Τον ουσιώδη χρόνο η μονάδα ιχνηλάτησης αδυνατούσε να αντεπεξέλθει του πολύ μεγάλου αριθμού περιστατικών που καταγράφονταν επί καθημερινής βάσης με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για περαιτέρω αύξηση της διασποράς. Παράλληλα, αρχές Δεκεμβρίου παρατηρήθηκε, Παγκύπρια, μια αύξηση του ποσοστού θετικότητας στους εργαστηριακούς ελέγχους. Την ίδια περίοδο το επιδημιολογικό φορτίο και οι δείκτες υγείας σημείωναν επιδείνωση φτάνοντας για πρώτη φορά σε μέγιστο αριθμό, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και ο αριθμός των νοσηλευόμενων και ο αριθμός των ασθενών στις ΜΕΘ (Τεκμήριο 13). Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τονίστηκε η ανάγκη προσεκτικής διαχείρισης της πανδημίας εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων να εκδίδει νέα εκτίμηση κινδύνου εφόσον η περίοδος των εορτών θεωρείτο περίοδος υψηλού κινδύνου για επαφές και με τα αντίστοιχα μοντέλα ότι θα ακολουθούσε σημαντική αύξηση στα κρούσματα και στις νοσηλείες. Ταυτόχρονα τον ίδιο καιρό αναφέρθηκε και η ανάδυση του βρετανικού στελέχους, το οποίο εντοπίστηκε σε αυξημένο αριθμό περιστατικών στο Ηνωμένο Βασίλειο και με βάση τις επιστημονικές αναλύσεις θεωρείται κατά 50% πιο μεταδοτικό από τα προηγούμενα στελέχη της Covid- 19 και αποτέλεσαν το επικρατόν στέλεχος στο σημαντικό κύμα της πανδημίας που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του
  4. Το βρετανικό στέλεχος εντοπίστηκε και στην Κύπρο περί τις αρχές Δεκεμβρίου. Τα πιο πάνω οδήγησαν τα μέλη της ΣΕΕ στο να καταθέσουν τις δικές τους εισηγήσεις σε σχέση με συγκεκριμένα μέτρα για την περίοδο Δεκεμβρίου του
  5. Στη βάση αυτών των εισηγήσεων είχε εκδοθεί από τον Υπουργό Υγείας και το επίδικο Διάταγμα. Απαντώντας σε προφορικές ερωτήσεις, ο Μ.Κ 1 ανέφερε, σε σχέση με το επίδικο Διάταγμα και ειδικότερα σε σχέση με το μέτρο που είχε ληφθεί για την απαγόρευση της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό, ότι ήταν εισήγηση της ΣΕΕ. Η ΣΕΕ γνώριζε, όπως ανέφερε, ότι οι χώροι θρησκευτικής λατρείας είναι χώροι υψηλού κινδύνου για μετάδοση του Covid-19 γιατί είναι κλειστοί χώροι, περιέχουν διάφορες δραστηριότητες και δεν είναι χώροι όπου κάποιο φυσικό πρόσωπο θα εισέλθει εντός αυτής και στη συνέχεια θα αποχωρήσει αμέσως. Επίσης, παρατηρήθηκε ότι σε αυτούς τους χώρους καταγράφηκαν περιστατικά μετάδοσης ή και αλυσίδες ακόμα μετάδοσης, δηλαδή μετάδοση ταυτόχρονα σε πολλά άτομα. Σημαντικό ρόλο ως προς την εισήγηση αυτή της ΣΕΕ διαδραμάτισε και το γεγονός ότι στους εν λόγω χώρους προσέρχονταν κυρίως ηλικιωμένα άτομα. Οι ηλικιωμένοι είναι γνωστό ότι ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και στόχος των παρεμβάσεων της ΣΕΕ ήταν η προστασία αυτών των ευάλωτων ομάδων. Παρόμοιοι περιορισμοί, ως εξήγησε, δεν τέθηκαν μόνο στις εκκλησίες, αλλά και σε πολλούς αντίστοιχους κλειστούς χώρους, δηλαδή σε χώρους όπου παρατηρήθηκαν στενές επαφές με πάρα πολλές δραστηριότητες. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι η ΣΕΕ δεν είχε σκοπό και στόχο να περιορίσει τον εκκλησιασμό και δεν ήταν αυτοσκοπός της. Έναν μήνα προηγουμένως, πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος, επιτρεπόταν η παρουσία των πιστών στις ακολουθίες με μέγιστο αριθμό ατόμων βέβαια και με τη χρήση μάσκας. Αυτό καταδεικνύει και το κλιμακωτό των παρεμβάσεων της ΣΕΕ. Παρ' όλα αυτά υπήρχε μετάδοση, ο ιός ήταν παντού και από τα προληπτικά μέτρα η ΣΕΕ αποφάσισε να μετακινηθεί, πλέον, σε κατασταλτικά μέτρα. Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας αποδέχθηκε το γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα ανταποκρινόταν στις εισηγήσεις της ΣΕΕ. Δεν συμφώνησε με τη θέση ότι το μέτρο της απαγόρευσης παρουσίας πιστών κατά τη Θεία Λειτουργία περιόριζε απόλυτα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, παραπέμποντας το Δικαστήριο στο άρθρο 3
(2)(ζ) του επίδικου διατάγματος όπου επέτρεπε την παρουσία πιστών για προσευχή στους χώρους θρησκευτικής λατρείας με μέγιστο αριθμό τα 10 άτομα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι το μέτρο της απαγόρευσης πιστών κατά τον εκκλησιασμό κρίθηκε αναγκαίο εφόσον αφενός μέσα από τη βιβλιογραφία και το ιστορικό μεταδόσεων του Covid-19 παρατηρήθηκαν στις εκκλησίες αρκετές μεταδόσεις του ιού σε ευπαθή άτομα (κατά τη διάρκεια παρουσίας τους στη λειτουργία, γάμους, κηδείες, βαπτίσεις) και αφετέρου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε μεγάλη επιδείνωση της επιδημιολογικής εικόνας της Κύπρου εφόσον οι επιδημιολογικοί δείκτες βρισκόντουσαν στο χειρότερο τους σημείο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι τα τυχερά παίγνια ήταν πιο σημαντική δραστηριότητα για την ΣΕΕ απ' ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, προσθέτοντας ότι η ΣΕΕ αποφάσισε την, υπό όρους, λειτουργία τους εφόσον είναι χώροι οι οποίοι ενέχουν συγκεκριμένη και περιορισμένη δραστηριότητα σε αντίθεση με τους χώρους θρησκευτικής λατρείας όπου υπάρχει αυξημένη δραστηριότητα. Εξήγησε ότι κατά τον εκκλησιασμό υπάρχει προσκύνημα των εικόνων, υπάρχει συνομιλία ανθρώπων με κληρικούς, υπάρχει χειροφίλημα και γενικά παρατηρείται μία πιο στενή επαφή, μεταξύ των ανθρώπων. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το μέτρο απαγόρευσης της παρουσίας πιστών στις εκκλησίες ήταν μέτρο δυσανάλογο και άνισο σε σχέση με άλλες περιπτώσεις, προσθέτοντας ότι έγινε από τη ΣΕΕ μια εκτίμηση κινδύνου που προκύπτει από τις διάφορες δραστηριότητες και την ποιότητα των εμπλεκομένων στους χώρους αυτούς. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν είναι λοιμοξιολόγος ούτε επιδημιολόγος παραπέμποντας το Δικαστήριο στα διάφορα προσόντα και πείρα του. Αρνήθηκε, τέλος, σχετική υποβολή ότι το μέτρο απαγόρευσης της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό δεν ήταν απαραίτητο με σκοπό να αποφευχθεί η μείωση εξάπλωσης του Covid-19, προσθέτοντας ότι μέχρι και σήμερα νοσηλεύονται άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και κληρικοί, οι οποίοι κόλλησαν τον ιό σε χώρους θρησκευτικής λατρείας. Κάποιοι εξ αυτών έχουν αποβιώσει. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) στην οποία επισυνάπτεται αριθμός παραρτημάτων (Τεκμήριο 5) προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε, μεταξύ άλλων, όλα τα εκδοθέντα Διατάγματα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, που είχαν εκδοθεί από τον Υπουργό Υγείας στα πλαίσια του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260 τις εθνικές αναφορές, στις οποίες περιγράφεται η επιδημιολογική κατάσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία, τη διαμόρφωση της επιδημιολογικής εικόνας κατά τη διάρκεια της πανδημίας και την ενημέρωση του Υπουργείου Υγείας από τη Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή στις 6.12.20. Στη σχετική του κατάθεση ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τον Υπουργό Υγείας με την έκδοση των σχετικών Διαταγμάτων ήταν απολύτως αναγκαία για πρόληψη της μετάδοσης του ιού, αλλά και προστασίας της υγείας και της ζωής, κυρίως των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. Η έκδοση των σχετικών Διαταγμάτων, ήταν αποτέλεσμα της αδήριτης ανάγκης που προέκυπτε από τα ενώπιον του Υπουργού Υγείας επιδημιολογικά δεδομένα. Είχαν σαν στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας και την αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τη διασπορά του ιού. Τα μέτρα που λήφθηκαν στην Κύπρο, ήταν αντίστοιχα αυτών που λήφθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο, κατόπιν συστάσεων διεθνών οργανισμών. Το Υπουργείο Υγείας από την έναρξη της πανδημίας, παρακολουθούσε τις εξελίξεις, τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΠΟΥ και του ECDC, την επιδημιολογική εικόνα της Κύπρου, μέσω της ΣΕΕ και της Μονάδας Επιδημιολογικής Επιτήρησης. Η ΣΕΕ, μετέφεραν εισηγήσεις προς τον Υπουργό Υγείας. Ταυτόχρονα το Υπουργείο Υγείας, ενημέρωνε τους πολίτες για τα μέτρα σχετικά με την προφύλαξη, αλλά και τα μέτρα προστασίας και μεθόδους αντιμετώπισης του αγνώστου μέχρι πρότινος στην επιστημονική κοινότητα ιού, ο οποίος πλέον αποδεδειγμένα μπορεί να αποβεί και μοιραίος, ειδικά σε άτομα τα οποία ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Τα πρώτα ορατά αποτελέσματα των ενεργειών του Υπουργείου Υγείας, διαφάνηκαν με την έξοδο από την πρώτη απαγόρευση της κυκλοφορίας (lockdown), το 2020, όπου υπήρχε πολύ μικρό ποσοστό θανάτων, σε αντίθεση με άλλες χώρες. Όπως διαπιστώνεται από την εθνική αναφορά του Δεκεμβρίου του 2020, η βεβαρημένη επιδημιολογική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, εφόσον το ποσοστό θετικότητας, δηλαδή το ποσοστό των θετικών τεστ, που γίνονταν για τον Κορωνοϊό Covid-19, ήταν υψηλό. Σε συνεδρίαση της ΣΕΕ, στις 6.12.20, αναφέρθηκε ότι με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν παρατηρήθηκε μειωμένη συμμόρφωση με τα μέτρα και τα πρωτόκολλα, καθώς και ανεπαρκείς έλεγχοι. Επισήμανε ότι ανάλογα με την τοπική επιδημιολογική εικόνα στα Διατάγματα διαφαίνεται και η ευαισθησία του Υπουργείου Υγείας να λάβει και να επιτρέψει χαλαρώσεις στα περιοριστικά μέτρα, σταθμίζοντας από τη μια την ανάγκη για προστασία της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης ζωής και από την άλλη, την ανάγκη όπως οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, απολαύουν τα κοινωνικά και οικονομικά τους δικαιώματα. Είναι προφανές ότι η διασφάλιση του δικαιώματος στη ζωή, δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς τη λήψη θετικών μέτρων, τα οποία να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ενδεχόμενος περιορισμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, έγινε με σκοπό να προστατευτεί η δημόσια υγεία και η διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Τα λαμβανόμενα μέτρα από την Κυπριακή Δημοκρατία, επανεξετάζονται περιοδικώς με βάση τη συνεχή μεταβαλλόμενη και επιτηρούμενη επιδημιολογική εικόνα της χώρας. Τέλος, ανάφερε ότι τα εκδοθέντα διατάγματα, συνάδουν με την κρατούσα επιστημονική άποψη. Προφορικά ανέφερε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Θεία Λειτουργία μεταδιδόταν ζωντανά από το κρατικό κανάλι του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ΡΙΚ). Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε ότι το επίδικο Διάταγμα ήταν παράνομο και αντισυνταγματικό. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι με την έκδοση του επίδικου Διατάγματος έχει επηρεαστεί ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας σε τέτοια έκταση, έτσι ώστε αυτό να αδρανοποιείται πλήρως, προσθέτοντας ότι με την εφαρμογή του μέτρου αυτού προστατεύτηκαν άλλα υπέρτατα δικαιώματά του κατηγορούμενου, που είναι το δικαίωμά του στη ζωή και την υγεία. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή, πως δεν έχει τεκμηριωθεί με επαρκή τρόπο ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί, στη βάση του επίδικου Διατάγματος, ήταν ευλόγως απαραίτητα, προσθέτοντας ότι οι πλείστες χώρες οι οποίες άργησαν να λάβουν έγκαιρα διάφορα μέτρα για τον περιορισμό εξάπλωσης του Covid-19, είχαν ολέθρια αποτελέσματα από τη διασπορά του, με πάρα πολλούς θανάτους. Εξήγησε ότι λόγω του ότι η Κύπρος ευτύχισε να λάβει έγκαιρα μέτρα, δεν υπήρχαν πολλοί θάνατοι. Αρνήθηκε σχετική υποβολή, ότι το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε υπό συνθήκες άνισης μεταχείρισης, προσθέτοντας ότι για την έκδοση λήφθησαν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης. Εξήγησε ότι η μαζική συνάθροιση σε μια εκκλησία, η οποία αποτελεί έναν κλειστό χώρο και στην απουσία εξαερισμού και με δεδομένο ότι ήταν χειμώνας καθώς επίσης και ότι στους χώρους αυτούς υπήρχαν δραστηριότητες έντονης κινητικότητας, όπως το χειροφίλημα αλλά και ότι στη Θεία Λειτουργία μετέχουν ιδιαίτερες ευάλωτες ομάδες που πληθυσμού, οδήγησε στην λήψη του εν λόγω μέτρου, το οποίο ήταν απόλυτα αναγκαίο με σκοπό τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Aποδέχομαι στην ολότητα της την μαρτυρία του Μ.Κ 1, ο οποίος άφησε στο Δικαστήριο εξαιρετικές εντυπώσεις. Ο εν λόγω μάρτυρας σημειώνω εξ αρχής ότι κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με την ασθένεια του Covid-19 αλλά και για το ποιά ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η επιδημιολογική εικόνα της Κύπρου έχοντας εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα ελέγχου και πρόληψης λοιμώξεων. Προτού αξιολογήσω επί της ουσίας την μαρτυρία του αναφέρω, καταρχάς, ότι έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R.41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ 1 είναι εμπειρογνώμονας, με βάση τα προσόντα του και την πείρα του, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια που δίδετο η δια ζώσης μαρτυρία, τα προσόντα του και η πείρα του επί του αντικειμένου του αμφισβητήθηκαν μόνο επιδερμικά από την υπεράσπιση. Όπως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους ώστε αυτό να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Επί της ουσίας ο Μ.Κ 1 παράθεσε, μέσω της καθόλα εμπεριστατωμένης δήλωσης του, με πειστικό τρόπο για το ποια ήταν η εξέλιξη της πανδημίας τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο, πως αυτή μεταδιδόταν, τις συνέπειες της καθώς και τα μέτρα που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε με τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο τα επιδημιολογικά δεδομένα της Κύπρου αλλά και πως η νόσος αυτή έπρεπε να αντιμετωπιστεί με δεδομένο ότι ήταν μία άγνωστη ασθένεια για τον ιατρικό και επιστημονικό κόσμο. Ήταν βέβαιος και απόλυτος ως προς τις απαντήσεις του οι οποίες είχαν απόλυτη συνοχή. Οι ιατρικές και επιστημονικές του θέσεις επί της ουσίας δεν αντικρούσθηκαν. Και τούτο γιατί η υπεράσπιση αρκέστηκε να του θέσει διάφορες υποβολές που σχετίζονταν δηλαδή με τις θέσεις της ως προς την αντισυνταγματικότητα των μέτρων και που καμία σχέση δεν είχαν με την ουσία της μαρτυρίας του και των όσων γεγονότων ανάφερε. Επομένως η μαρτυρία του επί των γεγονότων παρέμεινε αναντίλεκτη. Επίσης, οι επιστημονικές του θέσεις και τα γεγονότα που παράθεσε παρέμειναν αναντίλεκτα εφόσον η υπεράσπιση δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία που να καταρρίπτει έστω και κατ'ελάχιστο τις θέσεις του. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, η οποία θα ήταν ικανή ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι σε θέση, με βάση την εμπειρία του και τις επιστημονικές του γνώσεις ως προς την μετάδοση της ασθένειας του Covid-19 να διαφωτίσει το Δικαστήριο και το διαφώτισε με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Επομένως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω εμπειρογνώμονα στην ολότητα της. Πολύ θετική εντύπωση έχω αποκομίσει και για τον Μ.Κ
  1. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο, υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, το λόγο και το σκοπό που εκδόθηκαν από τον Υπουργό Υγείας τα Διατάγματα στη βάση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260, τις ενέργειες του Υπουργείου Υγείας για την ενημέρωση του πληθυσμού αλλά και τις ενέργειες που λήφθηκαν για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού. Προέβη, επίσης, σε μία λεπτομερή περιγραφή του ιστορικού των γεγονότων από την έναρξη της πανδημίας. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν απόλυτα σίγουρος και βέβαιος ως προς τις απαντήσεις του και κατάθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Η δε μαρτυρία του, σε ό,τι αφορά τα ουσιαστικά επίδικα θέματα, υποστηρίζεται και από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, εφόσον η υπεράσπιση και πάλι δεν τον αντεξέτασε επί της ουσίας των όσων γεγονότων κατάθεσε αλλά περιορίστηκε σε σχετικές υποβολές προτάσσοντας τις δικές της θέσεις. Δεν αποδέχομαι τις θέσεις του όμως ότι το μέτρο της απαγόρευσης της παρουσίας των πιστών κατά τον εκκλησιασμό δεν ήταν αντισυνταγματικό εφόσον το ζήτημα αυτό είναι αμιγώς νομικό ζήτημα που θα κληθεί να απαντήσει το Δικαστήριο σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον του δεδομένα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του, πλην της πιο πάνω διευκρίνισης στην οποία έχω προβεί. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2 τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στο βαθμό που αυτά σχετίζονται άμεσα με την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων, θα παρατεθούν κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Κατά πόσο η έκδοση της Κ.Δ.Π 581/2020 είναι παράνομη και εξ' υπαρχής άκυρη Ως έχει αναφερθεί, προβάλλεται από την υπεράσπιση το γεγονός ότι το επίδικο Διάταγμα για την έκδοση Κανονισμών από τον Υπουργό Υγείας, στα πλαίσια των εξουσιών του με βάση το Κεφ. 260, συνιστά Κανονιστική Διοικητική Πράξη η οποία, προτού της δημοσίευσης της στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα έπρεπε, με βάση τον Ν. 99/89, να κατατίθετο στη Βουλή των Αντιπροσώπων ώστε να τύχει της έγκρισης της. Από την στιγμή που αυτή δεν έχει κατατεθεί στη Βουλή για έγκριση είναι παράνομη και άκυρη και ως εκ τούτου δεν παράγει οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα. H επιχειρηματολογία της υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα αυτό έχει καταγραφεί ανωτέρω. Αντίθετη, βεβαίως, ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής επί του σημείου αυτού. Επιχειρηματολογώντας η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής προέβαλε τη θέση ότι το άρθρο 54(ζ) του Συντάγματος δίνει εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να προβαίνει, μεταξύ άλλων, στην έκδοση Κανονιστικών και εκτελεστικών των νόμων Διαταγμάτων, ως οι νόμοι ορίζουν. Στην προκειμένη περίπτωση, το Υπουργικό Συμβούλιο εξουσιοδότησε τον Υπουργό Υγείας να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα για την αποτελεσματική εφαρμογή του Κεφ.
  2. Επομένως ο Υπουργός Υγείας, είναι η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, κινήθηκε εντός των συνταγματικών εξουσιών που το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει, και η από μέρους του έκδοση του επίδικου Διατάγματος είναι νόμιμη. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι, πράγματι, το άρθρο 3
(1)του Ν. 99/89, προνοεί ότι οι Κανονιστικές Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο θα πρέπει, προτού δημοσιευθούν, να κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση. Εστίασε όμως την προσοχή του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 3
(2)του Ν. 99/89 προνοεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 3
(1), δεν θα εφαρμόζονται στην περίπτωση Κανονισμών για τους οποίους προνοείται η έκδοση και κατάθεσή τους στον οικείο νόμο, αλλά δεν προνοείται η έγκρισή τους από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση. Είναι η περαιτέρω θέση της ότι ο Υπουργός Υγείας εξέδωσε Διάταγμα και όχι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένος να το καταθέσει για έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το ότι τα εν λόγω Διατάγματα, δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτω από το μέρος Ι της Δευτερογενούς Νομοθεσίας, στην οποία δημοσιεύονται οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, δεν ενέχει οποιανδήποτε σημασία, διότι το ίδιο το επίδικο διάταγμα κάνει ρητή αναφορά ότι αποτελεί Διάταγμα και όχι Κανονισμό. Πρόκειται για Διάταγμα που η εξουσία έκδοσής τους πηγάζει μέσα από τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο, Κεφ. 260 τα οποία η ίδια η φύση τους επέβαλλε την τάχιστη ενεργοποίησή τους με σκοπό την έγκαιρη λήψη αποτελεσματικών μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση της πανδημίας. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την επιχειρηματολογία και τις θέσεις κάθε έκαστης πλευράς. Το άρθρο 6 του Κεφ. 260, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, προνοεί τα ακόλουθα: «Εξουσία έκδοσης Κανονισμών 6. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς: (α) τον καθορισμό των μέτρων που λαμβάνονται εντός της Δημοκρατίας σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή, είτε εντός είτε εκτός της Δημοκρατίας, που κηρύχτηκε ως μολυσμένη τοπική περιοχή (β) την παρεμπόδιση της εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας εντός της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε μέρους αυτής από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας, είτε η τοπική αυτή περιοχή είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι (γ) την παρεμπόδιση της εξάπλωσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε άλλη τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας (δ) την παρεμπόδιση της μετάδοσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από τη Δημοκρατία ή από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας (ε) . (στ) . (ζ). (η).» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) To άρθρο 6Α του Κεφ. 260 το οποίο, επίσης, είναι σχετικό αναφέρει ότι: «Ο Υπουργός Υγείας δύναται να εκδίδει διατάγματα με τα οποία να τροποποιούνται τα τεχνικά παραρτήματα του Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού» Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ.260 το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να κηρύξει οποιαδήποτε ασθένεια μολυσματικής ή μεταδοτικής φύσης. Με βάση το άρθρο 3 του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Ν. 23/1962το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει και εξουσιοδότησε τον Υπουργό Υγείας να ασκεί τις εξουσίες που παρέχονται στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο (βλέπε Τεκμήριο 5- Αριθμός Απόφασης 89.037 η οποία αφορά Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 10.3.20), περιλαμβανομένου και της έκδοσης σχετικών Διαταγμάτων για αντιμετώπιση της πανδημίας. Στη βάση της πιο πάνω εξουσιοδότησης που έλαβε από το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά και με βάση την εξουσία που του παρέχεται από το άρθρο 54(ζ) του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η έκδοση Κανονιστικών και εκτελεστικών των νόμων Διαταγμάτων ως οι νόμοι ορίζουν, ο Υπουργός Υγείας εξέδωσε Διάταγμα, δυνάμει του άρθρου 6Α του Κεφ. 260, το οποίο τιτλοφορείται «ΚΔΠ 74/2020, Το περί Τροποποίησης Παραρτήματος των περί Λοιμοκαθάρσεως (Δημόσια Υγεία) Κανονισμών, Διάταγμα του 2020, E.E. Παρ.ΙΙΙ
(1), Αρ. 5209, Σελ. 241, 21/2/
  1. Με βάση αυτό κηρύχθηκε το Αναπνευστικό Σύνδρομο Μέσης Ανατολής οφειλόμενο σε κορωνοϊό (MERS) καθώς και ο Κορωνοϊός COVID - 19 ως μολυσματική ασθένεια. Αναφορά σε αυτό γίνεται και στο άρθρο 2 του επίδικου Διατάγματος. Ο Υπουργός Υγείας, επιπρόσθετα, στη βάση των εξουσιών που του παρείχε το άρθρο 6 του Κεφ. 260 αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα, ως ανεφέρθη ανωτέρω, εξέδωσε, μεταξύ άλλων, το επίδικο Διάταγμα. Το γεγονός ότι ο Υπουργός Υγείας είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα, όπως και έπραξε, πηγάζει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 6 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Κεφ.260 το οποίο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αναφέρει ότι «Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.». Συνάγεται επομένως ότι ο ίδιος ο Νομοθέτης έδωσε εξουσία στην εκτελεστική εξουσία να προβαίνει στην έκδοση Διαταγμάτων με σκοπό, μεταξύ άλλων, την ρύθμιση ζητημάτων σε σχέση με την λήψη μέτρων που αφορούν την παρεμπόδιση εξάπλωσης οποιασδήποτε μολυσματικής ασθένειας, στη προκειμένη περίπτωση του Covid-
  2. Το γεγονός ότι ο Υπουργός Υγείας εξέδωσε Διάταγμα και όχι Κανονισμούς, ως εισηγείται η Υπεράσπιση, συνάγεται, περαιτέρω, από το ίδιο το λεκτικό του επίδικου διατάγματος το οποίο αναφέρει στον τίτλο και στο Προοίμιο του τα ακόλουθα: «Ο ΠΕΡΙ ΛΟΙΜΟΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ. 260 Διάταγμα δυνάμει του άρθρου 6(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (ζ) Ο Υπουργός Υγείας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 6(α), (β), (γ), (δ),(ε) και (ζ) του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260 και οι οποίες του εκχωρήθηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 2020, εκδίδει το ακόλουθο Διάταγμα: Συνοπτικός τίτλος.
  3. Το παρόν Διάταγμα θα αναφέρεται ως το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 57) του 2020.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Στο άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 στο οποίο δίδεται η ερμηνεία λέξεων και εκφράσεων ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «διάταγμα» και «κανονισμοί» σημαίνει αντίστοιχα διάταγμα και κανονισμούς που εκδίδονται σύμφωνα με εξουσίες που παρέχονται από νόμο. Καθίσταται πρόδηλό ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν ο διαχωρισμός του Διατάγματος από τον Κανονισμό. Σαφής διαχωρισμός των διαταγμάτων από τους κανονισμούς γίνεται και στο άρθρο 58 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι: «ΑΡΘΡΟΝ 58
  4. Έκαστος υπουργός προΐσταται του υπουργείου αυτού.
  5. Εξαιρουμένης της εκτελεστικής εξουσίας της ρητώς διαφυλασσομένης διά του Συντάγματος υπέρ του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ενεργούντων ιδία εκατέρου ή από κοινού και υπέρ του Υπουργικού Συμβουλίου, η υφ' εκάστου υπουργού ασκουμένη εκτελεστική εξουσία περιλαμβάνει τα κάτωθι θέματα: (α) . (β) την σύνταξιν διαταγμάτων ή κανονισμών αφορώντων εις το υπουργείον αυτού προς υποβολήν εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, (γ) . (δ).» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστήριου) Ο διαχωρισμός επίσης των Διαταγμάτων από τους Κανονισμούς βρίσκει έρεισμα και στη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.α. ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ECLI:CY:AD:2016:C174, Υπόθεση Αρ. 1695/2015, 28/3/2016 (απόφαση Πλειοψηφίας) λέχθηκε ότι: «Κατ΄ εφαρμογή, συνεπώς, της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι η οποιαδήποτε σύγκρουση ή αμφισβήτηση, από τη Νομοθετική Εξουσία, της εξουσίας ή της αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας να ρυθμίζει τα ζητήματα των ωραρίων των καταστημάτων, των τουριστικών περιοχών, των τουριστικών περιόδων και των αργιών, προέκυψε με το Ν 36(Ι)/2015, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 27.3.2015 και τέθηκε σε ισχύ, τελικά, την 14.5.
  6. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Νόμος εκείνος αφαίρεσε από την Εκτελεστική Εξουσία την αποκλειστικήν αρμοδιότητα ρύθμισης των προαναφερομένων ζητημάτων, δια της εκδόσεως διαταγμάτων του αρμοδίου Υπουργού (δυνάμει του άρθρου 27 του Ν. 155(Ι)/2006), (διαταγμάτων που ακριβώς ήσαν, εγγενώς, επέκταση ως εκ της φύσεως τους, της ίδιας της διοικητικής λειτουργίας) και έδωσε την εξουσία αυτή στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο, όμως, θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με Κανονισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου (Ν. 99/1989, όπως τροποποιήθηκε) κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, προς έγκριση.» Στην ίδια υπόθεση (απόφαση μειοψηφίας υπό Παμπαλλή Δ.) γίνεται και πάλι προφανής διαχωρισμός της εξουσίας έκδοσης Διαταγμάτων και Κανονισμών. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα: «Στις 27 Μαρτίου 2015, η Βουλή, με τη θέσπιση του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας των Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμου του 2015 (Ν. 36(Ι)/2015), που είναι τροποποιητικός του Ν. 155(Ι)/2006, αποφάσισε να διαφοροποιήσει, άρδην, το θέμα του ρυθμιστή της λειτουργίας του ωραρίου των καταστημάτων, αφαιρώντας την πιο πάνω μονομερή αποκλειστική αρμοδιότητα της Υπουργού Εργασίας και εναποθέτοντας την στο Υπουργικό Συμβούλιο, όπου αντί, πλέον, διαταγμάτων, επέβαλε την αναγκαιότητα έκδοσης σχετικών Κανονισμών. Είναι αποδεχτό, και τούτο εξάγεται ευθέως από τα πρακτικά της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Βουλής, ότι, το νομοθετικό σώμα, ήθελε, με αυτή την τροποποίηση, να ελέγχει την εξουσία του νέου ρυθμιστή, ήτοι του Υπουργικού Συμβουλίου. Η τροποποίηση αυτή, προφανώς, είχε στόχο την ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 3
(1)του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμος του 1989 (Ν. 99/89). Ο τροποποιητικός Νόμος (Ν. 36(Ι)/2015), όμως, δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, από της δημοσίευσης του, ως συνήθως συμβαίνει, αλλά τέθηκε μεταβατική διάταξη, που προσδιόριζε ως έναρξη εφαρμογής του, την 1η Μαΐου 2015.» Συνάγεται επομένως μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω απόφασης η διάκριση ενός διατάγματος από ένα Κανονισμό καθώς επίσης και το γεγονός ότι ένα Διάταγμα δεν θα πρέπει να κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων προς έγκριση σε αντίθεση με ένα Κανονισμό. Είναι για το λόγο αυτό που υπήρξε, ως συνάγεται από τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης, η σχετική τροποποίηση του προαναφερόμενου Ν. 155
(1)/2006. Στο νομικό σύγγραμμα του Νίκου Χρ. Χαραλάμπους 'Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου' γίνεται, επίσης, διάκριση μεταξύ των κανονισμών και της έκδοσης διαταγμάτων. Στη σελίδα 168 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κατά κανόνα, το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί την κανονιστική του εξουσία, με βάση την παράγραφο (ζ) του Άρθρου 54, με την έκδοση Κανονισμών. Επίσης, ασκεί την εξουσία του αυτή με την έκδοση νομοθετικού περιεχομένου Διαταγμάτων και Γνωστοποιήσεων. Εκδίδει, όμως, και Διατάγματα που δεν είναι νομοθετικού περιεχομένου αλλά καθαρά διοικητικής φύσης.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Σαφής διάκριση μεταξύ κανονισμών και διαταγμάτων γίνεται και στο νομικό σύγγραμμα του Α. Λοιζου 'Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας' όπου αναφέρεται στη Σελίδα 8, κάτω από τον τίτλο 'Διάκριση εξουσιών' τα ακόλουθα: «Αντίθετα, η υποπαράγραφος (ζ) του Άρθρου 54 περιέχει ρητή διάταξη με την οποία δίδεται στο Υπουργικό Συμβούλιο εξουσία να εκδίδει κανονισμούς και διατάγματα εκτελεστικών των νόμων, όπως προβλέπουν οι τέτοιοι νόμοι.» Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Υπουργός Υγείας εξέδωσε το επίδικο Διάταγμα, ως το Κεφ. 260 του δίδει εξουσία, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης της και όχι Κανονισμούς ώστε να απαιτείται η έγκριση τους προηγουμένως από την Βουλή ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 3 του Ν.99/1989 το οποίο προνοεί ότι: «Κατάθεση στη Βουλή των Αντιπροσώπων Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου 3.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, όταν δυνάμει Νόμου ή με εξουσιοδότηση Νόμου το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε Μέλος αυτού έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι Κανονισμοί αυτοί κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.
(2)Αν μέσα σε εξήντα ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης των Κανονισμών αυτών η Βουλή των Αντιπροσώπων με απόφαση της δεν τροποποιήσει ή ακυρώσει τους Κανονισμούς αυτούς, στο σύνολο τους ή μερικώς, τότε, αμέσως μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, οι Κανονισμοί αυτοί δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία της δημοσίευσης τους. Σε περίπτωση τροποποίησης των Κανονισμών αυτών, στο σύνολο τους ή μερικώς από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Κανονισμοί αυτοί δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπως έχουν τροποποιηθεί και τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία της δημοσίευσης τους: Νοείται ότι οι διατάξεις του εδαφίου αυτού δε θα εφαρμόζονται στην περίπτωση Κανονισμών, για τους οποίους προνοείται η έκδοση και κατάθεση τους στον οικείο νόμο αλλά δεν προνοείται η έγκριση τους από τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσα σε καθορισμένη χρονική προθεσμία.» Η Κ.Δ.Π 581/2020 επειδή, για τους λόγους που έχω παραθέσει ανωτέρω, αποτελεί Διάταγμα δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Το λεκτικό του άρθρου 3
(1)του Ν. 99/89 είναι ξεκάθαρο. Εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Υπουργικό Συμβούλιο ή μέλος του εκδίδει Κανονισμούς. Στη προκειμένη περίπτωση το άρθρο 6 του Κεφ. 260 ρητά αναφέρει για έκδοση Κανονισμών δυνάμει Διατάγματος. Η διάκριση που κάνει ο ίδιος ο Νομοθέτης είναι ξεκάθαρη και δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη. Αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο (Αντώνης Θεοδούλου ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2017, 21/12/2017). Συνεπακόλουθα η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Αποτελεί κρίση και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η Κ.Δ.Π 581/20 αποτελεί Διάταγμα και όχι Κανονισμό, έχει δε εκδοθεί καθόλα νόμιμα από τον Υπουργό Υγείας με αποτέλεσμα να παράγει έννομα αποτελέσματα. Κατά πόσο το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος είναι αντισυνταγματικό Αποτελεί θέση της υπεράσπισης, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ότι το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος είναι αντισυνταγματικό εφόσον προσκρούει στο άρθρο 18 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Προτού εξετάσω επί της ουσίας την προβληθείσα υπεράσπιση θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο ισχυριζόμενος αντισυνταγματικότητα, στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, φέρει και το ανάλογο βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γεωργίου Γιωργούλλα και Άλλοι ν. Aστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616, Investylia Ltd ν. E. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1872, Attorney General v. Imbrahim
(1964)C.L.R. 195, The Board for the registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 650 και Loizou v. Sewage Board of Nicosia
(1988)1 C.L.R. 122). Επίσης αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι αυτός που επικαλείται αντισυνταγματικότητα θα πρέπει να την εξειδικεύσει στο Δικαστήριο με πάσα λεπτομέρεια. Στη Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 315, λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα ακόλουθα: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό.» Αποτελεί, περαιτέρω, απαιτούμενο πως η κρίση του Δικαστηρίου πάνω σε ζητήματα συνταγματικότητας νόμου εκφράζεται μόνο όταν αυτή είναι αναγκαία και απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αχιλλέα Η. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι στη προκειμένη περίπτωση, μέσω της προφορικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, αν και δεν υπάρχει ευθύς και άμεση αναφορά, ως η πιο πάνω τεθείσα νομολογία ρητά ορίζει, για το ποιό ακριβές άρθρο του επίδικου διατάγματος που εξέδωσε ο Υπουργός Υγείας είναι αντισυνταγματικό εντούτοις, μέσα από τα λεγόμενα και τα συμφραζόμενα του και συνολικά ιδώμενα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι παρέπεμψε και εννοούσε το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος. Δεν είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο καλείτε να προβεί σε εικασίες και υποθέσεις. Επομένως, κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβάνοντας υπόψιν ότι τέθηκε, έστω και εμμέσως το αναγκαίο υπόβαθρο, η αιτιολογία και η αναγκαία εξειδίκευση γιατί, κατά τη θέση του, το εν λόγω άρθρο παραβιάζει το πιο πάνω θεμελιώδες άρθρο 18 του Συντάγματος θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάζω εάν αυτό είναι αντισυνταγματικό. Επιπρόσθετα, το ζήτημα περί αντισυνταγματικότητας του πιο πάνω άρθρου είναι αναγκαίο από το Δικαστήριο να αποφασισθεί για την επίλυση της υπό εκδίκασης διαφοράς. Και τούτο γιατί ο κατηγορούμενος στην ουσία αποδέχεται ότι ο ίδιος είχε παραβεί το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος εφόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, λάμβανε μέρος στη Θεία Λειτουργία, γεγονός το οποίο απαγορευόταν. Ο ίδιος όμως προβάλλει ως υπεράσπιση ότι με το επίδικο διάταγμα παραβιαζόταν το συνταγματικό του δικαίωμα της θρησκευτικής του ελευθερίας. Επομένως, κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές, το ζήτημα περί αντισυνταγματικότητας είναι αναγκαίο να επιλυθεί από το Δικαστήριο προκειμένου αυτό να καταλήξει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Ηunter Karina και άλλη ν. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 ΑΑΔ 731 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά σε σχέση με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο 'πέρα από κάθε λογική αμφιβολία'. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω επί της ουσίας κατά πόσο το άρθρο 2
(3)(στ) είναι αντισυνταγματικό. Το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου διατάγματος ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η παρουσία πιστών κατά τον εκκλησιασμό ή/και άλλων μορφών θρησκευτικής λατρείας.» Το άρθρο 18 του Συντάγματος, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, προνοεί ότι: «
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.
  2. .
  3. .
  4. Έκαστος είναι ελεύθερος και έχει το δικαίωμα να πρεσβεύη την πίστιν αυτού και να εκδηλώνη την θρησκείαν ή τας θρησκευτικάς αυτού πεποιθήσεις διά της λατρείας, διδασκαλίας, ασκήσεως ή τηρήσεως των τύπων είτε ατομικώς είτε συλλογικώς κατ' ιδίαν ή δημοσία και να μεταβάλλη την θρησκείαν ή τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις αυτού.
  5. .
  6. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή της θρησκευτικής πεποιθήσεως υπόκειται μόνον εις τους υπό του τόμου προδιαγεγραμμένους περιορισμούς τους αναγκαίους προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.
  7. .
  8. .» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστήριου) Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 33 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «ΑΡΘΡΟΝ 33
  9. Τηρουμένων των διατάξεως του Συντάγματος των σχετικών προς την κατάστασιν εκτάκτου ανάγκης, τα υπό του παρόντος μέρους ηγγυημένα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίαι δεν υπόκεινται εις οιονδήποτε έτερον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν πλην των εν τω παρόντι μέρει οριζομένων.
  10. Αι διατάξεις του παρόντος μέρους αι αναφερόμεναι εις τοιούτους όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς δέον να ερμηνεύωνται στενώς και να μη εφαρμόζωνται δι' οιονδήποτε σκοπόν διάφορον εκείνου δι' ον εθεσπίσθησαν.» Το άρθρο 18 εντοπίζεται στο Μέρος 2- 'Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών' του Συντάγματος. Ως συνάγεται από το περιεχόμενο του ο κάθε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ελεύθερος αφενός να ασκεί τη θρησκεία της επιλογής του και αφετέρου να την εκδηλώνει ελεύθερα. Ως αναφέρεται εύστοχα στο σύγγραμμα του Α. Ν. Λοίζου (ανωτέρω) το άρθρο 18: «θεμελιώνει την αξίωση 'έκαστου' απέναντι του κράτους να μην επεμβαίνει και να μην παρεμποδίζει τη διαμόρφωση και την εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Συνιστά την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και της ελεύθερης λατρείας η οποία αποτελεί εξωτερίκευση της πίστης και των θρησκευτικών πεποιθήσεων.» Το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας τυγχάνει προστασίας και από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η θρησκευτική ελευθερία αναγνωρίζεται, εξίσου, και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 22ας Ιανουαρίου 2019 στην υπόθεση C‑193/17, Cresco Investigation GmbH κατά Markus Achatzi, λέχθηκαν τα εξής꞉ «
  11. Δεν αμφισβητείται ότι η θρησκευτική ελευθερία συγκαταλέγεται στα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζει το δίκαιο της Ένωσης, ο δε όρος «θρησκεία» στο πλαίσιο αυτό έχει την έννοια ότι καλύπτει τόσο το forum internum, δηλαδή την ύπαρξη πεποιθήσεων, όσο και το forum externum, δηλαδή τη δημόσια εκδήλωση της θρησκευτικής πίστεως (πρβλ. αποφάσεις της 14 Μαρτίου 2017, G4S Secure Solutions, C‑157/15, EU:C:2017:203, σκέψη 28, και της 14ης Μαρτίου 2017, Bougnaoui και ADDH,C‑188/15, EU:C:2017:204, σκέψη 30). [...].» Το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας δεν είναι όμως απόλυτο. Υπόκειται στους θεμιτούς περιορισμούς που επιτρέπει το άρθρο 18.6 του Συντάγματος, μεταξύ των οποίων είναι και ο περιορισμός του προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας. Στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Limited κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 78 λέχθηκε, επί του προκειμένου, ότι꞉ «Η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί έννοια ευρύτερη της ανεξιθρησκείας και συνιστά ατομικό δικαίωμα του οποίου, πέραν των τυχόν εκ του Συντάγματος τασσομένων περιορισμών, η άσκηση δεν μπορεί να παρακωλυθεί με νομοθετικές ή διοικητικές πράξεις. (Χρ. Γ. Σγουρίτσας, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β, Τεύχος Β, Έκδοση 1966, σελ.109).» Στην υπόθεση Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 740/11, κ.α έγινε αναφορά πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις είναι επιτρεπτός ο περιορισμός ενός συνταγματικού δικαιώματος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση.» Αναμφίβολα το μέτρο της απαγόρευσης παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό περιορίζει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των μερών, ως εισηγήθηκε η κατηγορούσα αρχή και ουδόλως αμφισβήτησε η υπεράσπιση αλλά ως επίσης εξάγεται και από το ίδιο το λεκτικό αιτιολόγησης του επίδικου Διατάγματος, στο οποίο συμπεριλήφθηκε το εν λόγω μέτρο, ο λόγος έκδοσης του ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας, περιορισμός ο οποίος περιλαμβάνεται στους θεμιτούς περιορισμούς που το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει. Το πρώτο ερώτημα που καλείται να δώσει απάντηση το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το μέτρο της απαγόρευσης παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, δηλαδή εάν υπήρχαν οποιοιδήποτε συντρέχοντες λόγοι δημόσιας υγείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, που επέβαλλαν και δικαιολογούσαν τον περιορισμό του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι άμεσα συναρτώμενη με τους λόγους που οδήγησαν τον Υπουργό Υγείας να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα. Οι λόγοι αυτοί έχουν αναφερθεί με λεπτομέρεια μέσω της μαρτυρίας, έγγραφης και προφορικής, των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2 τους οποίους, επαναλαμβάνω, η μαρτυρία τους έγινε πλήρως αποδεκτή. Είναι το κατάλληλο σημείο να παραθέσω τα ακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου: α) Η νόσος Covid-19, κηρύχθηκε ως πανδημία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ) στις 30.1.
  1. Όταν μια νόσος κηρύσσεται ως πανδημία, στόχο έχει την ενημέρωση και έγκαιρη προετοιμασία των κρατών για μια σοβαρή κατάσταση και ενός γεγονότος με επιπτώσεις στη δημόσια υγεία που πιθανώς να χρειαστεί διεθνή κινητοποίηση. β) Η νόσος Covid-19 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο εμφάνισης της (αρχές Δεκεμβρίου 2019) μια άγνωστη στον ιατρικό και επιστημονικό κόσμο ασθένεια, για την οποία τόσο οι επιστήμονες όσο και ο ιατρικός κόσμος αφενός δεν είχαν γνώση για την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπισή της και αφετέρου δεν υπήρχε, μέχρι του χρονικού σημείου εμφάνισής της, οποιαδήποτε αποτελεσματική ιατρική θεραπεία για αντιμετώπιση και καταστολή της. γ) Η μετάδοση της νόσου Covid-19 ξεκίνησε και είχε ως αφετηρία την Κίνα και σε σύντομο χρονικά διάστημα είχε μεταφερθεί και στην Ευρώπη. Στην αναφορά του Π.Ο.Υ, ημερομηνίας 10.3.20 (μέρος του Τεκμηρίου 5), η ανοδική πορεία της πανδημίας ήταν εμφανής καθώς τα επιβεβαιωμένα κρούσματα της νόσου Covid-19 παγκοσμίως από 9.000 περίπου που ανέρχονταν στις 31.1.20 ανήλθαν σε 113.702 κρούσματα, με 4.012 θανάτους σε 109 χώρες. δ) Με βάση αναφορών του Π.Ο.Υ (Τεκμήριο 5), μεγάλος αριθμός χώρων αρχίζει και εφαρμόζει διάφορα μέτρα, με σκοπό τον κίνδυνο εξάπλωσης της. Την ίδια περίοδο, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων εξέδωσε διάφορες οδηγίες για περιορισμό της μετάδοσης του ιού. Στα μέσα Απριλίου, ο Π.Ο.Υ, εξαντλεί την αυστηρότητά του, μέσω συστάσεων και οδηγιών, όχι μόνο για την αναχαίτιση της μετάδοσης του ιού, αλλά και με μείωση της μετάδοσης, σε σημείο που μπορούσε να μην οδηγήσει σε εκ νέου έξαρση του ιού. ε) Η Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή (ΣΕΕ), που συστάθηκε στην Κύπρο με σκοπό να ασκεί συμβουλευτικό ρόλο προς τον Υπουργό Υγείας σε θέματα διαχείρισης της πανδημίας παρέχοντας τις επιστημονικές της απόψεις και εισηγήσεις, παρακολουθούσε την εξέλιξη της πανδημίας στην Ευρώπη και στην Κύπρο. Στα πλαίσια αυτά ο Υπουργός Υγείας εξέδωσε Διατάγματα, λαμβάνοντας μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας, κατόπιν συστάσεων και εισηγήσεων ακολουθώντας τις διεθνείς οδηγίες, συστάσεις και παρατηρήσεις του Π.Ο.Υ αλλά και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων και λαμβάνοντας υπόψη περαιτέρω την εξέλιξη της επιδημιολογικής εικόνας της πανδημίας στην Κύπρο. Η ΣΕΕ, έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, και στην αρχή της φυσικής αποστασιοποίησης (απομόνωση των στενών επαφών και περιστατικών Covid-19, μείωση του συνωστισμού, μείωση του αριθμού ατόμων σε κοινόχρηστους χώρους). Λαμβανόταν επίσης υπόψιν, η εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης των διαφόρων δραστηριοτήτων και χώρους όπου σύχναζε το κοινό. Μέσω αυτής της εκτίμησης κινδύνου, η ΣΕΕ, εκτιμούσε και κατά πόσο μια συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί να επιδεινώσει την επιδημιολογική εικόνα και αναλόγως οι εισηγήσεις της συμβουλευτικής επιτροπής, ήταν η εφαρμογή μέτρων αναστολής απαγόρευσης ή τροποποίησης της λειτουργίας της εν λόγω δραστηριότητας με ανάλογα πρωτόκολλα. Χώροι και δραστηριότητες όπου καταγράφηκαν δραστηριότητες που οδήγησαν σε αυξημένη μετάδοση του Covid-19 ήταν, μεταξύ άλλων, σε νυκτερινά κέντρα διασκέδασης, σε κλειστούς χώρους με πτωχό αερισμό, σε χώρους εστίασης, σε εκδηλώσεις και σε χώρους θρησκευτικής λατρείας. στ) Τα πρώτα περιστατικά Covid-19 στην Κύπρο εντοπίστηκαν τον Μάρτιο του 2020 με κορύφωση των διαγνώσεων στις αρχές Απριλίου. Η Κυπριακή Δημοκρατία σε πρώτη φάση, προς αντιμετώπιση της μετάδοσης του ιού, εφάρμοσε αυστηρούς ελέγχους στα αεροδρόμια και περιορισμό στις εισερχόμενες εισροές, ενώ ανταπόκριση στα πρώτα περιστατικά κινητοποιήθηκε η μονάδα ιχνηλάτησης για εντοπισμό και απομόνωση των επαφών τους. Στις 10.3.2020 διακόπηκε η δια ζώσης φοίτηση σε Πανεπιστήμια και σχολεία. Τις επόμενες ημέρες επετράπη η είσοδος στη χώρα μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ανεστάλησαν χώροι διασκέδασης, εστίασης, παραστάσεων και άλλων χώρων συνάθροισης. Στις 24.3.2020, λόγω του εντοπισμού όλων και περισσότερων νέων περιστατικών Covid-19 και του αυξανόμενου ποσοστού νοσηλευόμενων, η χώρα μπήκε σε καθολικό απαγορευτικό (lockdown) με περιορισμό των μετακινήσεων και νυχτερινών κατ' οίκον περιορισμό. Από τις 4 Μαΐου του 2020 η Κύπρος εισήλθε στη φάση αποκλιμάκωσης η οποία διήρκησε μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 2020 καταγράφηκαν διάφορες εισροές κρουσμάτων και περί τα τέλη Σεπτεμβρίου παρατηρήθηκε εκ νέου έξαρση η οποία συνέπεσε με τον μεγάλο βαθμό αποκλιμάκωσης των μέτρων. Η ΣΕΕ αναγνωρίζοντας ότι η Κύπρος διένυε το δεύτερο κύμα της πανδημίας, όπως αυτό αντικατοπτριζόταν στην αύξηση των νέων περιστατικών και αλυσίδων, στη αύξηση των νοσηλειών, στην αύξηση του ποσοστού θετικότητας των εργαστηριακών ελέγχων και στην αδυναμία αποτελεσματικής και έγκυρης ιχνηλάτησης, προέβη εκ νέου σε εισηγήσεις για εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων αποστασιοποίησης και περιορισμού των συναθροίσεων σε όλες τις επαρχίες. Τον Νοέμβριο του 2020 η ΣΕΕ έθεσε το θέμα της επάρκειας σε κλίνες ΜΕΘ και ΜΑΦ τονίζοντας συγκεκριμένο αριθμό πληρότητας ΜΕΘ που θα καθόριζε το έναυσμα για νέο καθολικό απαγορευτικό για τη μείωση των νέων περιστατικών Covid-
  2. Στο σημείο αυτό η κατάσταση της μετάδοσης στην Κύπρο πέρασε από την κατηγορία των σποραδικών κρουσμάτων σε ενδοκοινοτική μετάδοση. Τον ουσιώδη χρόνο η μονάδα ιχνηλάτησης αδυνατούσε να αντεπεξέλθει του πολύ μεγάλου αριθμού περιστατικών που καταγράφονταν επί καθημερινής βάσης με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για περαιτέρω αύξηση της διασποράς. Λόγω των μέτρων αυτών που λήφθηκαν ο αριθμός των κρουσμάτων στις Επαρχίες Πάφου και Λεμεσού μειώθηκε σημαντικά, όμως παράλληλα παρατηρήθηκε μια σημαντική αύξηση στις άλλες Επαρχίες. Παράλληλα, αρχές Δεκεμβρίου παρατηρήθηκε μια αύξηση του ποσοστού θετικότητας στους εργαστηριακούς ελέγχους παγκύπρια. Την ίδια περίοδο το επιδημιολογικό φορτίο και οι δείκτες υγείας σημείωναν επιδείνωση φτάνοντας για πρώτη φορά σε μέγιστο αριθμό, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και ο αριθμός των νοσηλευόμενων και ο αριθμός των ασθενών στις ΜΕΘ. Παράλληλα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τονίστηκε η ανάγκη προσεκτικής διαχείρισης της πανδημίας εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων να εκδίδει νέα εκτίμηση κινδύνου εφόσον η περίοδος των εορτών θεωρείτο περίοδος υψηλού κινδύνου για επαφές και με τα αντίστοιχα μοντέλα ότι θα ακολουθούσε σημαντική αύξηση στα κρούσματα και στις νοσηλείες. Ταυτόχρονα, τον ίδιο καιρό αναφέρθηκε και η ανάδυση του βρετανικού στελέχους το οποίο εντοπίστηκε σε αυξημένο αριθμό περιστατικών στο Ηνωμένο Βασίλειο και με βάση τις επιστημονικές αναλύσεις θεωρείται κατά 50% πιο μεταδοτικό από τα προηγούμενα στελέχη της Covid-19 και αποτέλεσαν το επικρατόν στέλεχος στο σημαντικό κύμα της πανδημίας που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του
  3. Το βρετανικό στέλεχος εντοπίστηκε και στην Κύπρο περί τις αρχές Δεκεμβρίου. Τα πιο πάνω οδήγησαν τα μέλη της ΣΕΕ στο να καταθέσουν τις δικές τους εισηγήσεις σε σχέση με συγκεκριμένα μέτρα για την περίοδο Δεκεμβρίου του
  4. Στη βάση αυτών των εισηγήσεων είχε εκδοθεί από τον Υπουργό Υγείας και το επίδικο διάταγμα. ζ) Τον Δεκέμβριο του 2020, η επιδημιολογική εικόνα της Κύπρου ήταν ιδιαίτερα βεβαρημένη και τούτο γιατί τα κρούσματα αυξήθηκαν (9%-11% ποσοστό θετικότητας στα PCR και rapid τεστ) ως επίσης και οι νοσηλείες στα νοσοκομεία. η) Η έκδοση των Διαταγμάτων του Υπουργού Υγείας, ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης που προέκυψε με βάση τα επιδημιολογικά δεδομένα. Τα έγκαιρα μέτρα που λήφθηκαν με την έξοδο από την πρώτη απαγόρευση κυκλοφορίας (lockdown), οδήγησαν ώστε η Κύπρος να παρουσιάσει πολύ μικρό ποσοστό θανάτων, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης, τα μέτρα που λήφθηκαν, είχαν σκοπό την περαιτέρω πρόληψη διάδοσης του ιού, της προστασίας της υγείας και της ζωής, κυρίως των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού. θ) Στις 6.12.21, η Σ.Ε.Ε λόγω της πιο πάνω επιδημιολογικής εικόνας, εισηγήθηκε τη λήψη διαφόρων μέτρων. Στη βάση αυτών των εισηγήσεων εκδόθηκε και το επίδικο Διάταγμα. Αναμφίβολα για τον περιορισμό της εξάπλωσης και την καταπολέμηση της νόσου Covid-19, λήφθηκαν μαζικά και σε παγκόσμια κλίμακα μέτρα περιοριστικά των ανθρωπίνων επαφών, τα οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό περιόρισαν τους πολίτες στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Τα μέτρα απομόνωσης και περιορισμού των κοινωνικών επαφών, χαρακτηρίστηκαν από τον Π.Ο.Υ, ως τα μόνα προς το παρόν μέτρα που αποδεδειγμένα μπορούν να διακόψουν ή να ελαχιστοποιήσουν την αλυσίδα μετάδοσης του ιού. Καθίσταται προφανές, μέσα από την παράθεση των πιο πάνω γεγονότων, ότι τα Ευρωπαϊκά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, είχαν να αντιμετωπίζουν μία άνευ προηγουμένως υγειονομική κρίση. Ο Υπουργός Υγείας, στα πλαίσια του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, με γνωστοποίηση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξέδωσε αριθμό Διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο (είχαν ήδη εκδοθεί προηγουμένως 56 Διατάγματα) με σκοπό τον καθορισμό μέτρων για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης και μετάδοσης του ιού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως συνάγεται μέσα από την μαρτυρία των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2, η επιδημιολογική εικόνα (βλέπε Εθνική Αναφορά ημερομηνίας 13.12.20-Τεκμήριο 5) της χώρας ήταν βεβαρυμμένη και στο χειρότερο της σημείο από την έναρξη της πανδημίας. Επίσης ως καταγράφεται και από το ίδιο το λεκτικού του διατάγματος (βλέπε άρθρο 2.3) καθίστατο αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων, παρά την λήψη μέτρων που είχαν εκδοθεί με τα προηγούμενα διατάγματα. Παραθέτω μέρος του άρθρου 2.3: «Λόγω αδήριτης ανάγκης που προκύπτει από τα επιδημιολογικά δεδομένα για την προστασία της δημόσιας υγείας, για αντιμετώπιση της εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19 και λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί προηγουμένως, από την 1η Δεκεμβρίου 2020 μέχρι και τις 9 Δεκεμβρίου 2020, καταγράφηκαν 3,016 κρούσματα, ενώ ο μέσος όρος των νοσηλευόμενων καθημερινά κυμαίνεται σε 120 ασθενείς τη μέρα, και δεδομένου ότι κατά την πιο πάνω περίοδο καταγράφηκαν 21 θάνατοι ασθενών με τελική αιτία θανάτου τη νόσο COVID-19 και δεδομένου ότι 8 στα 10 περιστατικά που καταγράφονται είναι εγχώριες λοιμώξεις, αλλά και ότι το ποσοστό θετικότητας των εργαστηριακών εξετάσεων αυξήθηκε από το 3,5% στο 5,5%, από την 11η Δεκεμβρίου 2020 και ώρα 06.00 π.μ. μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020 και ώρα 05.00 π.μ. ισχύουν τα ακόλουθα.» Επιπρόσθετα κατόπιν εισήγηση της ΣΕΕ και αφού λήφθηκε υπόψιν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η παρουσία πιστών κατά τον εκκλησιασμό, ο οποίος λάμβανε χώρα σε κλειστό χώρο και είχε αυξημένη δραστηριότητα αλλά και το ότι στο πρόσφατο παρελθόν οι χώροι αυτοί ήταν εστίες μόλυνσης και μετάδοσης του ιού κρίθηκε σκόπιμο και επιβεβλημένο, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση μετάδοσης του ιού, η υιοθέτηση, μεταξύ άλλων, του εν λόγω μέτρου. Όπως εξάλλου, καταμαρτυρά και το προοίμιο του επίδικου διατάγματος, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, ο λόγος που αυτό εκδόθηκε ήταν: «Επειδή, η προστασία της δημόσιας υγείας και το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης αποτελούν ευθύνη της Δημοκρατίας και με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του Κορωνοϊού COVID-19, την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και την αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τυχόν διασπορά του ιού, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνικές υποδομές που θα είναι αναγκαίες για τυχόν αντιμετώπιση της ραγδαίας εξάπλωσης του ιού..» Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργείο Οικονομικών κ.α., Συνεκδικαζόμενες υποθ. αρ. 1480/2011, 1481/2011, 1482/2011, 1483/2011, 1484/2011,1591/2011,1625/2011, 11/5/2014 λέχθηκε ότι: «Η πληροφόρηση προέρχεται από τον ίδιο το Νόμο, μέσω του Προοιμίου του, όπου και καθορίζεται ρητώς ο σκοπός του. Μπορούν εδώ να υπομνησθούν τα όσα έχουν αναπτυχθεί στο θέμα προηγουμένως σχετικά με την ερμηνεία νομοθετημάτων. Και να μνημονευθεί συναφώς και η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238, όπου ακριβώς τονίστηκε ότι η ανάγκη και η διαπίστωση «σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου» για τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου, που να έχει «το χαρακτήρα πιεστικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας», πρέπει να εκτεθούν στο Προοίμιο του Νόμου ή να γίνεται επίκληση των γεγονότων που προσδιορίζουν αυτή την ανάγκη. Ο άλλος τρόπος πληροφόρησης είναι η παγκοίνως δικαστική γνώση, («judicial notice»).» Στη προκειμένη περίπτωση καταλήγω, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι υπήρχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναγκαίοι λόγοι δημόσιας υγείας και ήταν προς το συμφέρον αυτής που επέβαλλαν και δικαιολογούσαν πλήρως την λήψη μέτρων, μεταξύ των οποίων ήταν και η απαγόρευση της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό. Αναζητήθηκαν τρόποι περιορισμού και αναχαίτισης της μετάδοσης του ιού. Ένας από αυτούς ήταν και ο επιβαλλόμενος περιορισμός. Ο εν λόγω περιορισμός του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας ενέπιπτε, συνεπώς, εντός των νομοθετικών περιορισμών που το άρθρο 18.6 και 33 του Συντάγματος καθορίζει. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν επομένως επαρκείς και ικανοποιητικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την έκδοση του επίδικου Διατάγματος που δεν ήταν άλλοι από τους λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας η οποία τίθετο σε άμεσο κίνδυνο με την περαιτέρω εξάπλωση του Covid-19. Δεν θα πρέπει να λησμονηθεί, επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Συντάγματος και με το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) το κράτος έχει θετική υποχρέωση να προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα (ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Β. ΠΠΑΣΙΑ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A376, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 381/2010, 26/5/2015). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα 'Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας' (ανωτερω) το άρθρο 2 της Σύμβασης «κατατάσσεται, όπως ετόνισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ως ένα από τις πιο θεμελιώδης διατάξεις της Σύμβασης». Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τόνισε σε αριθμό αποφάσεων του ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν υποχρέωση στο να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα για προστασία της ζωής. Για παράδειγμα στην υπόθεση Oneryildiz v Turkey, No. 48939/99, 30/11/14 το ΕΔΑΔ έκρινε ότι αναφορικά με επικίνδυνες δραστηριότητες οι κρατικές αρχές φέρουν υποχρέωση να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα σε κάθε δραστηριότητα, είτε δημόσια, είτε ιδιωτική, όπου μπορεί να διακυβεύεται το δικαίωμα της ζωής. Καθίσταται πρόδηλό ότι η διασφάλιση του δικαιώματος στη ζωή, όπως προκύπτει από την εξέλιξη της πανδημίας, δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς στη λήψη θετικών μέτρων. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το γενικό συμφέρον της δημόσιας υγείας υπερτερεί κάθε θρησκευτικής υποχρεώσεως και δεν επιτρέπει εξαιρέσεις από βασικούς υγειονομικούς κανόνες. Αποτελεί, περαιτέρω, θέση της υπεράσπισης ότι με τον περιορισμό που επέβαλλε το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος έχει πληγεί ο πυρήνας του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να ασκεί το δικαίωμα του θρησκεύεσθαι ελεύθερα κατά απόλυτο τρόπο. Οι συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν θεμελιώδη δικαιώματα μπορούν να περιορίζονται από το νόμο δεν επιτρέπεται όμως να αναιρούνται. Το επόμενο ερώτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η απαγόρευση της παρουσίας πιστών κατά τον εκκλησιασμό περιόριζε με απόλυτο τρόπο το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Και εξηγώ. Ο εν λόγω περιορισμός καταρχάς ήταν προσωρινός και δεν ήταν μόνιμου χαρακτήρα. Ως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 2
(3)του επίδικου Διατάγματος το εν λόγω μέτρο θα είχε ισχύ μέχρι την 31.12.2020. Όπως, επίσης, ανάφεραν οι Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2 η έκδοση Διαταγμάτων από τον Υπουργό Υγείας, σε σχέση με την υιοθέτηση μέτρων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την επιδημιολογική εικόνα της χώρας και με την εξέλιξη της πανδημίας. Εξ ου και στη συντριπτική πλειοψηφία των προηγουμένων εκδοθέντων Διαταγμάτων αυτά δεν επέβαλλαν ένα τέτοιο περιορισμό. Επίσης, το γεγονός ότι ο εν λόγω περιορισμός δεν ήταν απόλυτος και δεν επηρέαζε πλήρως τον πυρήνα του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας συνάγεται και από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 2
(3)(ζ) του επίδικου διατάγματος όπου επιτρεπόταν η ατομική προσευχή σε εκκλησίες, εκτός των ωρών που τελείται εκκλησιασμός και νοουμένου ότι εντός του χώρου θρησκευτικής λατρείας δεν παρευρίσκονται πέραν των 10 προσώπων ταυτόχρονα. Ταυτόχρονα, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 2, τον ουσιώδη χρόνο λήψης του εν λόγω περιορισμού η Θεία λειτουργία μεταδιδόταν ζωντανά από το κρατικό κανάλι του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ΡΙΚ). Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα, μέσα από την παράθεση των πιο πάνω, ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας δεν περιοριζόταν κατ' απόλυτο τρόπο και δεν αναιρείτο εφόσον δινόταν στους πιστούς εναλλακτικές λύσεις και κάποιου είδους αντιστάθμισμα με σκοπό να περιοριστεί, στον επιτρεπόμενο βαθμό, ο περιορισμός του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, για όσο καιρό διαρκούσε αυτός, ώστε να ασκούν το θρησκευτικό τους δικαίωμα και να εκδηλώνουν ελευθέρα την πίστη τους. Στην υπόθεση της Πλήρους Ολομέλειας Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Εφέσεις κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 177/18, 75/19, 76/19, 77/19, 79/19, 80/19, 84/19 και 85/19, 10/4/2020 (Απόφαση Πλειοψηφίας) το Ανώτατο Δικαστήριο ανάτρεψε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ότι η μείωση των απολαβών και συντάξεων των αξιωματούχων, εργοδοτουμένων και συνταξιούχων της δημόσιας υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ήταν αντισυνταγματική, κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι μειώσεις, υπό τις περιστάσεις και τα γεγονότα, δεν συνιστούσαν επηρεασμό του πυρήνα του δικαιώματος της περιουσίας όπως αυτό τυγχάνει προστασίας από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Προκύπτει, από την Χαραλάμπους, ότι ακόμα και στην περίπτωση που η προστασία του μισθού δεν λαμβάνει τη μορφή προστασίας στα πλαίσια του Άρθρου 23.1 για το λόγο ότι δεν θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, παρά ταύτα ο περιορισμός δεν μπορεί να είναι αυθαίρετος, χωρίς έρεισμα στις αποκρυσταλλωμένες αρχές της χρηστής διακυβέρνησης και της, ορθά ισοζυγισμένης λήψης αποφάσεων, από τα κρατικά όργανα...Εν κατακλείδι στην Χαραλάμπους αποφασίστηκε ότι η συγκεκριμένη μείωση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν επηρέαζε τον πυρήνα του δικαιώματος επί του μισθού, ο οποίος (πυρήνας) παρέμεινε έτσι άθικτος και καθόλου δεν αδρανοποιήθηκε ώστε να πρόκειται για στέρηση ή περιορισμό, εκτός των αποδεκτών πλαισίων του Άρθρου
  1. Η κατάληξη ήταν να απορριφθεί το παράπονο των αιτητών για παραβίαση του Άρθρου 23 ενώ, για τους ίδιους λόγους, απορρίφθηκε, afortiori, και η εισήγηση τους για παράβαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου. Ακολούθησε η υπόθεση Κουτσελίνη στην οποία τονίστηκε ότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν επιτρέπει την στέρηση ή τον περιορισμό περιουσιακού- ιδιοκτησιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίας ωφελείας ή δημοσίου συμφέροντος και ότι ο περιορισμός, ήδη αποκρυσταλλωμένων, συνταξιοδοτικών ωφελημάτων θα ήταν επιτρεπτός μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο Άρθρο 23.
  2. Θεώρησε, εν προκειμένω, το πρωτόδικο δικαστήριο ότι οι διαπιστώσεις εκείνες δεν περιορίζονταν στο δικαίωμα σε συντάξεις, εφόσον τόσο οι συντάξεις όσο και οι μισθοί αποτελούν ιδιοκτησία εν τη εννοία του Άρθρου
  3. Στην Κουτσελίνη αποφασίστηκε ότι η «αναστολή» στην καταβολή σύνταξης, όπως επρονοείτο από τον επίμαχο Νόμο, είχε ουσιαστικά την έννοια πως οι αιτητές έχαναν, οριστικά, το δικαίωμα τους στη σύνταξη για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η θητεία ή η υπηρεσία τους στις συγκεκριμένες θέσεις. Πέραν τούτου, κρίθηκε ότι δεν ετίθετο θέμα διαφοροποίησης μεταξύ των δύο περιπτώσεων που είχαν τεθεί υπό εξέταση, δηλαδή εκείνων που έχαναν ολότελα τη σύνταξη και εκείνων που την έχαναν μερικώς διότι, ως αποφασίστηκε, υπήρχε ανεπίτρεπτος περιορισμός ή στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών, χωρίς καν στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος, αλλά μόνο επίκληση λόγων «εκσυγχρονισμού του συστήματος συντάξεων». Η ουσία πάντως της Κουτσελίνη, ήταν πως επρόκειτο περί επιβολής στέρησης ή περιορισμού, του δικαιώματος ιδιοκτησίας, στο διηνεκές, που δεν εδικαιολογείτο από το Άρθρο 23.3...Εν πάση περιπτώσει, τα γεγονότα εν προκειμένω είναι διαφορετικά. Στην Κουτσελίνη επρόκειτο για πλήρη ή μερική αποστέρηση της σύνταξης, στο διηνεκές. Εν προκειμένω πρόκειται για μείωση της σύνταξης που γίνεται κατά τον προαναφερόμενο περιορισμένο, ορθολογιστικά κλιμακωτό και, κυρίως, για περιορισμένη χρονική διάρκεια, τρόπο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους, η οποία αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, της ακραίας οικονομικής κρίσης που είχε να αντιμετωπίσει ο τόπος, παρατέθηκε εκτεταμένο ιστορικό, εξηγήθηκαν οι περιστάσεις και δόθηκαν λόγοι για τους οποίους, τα κρινόμενα μέτρα, θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν ανεπίτρεπτο περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά ήταν το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονομίας. Λήφθηκε υπόψιν ότι οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ήταν οι μεγαλύτερες του δημόσιου τομέα και ότι η λήψη μέτρων ήταν αναγκαία εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με συνακόλουθο ενδεχόμενο τον κλονισμό των θεμελίων του κοινωνικού ιστού. Οι διαπιστώσεις αυτές, αναγνωρισθείσες δικαστικά στο ανώτατο επίπεδο, είναι δεδομένες. Υιοθετούμε το ιστορικό και την αιτιολογία που παρατέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους, για να τεθεί το δικαιολογητικό υπόβαθρο της αδήριτης ανάγκης, εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων, στο βαθμό βεβαίως που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων, θεμιτών, συμφερόντων. Σε αυτά τα πλαίσια, όπως και στην υπόθεση Χαραλάμπους, λαμβάνουμε υπόψιν το κλιμακωτό της μείωσης μισθών και συντάξεων, με αναλογικά ίσο τρόπο, ώστε η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και μηδενική έως χαμηλή στα χαμηλά εισοδήματα. Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψιν το έκτακτο του μέτρου. Είναι σημαντικό, κατά την κρίση μας, ότι οι αποκοπές βαίνουν μειούμενες από το 2019 και εντεύθεν, με πλήρη τερματισμό τους από 1.1.
  4. Ως προς δε τις αποκοπές και εισφορές με βάση το Ν. 113(Ι)/2011, πέραν του ποσού των συνεπαγομένων μειώσεων, λαμβάνουμε υπόψιν ότι σκοπός τους είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάξεων ή άλλου Σχεδίου όμοιου με αυτό. Ο Ν. 113(Ι)/2011τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2012 και δεν έχει όριο τερματισμού. Υπό το φως όλων των ανωτέρω θεωρούμε ότι οι αποκοπές δια των Ν. 168(Ι)/12, Ν. 31(Ι)/13και Ν. 94(Ι)/18και δια του Ν. 113(Ι)/2011, δεν επηρεάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος σε μισθό και σύνταξη.» Κατ' αναλογία, στη προκειμένη περίπτωση, ως έχει αναφερθεί, το μέτρο της απαγόρευσης πιστών κατά τον εκκλησιασμό ήταν ένας προσωρινός περιορισμός (μέχρι την 31η Δεκεμβρίου) και όσο η επιδημιολογική εικόνα της Κύπρου ήταν βεβαρημένη. Καθίσταται επομένως πρόδηλο ότι το εν λόγω μέτρο δεν ήταν μόνιμου χαρακτήρα. Ο εν λόγω περιορισμός τέθηκε και ήταν προς το συμφέρον προστασίας της Δημόσιας Υγείας με σκοπό να εξυπηρετηθεί μία επείγουσα ανάγκη που δεν ήταν άλλη από την αναχαίτιση της παραπέρας μετάδοσης και εξάπλωσης του ιού στη χώρα μας. Ενόψει των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 2
(3)(στ) δεν προσβάλλει το πυρήνα του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Αποτελεί, περαιτέρω, θέση της υπεράσπισης, ότι το μέτρο της απαγόρευσης πιστών κατά τον εκκλησιασμό παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Αποτελεί ευθυγραμμισμένη και σταθερή θέση της νομολογίας ότι οι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι συμβατοί και με την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική αρχή του Συνταγματικού και Διοικητικού Δικαίου. Στην υπόθεση Mία ν. Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ECLI:CY:AD:2020:D7, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 42/14, 10/1/2020 λέχθηκε ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 52 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου, Νόμος του 1999 (Ν.158
(1)1999), το διοικητικό όργανο έχει την υποχρέωση να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να σταθμίζει όλα τα άμεσα στην υπόθεση συμφέροντα και τα μέσα που χρησιμοποιεί η διοίκηση στις ενέργειες της θα πρέπει να είναι ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως είναι ευρέως νομολογημένο, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα, επιτρέπεται στην έκταση που είναι απαραίτητα για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. (Βλ. Φιλίππου κ.ά. ανωτέρω). Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο η διοίκηση στην επιλογή της οφείλει να αποτιμήσει μεταξύ δύο ή περισσοτέρων νομίμων λύσεων εκείνη που είναι λιγότερο επαχθής για το διοικούμενο. (αρθρ.52
(3). Ως απτή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην πράξη κάθε διοικητικό ή πειθαρχικό μέτρο της διοίκησης πρέπει να έχει αντικειμενική συνάφεια με την ίδια την υποχρέωση η οποία παραβιάστηκε αλλά και να βρίσκεται σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως επισημάνθηκε στην Μπόμπολα ν. Γενικού Εισαγγελέα, ECLI:CY:AD:2019:A393, Πολιτική έφεση αρ.239/2018, 26.9.2019, αναγνωρίζεται πως η αρχή της αναλογικότητας είναι γενική αρχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου και δυνάμει του αρθρ.5
(4)της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης[4] επιβάλλεται στα κράτη μέλη να μην λαμβάνουν οποιονδήποτε μέτρο που να υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου και κατάλληλα απαιτούμενου σκοπού.» Η αρχή αυτή αναγνωρίστηκε και μέσα από την νομολογία του ΕΔΑΔ (Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα , Πολιτική Αίτηση Αρ. 3/2017, 23/2/2017). Στην απόφαση του ΕΔΑΔ, στις προσφυγές 57665/12 και 57657/12 Ιωάννα Κουφάκη κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ημερομηνίας 7.5.2013 όπου επίδικο ζήτημα ήταν κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Συνθήκης λέχθηκε ότι:. «
  1. Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλει στον νομοθέτη την υποχρέωση να εξετάσει πριν την υιοθέτηση των επίδικων μέτρων αν ο αντίκτυπος τους έχει μόνιμο ή προσωρινό χαρακτήρα, αν η έκταση και η διάρκεια των επιβληθέντων περιορισμών συμβαδίζουν με τον επιδιωκόμενο σκοπό και αν συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα (για παράδειγμα, η μείωση των άμεσων και έμμεσων φόρων και η μείωση των τιμών των προϊόντων πρώτης ανάγκης).» Τέλος στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 10/2016, 29/5/2017 αναφέρθηκαν, επί του προκειμένου, τα εξής σχετικά: «Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας παραμένει παράγοντας και κριτήριο που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση της συνταγματικότητας νόμου. Ομοίως και η ανάγκη επαρκούς αιτιολόγησης. Ο συσχετισμός μεταξύ του λαμβανομένου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού πρέπει να τεκμηριώνεται. Η ρύθμιση πρέπει να προβάλλει ως «απολύτως αναγκαία» και ευθέως ανάλογη προς την επιδιωκόμενη προστασία (η πρόσφατη Γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορές υπ΄ αρ. 11/16, 12/16, 14/16, 15/16 και 16/16, ημερ. 16.3.2017, είναι σχετική).» Μέσα από την παράθεση των πιο πάνω γεγονότων συνάγεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω περιορισμός του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας που τέθηκε σε εφαρμογή ήταν απολύτως απαραίτητος και αναγκαίος για την προστασία της δημόσιας υγείας. Και τούτο γιατί η επιδημιολογική εικόνα και δείκτες της Κύπρου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν βεβαρημένοι. Ο εν λόγω περιορισμός, σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους περιορισμούς που τέθηκαν μέσα από την ισχύ του επίδικου διατάγματος, είχαν σαν αποκλειστικό σκοπό να προστατέψουν την δημόσια υγεία των πολιτών με στόχο τον περιορισμό του κινδύνου περαιτέρω εξάπλωσης του ιού. Ο εν λόγω περιορισμός, ως αναφέρθηκε, ήταν προσωρινός και αυτός θα αναπροσαρμοζόταν αναλόγως της επιδημιολογικής εικόνας της χώρας. Ήταν μέτρο το οποίο ήταν το λιγότερο επαχθές για τον πολίτη αφενός γιατί η Θεία Λειτουργία δεν απαγορεύθηκε πλήρως με την παρουσία όλων των προσώπων που ήταν αναγκαία για την τέλεση της (ιερείς και ψάλτες), μεταδιδόταν ζωντανά από την τηλεόραση και διδόταν η επιλογή στους πιστούς για ατομική προσευχή. Τα εν λόγω μέτρα ήταν ένα είδους αντιστάθμισμα με σκοπό να μειωθεί στο μεγαλύτερο βαθμό ο περιορισμός του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο εν λόγω περιορισμός δεν ήταν άσχετος με τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον, ως τέθηκε μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία, εντός της εκκλησίας καταγράφηκαν αλυσίδες μετάδοσης του ιού. Τέλος, υπήρχε αφενός μέσα από το ίδιο το λεκτικό του επίδικου Διατάγματος η επαρκής αιτιολόγηση για την επιβολή του και αφετέρου μέσα από τα όσα γεγονότα έχουν παραθέσει στο Δικαστήριο οι Μ.Κ 1 και Μ.Κ
  2. Επομένως αποτελεί αναπόδραστη κατάληξη του Δικαστηρίου, ενόψει των πιο πάνω, ότι ο εν λόγω περιορισμός ήταν απολύτως αναγκαίος και ανάλογος προς την επιδιωκόμενη προστασία. Το μέτρο που λήφθηκε ήταν το μόνο αναγκαίο ώστε να τερματιστεί ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού εντός των εκκλησιών με την μη φυσική παρουσία των πιστών για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Κάτω υπό αυτές τις περιστάσεις το εν λόγω μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο και υπαγορεύευτο από κάποια συλλογική ανάγκη που ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας. Ήταν επίσης αποτελεσματικό και ενδεδειγμένο για την εξυπηρέτηση του πιο πάνω επιδιωκόμενου σκοπού. Στο σύγγραμμα του Α. Λοιζου (ανωτέρω), Σελ. 113 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση PITSILLIDES AND ANOTHER ν. REPUBLIC
(1983)2 CLR 374. Στην εν λόγω υπόθεση επίδικο ζήτημα ήταν κατά πόσο η υποχρεωτική θητεία στο Κυπριακό Στρατό σε αντιρρησίες συνειδήσεως παραβίαζε το συνταγματικό τους δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό αναφέρεται ότι: «οι περιορισμοί που προδιαγράφονται από νόμο, κάτω από την παράγραφο 6, πρέπει να είναι αναγκαίοι προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας και ότι ο τελικός κριτής που αποφασίζει ως προς την ύπαρξη της ανάγκης είναι τα Δικαστήρια της κάθε χώρας. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι ενόψει της επικρατούσας κατάστασης στην Κύπρο εδικαιολογείτο ο περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας της θρησκείας και συνείδησης με την επιβολή υποχρεωτικής θητείας.» Κατ΄αναλογία, και στη προκειμένη περίπτωση, το προσωρινό μέτρο που λήφθηκε από τον Υπουργό Υγείας για την απαγόρευση της παρουσίας πιστών κατά την Θεία λειτουργία ενόψει της κακής επιδημιολογικής εικόνας της Κύπρου και του αυξανόμενου ρυθμού μετάδοσης της νόσου Covid-19 ήταν απόλυτα δικαιολογημένο και αναγκαίο ενόψει και της επείγουσας και έκτακτης ανάγκης που επικρατούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ενόψει του τεκμηρίου συνταγματικότητας των νόμων το βάρος ήταν στον κατηγορούμενο να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το άρθρο 2
(3)(στ) είναι αντισυνταγματικό. Τούτο ο κατηγορούμενος απέτυχε να το πράξει. Τα όσα τέθηκαν από την υπεράσπιση δεν υπερβαίνουν τον πρώτο έλεγχο που πρέπει να υποστεί κάθε νομοθέτημα στη Δημοκρατία ότι δηλαδή δεν αντίκειται προς το Σύνταγμα, έχοντας βεβαίως ταυτόχρονα υπόψη την πάγια αρχή ότι κάθε νόμος τεκμαίρεται κατ΄ αρχάς συνταγματικός. Επίσης με τα όσα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω ικανοποιηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο εν λόγω περιορισμός ήταν αντισυνταγματικός. Συνεπακόλουθα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 2
(3)(στ) δεν προσκρούει στο άρθρο 18 του Συντάγματος. Έπεται πως η εισήγηση του κατηγορουμένου απορρίπτεται. Ούτε και με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών για το πότε ένας νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός, βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι το άρθρο 2
(3)(στ) παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας. Πέραν του γεγονότος ότι τέτοιος ισχυρισμός ήταν γενικός και αόριστος και δεν τέθηκε η οποιαδήποτε επαρκής τεκμηρίωση του, κατά παρέκκλιση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχες, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Sarieddine Daniel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)3 ΑΑΔ 572, απόσπασμα της οποίας παραθέτω: «Σημειώνουμε, όμως, και όσα υποδείξαμε κατά την ακρόαση σε σχέση με το αλυσιτελές της υποβολής του ισχυρισμού, με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στη Dias United Publishing Co. Ltd. v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550. Η διαπίστωση παράβασης της αρχής της ισότητας επάγεται τη μη εφαρμογή της αντισυνταγματικής διάταξης και όχι την επέκτασή της, για να καλύψει και άλλους, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία, σε τέτοια περίπτωση, ανεπιτρέπτως θα προσλάμβανε νομοθετικό περιεχόμενο.» Οι υπόλοιπες δραστηριότητες, οι οποίες δεν αναστάληκαν με βάση τα όσα το επίδικο Διάταγμα όριζε, δεν μπορούν να θεωρηθούν όμοιες με την δραστηριότητα της Θείας Λειτουργίας, ως διαχωρίστηκε ανωτέρω. Η αρχή της ισότητας τυγχάνει εφαρμογής μόνο στην ίση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων, κάτι το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση. Ενόψει των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εφόσον έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος την 13.12.20 και ενώ βρισκόταν σε ισχύ το επίδικο Διάταγμα βρισκόταν εντός της εκκλησίας του Αγίου Αυξιβίου και παρακολουθούσε τη Θεία Λειτουργία ενώ αυτό απαγορευτόταν ρητώς από το άρθρο 2
(3)(στ) του επίδικου Διατάγματος. Η παρουσία κοινού κατά τον εκκλησιασμό κατά παράβαση των Διαταγμάτων συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ. 260 (Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020, 31/7/2020). Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.