AWWAD ν. ΒΑΡΝΑΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 1103/2017, 24/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1103/2017 Μεταξύ: XXXXX XXXXX AWWAD Παραπονούμενος -ν- XXXXX ΒΑΡΝΑΒΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24.8.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Κ. Τ. Γεωργίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Θ. Ν. Παπαχαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.3.2017 καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στο οποίο αρχικά περιλαμβάνονταν 3 κατηγορίες. Το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 21.6.2019 και σε αυτό προστέθηκαν ακόμα 5 κατηγορίες με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 25.11.2016 ή και σε προγενέστερη ημερομηνία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη πληρωμή της επιταγής με αριθμό XXXXX5325 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €12.000. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 έως 8 κατηγορείται περαιτέρω ότι εξέδωσε ακόμα 7 επιταγές χωρίς αντίκρισμα της ίδιας τράπεζας με αριθμό XXXXX5326 έως XXXXX5332, ήτοι μίας ποσού €3.000 και 6 ποσού €5.000 η καθεμιά κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις εν λόγω κατηγορίες. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσής του παρουσίασε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: περί τον Ιανουάριο του 2008 συμφώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος τότε ήταν κάτοικος Αγγλίας να του εξεύρει για σκοπούς αγοράς 1 αυτοκίνητο από την Αγγλία και όταν αυτό ευρέθηκε του έκανε έμβασμα το ποσό του τιμήματος και των μεταφορικών εξόδων τα οποία ανέρχονταν σε GBP 36.000 ήτοι το ισόποσό τους σε €47.083,
- Στις 14.3.2008 απέστειλε το εν λόγω ποσό στον κατηγορούμενο μέσω εμβάσματος που έκανε στην Ελληνική Τράπεζα. Αντίγραφο του εν λόγω εμβάσματος κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος του επιβεβαίωσε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 19.3.2008 τη λήψη του εν λόγω ποσού και του υποσχέθηκε ότι θα έστελνε το εν λόγω όχημα στην Κύπρο. Αντίγραφο του ως άνω μηνύματος κατέθεσε ως τεκμήριο
- Στις 22.4.2008 ο κατηγορούμενος του απέστειλε τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος καθώς και το σχετικό τιμολόγιο αγοράς του. Αντίγραφα των πιο πάνω κατέθεσε ως τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Επειδή ο κατηγορούμενος καθυστερούσε να του στείλει το αυτοκίνητο στις 22.4.2008 του απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τον διαβεβαίωσε για την αποστολή του αυτοκινήτου καθώς επίσης του απέστειλε και φωτογραφίες του. Αντίγραφα των πιο πάνω κατέθεσε ως τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Τελικά ουδέποτε παρέλαβε το εν λόγω όχημα επειδή αυτό είχε κατασχεθεί από τις Αστυνομικές Αρχές του Κεντ ούτε του επιστράφηκε το ποσό των €47.083,44 που είχε δώσει στον κατηγορούμενο. Στις 23.1.2009 καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου και κάποιου άλλου προσώπου την αγωγή με αριθμό 375/2009 η οποία δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Στις 23.9.2011 καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 6375/2011 εναντίον του κατηγορούμενου και αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματός της κατέθεσε ως τεκμήριο
- Στις 13.2.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου για το ποσό των €42.083,44 πλέον τόκους και έξοδα, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο
- Λόγω της έκδοσης απόφασης εναντίον του κατηγορούμενου στην αγωγή με αριθμό 6375/2011 ο τελευταίος εξέδωσε και του παρέδωσε 8 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €45.
- Κατέθεσε τις εν λόγω επιταγές σε δέσμη ως τεκμήριο
- Καμία από τις εν λόγω επιταγές δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή. Μία εκ των ως άνω επιταγών δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της και οι υπόλοιπες 7 δεν εξοφλήθηκαν λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού του κατηγορούμενου λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και συνεχίζει να οφείλει ολόκληρο το ποσό των επιταγών. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε πως όταν τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος για να τον πληρώσει επειδή του είχε μπλοκάρει ένα ακίνητο, ο τελευταίος του παραδέχθηκε ότι του χρωστά λεφτά και του ζήτησε να τον πληρώσει με επιταγές. Ο ίδιος αποδέχθηκε τις επιταγές οι οποίες όμως επιστράφηκαν όλες απλήρωτες ενώ ο δικηγόρος του πληρώθηκε τα έξοδά του με μετρητά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν όλες την ίδια ημέρα και ήταν πληρωτέες μία κάθε μήνα. Επειδή οι επιταγές δεν τιμήθηκαν καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου στο Ε.Δ. Λευκωσίας τις ποινικές υποθέσεις με αριθμό 1307/2017, 1518/2017 και 963/
- Τα αντίγραφα των κατηγορητηρίων των ως άνω υποθέσεων κατατέθηκαν ως τεκμήρια 13, 14 και 15 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό έναντι της 1ης επιταγής ποσού €12.
- Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €5.000 και εξέδωσε σχετική απόδειξη για το εν λόγω ποσό η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 16 και πως οποιοδήποτε επιπλέον ποσό έλαβε ο δικηγόρος του ήταν για τα δικά του έξοδα χωρίς να δώσει στον ίδιο οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα Γεωργία Ονησιφόρου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η τραπεζικός του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές που είχαν κατατεθεί ως τεκμήριο 12 είναι επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και κατέθεσε ως τεκμήριο 17 το δείγμα της υπογραφής του κατηγορούμενου το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο της τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι η επιταγή με αριθμό XXXXX5325 ημερομηνίας 25.11.2016 δεν τιμήθηκε επειδή κατόπιν οδηγιών του πελάτη σταμάτησε η πληρωμή της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 18 αντίγραφο του εγγράφου της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 24.11.2016 με τις οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής της εν λόγω επιταγής στην οποία ως λόγος ανάκλησής της δόθηκε η αθέτηση συμφωνίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επιταγή με αριθμό XXXXX5326 ημερομηνίας 27.12.2016 δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του πελάτη έκλεισε την 1.12.2016 και ότι τόσο η εν λόγω επιταγή όσο και οι επόμενες επιστράφηκαν απλήρωτες επειδή ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δικαιούχος των επιταγών του τεκμηρίου 12 είναι ο κ. XXXXX Awwad. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 συμφώνησε με υποβολή της δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά 8 επιταγές συνολικού ποσού €45.
- Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει «ανάκληση της επιταγής» ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης υπέγραψε το συγκεκριμένο έντυπο της τράπεζας και ζήτησε να μην πληρωθεί η επιταγή. Ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που κάποιος πελάτης της τράπεζας ζητήσει να μην πληρωθεί μια επιταγή η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να μην την πληρώσει χωρίς να μπορεί να γνωρίζει τι συμφωνία είχε ο πελάτης της με το άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε ότι στην επιταγή με αριθμό XXXXX5326 τοποθετήθηκαν 2 σφραγίδες, μία εκ των οποίων αναγράφει ότι ο λογαριασμός είναι «frozen» το οποίο σημαίνει πως ο πελάτες είχε πολλές επιταγές που δεν πληρώθηκαν και παγοποιήθηκε ο λογαριασμός του ο οποίος σταμάτησε να λειτουργεί και για αυτό είχε κλείσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην περίπτωση που ο λογαριασμός κάποιου καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. υποχρεωτικά ο εν λόγω λογαριασμός κλείνει. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή του δήλωση αποτελούμενη από 9 σελίδες η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: το 2003 επισκέφθηκε τον παππού του στο Λονδίνο και εξέτασε και το ενδεχόμενο να μείνει εκεί για να εργαστεί. Κατά την παραμονή του στην Αγγλία αγόρασε μεταχειρισμένα αυτοκίνητα για τους 2 αδελφούς του τα οποία τους απέστειλε στην Κύπρο. Στη συνέχεια του ζήτησαν και κάποιοι φίλοι των αδελφών του να τους εξυπηρετήσει για τον ίδιο σκοπό και τότε αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να κάνει αυτό και να λαμβάνει προμήθεια. Όταν βρισκόταν στην Κύπρο συνάντησε τον παραπονούμενο ο οποίος του είπε ότι ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο και όταν επέστρεψε στην Αγγλία, αφού εντόπισε αυτοκίνητο το οποίο ικανοποιούσε τον παραπονούμενο, του ανέφερε ότι το κόστος αγοράς του θα ήταν GBP35.000 και GBP1.000 για τα μεταφορικά. Απέστειλε στον παραπονούμενο τον αριθμό του λογαριασμού του και ο τελευταίος μετά από 3 ημέρες του απέστειλε το ποσό των GBP36.
- Στη συνέχεια κατέβαλε στον πωλητή τα χρήματα για την αγορά του αυτοκινήτου ο οποίος του έδωσε τον τίτλο ιδιοκτησίας του και παρέδωσε το αυτοκίνητο σε μεταφορική εταιρεία για να αποσταλεί στην Κύπρο. Πληροφορήθηκε ότι το αυτοκίνητο είχε κατασχεθεί επειδή ο οδηγός του δεν καλυπτόταν από ασφάλεια και ενημέρωσε τον παραπονούμενο πως όταν θα κατέβαλλε ένα πρόστιμο θα έπαιρνε το αυτοκίνητο. Ο παραπονούμενος του ζητούσε συνέχεια να του επιστρέψει τα χρήματά του και ο ίδιος, αν και δεν είχε ευθύνη, του είπε να του δίνει το ποσό των GBP1.000 μηνιαίως. Το έτος 2013 επέστρεψε στην Κύπρο και αποφάσισε πλέον να εγκατασταθεί μόνιμα εδώ. Όταν μετέβη στην τράπεζα για σκοπούς δανειοδότησης για την ολοκλήρωση της κατοικίας του που έκτιζε σε χωράφι του στην Αλάμπρα πληροφορήθηκε ότι το χωράφι ήταν επιβαρυμένο με ΜΕΜΟ. Συγκεκριμένα, τον Οκτώβρη του 2016 πληροφορήθηκε ότι το χωράφι του ήταν επιβαρυμένο με ΜΕΜΟ επειδή εναντίον του είχε εκδοθεί απόφαση σε μια αγωγή που είχε καταχωρήσει εναντίον του ο παραπονούμενος. Μετέβηκε στο σπίτι του τελευταίου, του είπε ότι είναι ο XXXXX Βαρνάβα και ο παραπονούμενος του είπε να του δώσει τα λεφτά του διαφορετικά θα πωλούσε το χωράφι του για να τα πάρει πίσω. Την επόμενη ημέρα ο παραπονούμενος του ζήτησε να του δώσει επιταγές ποσού €10.000 η καθεμιά μέχρι να ξοφληθεί το ποσό. Ο ίδιος του είπε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να του δίνει τόσο μεγάλες δόσεις και τελικά συμφώνησαν να του ελευθερώσει το χωράφι του και να υπογράψει προς τον παραπονούμενο επιταγές. Η 1η ήταν για το ποσό των €12.000, μια άλλη για €3.000 και οι υπόλοιπες για €5.000 η καθεμιά. Στις 25.10.2016 στο γραφείο του δικηγόρου του παραπονούμενου υπέγραψε 8 επιταγές. Η 1η ήταν πληρωτέα στις 25.11.2016 και οι υπόλοιπες μια κάθε επόμενο μήνα όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο. Μόλις υπέγραψε τις επιταγές του είπαν ότι θα αποσυρθεί το ΜΕΜΟ ως ήταν η συμφωνία τους. Τον Νοέμβριο του 2016 μετέβηκε ξανά στο Κτηματολόγιο για να υποθηκεύσει το χωράφι του και διαπίστωσε ότι το ως άνω ΜΕΜΟ δεν είχε αφαιρεθεί και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο του παραπονούμενου ο τελευταίος του ζήτησε να του πάρει το ποσό των €7.000 έναντι της 1ης επιταγής. Πράγματι του πήρε τις €7.000 σε επιταγή και ο δικηγόρος του έδωσε σχετική απόδειξη. Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 28.11.2016 πήγε στην τράπεζα για να σταματήσει την 1η επιταγή των €12.000 επειδή είχε ήδη πληρώσει €7.000 και στις 30.11.2016 θα έδινε και τις άλλες €5.000 όπως και έκανε. Στις 30.11.2016 έδωσε στον παραπονούμενο τις υπόλοιπες €5.000 και αυτός του έδωσε την απόδειξη αντίγραφο της οποίας είχε κατατεθεί ως τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την 1η επιταγή αφού την είχε εξοφλήσει αλλά εκείνος του είπε πως δεν την είχε στην κατοχή του και ότι ο κατηγορούμενος θα την λάμβανε από τον δικηγόρο του. Στη γραπτή του δήλωση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις αρχές του Δεκέμβρη 2016 του τηλεφώνησε η τραπεζική υπάλληλος κα XXXXX και του ζήτησε να επιστρέψει το βιβλιάριο των επιταγών του επειδή η επιταγή των €12.000 είχε παρουσιαστεί για πληρωμή 3 φορές και θα καταχωρείτο στο Κ.Α.Π. Συνάντησε τον παραπονούμενο και του διαμαρτυρήθηκε επειδή είχε πληρώσει την 1η επιταγή και αυτός του είπε ότι δεν πήρε τίποτα και ότι δεν τον ενδιέφερε. Μετά από αυτό δεν έγινε οτιδήποτε άλλο αφού και να ήθελε να πληρώσει τις υπόλοιπες επιταγές δεν θα μπορούσε να το πράξει επειδή ο λογαριασμός του ήταν κλειστός και δεν είχε ειδοποιηθεί καθόλου για αυτό. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος συμφώνησε με υποβολές του δικηγόρου του παραπονούμενου ότι συμφώνησε με τον τελευταίο να του βρει αυτοκίνητο στην Αγγλία μάρκας Range Rover, ότι του βρήκε το αυτοκίνητο της επιλογής του, ότι αυτό ήταν σε άριστη κατάσταση και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με τράπεζες, ασφάλειες και αστυνομία, ότι η συμφωνία τους προνοούσε να γίνει έμβασμα στον λογαριασμό του το ποσό των GBP36.000 και ότι το εν λόγω ποσό του αποστάλθηκε στον λογαριασμό του από τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πληροφορήθηκε για την έκδοση εναντίον του απόφασης στην αγωγή όταν μετέβηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς υποθήκευσης του χωραφιού του. Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος εκμεταλλεύτηκε την κατάστασή του με εκβιασμούς και απειλές και ο ίδιος λύγισε και του έδωσε τις επίδικες επιταγές για να ελευθερωθεί το χωράφι του και να εγκατασταθεί σε αυτό μαζί με την οικογένειά του. Ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που υπέγραψε τις επιταγές στο γραφείο του δικηγόρου του παραπονούμενου σε αυτές συμπεριλήφθηκε και το ποσό των δικηγορικών εξόδων του εν λόγω δικηγόρου και αρνήθηκε υποβολή ότι η επιταγή τεκμήριο 23 η οποία εκδόθηκε στο όνομα Παπαντωνίου και Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. για το ποσό των €7.000 αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής και των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν έδωσε το ποσό των €7.000 αποσύρθηκε το ΜΕΜΟ και την ίδια ημέρα το χωράφι του υποθηκεύθηκε από την Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η αθέτηση συμφωνίας την οποία ανέφερε στην τράπεζα κατά την ημέρα ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής ποσού €12.000 ήταν η συμφωνία που έκανε με τον παραπονούμενο όταν εκείνος πήρε τις €7.000 από τον δικηγόρο κ. Παπαντωνίου ότι μόλις θα έπαιρνε λεφτά από το δάνειό του θα του έδινε τις υπόλοιπες €5.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 24.11.2016 ή μια ημέρα προηγουμένως η κα Γεωργία του τηλεφώνησε και του ζήτησε να της παραδώσει το βιβλιάριο επιταγών του επειδή ο λογαριασμός του δεν είχε €12.000 για να τιμηθεί η επιταγή που είχε κατατεθεί. Όταν ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του κατηγορούμενου οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: στις 31.10.2011 καταχωρήθηκε από την πλευρά του παραπονούμενου στα πλαίσια της αγωγής 6375/2011, στην οποία εκείνος ήταν ενάγων, αίτηση για δημοσίευση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Στις 2.12.2011 εκδόθηκε διάταγμα δημοσίευσης του κλητηρίου εντάλματος. Η πλευρά του παραπονούμενου προχώρησε δυνάμει του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης σε δημοσίευση σε 2 εφημερίδες Παγκύπριας κυκλοφορίας, την «Αλήθεια» και τον «Πολίτη». Τα μέτρα που αφορούσαν την επίδοση και τη δημοσίευση της αγωγής έγιναν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνο. Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής με αριθμό 6375/2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 2.12.2011 κατατέθηκε ως τεκμήριο 24, το αντίγραφο του φύλλου της εφημερίδας «Αλήθεια» ημερομηνίας 19.2.2014 κατατέθηκε ως τεκμήριο 25 και το αντίγραφο του φύλλου της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 19.2.2014 κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Γεωργίου εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η τέλεση των επίδικων αδικημάτων εκ μέρους του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Η κα Παπαχαραλάμπους εκ μέρους του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάθε λόγο να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής αφού με την καταβολή του ποσού των €5.000 στις 30.11.2016 σε συνδυασμό με την καταβολή του ποσού των €7.000 που προηγήθηκε στις 11.11.2016 η επιταγή ποσού €12.000 που αναφέρεται στην 1 κατηγορία είχε εξοφληθεί και ο παραπονούμενος όφειλε να την είχε επιστρέψει στον κατηγορούμενο. Αντί όμως να την επιστρέψει την παρουσίασε για πληρωμή με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του κατηγορούμενου να κλείσει και η εξόφληση των υπόλοιπων 7 επιταγών να καταστεί αδύνατη. Εισηγήθηκε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Εισηγήθηκε ειδικότερα ότι ο παραπονούμενος ενέγραψε ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας του κατηγορούμενου για το ποσό των €42.083 εισπράττοντας ταυτόχρονα το ποσό των €12.000 και καταχωρώντας εναντίον του όχι μία αλλά 4 διαφορετικές και παράλληλες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις (τεκμήρια 13, 14 και 15). Εισηγήθηκε περαιτέρω με αναφορά και σε νομολογία (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522) ότι η παράλληλη προώθηση 2 διαφορετικών διαδικασιών, αστικής και ποινικής φύσεως, για την είσπραξη ενός ποσού αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι ο σκοπός πλέον της διαδικασίας παύει να είναι αυτός που ορίζει ο νόμος αλλά η άσκηση πίεσης στον κατηγορούμενο για να εξοφλήσει το ποσό υπό το κράτος φόβου καταδίκης. Η κα Παπαχαραλάμπους εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών αντίκειται στα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Προς υποστήριξη της πιο πάνω εισήγησής της επικαλέστηκε τα ακόλουθα: η έκδοση των επίδικων επιταγών έγινε λόγω του ότι εκδόθηκε μια απόφαση σε βάρος του κατηγορούμενου εντελώς παράνομα, με ανύπαρκτη πραγματική και νομική βάση, κατόπιν εκβιασμών και καταπίεσης ενώ ο κατηγορούμενος ουδέν ποσό όφειλε προς τον παραπονούμενο και παρόλο που το επίδικο ποσό είχε εξασφαλιστεί με την έκδοση της απόφασης τεκμήριο 11 και με την εγγραφή ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του. Τέλος εισηγήθηκε ότι η έκδοση των επιταγών έγινε για συναλλαγή που αντίκειται προς τα χρηστά ήθη αλλά και προς τον Νόμο. Έχω υπόψη μου όσα εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το αδίκημα της ανάκλησης της πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και 7 κατηγορίες για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μια απλήρωτη επιταγή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση OMILOS LAIKOU DISTRIBUTORS LTD ν. ΚΑΖΑΜΙΑ κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 218/2020, ημερομηνίας 9.6.2021 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι «Μια επιταγή μπορεί είτε να κατατεθεί στην Τράπεζα του εκδότη, είτε να κατατεθεί σε άλλη τράπεζα η οποία αναλαμβάνει να ενεργήσει ως αντιπρόσωπος του δικαιούχου της επιταγής με σκοπό να την εμφανίσει στην Τράπεζα του εκδότη, να εισπράξει το ποσό και να το πιστώσει στο λογαριασμό του. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η παρουσίαση επιταγής µέσω άλλης τράπεζας ισοδυναμεί µε παρουσίαση µέσω αντιπροσώπου που ενεργεί απλώς για είσπραξη της και δεν συνιστά παρουσίαση στην τράπεζα που ενεργεί ως αντιπρόσωπος (Κρατίδης v. Λαγού
(2002)1 Α.Α.Δ. 328)». Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Περαιτέρω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε επίσης ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο παραπονούμενος έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και κρίνω ότι αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο κρίσιμος για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις 8 επίδικες επιταγές επιβεβαιώνεται από τον κατηγορούμενο ο οποίος ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι πράγματι στις 25.10.2016 στο γραφείο των δικηγόρων του παραπονούμενου υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Αποδέχομαι επίσης ότι εκδόθηκε απόφαση υπέρ του και εναντίον του κατηγορούμενου στην αγωγή με αριθμό 6375/2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας για το ποσό των €42.083,44 πλέον τόκους και €761,00 έξοδα πλέον τόκους και 15% Φ.Π.Α. αφού αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται και από το αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο στη διαδικασία και η έκδοσή της δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν προς εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του κατηγορούμενου προς τον ίδιο στην αγωγή 6375/2011 επειδή κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι λογικός. Κρίνω ότι είναι λογικός λαμβάνοντας υπόψη μου ότι κατά τον εν λόγω χρόνο πράγματι είχε εκδοθεί υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου η ως άνω δικαστική απόφαση και η ακίνητη περιουσία του κατηγορούμενου την οποία ο τελευταίος θα υποθήκευε για σκοπούς χρηματοδότησης ήταν επιβαρυμένη με ΜΕΜΟ υπέρ του παραπονούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν εκδίδει επιταγές για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €45.000 εάν δεν αναγνωρίζει ότι πράγματι οφείλει το εν λόγω ποσό. Απορρίπτω όμως τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος ουδέν ποσό του κατέβαλε μέχρι σήμερα έναντι των επίδικων επιταγών αφού ως προκύπτει από τα τεκμήρια 16 και 23 στις 30.11.2016 και 11.11.2016 ο κατηγορούμενος πλήρωσε το ποσό των €5.000 στον ίδιο και στους δικηγόρους του Παπαντωνίου και Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. το ποσό των €7.000 αντίστοιχα. Αποδέχομαι τέλος τον ισχυρισμό του ότι ο δικηγόρος του πληρώθηκε τα δικηγορικά του έξοδα σε μετρητά. Η Μ.Κ.2 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Όσα ισχυρίστηκε αναφορικά με τον λόγο που οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επιβεβαιώνονται από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν σε αυτές. Ομοίως αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες προς την τράπεζά του να μην πληρωθεί η 1η επιταγή των €12.000 αφού ο εν λόγω ισχυρισμός είναι παραδεκτός από τον κατηγορούμενο ο οποίος τον αναφέρει στη γραπτή του δήλωση. Από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι στις 25.10.2016 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές επειδή ο ως άνω ισχυρισμός είναι ενάντια στα συμφέροντά του και δεν θα ήταν λογικό να τον παραδεχόταν εάν δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Για τον ίδιο λόγο αποδέχομαι επίσης και τον ισχυρισμό του ότι έδωσε οδηγίες προς την τράπεζά του να μην πληρωθεί η 1η επιταγή των €12.
- Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι πράγματι κατέβαλε στον παραπονούμενο και τους δικηγόρους του το συνολικό ποσό των €12.000 αφού τα πιο πάνω προκύπτουν και από τα τεκμήρια 16 και
- Δεν αποδέχομαι όμως ότι έδωσε τις ως άνω οδηγίες στις 28.11.2016 όπως ισχυρίστηκε στην παράγραφο 40 της γραπτής του δήλωσης αλλά αντιθέτως κρίνω ότι έγινε στις 24.11.2016 όπως προκύπτει από το σχετικό έντυπο της Τράπεζας Κύπρου το οποίο φέρει σχετική σφραγίδα με την ως άνω ημερομηνία στο κάτω μέρος του και την ίδια ημερομηνία γραμμένη χειρόγραφα στο πάνω μέρος του. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο 18 χωρίς να αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτω όμως τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η τραπεζική υπάλληλος στις 24.11.2016 ή μια ημέρα προηγουμένως του τηλεφώνησε και του ζήτησε να της επιστρέψει το βιβλιάριο επιταγών επειδή είχε κατατεθεί μια επιταγή και ο λογαριασμός του δεν είχε €12.000 για να τιμηθεί. Αυτό ήταν αντικειμενικά αδύνατο να είχε συμβεί τότε αφού η εν λόγω επιταγή, ως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα που φέρει, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 25.11.2016 που ήταν και η ημέρα κατά την οποία ήταν πληρωτέα. Απορρίπτω επίσης και τον ισχυρισμό του ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει τις επίδικες επιταγές επειδή κρίνω ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν εκδίδει επιταγές για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €45.000 εάν δεν αναγνωρίζει ότι πράγματι οφείλει το εν λόγω ποσό. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία την οποία έκρινα ως αξιόπιστη καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στην αγωγή 6375/2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας για το ποσό των €42.083,44 πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα ποσού €761,00 πλέον τόκους και Φ.Π.Α. και ο παραπονούμενος δυνάμει αυτής επιβάρυνε με την εγγραφή ΜΕΜΟ ακίνητη περιουσία του κατηγορούμενου. Όταν ο τελευταίος επιθυμούσε να υποθηκεύσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία του για σκοπούς χρηματοδότησης επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο και πληροφορήθηκε για την ως άνω επιβάρυνσή της από τον παραπονούμενο. Στις 25.10.2016 ο κατηγορούμενος στο γραφείο των δικηγόρων του παραπονούμενου υπέγραψε προς όφελος του παραπονούμενου τις ακόλουθες 8 επιταγές της Τράπεζας Κύπρου: α) την επιταγή με αριθμό XXXXX5325, ημερομηνίας 25.11.2016 για το ποσό των €12.000, β) την επιταγή με αριθμό XXXXX5326, ημερομηνίας 27.12.2016 για το ποσό των €3.000, γ) την επιταγή με αριθμό XXXXX5327, ημερομηνίας 25.1.2017 για το ποσό των €5.000, δ) την επιταγή με αριθμό XXXXX5328, ημερομηνίας 25.2.2017 για το ποσό των €5.000, ε) την επιταγή με αριθμό XXXXX5329, ημερομηνίας 25.3.2017 για το ποσό των €5.000, στ) την επιταγή με αριθμό XXXXX5330, ημερομηνίας 25.4.2017 για το ποσό των €5.000, ζ) την επιταγή με αριθμό XXXXX5331, ημερομηνίας 25.9.2017 για το ποσό των €5.000 και η) την επιταγή με αριθμό XXXXX5332, ημερομηνίας 25.11.2017 για το ποσό των €5.
- Στις 11.11.2016 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ξανά το Κτηματολόγιο όπου διαπίστωσε ότι το ΜΕΜΟ δεν είχε αποσυρθεί. Στη συνέχεια επικοινώνησε με τους δικηγόρους του παραπονούμενου και κατόπιν συνεννόησής τους την ίδια ημέρα τους παρέδωσε επιταγή που είχε εκδοθεί από τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του ποσού €7.000 και αυτοί προχώρησαν στην απόσυρση του ΜΕΜΟ. Ο κατηγορούμενος στις 24.11.2016 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζά του για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής ποσού €12.000 και προς τούτο επικαλέστηκε την αθέτηση συμφωνίας. Η εν λόγω επιταγή όταν παρουσιάστηκε στις 25.11.2016 που ήταν πληρωτέα στην EUROBANK CYPRUS LTD για πληρωμή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη με τη σφραγίδα «PAYMENT COUNTERMANDED BY DRAWER». Ο κατηγορούμενος στις 30.11.2016 έδωσε στον παραπονούμενο σε μετρητά το ποσό των €5.000 και έκτοτε κανένα άλλο ποσό. Η επιταγή με αριθμό XXXXX5326, ημερομηνίας 27.12.2016 για το ποσό των €3.000 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 9.1.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της ως εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN - CIP» και τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΠ». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5327, ημερομηνίας 25.1.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην EUROBANK CYPRUS LTD για πληρωμή στις 20.1.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «ACCOUNT CLOSED - PLEASE REPRESENT FOR CIR PURPOSES» και τη σφραγίδα «ACCOUNT FROZEN - CIR». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5328, ημερομηνίας 25.2.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην EUROBANK CYPRUS LTD για πληρωμή στις 6.3.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «ACCOUNT CLOSED» και τη σφραγίδα «ACCOUNT FROZEN - CIR». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5329, ημερομηνίας 25.3.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 27.3.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5330, ημερομηνίας 25.4.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 25.4.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN - CIP» και τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5331, ημερομηνίας 25.9.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 25.9.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED» και τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN - CIP». Η επιταγή με αριθμό XXXXX5332, ημερομηνίας 25.11.2017 για το ποσό των €5.000 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 27.11.2017 και τέθηκε σε αυτή σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας ίδιας ημερομηνίας αλλά δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ - ACCOUNT CLOSED» και τη σφραγίδα «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ - ACCOUNT FROZEN - CIP». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των 8 επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με την 1η κατηγορία έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στις 24.11.2016, πριν την ημερομηνία που η επιταγή που η εν λόγω κατηγορία αφορά ήταν πληρωτέα, έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής της. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πράγματι εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής με αριθμό 16615325 ποσού €12.000 που ήταν πληρωτέα στις 25.11.
- Προς τούτο ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε το γεγονός ότι είχε ήδη καταβάλει το ποσό των €7.000 σε συνδυασμό με το ότι στις 30.11.2016 θα κατέβαλλε και το υπόλοιπο των €5.000 που θα αποτελούσε πλήρη εξόφληση του ποσού της εν λόγω επιταγής. Κρίνω ότι κρίσιμο στοιχείο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για να κριθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της εν λόγω επιταγής είναι το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή το πότε προχώρησε να δώσει την εν λόγω εντολή. Ισχυρίστηκε ότι έπραξε τούτο επειδή ο παραπονούμενος κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί προχώρησε να παρουσιάσει την εν λόγω επιταγή για πληρωμή. Όμως στις 24.11.2016 η εν λόγω επιταγή δεν είχε παρουσιαστεί για πληρωμή άρα τότε ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα αντικειμενικό δεδομένο ότι ο παραπονούμενος θα παραβίαζε την ως άνω μεταξύ τους συμφωνία για να δικαιολογείται η ως άνω ενέργειά του. Συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η ως άνω υπεράσπισή του η οποία συνακόλουθα απορρίπτεται. Στην υπόθεση Καΐκη ν. KOMBOS INVESTMENTS LTD κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835 το πρωτόδικο δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορούμενους-εφεσίβλητους από την κατηγορία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής αφού έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί η παρουσίαση της επίδικης επιταγής, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά έπραξε το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Λέχθηκε ότι στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα προνοείται, ως απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η επιταγή θα πρέπει να παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 7 κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επιταγές που καθεμία από αυτές αφορά παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επί της Τράπεζας Κύπρου και φέρουν σφραγίδα της EUROBANK CYPRUS LTD χωρίς να έχει τεθεί ενώπιόν μου μαρτυρία ότι παρουσιάστηκαν με ηλεκτρονικά μέσα από την εν λόγω τράπεζα προς την εκδότρια. Δεν παραγνωρίζω τις πρόνοιες του εδαφίου
(4)του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με τις οποίες ο νομοθέτης έχει προβλέψει συγκεκριμένη διαδικασία η οποία, εφόσον ακολουθείται, διευκολύνει το έργο της Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας (Vrontis Builders Ltd v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016). Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία από την τραπεζικό υπάλληλο Μ.Κ.2 ή οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην εκδότριά τους τράπεζα ήτοι την Τράπεζα Κύπρου ούτε αναφορικά με το ποιος τοποθέτησε τις σφραγίδες που τέθηκαν σε αυτές που αφορούν τους λόγους της μη πληρωμής τους. Πρόκειται για ποινική υπόθεση και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχαν εκδοθεί. Σε σχέση με τις επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες 2, 4, 5, 6 και 8 κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία τους ήτοι ότι εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο, ότι παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχαν εκδοθεί, ότι παρουσιάστηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που είχαν καταστεί πληρωτέες, ότι δεν εξοφλήθηκαν λόγω του γεγονότος ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου έκλεισε και ότι παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή τους. Αναφορικά με την εισήγηση της κας Παπαχαραλάμπους ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με όλο τον σεβασμό προς την εν λόγω εισήγηση, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το 1ο σκέλος της εισήγησης της κας Παπαχαραλάμπους ότι υπάρχει κατάχρηση επειδή ο κατηγορούμενος καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου τις 3 ποινικές υποθέσεις τα κατηγορητήρια των οποίων κατατέθηκαν ως τεκμήρια 13, 14 και 15 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας και συγκεκριμένα από όσα ανάφερε η κα Παπαχαραλάμπους κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου οι κατηγορίες που περιλαμβάνονταν σε αυτές συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης όταν έγινε η τροποποίησή του. Σε σχέση με το 2ο σκέλος της ως άνω εισήγησής της ότι η παράλληλη προώθηση 2 διαφορετικών διαδικασιών, αστικής και ποινικής φύσεως, για την είσπραξη ενός ποσού αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι ο σκοπός πλέον της διαδικασίας παύει να είναι αυτός που ορίζει ο νόμος αλλά η άσκηση πίεσης στον κατηγορούμενο για να εξοφλήσει το ποσό υπό το κράτος φόβου καταδίκης κρίνω ότι η απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε η κα Παπαχαραλάμπους υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (πιο πάνω) υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (CHARILAOU BROS LTD ν. MAGNIOR LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 70/2014, ημερομηνίας 20.5.2015). Ομοίως στην υπόθεση Μ.Α.Ν.Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ ν. PLYNTEX PUBLIC LIMITED, κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 11/2015, ημερομηνίας 11.9.2017 αναφέρθηκε ότι «όπως ξεκάθαρα φαίνεται από το σκεπτικό της απόφασης της Ολομέλειας στη Χαραλαμπίδης (άνω), το ελατήριο του Κατήγορου/Παραπονούμενου είναι άσχετο λαμβάνοντας υπόψιν ότι η «καθ' αυτή δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης». Αναφορικά με την άλλη εισήγηση της κας Παπαχαραλάμπους ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών αντίκειται στα χρηστά ήθη, με όλο τον σεβασμό προς αυτή την εισήγηση, δεν την αποδέχομαι. Η εν λόγω εισήγηση παραγνωρίζει ότι η έκδοση επιταγών είναι μια νόμιμη πράξη η οποία επιτρέπεται και ρυθμίζεται από τον Νόμο (βλ. περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262) και λόγω τούτου κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω αναφορικά με την άλλη εισήγηση της κας Παπαχαραλάμπους πως η έκδοση των επιταγών έγινε για συναλλαγή που αντίκειται προς τα χρηστά ήθη αλλά και προς τον Νόμο ομοίως δεν συμφωνώ με αυτή. Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του προς τον παραπονούμενο στην αγωγή με αριθμό 6375/2011 και δεν είναι λογικό να θεωρηθεί πως η εξόφληση ενός αστικού χρέους διά επιταγών αποτελεί συναλλαγή που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Συνακόλουθα κρίνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση της κας Παπαχαραλάμπους μπορεί να γίνει αποδεκτή. Προτού ολοκληρώσω την παρούσα απόφαση κρίνω ότι πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα: έχω διαπιστώσει ότι η Έκθεση Αδικήματος της 1ης κατηγορίας αναφέρεται σε «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(2)και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154» και οι λεπτομέρειές της αναφέρονται σε επιταγή η οποία «δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής της από τον εκδότη της άνευ εύλογης αιτίας ...». Από τα πιο πάνω είναι προφανές ότι υπάρχει μια αναντιστοιχία μεταξύ της Έκθεσης Αδικήματος και των λεπτομερειών της 1ης κατηγορίας. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση SPIRITO CONCRETE LTD κ.ά. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 206/2020, ημερομηνίας 1.7.2021, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι ικανοποιούνταν οι πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προχώρησε στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη νέων κατηγοριών. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, στην οποία αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ως άνω υπόθεση SPIRITO CONCRETE LTD διατυπώθηκαν ως εξής οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται για προσθήκη αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο: «(α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα, ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δε θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του». Για να διορθωθεί η ως άνω αναντιστοιχία πρέπει να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο και να προστεθεί 9η κατηγορία. Κρίνω ότι η τροποποίηση δεν θα επιφέρει δυσμένεια στον κατηγορούμενο ούτε θα επηρεαστεί η υπεράσπιση του με οποιοδήποτε τρόπο. Η γραμμή της υπεράσπισής του σε σχέση με την 1η κατηγορία ήταν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω ούτε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ούτε με την αγόρευση της δικηγόρου του τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Επίσης ο κατηγορούμενος με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα δεν θα υπόκειται σε μεγαλύτερη ποινή εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί εάν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για να τροποποιηθεί το ενώπιόν μου κατηγορητήριο με την προσθήκη 9ης κατηγορίας για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Συνακόλουθα προστίθεται 9η κατηγορία με τις ακόλουθες λεπτομέρειες αδικήματος: «Ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 24.11.2016 χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη πληρωμή της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 16615325 για το ποσό των €12.000 την οποία εξέδωσε στις 25.10.2016 προς όφελος του παραπονούμενου» Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 5, 6, 8 και 9 και αθωώνεται στις κατηγορίες 3 και 7. (Υπ.) ................................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο