ΤΑΚΚΑΣ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1192/2017, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1192/2017 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΚΚΑΣ Παραπονούμενος εναντίον
- XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29.9.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Α. Πετρίδης Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Χρ. Δημητριάδης Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνεται μία κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από κοινού την εν λόγω κατηγορία την οποία αρνήθηκαν. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο 1ος κατηγορούμενος αθωώθηκε και η υπόθεση προχώρησε μέχρι τέλους μόνο σε σχέση με τη 2η κατηγορούμενη (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η κατηγορούμενη»). Η επίδικη κατηγορία έχει ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος 1, περί το Μάρτιο 2014, στην Λευκωσία, εξέδωσε, προς τον ως άνω αναφερόμενο παραπονούμενο, την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, με αριθμό XXXXX6504, για το ποσό των €40.000,00σ (Σαράντα Χιλιάδων Ευρώ) πληρωτέα την 10/03/2017, η οποία παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, αυτή δεν εξοφλήθηκε, λόγω του ότι, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσαν την μη εξόφλησή της. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες. Στις 26.6.2012 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της εταιρείας του, από τη μια, και της κατηγορούμενης και της θυγατέρας της XXXXX Στυλιανού, από την άλλη, με βάση την οποία συμφωνήθηκε όπως η εν λόγω εταιρεία προχωρήσει στην ανέγερση κατοικίας για τη θυγατέρα της κατηγορούμενης, το κόστος της οποίας συμφωνήθηκε στις €310.
- Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Μέρος του τιμήματος, ήτοι €180.000, θα πληρωνόταν από τους κατηγορούμενους προς την εταιρεία διά της μεταβίβασης 2 ακινήτων στο Δάλι και στο Παραλίμνι και το υπόλοιπο των €130.000 θα πληρωνόταν ως προβλεπόταν στις παραγράφους 1 έως 4 της μεταξύ τους συμφωνίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά το στάδιο κατασκευής της οικίας προχώρησαν σε άλλες ενέργειες όπως χωματουργικές εργασίες, περίφραξη του εργοταξίου, ετοιμασία πινακίδων, μεταφορά εργαλείων και σκαλωσιών και έλαβαν μέρος σε αρκετές συναντήσεις με τους αρχιτέκτονες παρουσία των κατηγορουμένων. Ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι αδυνατούσαν να καταβάλουν το ποσό των €40.000 για τις επιπλέον εργασίες που τους ζήτησαν να εκτελέσουν και συνεπεία τούτου η ανέγερση της οικίας παγοποιήθηκε. Για τις επιπλέον εργασίες ετοιμάστηκε σχετική κατάσταση η οποία βρίσκεται στην κατοχή των κατηγορουμένων οι οποίοι δεν έδειξαν ενδιαφέρον να την εξοφλήσουν. Αντίγραφο της εν λόγω κατάστασης κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι οι επιπλέον εργασίες συμφωνήθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από τους κατηγορούμενους και τη θυγατέρα τους και οι κατηγορούμενοι, μέσω του κατηγορούμενου 1, εξέδωσαν και του παρέδωσαν την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX6504 για το ποσό των €40.
- Η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε αφού οι κατηγορούμενοι χωρίς εύλογη αιτία ανακάλεσαν την πληρωμή της. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι εκκρεμούσης της ανέγερσης της οικίας πληρώθηκαν το ποσό των €92.100 και παρέμεινε υπόλοιπο προς εξόφληση το ποσό των €37.
- Ισχυρίστηκε επίσης πως η εταιρεία του για την οικονομική ζημιά που υπέστη καταχώρησε την αγωγή με αρ. XXXXX/2017 στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Στις 11.5.2017 εκδόθηκε απόφαση στην απουσία των εναγομένων, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια η ως άνω απόφαση παραμερίστηκε και καταχωρήθηκε υπεράσπιση και η εν λόγω αγωγή εκκρεμεί. Επανέλαβε τέλος ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε τις επιπλέον εργασίες τις οποίες οι κατηγορούμενοι έλαβαν και αποδέχθηκαν να πληρώσουν διά της έκδοσης της εν λόγω επιταγής. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε τον Μάρτη του 2014 από τον XXXXX Στυλιανού ο οποίος έγραψε σε αυτή το ποσό και του ζήτησε να τη βάλει σε μακρινό χρονικό διάστημα επειδή δεν μπορούσε να την πληρώσει. Μετά ο ίδιος στην παρουσία του XXXXX Στυλιανού έγραψε στην επιταγή το όνομά του και την ημερομηνία που ο Στυλιανού ήθελε να πληρωθεί η επιταγή. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν ακριβώς πότε έκανε τις εργασίες που αναγράφονται στο τεκμήριο 5 και απάντησε ότι της έκανε τότε που κτιζόταν η οικία. Ισχυρίστηκε ότι πώλησε στη θυγατέρα των κατηγορουμένων το οικόπεδο για το οποίο υπήρχαν ήδη σχέδια και όροι από τον Δήμο Ιδαλίου και ότι συμφώνησαν πως θα έκανε και διάφορες επιπλέον εργασίες οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στη μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για την πληρωμή των εν λόγω εργασιών ο XXXXX Στυλιανού του έδωσε την επίδικη επιταγή και την έβαλε πληρωτέα σε μεγάλο χρονικό διάστημα επειδή δεν είχε τα λεφτά για την πληρωμή της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το πρωτότυπο του τεκμηρίου 5 το έχει στο σπίτι του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έκανε ένα αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου και αμέσως μετά ότι έκανε δύο και έδωσε το ένα στον Μιχάλη. Ισχυρίστηκε ότι ήταν λάθος του που δεν ζήτησε από εκείνον να το υπογράψει. Ισχυρίστηκε ότι στις επιπλέον εργασίες που εκτελέστηκαν περιλαμβανόταν και η κατασκευή 3 καγκελόπορτων τις οποίες ο ίδιος κατασκεύασε και έχει και τιμολόγιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αγοράστηκαν οι πλάκες και οι λίνιες του πεζοδρομίου και ότι έχει και το σχετικό τιμολόγιο το οποίο όμως δεν είχε μαζί του. Ισχυρίστηκε ότι οι αποδείξεις για τα υλικά που αγοράστηκαν για να γίνουν οι μετατροπές που αναγράφονται στο σημείο 3 του τεκμηρίου 5 μάλλον θα βρίσκονταν στον λογιστή του. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 5 το γράψανε απλώς τυπικά με τον XXXXX για να μπορεί να του εκδώσει την επιταγή. Στη συνέχεια συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου της κατηγορούμενης ότι για να πληρωθεί μια εργασία πρέπει προηγουμένως να εκτελεστεί και να εκδοθεί διατακτικό το οποίο θα πάει στην τράπεζα για πληρωμή. Ισχυρίστηκε ότι για τις επιπλέον εργασίες δεν ήταν αναγκαίο να εκδοθεί τέτοιο διατακτικό αφού δεν αποτελούσαν μέρος των εργασιών που περιλαμβάνονταν στο συμβόλαιο το οποίο είχαν υπογράψει. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα Άντρη Χαραλάμπους η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX0029 έχει ως δικαιούχους τους 2 κατηγορούμενους και πως για την έκδοση επιταγής από τον εν λόγω λογαριασμό αρκεί η υπογραφή ενός από αυτούς. Κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφο της εντολής για το άνοιγμα του ως άνω κοινού λογαριασμού στο οποίο φαίνονται κα τα σχετικά δείγματα υπογραφών. Ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή της επίδικης επιταγής, σύμφωνα με τη σφραγίδα που τοποθετήθηκε σε αυτή, ανακλήθηκε από τον εκδότη της και κατέθεσε ως τεκμήριο 10 αντίγραφο του σχετικού εντύπου ημερομηνίας 18.3.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το εν λόγω τεκμήριο φαίνεται πως οι οδηγίες ανάκλησης της επίδικης επιταγής δόθηκαν από την κα XXXXX Στυλιανού. Η Μ.Κ.2 δεν αντεξετάστηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και της εξήγησε τα δικαιώματά της αυτή επέλεξε να προβεί σε μια ανώμοτη δήλωση και κάλεσε 4 μάρτυρες προς υπεράσπισή της. Η δήλωση την οποία η κατηγορούμενη κατέθεσε σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Με αυτή δήλωσε ότι η ίδια μαζί με τη θυγατέρα της συμφώνησαν στις 28.9.2012 με την εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD την ανέγερση διώροφης κατοικίας στο Δάλι. Το τίμημα συμφωνήθηκε στις €310.000 και σύμφωνα με αυτή έπρεπε να τους παραδοθεί έτοιμη η εν λόγω κατοικία. Έλαβαν στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €130.000 και η ως άνω εταιρεία θα πληρωνόταν ανάλογα με την εκτέλεση των εργασιών και την έκδοση διατακτικών. Η εταιρεία σταμάτησε τις εργασίες λόγω έλλειψης ρευστότητας. Επειδή δήθεν ο παραπονούμενος ανησυχούσε ότι το υπόλοιπο του δανείου θα πληρωνόταν στον δικό τους λογαριασμό αντί αυτού της εταιρείας, ο σύζυγός της τον Ιανουάριο του 2014 έδωσε στην εταιρεία της επίδικη επιταγή ποσού €40.000 από τον προσωπικό τους λογαριασμό ως επιπλέον εγγύηση πληρωμής των υπόλοιπων €40.000 του στεγαστικού δανείου. Επειδή η επιταγή δόθηκε ως εγγύηση, δεν συμπληρώθηκε σε αυτή ούτε ημερομηνία πληρωμής της ούτε ο δικαιούχος της. Ουδέποτε συμφώνησαν για επιπλέον εργασίες ούτε τους ζητήθηκε να διαλέξουν μάρμαρα, καγκελόπορτες, κεραμικά ούτε οτιδήποτε άλλο. H ως άνω εταιρεία εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμιά δικαιολογία πριν ολοκληρώσει πλήρως το σκελέτωμα της κατοικίας, τον Φεβρουάριο του 2014, ανέστειλε μονομερώς τις εργασίες ανοικοδόμησης και έφυγε από το εργοτάξιο παραβιάζοντας τη μεταξύ τους συμφωνία. Τους ζήτησαν να επιστρέψουν και να ολοκληρώσουν τις εργασίες αλλά μάταια. Αφού έφυγαν από το εργοτάξιο χωρίς να ολοκληρώσουν τις εργασίες, ο σύζυγός της ζήτησε πίσω την επιταγή αλλά επειδή δεν του την επέστρεψαν της είπε να πάει στην τράπεζα και να ανακαλέσει την πληρωμή της. Δήλωσε τέλος ότι επειδή η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε, προχώρησαν και σε ακύρωση του υπολοίπου του δανείου στην τράπεζα για να μην επιβαρύνονται με τόκους. Στη συνέχεια ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Στυλιανού ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: τον Ιούνιο του 2012 άρχισαν συζητήσεις με την εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD για να αγοράσουν για την κόρη τους, XXXXX Στυλιανού οικόπεδο στο Δάλι με σκοπό την ανέγερση σε αυτό διώροφης κατοικίας σύμφωνα με τα σχέδια και την άδεια οικοδομής που είχαν ήδη εκδοθεί. Αντίγραφό της κατέθεσε ως τεκμήριο
- Το αντίτιμο της ως άνω συμφωνίας ήταν €310.000 και σύμφωνα με αυτή θα έπρεπε η εν λόγω κατοικία να παραδοθεί έτοιμη. Ο εργολάβος γνώριζε ότι οι €130.000 θα προέρχονταν από στεγαστικό δάνειο που έλαβαν από την Τράπεζα Κύπρου και ότι οι πληρωμές από το δάνειο θα γίνονταν ανάλογα με την εκτέλεση των εργασιών και την έκδοση διατακτικών. Ο εργολάβος στις 28.9.2012 έλαβε €50.000 και στη συνέχεια του παραχωρήθηκε το κατάστημα με εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 11.10.2012 για το ποσό των €120.
- Αντίγραφό του καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
- Ξαφνικά ο εργολάβος σταμάτησε τις εργασίες ισχυριζόμενος προβλήματα ρευστότητας, αλλά στη συνέχεια άρχισε ξανά τις εργασίες για το σκελέτωμα της κατοικίας. Στις 17.2.2013 εκδόθηκε σχετικό διατακτικό και την 1.3.2013 ο εργολάβος πληρώθηκε ακόμα €40.
- Μετά την πληρωμή των €40.000 ο εργολάβος πάλι σταμάτησε τις εργασίες και ζητούσε και άλλα χρήματα όμως η επόμενη πληρωμή με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία θα έπρεπε να γίνει με την παράδοση της κατοικίας. Ο εργολάβος έστειλε επιστολή προς την τράπεζα και ζητούσε την αποδέσμευση από τον λογαριασμό του δανείου του ποσού των €20.
- Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 9.4.2013 κατέθεσε ως τεκμήριο
- Οι εργασίες συνεχίστηκαν μετά δυσκολίας μέχρι τον Οκτώβριο του 2013 όταν και ολοκληρώθηκε το σκελέτωμα, μέρος της τοιχοποιίας και του σουβατίσματος. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2013 τα έργα σταμάτησαν και πάλι και μετά από παρέμβαση του πατέρα του παραπονούμενου, εκείνος επανήλθε στο εργοτάξιο για να ολοκληρώσει την κατασκευή της οροφής. Τον Γενάρη του 2014 συνάντησε τον παραπονούμενο ο οποίος του ανέφερε πως ανησυχούσε αναφορικά με το εάν θα λάμβανε το υπόλοιπο του δανείου και του ανέφερε πως εάν τελειώσει τις εργασίες και παραδώσει το έργο θα πληρωθεί τις υπόλοιπες €40.000 από την τράπεζα. Ο παραπονούμενος του ζήτησε να του υποσχεθεί πως σε περίπτωση που οι €40.000 αποδεσμεύονταν και εμβάζονταν στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τη σύζυγό του να του τις δώσει. Τότε του έδωσε την επίδικη επιταγή ως εγγύηση πληρωμής σε περίπτωση που πράγματι η τράπεζα πλήρωνε το ως άνω ποσό στον λογαριασμό εκείνου και της συζύγου του. Συμφώνησαν να μην την εξαργυρώσει πριν την παράδοση της κατοικίας, αφού με την παράδοση της κατοικίας και την έκδοση σχετικού διατακτικού από τον πολιτικό μηχανικό θα αποδεσμεύονταν τα χρήματα από την τράπεζα, θα πληρωνόταν απευθείας και θα του επέστρεφε την επιταγή. Τον Φεβρουάριο του 2014 σταμάτησαν οι εργασίες και εγκατέλειψαν το εργοτάξιο και τότε ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την επιταγή αλλά εκείνος αρνήθηκε. Η κόρη του στις 12.5.2014 του έστειλε επιστολή και του ζητούσε να επιστρέψει στο εργοτάξιο αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατέθεσε ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια κατέβαλε προσπάθειες να πείσει τον εργολάβο να συνεχίσει τις εργασίες και εκείνος αποδέχθηκε να κατασκευάσει τον τοίχο αντιστήριξης στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου αλλά πάλι επικαλέστηκε οικονομικό πρόβλημα. Έτσι ο ίδιος του πλήρωσε €2.000 και ο τελευταίος του έδωσε 3 αποδείξεις για το ποσό των €1.000, €840,00 και €260,00 αντίστοιχα. Επειδή ο εργολάβος παραβίασε τη συμφωνία τους και δεν θα παρέδιδε την κατοικία, προχώρησαν σε τροποποίηση του δανείου με τη διαγραφή του ποσού του υπολοίπου των €40.000 το οποίο ήταν διαθέσιμο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 23 αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 17.4.
- Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε συμφώνησαν για οποιεσδήποτε επιπλέον εργασίες ούτε τους ζητήθηκε να διαλέξουν μάρμαρα ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Επειδή ο εργολάβος παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία, προχώρησαν στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή τον Μάρτιο του
- Η επιταγή ήταν ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία πληρωμής της. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του παραπονούμενου ότι την ημέρα που παραδόθηκε η επιταγή ήταν συμπληρωμένα τα ως άνω στοιχεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ζήτησε από τη σύζυγό του να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή οι εργασίες ανέγερσης της επίδικης οικίας είχαν σταματήσει. Ισχυρίστηκε ότι για την ολοκλήρωση της κατοικίας χρειαζόταν το ποσό των €40.000 το οποίο ήταν διαθέσιμο στην τράπεζα, αλλά επειδή δεν προχωρούσε το έργο προχώρησε στην ακύρωση του δανείου για το εν λόγω ποσό. Τέλος αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του παραπονούμενου ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε για να πληρωθεί και όχι ως εγγύηση. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Κυριακίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και κατά τα έτη 2012 και 2013 έκανε ηλεκτρολογικές εργασίες της εταιρείας P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην υπό ανέγερση κατοικία της XXXXX Στυλιανού στο Δάλι περί το έτος 2013 - 2014 έκαναν διάφορες εργασίες όπως να βάλουν σωλήνες και κουτί της ηλεκτρικής για να τοποθετηθεί ο μετρητής της Α.Η.Κ. Όταν εργαζόταν στον χώρο είχε διαπιστώσει ότι ένας τοίχος αντιστήριξης ήταν έτοιμος και ένας άλλος όχι. Ισχυρίστηκε ότι έκαναν αίτηση στην Α.Η.Κ. για να δοθεί ηλεκτρικό ρεύμα την οποία υπέγραψε η XXXXX Στυλιανού, αλλά επειδή η άδεια είχε εκδοθεί στην εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, η αίτηση έπρεπε να υποβληθεί από εκείνη. Ισχυρίστηκε ότι εκτελούσαν ό,τι εργασίες τους έλεγε ο εργολάβος και ότι δεν γνώριζε τις συμφωνίες που είχε εκείνος με τους ιδιοκτήτες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι μια φορά που πέρασε από την επίδικη οικοδομή διαπίστωσε πως δεν είχε ολοκληρωθεί. Κατά τη σύντομη αντεξέταση του Μ.Υ.2 τού ζητήθηκε να δει την κατάσταση εργασιών που είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 5 και να πει κατά πόσο είχαν γίνει οι εργασίες που αναγράφονται σε αυτό. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν έχει σχέση με αυτές αφού ο ίδιος είναι ηλεκτρολόγος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι χαλάστηκαν οι τοίχοι σε κάποιο σημείο της κατοικίας για να μειωθούν τα υπνοδωμάτια από 3 σε 2 και ότι τοποθέτησαν νέα κουτιά και σωλήνες σε αυτό ως πράγματι αναφέρεται στο σημείο 3 του τεκμηρίου
- Ως Μ.Υ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χατζηχρίστου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι Πολιτικός Μηχανικός εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ. Ισχυρίστηκε ότι του ζητήθηκε και ετοίμασε μια μελέτη σε σχέση με την οικία της XXXXX Στυλιανού στο Δάλι την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 24 και η οποία αποτελείται από 30 φύλλα χαρτί. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο του ως άνω τεκμηρίου ως αληθές. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τους κατηγορούμενους το έτος 2017 όταν συνέταξε την έκθεσή του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι όροι εντολής του ήταν στα πλαίσια ιδιωτικής συμφωνίας και δεν προήλθαν μέσω του Ε.Τ.Ε.Κ. Ως Μ.Υ.4 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Παπαλευτέρη ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως τεχνικός στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD είχε εγγραφεί στο Συμβούλιο και κατείχε άδεια Δ' Τάξης. Η εν λόγω εταιρεία διαγράφηκε στις 12.10.2015 και κατά τα έτη 2013 και 2014 δεν κατείχε άδεια εργολήπτη. Ισχυρίστηκε τέλος ότι αποτελεί αδίκημα κάποιος εγγεγραμμένος εργολήπτης να υποβάλλει προσφορά ή να αναλαμβάνει ή να εκτελεί οποιοδήποτε οικοδομικό ή τεχνικό έργο χωρίς να είναι κάτοχος ετήσιας άδειας σε ισχύ. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.4 ισχυρίστηκε ότι η ως άνω εταιρεία κατά το έτος 2012 ήταν εγγεγραμμένη και κατείχε άδεια Δ' Τάξης και σύμφωνα με την εν λόγω άδεια μπορούσε να εκτελεί ιδιωτικά έργα μέχρι 1000 τ.μ. και έργα δημόσιας χρήσης μέχρι 500 τ.μ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εταιρεία στις 26.6.2012 μπορούσε σύμφωνα με την άδεια που κατείχε να κατασκευάσει ιδιωτική κατοικία εμβαδού 220 τ.μ. Η εταιρεία διαγράφηκε επειδή δεν είχε ανανεώσει την άδειά της για 2 συνεχή χρόνια. Ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που ο κυρίως εργολάβος δεν έχει ετήσια άδεια σε ισχύ θεωρούνται παράνομοι και οι υπεργολάβοι που ο ίδιος διόρισε. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις και οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Πετρίδης εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει κατά πόσο η κατηγορούμενη καλόπιστα προέβηκε στην ανάκληση της επίδικης επιταγής κατά τον κρίσιμο χρόνο που ανάγεται στις 18.3.2014 όταν προχώρησε να δώσει τη σχετική εντολή προς την τράπεζά της. Εισηγήθηκε ότι τούτο δεν ήταν δικαιολογημένο κατά την επίδικη ημερομηνία, αφού οι εργασίες στην επίδικη κατοικία συνεχίζονταν τουλάχιστον μέχρι τις 31.11.2014 ως προκύπτει από την τελευταία απόδειξη του τεκμηρίου 7 της ίδιας πιο πάνω ημερομηνίας. Εισηγήθηκε επίσης πως, επειδή η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση η οποία έχει μειωμένη αποδεικτική αξία, δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο έφερε στους ώμους της να δικαιολογήσει την ως άνω ενέργειά της. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι μάρτυρες που κλήθηκαν στη συνέχεια προς υπεράσπιση της κατηγορούμενης δεν ήταν σε θέση να μεταφέρουν στο Δικαστήριο την πεποίθηση που η κατηγορούμενη είχε κατά τον χρόνο της ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη μπορούσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε μετατεθεί στους ώμους της ήταν να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις ενόρκως και ότι με την επιλογή της να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν το πέτυχε αφού παρέμεινε κενό στην υπεράσπισή της. Λόγω των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να την κρίνει ένοχη στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ο κ. Δημητριάδης από την άλλη εισηγήθηκε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση της πληρωμής του υπολοίπου του δανείου στην Τράπεζα Κύπρου για να πειστεί ο εργολάβος να συνεχίσει τις εργασίες και όχι με σκοπό να παρουσιαστεί προς πληρωμή για αυτό και όταν παραδόθηκε δεν είχε συμπληρωμένη την ημερομηνία πληρωμής της ούτε το όνομα του δικαιούχου της. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η ενέργεια της κατηγορούμενης να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής ήταν εύλογη και ειλικρινής αφού ο εργολάβος κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας εγκατέλειψε το εργοτάξιο χωρίς να ολοκληρώσει την οικοδόμηση της κατοικίας την οποία είχε αναλάβει. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της επίδικης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο παραπονούμενος δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Διαπίστωσα ότι σε πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του απέφευγε να απαντήσει για το θέμα που αφορούσε η ερώτηση ή απέφευγε να απαντήσει ισχυριζόμενος ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση και κάποιες άλλες φορές οι απαντήσεις οι οποίες έδιδε ήταν εκτός θέματος. Αναφέρω για παράδειγμα ότι στην απλή ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι ενδεχόμενη απαίτηση από παράβαση της συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας του και των κατηγορουμένων ανήκει στην εταιρεία του και όχι στον ίδιο προσωπικά απάντησε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση. Κρίνω επίσης ότι οι ισχυρισμοί του δεν ήταν πειστικοί ούτε και λογικοί. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε προς εξόφληση του κόστους των επιπλέον εργασιών που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εκτέλεσε η εργοληπτική εταιρεία της οποίας είναι ο μοναδικός διευθυντής. Δεν αποδέχομαι ότι η κατηγορούμενη και η κόρη της ζήτησαν να γίνουν επιπλέον εργασίες ούτε ότι η εταιρεία του εκτέλεσε τις επιπλέον εργασίες οι οποίες αναγράφονται στο τεκμήριο
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ήταν παρά μόνο λόγια, αφού δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία για να τους αποδείξει. Παρά το γεγονός ότι στο σημείο 1 του εν λόγω εγγράφου αναγράφεται ότι το κόστος των εκεί αναγραφόμενων εργασιών ανέρχεται σε €12.000 και αφορά σε «εκσκαφή, σίδερο 5 τόνους, σίδερα, καλούπια, μπετόν, επιχωμάτωση, απομόνωση και κυλίνδρισμα» δεν έδωσε οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με το επιμέρους κόστος για κάθε ένα από τα πιο πάνω ούτε τις ποσότητές τους (πλην των 5 τόνων σίδερο) για να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, δεν παρουσίασε καμία απόδειξη ότι κατέβαλε τα εν λόγω ποσά με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμείνει ανυποστήρικτος. Ο παραπονούμενος κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως κατασκεύασε 3 καγκελόπορτες και ότι έχει και τιμολόγιο. Παρά τον ισχυρισμό του ότι έχει το σχετικό τιμολόγιο δεν το παρουσίασε κατά τη δίκη. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι πειστικός, αφού ήταν λογικά αναμενόμενο από τη στιγμή που ισχυρίστηκε ότι πράγματι έγιναν οι εν λόγω εργασίες και ότι έχει και αποδεικτικά στοιχεία για αυτές, να μεριμνούσε να παρουσίαζε τα έγγραφα που να υποστηρίζουν τον ως άνω ισχυρισμό του όπως λ.χ. τα σχετικά τιμολόγια ή τις αποδείξεις πληρωμών. Ομοίως ο παραπονούμενος παρέλειψε να παρουσιάσει οτιδήποτε υποστηρικτικό του ισχυρισμού του ότι αγόρασε πλάκες και λίνιες για το πεζοδρόμιο αξίας €4.
- Αφού κατά τον ισχυρισμό του αγόρασε τα πιο πάνω υλικά, κρίνω ότι ήταν λογικώς αναμενόμενο πως θα παρουσίαζε τις αποδείξεις αυτές. Παρά τούτο όμως δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη και συνακόλουθα ούτε αυτός ο ισχυρισμός του είναι πειστικός και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτός. Κρίνω επίσης ότι δεν είναι πειστικός ούτε ο ισχυρισμός του ότι το εν λόγω τεκμήριο 5 ετοιμάστηκε από τον ίδιο στην παρουσία του XXXXX Στυλιανού και ότι μετά που ο τελευταίος συμφώνησε με αυτό του παραδόθηκε. Με δεδομένο ότι το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία ούτε την υπογραφή του XXXXX Στυλιανού κρίνω ότι ο ως άνω ισχυρισμός του δεν είναι πειστικός. Κρίνω ότι το λογικώς αναμενόμενο, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συμφώνησαν τα εν λόγω ποσά με τον Στυλιανού, θα ήταν να του ζητούσε να το υπέγραφε. Από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ένδειξη ότι ο Στυλιανού το είδε ή το αποδέχθηκε κρίνω ότι αυτό δεν ετοιμάστηκε στην παρουσία του ούτε ότι συμφώνησε με όσα αναγράφονται σε αυτό. Ομοίως δεν αποδέχομαι ούτε τον άλλο ισχυρισμό του πως ο XXXXX Στυλιανού όταν του παρέδωσε την επίδικη επιταγή του είπε ότι αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα που τον εμπόδιζε να προχωρήσει σε σύντομη χρονικά αποπληρωμή της και ότι λόγω τούτης ο τελευταίος του ζήτησε να αποδεχθεί να πληρωθεί σε μια μακρινή ημερομηνία. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, αφού ως προκύπτει από το τεκμήριο 23, που ο Μ.Υ.1 κατέθεσε και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, υπήρχε διαθέσιμο ποσό €40.000 στο δάνειο που έλαβαν οι κατηγορούμενοι, ποσό το οποίο τελικά ζήτησαν να διαγραφεί. Αντιθέτως, από το τεκμήριο 18 που είναι η επιστολή της εταιρείας του παραπονούμενου προς την Τράπεζα Κύπρου, ημερομηνίας 9.4.2013, προκύπτει ότι αυτή βρισκόταν τότε σε οικονομική στενότητα, αφού με αυτή την επιστολή ζήτησε να αποδεσμευτεί το ποσό των €20.000 «για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στην πληρωμή υλικών και μισθών για την συνέχιση και αποπεράτωση του έργου (οικία στο Ιδάλιον)». Δεν παραβλέπω ότι ο Μ.Υ.2 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εκτέλεσε τις ηλεκτρολογικές εργασίες που αναφέρονται στο σημείο 3 του τεκμηρίου 5 και ότι από την ως άνω αναφορά του δύναται να θεωρηθεί ότι επιβεβαιώνεται μερικώς ο ισχυρισμός του παραπονούμενου. Στο εν λόγω σημείο αναγράφονται τα ακόλουθα: «χάλασμα τοίχων και ξανά κτίσιμο στο πάνω όροφο μετατροπή υπνοδωματίων, αποχωρητήρια πάνω υδραυλικά και ηλεκτρικά. €7.000». Στο σημείο εκείνο του τεκμηρίου 5 το ποσό των €7.000 που αναγράφεται δεν αφορά μόνο τις ηλεκτρολογικές υπηρεσίες αλλά σε αυτό περιλαμβάνονται επίσης οικοδομικές και υδραυλικές εργασίες. Έχοντας υπόψη μου το πιο πάνω κρίνω ότι αυτή η μερική έστω επιβεβαίωση του ισχυρισμού του παραπονούμενου από τον Μ.Υ.2 ότι εκτελέστηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες στην κατοικία της κόρης της κατηγορούμενης δεν επαρκεί για να κριθεί βάσιμος ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι πράγματι εκτελέστηκαν από την εταιρεία του όλες οι εργασίες που αναφέρονται σε εκείνο το σημείο του τεκμηρίου
- Ομοίως από εκείνο δεν μπορεί να προκύψει ούτε το ακριβές ποσό που αφορούσαν οι εν λόγω εργασίες και συνεπώς κρίνω πως δεν αποδείχθηκε ότι αυτές κόστισαν το συνολικό ποσό των €7.
- Έχοντας ήδη απορρίψει τους ισχυρισμούς του M.K.1 ότι οι κατηγορούμενοι ζήτησαν να γίνουν επιπλέον εργασίες και ότι η εταιρεία του εκτέλεσε τις επιπλέον εργασίες που ισχυρίστηκε ότι εκτέλεσε συνακόλουθα απορρίπτω και τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για την πληρωμή των εν λόγω εργασιών. Η Μ.Κ.2 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ο ισχυρισμός της ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε το έντυπο με το οποίο δόθηκε η εντολή μη πληρωμής της επίδικης επιταγής δεν αμφισβητήθηκε αφού δεν αντεξετάστηκε. Ομοίως, επειδή δεν αντεξετάστηκε, γίνεται αποδεκτός και ο άλλος ισχυρισμός της ότι η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι η κατηγορούμενη στις 18.3.2014 υπέγραψε την εντολή ανάκλησης της επίδικης επιταγής, τεκμήριο 10, επικαλούμενη ως λόγο ανάκλησής της τη «μη τήρηση συμφωνίας». Ο Μ.Υ.1 είναι ο σύζυγος της κατηγορούμενης. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και υποστηρίζεται και από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση, αφού ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του παραπονούμενου πως δόθηκε για την αποπληρωμή των επιπλέον εργασιών που εκείνος ισχυρίστηκε ότι έγιναν, απορρίφθηκε για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι η εταιρεία του παραπονούμενου σταμάτησε τις εργασίες ανέγερσης της οικίας της κόρης του και αρνείτο να επανέλθει σε αυτή, αφού κρίνω ότι ο ως άνω ισχυρισμός είναι λογικός. Λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η εν λόγω εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στην πληρωμή μισθών και υλικών κρίνω ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε το επίδικο εργοτάξιο και όχι επειδή η κόρη της κατηγορούμενης αδυνατούσε να της καταβάλει το ποσό των €40.000 για επιπλέον εργασίες. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι υπήρχε διαθέσιμο το ποσό των €40.000 στην τράπεζα από την οποία λήφθηκε το στεγαστικό δάνειο αφού αυτό προκύπτει από το τεκμήριο
- Το εν λόγω ποσό μπορούσε ανά πάσα στιγμή να καταβληθεί στην ως άνω εταιρεία σε περίπτωση που εκείνη συνέχιζε τις εργασίες που είχε αναλάβει. Κρίνω ότι ο λόγος που προχώρησε σε υποβολή αιτήματος για διαγραφή του ως άνω ποσού των €40.000 ήταν η εγκατάλειψη του έργου από την εταιρεία του παραπονούμενου, αφού δεν είναι λογικό η κόρη του να μην ήθελε την ολοκλήρωση της οικίας της. Ο Μ.Υ.2 κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να βοηθήσει οποιοδήποτε διάδικο με τη μαρτυρία του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής αλλά δεν ήταν ακριβής και λόγω τούτου δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός ότι επιβεβαίωσε πως πράγματι εκτέλεσε τις ηλεκτρολογικές εργασίες που φαίνονται στο σημείο 3 του τεκμηρίου 5, αλλά όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι τις εκτέλεσε τον Μάρτιο του 2014, ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς επειδή είχαν μεσολαβήσει έκτοτε 8 χρόνια. Λόγω τούτου κρίνω ότι από τη μαρτυρία του δεν μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα πότε οι εν λόγω εργασίες εκτελέστηκαν ούτε κατά πόσο αφορούν εργασίες πέραν των όσων αρχικά είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους η εταιρεία του παραπονούμενου με την κατηγορούμενη και την κόρη της. Σε σχέση με τον Μ.Υ.3 κρίνω ότι η μαρτυρία του η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του πρέπει να γίνει αποδεκτή. Από αυτή προκύπτει ότι η εταιρεία του παραπονούμενου και η κατηγορούμενη και η κόρη της έχουν μεταξύ τους διαφορές οι οποίες προέκυψαν από την ανάθεση των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας της κόρης της κατηγορούμενης προς την εταιρεία του παραπονούμενου. Σε σχέση με τον Μ.Υ.4 κρίνω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και όσα ισχυρίστηκε γίνονται αποδεκτά. Κρίνω όμως ότι αυτά δεν μπορούν να είναι επιβοηθητικά για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, αφού η μαρτυρία του αφορούσε σε θέματα σχετικά με το πότε η εταιρεία της οποίας ο παραπονούμενος είναι ο μοναδικός διευθυντής ήταν εγγεγραμμένη στο Συμβούλιο Ελέγχου Εργολάβων και Εργοληπτών τα οποία είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με την κατηγορούμενη να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά της. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Τα ίδια αναφέρονται και στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505, στην οποία λέχθηκε ότι «. μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία». Λόγω των πιο πάνω δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα δήλωσε η κατηγορούμενη. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθώς επίσης και όσα προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: περί το έτος 2012 η εταιρεία του παραπονούμενου P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD συμφώνησε να κτίσει μια κατοικία στο Δάλι για τη κόρη της κατηγορούμενης. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε €310.
- Έναντι του ως άνω ποσού συμφωνήθηκε ότι θα δίδονταν 2 ακίνητα στο Δάλι και στο Παραλίμνι αντίστοιχα και το υπόλοιπο των €130.000 θα πληρωνόταν σε χρήμα. Η εταιρεία του παραπονούμενου εκτέλεσε εργασίες στην εν λόγω κατοικία και στις 28.9.2012 πληρώθηκε €50.000 και την 1.3.2013 ακόμα €40.
- Το υπόλοιπο των €40.000 θα πληρωνόταν με την παράδοση της κατοικίας. Μετά την πληρωμή των €40.000 την 1.3.2013 η εταιρεία σταμάτησε τις εργασίες και ζήτησε να πληρωθεί τις υπόλοιπες €40.000, αλλά δεν τις έλαβε, αφού είχε συμφωνηθεί ότι αυτές θα ήταν πληρωτέες με την παράδοση της κατοικίας. Στις 9.4.2013 ο παραπονούμενος, ο οποίος είναι ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας του, απευθύνθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και επικαλούμενος προβλήματα ρευστότητας της εταιρείας ζήτησε να αποδεσμευτεί από τον λογαριασμό της κόρης της κατηγορούμενης ποσό €20.000 για να μπορέσει η εταιρεία να αντεπεξέλθει στην πληρωμή υλικών και μισθών για τη συνέχιση και αποπεράτωση της οικίας της κόρης της κατηγορούμενης στο Δάλι. Η εταιρεία του παραπονούμενου αδυνατούσε να συνεχίσει τις εργασίες που ανέλαβε και τον Οκτώβρη του 2013 εγκατέλειψε το εργοτάξιο. Για να συνεχίσουν οι εργασίες ο σύζυγος της κατηγορούμενης τον Γενάρη του 2014 παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο όχι για να πληρωθεί αλλά ως εγγύηση. Η επιταγή ήταν κενή ως προς το όνομα του δικαιούχου της και ως προς την ημερομηνία πληρωμής της. Τον Φεβρουάριο του 2014 η εταιρεία του παραπονούμενου επανήλθε για λίγες μέρες στο εργοτάξιο το οποίο όμως εγκατέλειψε ξανά τον ίδιο μήνα και ο σύζυγος της κατηγορούμενης ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή. Αυτός δεν την επέστρεψε και στις 18.3.2014 η κατηγορούμενη προχώρησε με γραπτές οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου σε ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής προβάλλοντας ως λόγο για αυτό τη μη τήρηση συμφωνίας. Στη συνέχεια ο σύζυγος της κατηγορούμενης ζήτησε από τον παραπονούμενο να προχωρήσει στην κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου και εκείνος επικαλέστηκε ξανά οικονομικό πρόβλημα. Του κατέβαλε το ποσό των €2.000 και εκδόθηκαν 3 αποδείξεις είσπραξης ημερομηνίας 28.8.2014, 11.9.2014 και 31.11.2014 για το ποσό των €1.000, €840,00 και €260,00 αντίστοιχα. Η τελευταία απόδειξη εκδόθηκε με λανθασμένη ημερομηνία αφού ο μήνας Νιόβρης έχει 30 ημέρες. Έκτοτε δεν επανήλθαν στο εργοτάξιο, δεν προχώρησαν σε άλλες εργασίες ούτε ολοκλήρωσαν τις εργασίες που είχαν αναλάβει. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 10.3.2017, αλλά δεν τιμήθηκε, επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την κατηγορούμενη και τέθηκε σε αυτή η σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η εταιρεία του παραπονούμενου καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 1253/2017 στο Ε. Δ. Λευκωσίας για να διεκδικήσει την οικονομική ζημιά την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη από την αθέτηση των υποχρεώσεων της κατηγορούμενης και της κόρης της προς αυτή που απορρέουν από τη συμφωνία για την ανέγερση της επίδικης οικίας στο Δάλι. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης της επίδικης επιταγής, κρίνω πως αποδείχθηκε η έκδοσή της από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των κατηγορουμένων αφού ο 1ος κατηγορούμενος την υπέγραψε. Η υπογραφή της επίδικης επιταγής είναι εξάλλου παραδεκτή και από τον σύζυγο της κατηγορούμενης. Περαιτέρω το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της κατηγορούμενης αλλά προκύπτει επίσης και από το ίδιο το έγγραφο ότι πρόκειται για επιταγή. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη αφού αυτό προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Σύμφωνα με αυτή η κατηγορούμενη στις 18.3.2014 υπέγραψε το σχετικό έντυπο επικαλούμενη ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής της τη «Μη τήρηση συμφωνίας». Αποδείχθηκε ακόμα ότι η εντολή μη πληρωμής δόθηκε στις 18.3.2014 ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας που η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα. Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος απομένει να εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο η κατηγορούμενη έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής για «εύλογη αιτία» προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει μια επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για τη μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης η οποία δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, εξετάζεται ως βασική παράμετρος η ένοχη πρόθεση της κατηγορούμενης παρά η αντικειμενική ορθότητα της πράξης της να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής (Αντρέου ν. Vangel Art Ltd κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως φάνηκε οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές δεν περιορίζονται στην παρούσα υπόθεση. Μεταξύ τους εκκρεμεί και η αγωγή με αριθμό 1253/2017 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Έχουν γίνει εκθέσεις από εμπειρογνώμονες που είναι εγγεγραμμένοι στο Ε.Τ.Ε.Κ. όπως ο Μ.Υ.3 και από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι μεταξύ τους διαφορές δεν έχουν διευθετηθεί. Σε αυτά τα πλαίσια προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η πράξη της κατηγορούμενης να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής είναι αποδεικτική της ένοχης πρόθεσής της. Είναι τέτοια εάν διαπιστωθεί ότι αυτή η πράξη της δεν ήταν εύλογη. Στην παρούσα υπόθεση ο ισχυρισμός της πλευράς της κατηγορούμενης ότι στις 18.3.2014 προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή η εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, αδικαιολόγητα σταμάτησε τις εργασίες ανοικοδόμησης της οικίας της κόρης της στο Δάλι έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Κρίνω πως το γεγονός ότι η εταιρεία του παραπονούμενου στις 28.8.2014, 11.9.2014 και 31.11.2014 εισέπραξε το ποσό των €1.000, €840,00 και €260,00 αντίστοιχα, δεν αποδεικνύει ότι η τελευταία συνέχιζε ανελλιπώς μέχρι τότε τις εργασίες που είχε αναλάβει στο επίδικο εργοτάξιο, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη, προκύπτει ότι τις είχε εγκαταλείψει ήδη από τον Φεβρουάριο του 2014. Κρίνω ότι η μεταγενέστερη κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ως συμμόρφωση της εταιρείας με την υποχρέωση που είχε αναλάβει να ολοκληρώσει πλήρως την ανέγερση της επίδικης οικίας ούτε ότι μέχρι και τότε συνέχιζε τις εργασίες της, αφού αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός απομακρυσμένο χρονικά από τις εργασίες που είχε εκτελέσει μέχρι τότε. Έχοντας υπόψη μου ότι η εταιρεία τον Φεβρουάριο του 2014 εγκατέλειψε τις εργασίες που είχε αναλάβει κρίνω ότι η κατηγορούμενη στις 18.3.2014 ειλικρινά πίστευε ότι είχε δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής (υποκειμενικό στοιχείο). Κρίνω επίσης ότι η ενέργεια της κατηγορούμενης να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, αφού η εταιρεία P.S.T. CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Συνεπώς κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η ως άνω ενέργειά της ήταν εύλογη (αντικειμενικό κριτήριο). Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν κατέθεσε ενόρκως αλλά προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση κρίνω ότι δεν είναι απαγορευτικό για το Δικαστήριο να αποδεχθεί ότι η υπεράσπιση που της παρέχει ο νόμος αποδείχθηκε με τη μαρτυρία των μαρτύρων που η πλευρά της παρουσίασε. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά της κατηγορούμενης είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο