← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 12163/19, 29/9/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 12163/19, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12163/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Κλεάνθους Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29/9/2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Τσαγγαρίδης, για να ακούσει απόφαση η κα Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κος Ακάμας Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στις οποίες καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη είναι οι ακόλουθες: Πρώτη κατηγορία, αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη στις 16/09/18, στον δρόμο Αστρομερίτη ‑ Τροόδους παρά τον Κουτραφά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX72, αλόγιστα, απερίσκεπτα, ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Δεύτερη κατηγορία, παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 58

(1)(Ι)(Α), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ66/84. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στον πρώτη κατηγορία, ενώ οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας ή σε σήμανση που χαράχθηκε από την Αρμόδια Αρχή επί οδού, δηλαδή προσπέρασε άλλο όχημα σε συνεχή άσπρη γραμμή κατά απαγόρευση του σήματος τροχαίας. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον κύριο XXXXX Παπαδόπουλο (στο εξής ο ΜΚ1) και τον Αστυφύλακα XXXXX κύριο XXXXX Κυριάκου (στο εξής ΜΚ2). Πρώτος, για την Κατηγορούσα Αρχή, έδωσε μαρτυρία ο κύριος XXXXX Παπαδόπουλος (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 στο Δικαστήριο τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποίαν αναγνώρισε και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενό της, την ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Εν όψει του ότι ο ΜΚ1 ήταν ουσιαστικά το πρόσωπο που υπέβαλε την καταγγελία που αποτέλεσε και το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ως ορθό να παραθέσω το κύριο μέρος της γραπτής του κατάθεσης αυτούσιο: «Διαμένω στη διεύθυνση που σου προανέφερα. Σήμερα 16/09/18 και περί ώρα 13:17, οδηγούσα το αυτ. με αριθμούς εγγραφής XXXXX58 στον δρόμο Αστρομερίτη προς την Ευρύχου στην περιοχή Κουτραφά. Κρατούσα την αριστερή λωρίδα του δρόμου ως η κατεύθυνσή μου και η ταχύτητά μου ήταν χαμηλή, γύρω στα 65 ΧΑΩ. Η τροχαία κίνηση ήταν πολύ πυκνή και από τις δύο κατευθύνσεις. Σε κάποια στιγμή, είδα τα αυτοκίνητα πίσω μου από το καθρεφτάκι της μέσης να κάνουν κινήσεις αριστερά ως η κατεύθυνσή τους και να πέφτουν στο αριστερό παγκέτο. Τότε ήταν που είδα και ένα άσπρο αυτοκίνητο hatchback μάρκας BMW χρώματος άσπρου να τους προσπερνά με όποιον τρόπο μπορούσε, έμπαινε στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης στο οποίο όπως σου ανέφερα η κίνηση ήταν πυκνή, προσπερνούσε τα αυτοκίνητα που με ακολουθούσαν αλλά επειδή από απέναντι έρχονταν αυτοκίνητα και ο οδηγός του BMW επέστρεφε απότομα στη λωρίδα κυκλοφορίας του, τα αυτοκίνητα που με ακολουθούσαν επιάναν παγκέτο αριστερά για να του επιτρέψουν να μπει έγκαιρα και να μην συγκρουστεί με αυτοκίνητα που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα. Εγώ, έβαλα τα φώτα κινδύνου μου. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο αυτό έφτασε και εμένα, ήρθε πολύ κοντά μου, είχαμε απόσταση μεταξύ μας ένα μέτρο και παρέμεινε στην απόσταση αυτήν για ένα λεπτό περίπου, πήγαινε, στη συνέχεια έκανε απότομη κίνηση προς τα δεξιά, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα όπου και ανέπτυξε ταχύτητα και προσπάθησε να προσπεράσει 4 αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο με τη μια προσπάθεια συμπεριλαμβανομένου του δικού μου το λεωφορείο ήταν μπροστά από εμένα και όταν το BMW ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, εμφανίστηκε και το αυτοκίνητο από την απέναντι λωρίδα. Ο οδηγός του λεωφορείου επειδή είδε προφανώς και το εξ αντιθέτου όχημα και το BMW και κατάλαβε ότι πιθανόν το BMW δεν θα κατάφερνε να τον προσπεράσει και να μπει στο αντίθετο ρεύμα εγκαίρως, για να μην προκληθεί σύγκρουση με το εξ αντιθέτου, πάτησε απότομα τα φρένα του έτσι το BMW κατάφερε να μπει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και να μην συγκρουστεί. Μετά από το επεισόδιο αυτό, το BMW έκανε ακόμα τέσσερις φορές τα ίδια πράγματα μέχρι που φτάσαμε στα Πλατάνια στο σταυροδρόμι «Καρβουνά» όπου το BMW κατευθύνθηκε δεξιά προς το Τρόοδος ενώ εγώ πήγα ευθεία προς τον Αμίαντο. Να σου διευκρινίσω ότι στον δρόμο που ήμασταν υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή και δεν επιτρεπόταν το προσπέρασμα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου οδηγούσε άκρως επικίνδυνα, επίσης τόσο τα αυτοκίνητα που κινούμασταν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και τα οχήματα που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα πατούσαν φρένα και έκαναν ελιγμούς για να αποφύγουν τη σύγκρουση». Στη συνέχεια της γραπτής του κατάθεσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε προσέξει καθόλου το πρόσωπο του οδηγού ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Κατά τη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν βέβαιος για τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος XXXXX72, καθότι τους είχε προσέξει καλά, τόσο από μπροστά όσο και από πίσω. Σε ερώτηση του Συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι το BMW χρώματος άσπρου που αναφέρει στο Τεκμήριο 1, ήταν «μοντέλο i116 ή το i118, νομίζω το i116, το είχα προσέξει στη δεξιά πλευρά του πορτμπαγκάζ». Σε σχέση με τον συγκεκριμένο δρόμο ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπήρχαν δύο λωρίδες κυκλοφορίας, σχεδόν παντού άσπρη συνεχόμενη γραμμή, υπήρχαν στροφές αλλά όχι «κλειστές», υπήρχε καλή ορατότητα αλλά και πυκνή τροχαία κίνηση. Παραθέτω περαιτέρω απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση που κρίνω ότι είναι σημαντικό να το μεταφέρω αυτούσιο: «Ήθελα να κάνω μια μικρή παρένθεση που με τρόμαξε, κατά τη διάρκεια της προσπέρασης του δικού μου αυτοκινήτου, εγώ ακολουθούσα λεωφορείο και υπήρχαν ακόμα τρία αυτοκίνητα. Κατά τη διάρκεια αυτής της κίνησης, ερχόταν από απέναντι ακριβώς, αυτοκίνητο μάρκας Ford, υποθέτω ενοικιάσεως, με κόκκινες πινακίδες, Ford άσπρο, το οποίο ακριβώς είναι αυτό που είχε επισημάνει ο οδηγός του λεωφορείου και με παράξενο και επικίνδυνο τρόπο προσπάθησε να αφήσει το XXXXX72 να μπει μπροστά του, για να μην γίνει σοβαρή σύγκρουση. Ήμασταν 5 αυτοκίνητα που θα εμπλεκόμασταν στο δυστύχημα, κατά τη στιγμή που ερχόταν το αυτοκίνητο ενοικιάσεως απέναντι, το BMW βρισκόταν ήδη στη λωρίδα του και είναι η πείρα μας σαν οδηγοί, εμένα και του οδηγού του λεωφορείου και των υπολοίπων, που ήταν η αιτία να αποφύγουμε μια πολύ σοβαρή σύγκρουση». Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 κατά το πιο πάνω προσπέρασμα κατάφερε να προσπεράσει μόνο το όχημα του ΜΚ1 και του λεωφορείου, όχι όμως τα άλλα τρία αυτοκίνητα που προπορεύονταν του λεωφορείου. Ακολούθως, πρόσθεσε διευκρινιστικά τα ακόλουθα: «Να επισημάνω επίσης ότι η εμπειρία μου, δεν είναι για να έχω εγώ σύγκρουση με το λεωφορείο, διότι το λεωφορείο αναγκάστηκε πραγματικά να πατήσει απότομα φρένα, ήμουν ήδη πίσω του, κινήθηκε αριστερά, γέμωσε ο τόπος σκόνη τζιαί κατάφερα επιτέλους να παρκάρω παγκέτο.» Διευκρίνισε, ότι το πιο πάνω περιγραφόμενο προσπέρασμα (του οχήματος του ΜΚ1 και του λεωφορείου) έγινε σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Ανάφερε επίσης, ότι κατά τη διάρκεια που παρακολουθούσε το όχημα BMW χρώματος άσπρου με αριθμούς εγγραφής XXXXX72, πρόσεξε ξεκάθαρα ότι το όχημα σε άλλες δύο περιπτώσεις προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Δεύτερος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έδωσε μαρτυρία ο Αστυφύλακας XXXXX κύριος XXXXX Κυριάκου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση που είχε ετοιμάσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης την οποία αφού αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της, την ανέγνωσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, στις 16/09/2018 και ώρα 22:15, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας ο ΜΚ1 όπου υπέβαλε καταγγελία εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 για τροχαίες παραβάσεις η οποία καταγγελία οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 ήταν η XXXXX Κλεάνθους (Κατηγορούμενη) η οποία κλήθηκε στον Σταθμό για τα περαιτέρω. Την 20/03/19 και μεταξύ των ωρών 15:20 ‑ 15:30 στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την XXXXX Κλεάνθους, αφού προηγουμένως την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε και της επέστησε γραπτώς την προσοχή της στον Νόμο. Το πιο πάνω πρόσωπο ανέφερε ότι το αυτοκίνητό της το οδηγά μόνο η ίδια, αλλά λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, η ίδια δεν θυμόταν αν τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στον συγκεκριμένο δρόμο. Στη συνέχεια, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς, η Κατηγορούμενη απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ο ΜΚ2 κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 3 βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορουμένων, υπογεγραμμένη από την Κατηγορούμενη, · Τεκμήριο 4, γραπτή κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη στις 20/03/19, · Τεκμήριο 5, έγγραφο με το οποίο η Κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς στις 20/03/19, · Τεκμήριο 6, έντυπο του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ‑ Τμήμα Οδικών Μεταφορών στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία της Κατηγορουμένης ως ιδιοκτήτη του οχήματος XXXXX72, · Τεκμήριο 7, έντυπο που εκτυπώθηκε από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του, · Τεκμήριο 8, αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 το οποίο αντίγραφο έλαβε από το πρωτότυπο που του είχε δώσει η Κατηγορούμενη και · Τεκμήριο 9, αντίγραφο της άδειας οδήγησης της Κατηγορούμενης το οποίο επίσης έλαβε από το πρωτότυπο που του είχε δώσει η Κατηγορούμενη. Σ' αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 4) όπου ανέφερε ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX72 και ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγεί. Κατά αραιά διαστήματα μεταβαίνει περίπατο στην Κακοπετριά και στο Τρόοδος αφού διαμένει στη Λευκωσία. Στις 16/09/18 δεν θυμάται αν οδηγούσε στην περιοχή Αστρομερίτη προς Ευρύχου λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος (σημείωση: σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τα αδικήματα έλαβαν χώρα στις 16/09/18 ενώ η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε από την Κατηγορούμενη στις 20/03/19). Τέλος, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι πάντα οδηγεί με μεγάλη προσοχή, όπως ορίζει ο Οδικός Κώδικας και πως ουδέποτε οδήγησε επικίνδυνα. Ο ΜΚ2, κατά την αντεξέταση, συμφώνησε σε υποβολή του Συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ως ανακριτής της υπόθεσης οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε, ήταν η συλλογή και εκτύπωση των Τεκμηρίων 6, 7, 8 και 9 και η λήψη των ανακριτικών καταθέσεων της Κατηγορούμενης (Τεκμήρια 4 και 5). Συμφώνησε επίσης ότι δεν είχε επισκεφθεί τα επίδικα σημεία του δρόμου, όπου -σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1- διαπράχθηκαν τα αδικήματα και ότι πέραν από τη λήψη της μαρτυρίας του ΜΚ1, η Αστυνομία δεν προέβη σε οποιεσδήποτε περαιτέρω έρευνες σε σχέση με την υπόθεση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο βρήκε την Κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη στις κατηγορίες 1 και 2 και αφού της επεξήγησε τα δικαιώματά της, την κάλεσε σε απολογία. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της, αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Προσέφερε τη μαρτυρία του με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Η δε παραδοχή του ΜΚ1 ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την Κατηγορούμενη ως την οδηγό του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεικνύει ότι ο ΜΚ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα και όχι για να στηρίξει την καταγγελία του. Ο ΜΚ2 μου άφησε επίσης καλή εντύπωση. Και αυτός προσέφερε τη μαρτυρία του με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε είναι αληθή και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Αποδέχομαι συνεπώς στην ολότητά της τη μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία σε κάθε περίπτωση παρέμεινε αναντίλεκτη. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 16/9/2018): «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει αλόγιστη ή απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση. Τα πιο πάνω θα κριθούν λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και ειδικότερα τη φύση, την κατάσταση και χρήση της οδού, του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή η οποία εύλογα αναμένεται να υπάρχει κατά τον χρόνο αυτό επί της συγκεκριμένης οδού. Στην υπόθεση Πέτρου v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 έχουν ερμηνευτεί οι όροι «επικίνδυνη» και «απερίσκεπτη» οδήγηση. Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App.R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving ... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." 'Οσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μιά τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961). Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκαν σε σχέση με τον όρο «επικίνδυνη οδήγηση» τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα
  1. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.
  2. Σύμφωνα με την Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, ενέργεια που εκφεύγει της κοινής λογικής συνιστά αλόγιστη (μη λελογισμένη) συμπεριφορά. Στην απόφαση Φερεκύδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 184/2016 ημερ. 11.10.2018, 974,αναφέρθηκε ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται όχι μόνο από την ύπαρξη οδικής συμπεριφοράς που είναι έξω από το εύλογο υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, αλλά και από έκπτωση από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας, προσοχής και δεξιότητας του μέσου κοινού έμπειρου οδηγού (με αναφορά στις Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 223, Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, και R. v. Lawerence
(1981)All E.R.). Δεύτερη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: ... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 2 των πιο πάνω κανονισμών: «σήμα τροχαίας» ορίζεται ως «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένο ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν προς μετάδοσις εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένων επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Τέλος, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοούσε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ότι ο παραβάτης οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Ευρήματα Στη βάση της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 που έχει γίνει αποδεκτή εξάγονται ανάλογα ευρήματα που έχουν ως ακολούθως: Στις 16/9/2018 και περί ώρα 13:17 αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX72, κατασκευής BMW, τύπου «Hatch Back» και χρώματος άσπρου, οδηγείτο στον δρόμο Αστρομερίτη προς Ευρύχου, στην περιοχή Κουτραφά. Κατά τον δεδομένο χρόνο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και από τις δύο κατευθύνσεις. Το πιο πάνω αυτοκίνητο, παρά την πυκνή τροχαία κίνηση, προέβη σε προσπέρασμα του οχήματος του ΜΚ1 και ενός λεωφορείου ενώ μπροστά από το λεωφορείο κινούνταν άλλα 3 αυτοκίνητα. Καθώς το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (ως η πορεία του) και επιχειρούσε προσπέρασμα, λόγω του ότι στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση άλλο αυτοκίνητο, για να αποφευχθεί η σύγκρουση, ο οδηγός του λεωφορείου αναγκάστηκε να φρενάρει απότομα και να οδηγήσει αριστερά, αφήνοντας χώρο στον οδηγό του XXXXX72 για να επανέλθει στην αριστερή λωρίδα, μπροστά από το λεωφορείο αλλά πίσω από τα άλλα προπορευόμενα οχήματα. Ως αποτέλεσμα, ο ΜΚ1 που ακολουθούσε το λεωφορείο αναγκάστηκε και αυτός να προβεί σε απότομο φρενάρισμα και ελιγμό, για την αποφυγή σύγκρουσης με το προπορευόμενο λεωφορείο. Στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή που απαγόρευε το προσπέρασμα. Παρόλο που ο ΜΚ1 ανάφερε με τη μαρτυρία του ότι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX72 επιχείρησε επικίνδυνο προσπέρασμα και σε άλλες περιπτώσεις, πριν και μετά το πιο πάνω περιστατικό, εντούτοις η περιγραφή του ήταν αόριστη με αποτέλεσμα να μην μπορώ να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γι' αυτές τις περιπτώσεις. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1 όμως, προβαίνω σε εύρημα ότι ο ως άνω οδηγός του XXXXX72 είχε προσπεράσει σε άλλες δύο περιπτώσεις σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Η Κατηγορούμενη είναι ιδιοκτήτρια ενός οχήματος που ταιριάζει στην πιο πάνω περιγραφή (BMW Hatchback χρώματος άσπρου) και φέρει τους πιο πάνω αριθμούς εγγραφής. Τα σημείο όπου εντοπίζεται διάσταση μεταξύ των δυο πλευρών αφορά το κατά πόσον η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX72 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι είναι πιθανό o MK1 να έχει κάνει λάθος στους αριθμούς εγγραφής που ανέφερε στη μαρτυρία του ή ότι άλλο όχημα με την ίδια περιγραφή έφερε τους αριθμούς εγγραφής XXXXX72. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι γεγονός ότι από την μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή δεν προκύπτει άμεση μαρτυρία που να συνδέει την Κατηγορούμενη με τη διάπραξη των αδικημάτων. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επί τω ότι η Κατηγορούμενη ήταν η οδηγός του οχήματος ήταν αποκλειστικά περιστατική. Έτσι το καίριο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη είναι ο δράστης σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που της αποδίδονται από την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως καταγράφεται και στις σελίδες 553 και 554 του συγγράμματος Σάντη και Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας περιγράφεται στη υπόθεση Vouniotis ν The Republic
(1975)2 C.L.R 34, όπου σημειώνεται ότι, επειδή τα περισσότερα ποινικά αδικήματα διαπράττονται στα κρυφά, το ζήτημα της πρόθεσης υπέχει ιδιαίτερης σπουδαιότητας διότι άμεση απόδειξη ενοχής του κατηγορούμενου είναι συχνά αδύνατο να εντοπιστεί και κατά κανόνα αναδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός από όλα όσα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και απαρτίζουν τα ευρήματα του (βλέπε επίσης Χατζηξενοφώντος κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 20/09, απόφαση ημερομηνίας 15.4.2013). Η μαρτυρία αυτή δεν συνιστά μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας υποδεέστερης της άμεσης μαρτυρίας (Δρουσιώτης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/12, απόφαση ημερομηνίας 18.7.2013) και όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της, αλλά τουναντίον, μπορεί και να οδηγήσει από μόνη της σε καταδίκη (Καλογήρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 44/2012, απόφαση ημερομηνίας 17.1.2013). Η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας με τρόπο που το σωρευτικό της αποτέλεσμα να εδραιώνει με την προσήκουσα πειστικότητα την καταδίκη του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γαβριήλ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, Παφίτης & Άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Όπως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.41: «Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθηκαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσον τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα.» Όταν, όμως, βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση στην υπόθεση Ευριπίδης Χρίστου, Ποιν. Εφ. 20/2015, ημερομηνίας 28.9.2019, με αναφορά στην υπόθεση Παφίτης & Άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, 119-120, όπου συνοψίστηκαν οι αποκρυσταλλωμένες οι αρχές σε σχέση με το εν λόγω θέμα: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας διατυπώνονται σωστά στην πρωτόδικη απόφαση. Ότι αμφισβητείται κυρίως, όπως έχει σημειωθεί, είναι η ύπαρξη της περιστατικής μαρτυρίας που κρίθηκε ότι τεκμηριώνει την ενοχή των εφεσειόντων.» Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, κρίνω ότι δημιουργείται τέτοια συνοχή γεγονότων που καθιστά αναπόφευκτη την εξαγωγή ευρήματος επί τω ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX72 ήταν η Κατηγορούμενη. Στη βάση των όσων καταγράφονται αμέσως πιο κάτω, κρίνεται ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε εκδοχή συμβατή μόνο με το εύρημα αυτό και αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα αφού: 1. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κατηγορούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX72 το οποίο είναι τύπου BMW Hatchback χρώματος άσπρου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, παρά. 3.77, σελίδα 1/237, «The owner of a motor vehicle is presumed to be the user, in the absence of contrary evidence (Watson v Paterson, noted at 121 J.P. Jo. 336). In Barnard v Sully
(1931)47 T.L.R. 557, it was held that proof of a defendant being owner of a car is prima facie evidence that it was being driven at the material time by him or his servant or Agent.» και σε ελεύθερη μετάφραση «Ο ιδιοκτήτης ενός μηχανοκίνητου οχήματος, στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας τεκμαίρεται ότι είναι ο χρήστης (Watson v Paterson, noted at 121 J.P. Jo.336). Στην Barnard v Sully
(1931)47 T.L.R. 55, αποφασίστηκε ότι απόδειξη ότι ο Εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι κατά τον επίδικο χρόνο το είχε οδηγήσει αυτός ή υπηρέτης του ή αντιπρόσωπος του.» Η υπόθεση Barnard v Sally (ανωτέρω) υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Stylianou v. Petrou
(1984)1 CLR 362, όπου αναφέρθηκε ότι «If a plaintiff proves that a vehicle was negligently driven and that the defendant was its owner, and the Court is left without further information, it is legitimate to draw the inference thatthe negligent driver was either the owner himself, or some servant or agent of his (Barnard v. Sully, 47 Times L.R. 557)» και σε ελεύθερη μετάφραση, «Αν ο Ενάγοντας αποδείξει ότι ένα όχημα οδηγήθηκε αμελώς και ότι ο Ενάγοντας είναι ο οδηγός του, και το Δικαστήριο δεν έχει άλλες πληροφορίες, είναι νόμιμο να εξαγάγει συμπέρασμα ότι ο αμελής οδηγός ήταν είτε ο ιδιοκτήτης προσωπικά, είτε κάποιος υπηρέτης ή αντιπρόσωπος του».»
  1. Έχω προβεί σε εύρημα ότι ο ΜΚ1 ήταν σωστός στην αναγνώριση των αριθμών εγγραφής XXXXX72 και στην περιγραφή του οχήματος ως αυτοκίνητο κατασκευής BMW τύπου Hatchback και χρώματος άσπρου.
  2. Σύμφωνα με την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι το μοναδικό πρόσωπο που οδηγεί το εν λόγω αυτοκίνητο, ενώ κατά διαστήματα χρησιμοποίει το συγκεκριμένο δρόμο.
  3. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα, άλλο όχημα με την ίδια περιγραφή να έφερε τους αριθμούς εγγραφής (XXXXX72), κρίνω ότι αυτή η πιθανότητα είναι τόσο απομακρυσμένη, ώστε δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο βάθρο ανατροπής του του βάρους απόδειξης. Ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση. Η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δεν μπορεί να μετατραπεί σε παραποιημένη μορφή δόγματος απαλλαγής και αθώωσης όταν κάθε ισχνή ή απομακρυσμένη αμφιβολία περνά από το αδύναμο μυαλό. (βλ. σύγγραμμα Σάντη και Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σ. 188 με παραπομπή στην Γενικός Εισαγγελέας v Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 ΑΑΔ 525 και στην Wadhwani v State of Uttar Pradesh
(1975)AIR 241του Ινδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου). Με δεδομένη την πυκνή τροχαία κίνηση και τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, η ενέργεια της Κατηγορούμενης να οδηγήσει με τον τρόπο που εξηγώ στα ευρήματα μου ανωτέρω ήτοι δηλαδή - προσπέρασμα συνεχόμενων οχημάτων, σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή, ενώ στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση άλλο όχημα - συνιστά αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη έχει παραβιάσει σήμα τροχαίας αφού προσπέρασε σε σημείο όπου υπάρχει άσπρη συνεχόμενη γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και απαγορεύει το προσπέρασμα. Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την ενοχή της Κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 2. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.