Ζουβάνη ν. P.G.M.S (Private Grammar & Modern Schools) Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1065/2017, 27/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1065/2017 Μεταξύ: XXXXX Ζουβάνη Παραπονούμενος εναντίον
- P.G.M.S (Private Grammar & Modern Schools) Limited
- XXXXX Γρηγορίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.8.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Γ. Β. Μούσκος Για τους Κατηγορούμενους: κα Ε. Πελεκάνου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 2 κατηγορίες και καθένας από τους κατηγορούμενους αντιμετωπίζει 1 κατηγορία. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 τη 2η κατηγορία. Η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και ο 2ος κατηγορούμενος για το αδίκημα της συνδρομής της 1ης κατηγορούμενης στην τέλεση του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20, 26, 29 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Επίδικη είναι η επιταγή με αριθμό XXXXX2340, ημερομηνίας 21.11.2016 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €35.000 η οποία δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «STOP PAYMENT». Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι διάδικοι δήλωσαν τα ακόλουθα ως παραδεκτά μεταξύ τους γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο και συνακόλουθα αποτελούν πλέον και ευρήματά του: η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον νόμο και ο κατηγορούμενος 2 ο διευθυντής και μέτοχός της. Ο παραπονούμενος διατηρούσε επιχείρηση εστίασης - ταβέρνα στην περιοχή Αγίου Δομετίου στην Λευκωσία. Η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX2340, ημερομηνίας 21.11.2016 για το ποσό των €35.000 προς όφελος του παραπονούμενου η οποία υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο
- Στις 22.11.2016 η κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου 2 προχώρησε με γραπτές οδηγίες προς την Ελληνική Τράπεζα σε ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής για τον λόγο ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη της συμφωνίας και η εν λόγω επιταγή δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Ο παραπονούμενος στη συνέχεια προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο ίδιος και κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι από το 2014 ήταν ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας «Ανεμόμυλος» στον Άγιο Δομέτιο. Αρχές Οκτωβρίου 2016 κάποιος πελάτης με το όνομα XXXXX ο οποίος εργαζόταν στο ιδιωτικό σχολείο Grammar School τον ρώτησε κατά πόσο πωλούσε το μαγαζί του και του απάντησε αρνητικά. Την επόμενη εβδομάδα ήρθε ξανά ο XXXXX και του έκανε πρόταση να το αγοράσει εκείνος και η παρέα του και ο ίδιος του είπε ότι για να το πωλήσει θέλει €40.
- Μετά από κάποιες ημέρες ο XXXXX και η παρέα του επέστρεψαν ξανά στο μαγαζί ως πελάτες και τότε ο XXXXX του σύστησε τον κ. XXXXX Γρηγορίου ως τον προτιθέμενο αγοραστή. Ο κ. XXXXX του πρότεινε το ποσό των €20.000 το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε. Στις 27.10.2016 ο XXXXX ήρθε ξανά στο μαγαζί του και του πρότεινε το ποσό των €35.000 το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε. Εκείνο το βράδυ έδωσε στον XXXXX το ενοικιαστήριο έγγραφο και το τηλέφωνο επικοινωνίας της ιδιοκτήτριας και την επόμενη ημέρα ενημέρωσε ο ίδιος την ιδιοκτήτρια. Μετά από 2 - 3 ημέρες ο XXXXX ξαναήρθε στην ταβέρνα και του είπε ότι συμφωνούν με τους όρους και ότι θα προχωρούσαν. Αρχές Νοεμβρίου ο XXXXX πέρασε από την ταβέρνα και του ανέφερε ότι γύρω στις 20.11.2016 θα πληρωνόταν και του ζήτησε να φύγει άμεσα από εκεί. Στις 19.11.2016 ο Σωτήρης μαζί με τον Άκη του παρέδωσαν την επιταγή και ο XXXXX του ζήτησε όπως μέχρι τις 28.11.2016 να έχει φύγει από το μαγαζί. Το ίδιο βράδυ είχε επίσης προκληθεί μια παρεξήγηση μεταξύ του XXXXX και μιας άλλης παρέας που βρισκόταν στην ταβέρνα για κάποιο τραγούδι που είπαν οι μουσικοί αλλά με τη δική του παρέμβαση η παρεξήγηση λύθηκε. Ο XXXXX πλήρωσε τον λογαριασμό και ενώ έφευγε του είπε «μην ανησυχείς προχωρούμε κανονικά». Τις επόμενες ημέρες τηλεφωνούσε συνεχώς στον XXXXX για να τον ρωτήσει αν είναι εντάξει να καταθέσει την επιταγή αφού εκείνος του είχε πει να περιμένει λίγες ημέρες και μετά να την καταθέσει. Επειδή δεν είχε καμιά ανταπόκριση στις 2.12.2016 πήγε να εξαργυρώσει την επίδικη επιταγή και διαπίστωσε ότι είχε γίνει «STOP PAYMENT». Κατά την κυρίως εξέτασή του ο παραπονούμενος κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €35.000 στο οποία είχαν καταλήξει αφορούσε την εμπορική εύνοια της ταβέρνας και ότι το υποστατικό στο οποίο λειτουργούσε η ταβέρνα το ενοικίαζε ο ίδιος προσωπικά από μια εταιρεία την οποία αντιπροσώπευε κάποια κα XXXXX Τσαούση. Αναγνώρισε το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Συμφώνησε με υποβολή της δικηγόρου των κατηγορουμένων ότι το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να έλθει σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο 2 ήταν η πώληση της εμπορικής εύνοιας της ταβέρνας και ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει μαζί του για να του ενοικιάσει τον χώρο στον οποίο λειτουργούσε η εν λόγω ταβέρνα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι έπρεπε να διαπραγματευτούν με την ιδιοκτήτρια του χώρου για να καταλήξουν σε νέα συμφωνία ενοικίασης και ότι έπρεπε να επικοινωνήσουν για τούτο με την αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι το δικό του συμβόλαιο ενοικίασης με την ιδιοκτήτρια έληγε στις 30.11.2019, ότι το ενοίκιο τότε θα ανερχόταν σε €1.400 και πως σε περίπτωση που παρέμενε εκεί και μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης θα αυξανόταν στο ποσό των €2.
- Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή της δικηγόρου των κατηγορουμένων ότι ο 2ος κατηγορούμενος του είπε ότι δεν δέχθηκε τον ως άνω όρο και διαφώνησε με την ιδιοκτήτρια και ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX κάποια Παρασκευή επέστρεψε στο μαγαζί και στην παρουσία των υπαλλήλων του είπε ότι έκαναν το συμβόλαιο, συμφώνησαν και προχωρούν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην ταβέρνα του είχαν πάει ο Σωτήρης και ο 2ος κατηγορούμενος και ο τελευταίος του έδωσε την επίδικη επιταγή και του είπε προχωρούμε. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι ο ίδιος ζήτησε από τον 2ο κατηγορούμενο να του δώσει την επιταγή και ότι ο τελευταίος πήγε στο αυτοκίνητό του και έφερε το βιβλιάριο επιταγών και τότε του έδωσε την επίδικη επιταγή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι του ζητήθηκε να παραδώσει την επιχείρηση άμεσα και πως ο ίδιος μετά που παρέλαβε την επίδικη επιταγή είχε αρχίσει τις διαδικασίες κλεισίματός της επιστρέφοντας εμπορεύματα στους προμηθευτές του και χαρίζοντάς τα προς τους υπαλλήλους του. Ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε την πιο πάνω διαδικασία και ανέμενε την εντολή να πάει να εξαργυρώσει την επιταγή. Ο παραπονούμενος στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε ένα χειρόγραφο σημείωμα το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 στη διαδικασία το οποίο αφορά τα έξοδα που έπρεπε να γίνουν για να μπορέσει να κλείσει την επιχείρησή του. Αρνήθηκε υποβολή της δικηγόρου των κατηγορουμένων ότι ετοίμασε το εν λόγω έγγραφο μετά που ναυάγησε η συμφωνία με τον 2ο κατηγορούμενο και ότι αυτό αφορούσε τις ζημιές που του προκάλεσε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι απέστειλε ένα μήνυμα στο τηλέφωνο του 2ου κατηγορούμενου το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 με το οποίο ζητά το ποσό των €10.
- Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Μιχαήλ η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: το καλοκαίρι του 2015 εργοδοτήθηκε με μειωμένο ωράριο ως σερβιτόρα στην ταβέρνα «Ανεμόμυλος» ιδιοκτήτης της οποίας ήταν ο παραπονούμενος. Αρχές Οκτωβρίου 2016 έγινε πελάτης της ταβέρνας κάποιος Σωτήρης ο οποίος πήγαινε τακτικά εκεί με την παρέα του. Μετά από 2 - 3 εβδομάδες ο παραπονούμενος ενημέρωσε όλο το προσωπικό της ταβέρνας ότι η ταβέρνα πρόκειται να πωληθεί στον 2ο κατηγορούμενο και την παρέα του και ότι διαχειριστής της θα ήταν ο XXXXX. Αργότερα ο παραπονούμενος τους είπε ότι η ταβέρνα πωλήθηκε στον κ. XXXXX. Κάποιο απόγευμα που έκαναν προετοιμασία για το βράδυ είδε τον XXXXX που πήγε στην ταβέρνα να κρατά κάποια χαρτιά και τον άκουσε να λέει στον παραπονούμενο ότι τα έλεγξε, είναι εντάξει, ότι έβγαλε αντίγραφα και του τα έδωσε. Του είπε επίσης να ετοιμαστεί να αδειάσει την ταβέρνα. Μετά από αυτό ξεκίνησαν τις διαδικασίες για να αδειάσουν την ταβέρνα. Την τελευταία ημέρα λειτουργίας της ταβέρνας μετά από μια παρεξήγηση με τους μουσικούς που έπαιζαν κάποιο τραγούδι ο 2ος κατηγορούμενος πλήρωσε τον λογαριασμό και καθώς έφευγε είπε στον παραπονούμενο «Μην ανησυχείς, εμείς προχωρούμε κανονικά». Τις επόμενες ημέρες ξεκίνησαν τη διαδικασία κλεισίματος της ταβέρνας και ο παραπονούμενος τους μοίρασε όσες προμήθειες είχαν απομείνει σε αυτή. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν στον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να την ενημερώσει ο 2ος κατηγορούμενος ότι αγόρασε την επιχείρηση ούτε τον άκουσε ποτέ να λέει κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκε ότι είδε στο τραπέζι τα χαρτιά τα οποία έφερε ο κ. XXXXX και όταν ρώτησε τον παραπονούμενο τι είναι εκείνος της απάντησε πως είναι τα ενοικιαστήρια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει το ποσό της επίδικης επιταγής ούτε τι αφορά. Το τελευταίο βράδυ που εργάστηκε στην ταβέρνα άκουσε τον 2ο κατηγορούμενο όταν αυτός πέρασε από κοντά της φεύγοντας από εκεί να λέει στον παραπονούμενο ότι η συμφωνία τους προχωρά κανονικά. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες αναφορικά με το τι λέχθηκε μεταξύ του 2ου κατηγορούμενου και του παραπονούμενου όταν δόθηκε η επίδικη επιταγή. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και τους εξήγησε τα δικαιώματά τους ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Η γραπτή δήλωση την οποία ο κατηγορούμενος 2 υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Σε αυτή ισχυρίζεται ότι είναι εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του σχολείου Grammar School στη Λευκωσία και είναι εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται τον τραπεζικό της λογαριασμό και όλες τις υποθέσεις της. Ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τον παραπονούμενο τον Οκτώβρη του 2016 στην ταβέρνα που διατηρούσε και επειδή του άρεσε ο χώρος σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό το σχολείο τους να έχει τον δικό του χώρο εστίασης για τους απόφοιτούς του, για τις εκδηλώσεις του προσωπικού τους και για το κοινό. Δεν προσέγγισε απευθείας ο ίδιος τον παραπονούμενο διότι σκέφθηκε πως εάν αυτός μάθαινε ότι είναι ένας εκ των μετόχων του σχολείου θα του ζητούσε περισσότερα χρήματα. Ανέθεσε στον XXXXX Νεοκλέους να προσεγγίσει τον παραπονούμενο για να μάθει τι ενοίκιο πλήρωνε και πόσα θα ήθελε για να πωλήσει την εμπορική εύνοια της επιχείρησης. Μετά από 2 - 3 εβδομάδες ο XXXXX είπε στον παραπονούμενο ότι ο 2ος κατηγορούμενος ενδιαφερόταν για την ταβέρνα και κατέληξαν στο ποσό των €35.000 για την πώληση της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης. Του έδωσε το ενοικιαστήριο έγγραφο που ο παραπονούμενος είχε με την ιδιοκτήτρια του χώρου και το τηλέφωνο της αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας. Ο παραπονούμενος του έδωσε επίσης και μια συμφωνία για την πώληση της επιχείρησης για να τη μελετήσει και να την υπογράψουν αλλά επειδή δεν προχώρησε η συμφωνία τους το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε υπογράφηκε. Ισχυρίστηκε επίσης πως ο ίδιος έπρεπε να μιλήσει απευθείας με την ιδιοκτήτρια του χώρου για να συνάψουν νέα συμφωνία ενοικίασης. Ισχυρίστηκε ότι η ενοικίαση του υποστατικού από την ιδιοκτήτρια του χώρου ήταν απαραίτητη προυπόθεση για να προχωρήσει η συμφωνία με τον παραπονούμενο και πως σε περίπτωση που δεν τα έβρισκε με την ιδιοκτήτρια δεν υπήρχε αντάλλαγμα ή κάποιος άλλος λόγος για να δώσει €35.000 στον παραπονούμενο. Στις 18.11.2016 ημέρα Παρασκευή μαζί με τον XXXXX Χριστοδουλίδη επισκέφθηκε την ταβέρνα του παραπονούμενου για να επιθεωρήσουν τον χώρο και για να τους ενημερώσει για διάφορα θέματα της ταβέρνας. Του ανέφερε επίσης ότι στις 19.11.2016 θα συναντούσε την αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας για να συζητούσαν για το θέμα της αύξησης του ενοικίου το οποίο εκείνος έβρισκε απαράδεκτο. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος τον παρακάλεσε να του δώσει την επίδικη επιταγή για να μην χρειαζόταν να έρθει ξανά στη Λευκωσία τη Δευτέρα. Του έδωσε την επίδικη επιταγή καλή τη πίστη λέγοντάς του πως σε περίπτωση που δεν τελεσφορούσαν οι προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια του υποστατικού θα έπρεπε να του την επιστρέψει. Του τόνισε ότι η επιταγή του δόθηκε με την προϋπόθεση ότι θα κλείσει η συμφωνία ενοικίασης και θα παρουσιαζόταν για πληρωμή μόνο εάν τον ενημέρωνε ότι τα βρήκε με την ιδιοκτήτρια, προϋπόθεση με την οποία συμφώνησε ο παραπονούμενος. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι τελικά δεν κατέληξαν σε συμφωνία με την ιδιοκτήτρια του υποστατικού και ότι τηλεφώνησε στον παραπονούμενο για να του πει πως επειδή ναυάγησε η συμφωνία με την ιδιοκτήτρια δεν θα προχωρούσε ούτε η δική τους συμφωνία και του ζήτησε να μην καταθέσει την επιταγή. Στις 22.11.2016 έδωσε γραπτές οδηγίες στην τράπεζά του για να σταματήσει η πληρωμή της επίδικης επιταγής λόγω μη επίτευξης της συμφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του παρέδωσε τα κλειδιά του υποστατικού και ουδέποτε έλαβε κατοχή της επιχείρησης και ότι ο παραπονούμενος κατέθεσε την εν λόγω επιταγή στις 2.12.2016 για εκβιαστικούς λόγους. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση είναι η συμφωνία που του έδωσε ο παραπονούμενος και το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι για να μην φανεί ο ίδιος ότι ενδιαφέρεται για τον χώρο και για να μην του ζητήσει ο παραπονούμενος περισσότερα χρήματα είπε στον XXXXX Νεοκλέους να προσεγγίσει ο ίδιος τον παραπονούμενο για να τον ρωτήσει εάν δίνει την επιχείρηση και πόσα ζητά για να τη δώσει. Αρχικά ο παραπονούμενος είπε ότι δεν ενδιαφερόταν αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη και τον έφερε σε επαφή με τον ίδιο και τελικά κατέληξαν σε συμφωνία για το ποσό των €35.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι πριν τις 18.11.2016 που συναντήθηκε με τον παραπονούμενο είχε στα χέρια του το ενοικιαστήριο έγγραφο που είχε υπογράψει ο παραπονούμενος με την ιδιοκτήτρια του χώρου όπου στεγαζόταν η ταβέρνα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ανέφερε στον παραπονούμενο για τη διαφωνία του με τον όρο της εν λόγω συμφωνίας που προνοούσε αύξηση του ενοικίου και του ανέφερε πως η συμφωνία τους δεν θα ολοκληρωνόταν εάν ο ως άνω όρος δεν έφευγε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 18.11.2016 ο παραπονούμενος του ζήτησε να του δώσει την επιταγή και τελικά επειδή τον λυπήθηκε λόγω του προβλήματος υγείας που του είπε πως αντιμετώπιζε, πήγε στο αυτοκίνητό του και αφού σε αυτό ήταν το βιβλιάριο επιταγών του έδωσε στον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή. Ισχυρίστηκε ότι επηρεάστηκε από το χαρτί που του έδειξε ο παραπονούμενος και του έδωσε την επιταγή καλή τη πίστη λέγοντάς του να μην την καταθέσει εάν προηγουμένως δεν του έλεγε ότι συμφώνησε με την εκπρόσωπο της ιδιοκτήτριας του χώρου. Στη συνέχεια συμφώνησε με υποβολή που του τέθηκε από τον δικηγόρο του παραπονούμενου ότι δεν είναι λογικό να έδιδε την εν λόγω επιταγή εάν δεν είχε αγοράσει την επιχείρηση ισχυριζόμενος ότι εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι πράγματι είχε κάνει λάθος επειδή έκρινε ότι μπορούσε να εμπιστευτεί τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά που ναυάγησε η συμφωνία με την ιδιοκτήτρια του χώρου ενημέρωσε τηλεφωνικά τον παραπονούμενο για τούτο. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ο κ. XXXXX Χριστοδουλίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: περί τον Οκτώβριο του 2016 ο 2ος κατηγορούμενος με τον οποίο είναι φίλος του είπε για την ιδέα του να δημιουργήσει ένα χώρο εστίασης για τους απόφοιτους του Grammar School, για εκδηλώσεις του προσωπικού του σχολείου και για το κοινό και τον ρώτησε εάν ενδιαφερόταν για τη διαχείριση τέτοιου χώρου λόγω της εμπειρίας που έχει στον χώρο της εστίασης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι του ανέφερε πως διερευνούσε το ενδεχόμενο να ενοικιάσει την ταβέρνα «Ανεμόμυλος» στον Άγιο Δομέτιο. Αρχές Νοεμβρίου του 2016 ο 2ος κατηγορούμενος του είπε ότι κατέληξαν με τον παραπονούμενο στο ποσό των €35.000 για την αγορά της εμπορικής εύνοιας της εν λόγω επιχείρησης αλλά θα έπρεπε να μιλήσει με την αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας του χώρου εταιρείας για την ενοικίαση του χώρου. Ο 2ος κατηγορούμενος του έδειξε το συμβόλαιο που διατηρούσε ο παραπονούμενος με την ιδιοκτήτρια και του ανέφερε πως τον προβλημάτιζε ο όρος που προέβλεπε ότι μετά τη λήξη των 5 ετών το ενοίκιο θα αυξανόταν από τα €1.400 σε €2.
- Την Παρασκευή 18.11.2016 επισκέφθηκε μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο την ταβέρνα για να επιθεωρήσουν τον χώρο και να μάθουν διάφορα πράγματα για τη λειτουργία της ταβέρνας. Κατά τη συνάντησή τους ο 2ος κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο ότι θεωρούσε απαράδεκτο τον όρο του ενοικιαστηρίου εγγράφου που αφορούσε την αύξηση του ενοικίου και ο τελευταίος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι θα τα έβρισκαν με την ιδιοκτήτρια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο παραπονούμενος παρακάλεσε τον 2ο κατηγορούμενο να του δώσει την επιταγή για να μην χρειαζόταν να συναντηθούν ξανά στη Λευκωσία τη Δευτέρα. Ο 2ος κατηγορούμενος πείστηκε να του δώσει την επιταγή αλλά πολλές φορές του τόνισε πως η επιταγή είναι άκυρη εάν δεν τα έβρισκε ο ίδιος με την ιδιοκτήτρια για την ενοικίαση του υποστατικού. Ο παραπονούμενος συμφώνησε αλλά επανέλαβε ότι θα τα έβρισκαν. Ο 2ος κατηγορούμενος του παρέδωσε την επιταγή ξεκαθαρίζοντάς του ότι θα έπρεπε να την καταθέσει μόνο όταν θα τον ενημέρωνε ότι έκλεισε η συμφωνία με την ιδιοκτήτρια. Στις 19.11.2016 ο 2ος κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντήσει εκείνος την ιδιοκτήτρια και κατά τη συνάντησή τους της ζήτησε να αφαιρεθεί ο όρος που αφορούσε την αύξηση του ενοικίου μετά τη λήξη των 5 χρόνων αλλά αυτή επέμενε στη συμπερίληψή του. Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε να της πει ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον από τη στιγμή που θα παρέμενε ο εν λόγω όρος και στη συνέχεια ενημέρωσε σχετικά και την ιδιοκτήτρια. Κατά την αντεξέτασή του ο ως άνω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος και ο 2ος κατηγορούμενος είχαν καταλήξει στο ποσό των €35.000 για την αγορά της ταβέρνας και ότι πήγε εκεί μετά από τούτη τη συμφωνία την Παρασκευή 18.11.2016 για να επιθεωρήσουν την ταβέρνα. Κατά τη συνάντησή τους παρόντες ήταν ο παραπονούμενος, ο 2ος κατηγορούμενος και ο ίδιος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου της ταβέρνας για να δέχεται κρατήσεις αφού θα την αναλάμβαναν τον επόμενο χρόνο. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος ζήτησε από τον 2ο κατηγορούμενο να του δώσει την επιταγή για να μην ερχόταν τη Δευτέρα στη Λευκωσία και ότι ο τελευταίος πήγε στο αυτοκίνητό του, έφερε το βιβλιάριο επιταγών του και έδωσε την επιταγή στον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος δίδοντας την επιταγή στον παραπονούμενο του είπε ότι του τη δίνει με την προϋπόθεση ότι η ιδιοκτήτρια θα συμφωνούσε να αφαιρεθεί από το συμβόλαιο ο όρος για το ποσό των €2.
- Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Μούσκος εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχε μετατεθεί στους ώμους τους και να αποδείξουν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για να προχωρήσουν στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η κα Πελεκάνου από την άλλη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου στερείται πειστικότητας και λογικού ερείσματος και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Εισηγήθηκε επίσης ότι με βάση τη δοθείσα μαρτυρία δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο δόθηκε αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η ενέργεια των κατηγορουμένων να προχωρήσουν στην ανάκληση της επίδικης επιταγής ήταν εύλογη και ειλικρινής αφού οι προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια του υποστατικού για την ενοικίαση του επίδικου χώρου είχαν ναυαγήσει. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της επίδικης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Αναφορικά με το αδίκημα της συνδρομής το οποίο αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONTIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και ότι η μαρτυρία του μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Η μαρτυρία του είχε λογική, ήταν πειστική και για αυτό την αποδέχομαι παρόλο που διαπίστωσα ότι σε μερικές ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέτασή του αυτός δεν απάντησε ευθέως. Κρίνω ότι οι κρίσιμοι για την παρούσα υπόθεση ισχυρισμοί του ότι έλαβε από τον 2ο κατηγορούμενο την επίδικη επιταγή μετά που ολοκληρώθηκε η συμφωνία τους για την πώληση της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης που διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο είναι λογικοί αφού, κατά την κρίση μου, εάν δεν κατέληγαν σε συμφωνία ο 2ος κατηγορούμενος δεν θα προχωρούσε στην έκδοση της επιταγής. Κρίνω ότι κανένας δεν εκδίδει επιταγή για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €35.000, με όλες τις συνέπειες που η έκδοσή της συνεπάγεται, παρά μόνο όταν υπάρχει βάσιμος λόγος για τούτο. Τέτοιος λόγος στην παρούσα υπόθεση ήταν η ολοκλήρωση της ως άνω συμφωνίας. Συνεπώς κρίνω ότι και στην παρούσα υπόθεση ο 2ος κατηγορούμενος προχώρησε στην έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής προς τον παραπονούμενο μόνο μετά που τελεσφόρησαν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις και επιτεύχθηκε η μεταξύ τους συμφωνία πώλησης της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης που διατηρούσε ο παραπονούμενος προς τον 2ο κατηγορούμενο. Δεν μου διαφεύγει η εισήγηση της κας Πελεκάνου ότι ο παραπονούμενος απέστειλε στον 2ο κατηγορούμενο το έγγραφο που σημειώθηκε ως τεκμήριο 3 και το μήνυμα, τεκμήριο 4, στα οποία φαίνεται να καταγράφει πως υπέστηκε ζημιές €10.
- Κρίνω όμως ότι τα πιο πάνω δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επειδή ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι υπέστη τις ως άνω ζημιές πως ταυτόχρονα αποκλείεται να είχε επιτευχθεί συμφωνία για την πώληση της εμπορικής εύνοιας της επίδικης επιχείρησης ούτε ότι δεν είχε βάσιμο λόγο να αξιώνει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Κρίνω αντιθέτως ότι η αποστολή τους προς τον 2ο κατηγορούμενο ενισχύει τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι πράγματι κατέληξαν στην ως άνω μεταξύ τους συμφωνία. Η Μ.Κ.2 δεν ήταν παρούσα όταν η επίδικη επιταγή δόθηκε στον παραπονούμενο ούτε και γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ τους αναφορικά με τους όρους υπό τους οποίους αυτή δόθηκε στον παραπονούμενο. Κρίνω συνεπώς ότι λόγω τούτων η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για την επίλυση του ως άνω κρίσιμου για την παρούσα υπόθεση θέματος. Σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο κρίνω ότι η εκδοχή του πως είχε συμφωνήσει με τον παραπονούμενο ότι η δική τους συμφωνία για την πώληση της εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης του τελευταίου και συνακόλουθα και η πληρωμή της επίδικης επιταγής θα τελούσε υπό την αίρεση της επίτευξης συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ του κατηγορούμενου και της ιδιοκτήτριας του επίδικου χώρου δεν συνάδει με τη λογική πορεία των πραγμάτων, συνακόλουθα δεν είναι ούτε πειστική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο 2ος κατηγορούμενος είναι άντρας ώριμης ηλικίας, επιχειρηματίας και είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τις νομικές συνέπειες της έκδοσης μιας επιταγής και ότι δεν είναι υποχρεωμένος να πράξει τούτο παρά μόνο με την ελεύθερη βούλησή του και όταν συντρέχει λόγος για τούτο. Είναι επιχειρηματίας ο οποίος φάνηκε ότι δεν ενεργεί επιπόλαια και μεριμνά για το οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής του. Όπως προκύπτει από αυτά που ανέφερε στη γραπτή του δήλωση είναι πρόσωπο το οποίο δεν ενεργεί αυθόρμητα αλλά συντονισμένα για αυτό και ανέθεσε στον XXXXX Νεοκλέους να προσεγγίσει τον παραπονούμενο χωρίς να φανεί ο ίδιος στο προσκήνιο για να μην μάθαινε ο παραπονούμενος ότι ο ίδιος είναι εκ των μετόχων του Grammar School και να του ζητούσε παραπάνω χρήματα. Κρίνω ότι κανένας λογικός επιχειρηματίας ο οποίος διαχειρίζεται τον τραπεζικό λογαριασμό και όλες τις εργασίες και υποθέσεις μιας εταιρείας όπως η 1η κατηγορούμενη η οποία είναι ιδιοκτήτρια μιας σοβαρής επιχείρησης, στην παρούσα περίπτωση ενός σχολείου, δεν προχωρά στην έκδοση μιας επιταγής για ένα τόσο μεγάλο ποσό όπως το επίδικο μόνο και μόνο επειδή λυπήθηκε τον αντισυμβαλλόμενό του. Ο ισχυρισμός του ότι παρέδωσε την επίδικη επιταγή προς τον παραπονούμενο επειδή τον λυπήθηκε λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και επειδή ο τελευταίος τον παρακάλεσε προς τούτο για να μην χρειαστεί να ταξιδεύσει από το Παραλίμνι προς τη Λευκωσία, δεν είναι πειστικός και δεν γίνεται αποδεκτός. Ομοίως κρίνω ότι δεν είναι πειστικός ούτε ο άλλος ισχυρισμός του πως παρέδωσε την επίδικη επιταγή λέγοντας στον παραπονούμενο ότι η μεταξύ τους συμφωνία τελεί υπό την αίρεση της επίτευξης συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια του επίδικου χώρου. Κρίνω ότι το λογικώς αναμενόμενο στην περίπτωση που είχε τεθεί ένας τέτοιος όρος και οι μεταξύ τους διαβουλεύσεις δεν είχαν πράγματι οδηγήσει σε επίτευξη συμφωνίας θα ήταν να μην εξέδιδε την επίδικη επιταγή προς τον παραπονούμενο αφού σε αυτό το ενδεχόμενο δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για τούτο ούτε και θα είχε κανένα έρεισμα η οποιαδήποτε απαίτηση του τελευταίου να του παραδιδόταν η επίδικη επιταγή. Πόσο μάλλον στην παρούσα υπόθεση που προχώρησε ακόμα παραπέρα και παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο. Έχοντας υπόψη μου το γεγονός της έκδοσης της επίδικης επιταγής προς τον παραπονούμενο κρίνω ότι ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορούμενου πως μεταξύ τους δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία δεν είναι πειστικός αφού κανένας λογικός άνθρωπος δεν προχωρά στην έκδοση επιταγής για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €35.000 εάν δεν αναγνωρίζει ότι στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας έχει αυτή την υποχρέωση. Ομοίως δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι πείστηκε από τον παραπονούμενο να του δώσει την επίδικη επιταγή, πριν την επίτευξη συμφωνίας ενοικίασης του επίδικου χώρου με την ιδιοκτήτριά του αφού σε περίπτωση που αυτό συνέβαινε ήταν λογικά αναμενόμενο πως δεν θα προχωρούσε στην έκδοσή της. Στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών αναμένεται λογικά ότι κάθε συναλλασσόμενος είναι ο καλύτερος θεματοφύλακας των συμφερόντων του και είναι θεμιτό αλλά και αναμενόμενο ότι πρωτίστως ο ίδιος θα μεριμνήσει για τη διασφάλισή τους. Σε αυτά τα πλαίσια ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε, τουλάχιστον στην αρχή, να μην περιέλθει εις γνώση του παραπονούμενου το δικό του ενδιαφέρον για την αγορά της επιχείρησής του για αυτό και ανέθεσε τις διερευνητικές επαφές στον XXXXX Νεοκλέους. Κρίνω ότι σε περίπτωση που πράγματι δεν υπήρχε καλός λόγος για να προχωρούσε στην έκδοση της επίδικης επιταγής δεν θα το έπραττε και επομένως κρίνω ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή όταν είχε ήδη επιτευχθεί η ως άνω μεταξύ τους συμφωνία. Εξάλλου και ο ίδιος κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου του παραπονούμενου ότι δεν είναι λογικό να δώσει κάποιος €35.000 χωρίς να έχει συμφωνήσει να αγοράσει την επιχείρηση. Κρίνω ομοίως πως στην περίπτωση που δεν είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον παραπονούμενο δεν θα πήγαινε στην ταβέρνα για να ενημερωθεί από τον παραπονούμενο για τα διάφορα θέματά της αφού δεν θα υπήρχε λόγος να πράξει έτσι προτού ολοκληρωθεί η συμφωνία αναφορικά με την αγορά της επιχείρησης του παραπονούμενου. Σε σχέση με τον Μ.Υ. κ. Χριστοδουλίδη κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση θέματα αποτελούν αναπαραγωγή των σχετικών ισχυρισμών του 2ου κατηγορούμενου τους οποίους για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν αποδέχθηκα. Συνακόλουθα κρίνω ομοίως ότι ούτε οι δικοί του ισχυρισμοί περί του ότι ο 2ος κατηγορούμενος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο λέγοντάς του ότι αυτή είναι άκυρη εάν δεν τα έβρισκε με την ιδιοκτήτρια για την ενοικίαση του υποστατικού δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε, όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων καθώς επίσης και όσα προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η 1η κατηγορούμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον νόμο και ο 2ος κατηγορούμενος ο διευθυντής και μέτοχός της. Ο παραπονούμενος διατηρούσε επιχείρηση εστίασης - ταβέρνα στην περιοχή Αγίου Δομετίου στη Λευκωσία με τον ονομασία «Ανεμόμυλος». Περί τον Νοέμβριο του 2016 συμφωνήθηκε μεταξύ του παραπονούμενου και του 2ου κατηγορούμενου όπως ο τελευταίος αγοράσει την εμπορική εύνοια της ως άνω επιχείρησης και ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των €35.
- Για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς της εμπορικής εύνοιας η 1η κατηγορούμενη εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX2340, ημερομηνίας 21.11.2016 για το ποσό των €35.000 προς όφελος του παραπονούμενου η οποία υπογράφηκε από τον 2ο κατηγορούμενο. Το αντάλλαγμα για την έκδοση της επίδικης επιταγής ήταν η εμπορική εύνοια της ως άνω επιχείρησης την οποία ο παραπονούμενος συμφώνησε να πωλήσει στον 2ο κατηγορούμενο. Στις 22.11.2016 η 1η κατηγορούμενη μέσω του 2ου κατηγορούμενου προχώρησε με γραπτές οδηγίες προς την Ελληνική Τράπεζα σε ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής προβάλλοντας ως λόγο για αυτό ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη της συμφωνίας. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα προς πληρωμή στις 2.12.2016 αλλά δεν τιμήθηκε επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί. Η επίδικη επιταγή δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα. Ο 2ος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το σχετικό έντυπο των οδηγιών εκ μέρους και για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης της επίδικης επιταγής κρίνω πως αποδείχθηκε η έκδοσή της από τον τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής αφού επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο το οποίο έδωσε γραπτές οδηγίες προς την Ελληνική Τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος της 1ης κατηγορίας απομένει να εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής για «εύλογη αιτία» προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει μια επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για τη μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι είχαν εύλογη αιτία να προχωρήσουν στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή η συμφωνία για την οποία αυτή είχε εκδοθεί τελούσε υπό την αίρεση της επίτευξης συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού στο οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση του παραπονούμενου με την ιδιοκτήτρια του χώρου η οποία συμφωνία, πάντοτε κατά τον ισχυρισμό τους, δεν τελεσφόρησε, δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορούμενων είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει δεν έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Σε σχέση με την 2η κατηγορία κρίνω ότι το γεγονός πως ο 2ος κατηγορούμενος προχώρησε με γραπτές οδηγίες προς την Ελληνική Τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επαρκεί για να κριθεί ότι αποδείχθηκε η εκ μέρους του συνδρομή προς την κατηγορούμενη 1, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ. 154, στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Συνεπώς η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία και ο 2ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο