Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σκούλλου, Αρ. Υπόθεσης: 26379/19, 26/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26379/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Σκούλλου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 26/10/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, κατά παράβαση του άρθρου 236(Α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη στις 16/03/2018, σε δημόσια διάβαση, δηλαδή στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX87, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή στη XXXXX Θεοδούλου ηλικίας 76 ετών, τέως από τον Στρόβολο. Η Κατηγορούμενη καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Παραδεκτά γεγονότα · Δέσμη από 52 φωτογραφίες κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, δηλώνοντας ότι είναι οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από τη σκηνή αμέσως μετά το δυστύχημα. · Ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 η μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου. · Σε κατοπινό στάδιο δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι η πεζή η οποία είχε αποβιώσει, ήταν η Νίκη Θεοδούλου που αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση (Τεκμήριο 2). · Κατάθεση του υιού του θύματος κυρίου XXXXX Θεοδούλου (κατέθεσε στην ακροαματική διαδικασία ως Μάρτυρας Κατηγορίας 2) ημερομηνίας 7/1/2019 (Τεκμήριο 18) ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. · Στις 29/06/2021, οι διάδικοι κατέθεσαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 17 κι άλλη δέσμη με 80 φωτογραφίες που λήφθηκαν από τη σκηνή του δυστυχήματος. · Το Τεκμήριο 5 αποτελεί την κατάθεση που έδωσε η Νίκη Θεοδούλου (αποθανούσα) στις 12/6/
- Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας, την αστυφύλακα XXXXX XXXXX Στεφανίδη (στο εξής η ΜΚ 1) και τον κύριο XXXXX Θεοδούλου, (στο εξής ο ΜΚ 2) ο οποίος είναι γιος της αποβιώσας XXXXX Θεοδούλου. ΜΚ 1 Η ΜΚ 1, ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας στο Τμήμα Τροχαίας Κλάδο Δυστυχημάτων και ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Η ΜΚ 1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου καθιστώντας την ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, στις 16/03/2018 και ώρα 19:50, η ΜΚ 1 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια μέρα και περί ώρα 19:30 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στη Λευκωσία, με ενεχόμενα μέρη το αυτοκίνητο XXXXX87 το οποίο οδηγούσε η κυρία XXXXX Σκούλλου (Κατηγορούμενη) και η πεζή XXXXX Θεοδούλου 76 ετών. Κατά την άφιξή της στη σκηνή, το αυτοκίνητο βρισκόταν στην τελική του θέση και η πεζή είχε ήδη μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο. Η ΜΚ 1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στην παρουσία της Κατηγορούμενης, στο οποίο σημείωσε με «Χ» το σημείο επαφής της πεζής με το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και με «Χ1» το σημείο πτώσης της πεζής στην άσφαλτο. Στη σκηνή του δυστυχήματος, η ΜΚ 1 προέβη στις πιο κάτω παρατηρήσεις: Καιρικές συνθήκες/φωτισμός · Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας. · Ο καιρός ήταν αίθριος. · Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχαν εγκατεστημένοι πάσσαλοι οδικού φωτισμού οι οποίοι παρείχαν ικανοποιητικό φωτισμό. Περιγραφή του δρόμου και της οδικής σήμανσης/ορατότητα · Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. · Πρόκειται για κατοικημένη περιοχή με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. · Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Δύο λωρίδες κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λεμεσού και μια με κατεύθυνση προς την οδό Αβρααμίδη. · Στη Λεωφόρο Αθαλάσσας δεν υπάρχει διάβαση πεζών, η πιο κοντινή διάβαση πεζών βρίσκεται στη συμβολή με τη Λεωφόρο Λεμεσού, σε απόσταση 200 μέτρα από τη σκηνή του δυστυχήματος. · Δεξιά και αριστερά της Λεωφόρου υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,80 μέτρων. · Η ακτίνα φωτός του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης καταμετρήθηκε τη μέρα του δυστυχήματος και ήταν 30 μέτρα. · Η ορατότητα της Κατηγορούμενης σε σχέση με την πορεία της και ως προς την πεζή όταν αυτή βρισκόταν στη μέση της Λεωφόρου, καταμετρήθηκε και διαπιστώθηκε ότι ήταν 150 μέτρα με βάση τον φωτισμό που υπήρχε (οδικό και άλλο φωτισμό) και τα φώτα του αυτοκινήτου. Η πορεία της Κατηγορούμενης δεν φρασσόταν από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Άμεση μαρτυρία της σκηνής Το σημείο επαφής «Χ» σημειώθηκε αφού λήφθηκαν υπόψη, η υπόδειξη της Κατηγορούμενης, η πορεία της πεζής και η πορεία του οχήματος XXXXX
- Από τις ζημιές που εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο, η ΜΚ 1 συμπέρανε ότι η πεζή χτύπησε στον μπροστινό αριστερό προφυλακτήρα, στη συνέχεια στο μπροστινό αριστερό μέρος του καπό του αυτοκινήτου και στη συνέχεια στο αριστερό πάνω μέρος του αυτοκινήτου. Το σημείο «Χ1» σημειώθηκε εκεί όπου βρέθηκε η κηλίδα αίματος. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Στη συνέχεια, η μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 4, πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε η ίδια. · Τεκμήριο 5, γραπτή κατάθεση που έλαβε από τη XXXXX Θεοδούλου (πεζή) στις 12/06/
- · Τεκμήριο 6, συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε η ίδια. · Τεκμήριο 7, έντυπο περιγραφής ζημιών του οχήματος XXXXX
- · Τεκμήριο 8, έντυπο με το οποίο κατηγορήθηκε γραπτώς η Κατηγορούμενη. · Τεκμήριο 9, γραπτή ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη ημερομηνίας 19/03/
- · Τεκμήριο 10, έκθεση που ετοίμασε με υπολογισμούς αναφορικά με το δυστύχημα. · Τεκμήριο 11, βιβλιογραφία στην οποία στηρίχτηκε για την ετοιμασία του Τεκμηρίου
- · Τεκμήριο 12, πίνακας αποστάσεων ακινητοποιήσεως οχημάτων που επίσης χρησιμοποίησε για να ετοιμάσει το Τεκμήριο
- · Τεκμήριο 13, συμπληρωματική κατάθεση της. · Τεκμήριο 14, δεύτερη ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη ημερομηνίας 22/02/
- · Τεκμήριο 15, επιπλέον συμπληρωματική κατάθεση της. · Τεκμήριο 16, έντυπο με το οποίο κατηγορήθηκε εκ νέου γραπτώς η Κατηγορούμενη. Στη συνέχεια, κατά την προφορική μαρτυρία που έδωσε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, η ΜΚ 1 ανέφερε τα ακόλουθα: · Όταν ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο, (Τεκμήριο 4), η Κατηγορούμενη ήταν παρούσα στη σκηνή του δυστυχήματος και το υπόγραψε ως ορθό. · Στη σκηνή δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ούτε καταγραφή από οποιοδήποτε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. · Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η αποθανούσα XXXXX Θεοδούλου είχε ξεκινήσει από το αρτοποιείο «Ζορπά», (αυτό προκύπτει από την κατάθεση της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 9) και επιβεβαιώνεται από την κατάθεση που είχε δώσει πριν να αποβιώσει η αποθανούσα (Τεκμήριο 5)). Είχε διανύσει απόσταση 1,80m από το πεζοδρόμιο, στην πρώτη λωρίδα της Λεωφόρου Αθαλάσσας διένυσε 4,10 μέτρα και στη συνέχεια είχε καλύψει σχεδόν τη μισή απόσταση της λωρίδας που έχει πλάτος 3,50 (σημειώνεται ότι για ότι έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 η συνολική απόσταση που διένυσε το θύμα από την αρχή του οδοστρώματος μέχρι το σημείο Χ είναι 6m). · Η απόσταση του σημείου Χ από το σημείο Χ1, είναι 5 μέτρα. · Αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως την οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KLX987, κατά τον ουσιώδη χρόνο. · Οι ζημιές στο αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης ήταν στον μπροστινό αριστερό προφυλακτήρα, στο καπό και είχε και χτύπημα στην πάνω οροφή του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά. · Ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο υπήρχαν «αποτυπώματα, δαχτυλιές και σκούπισμα από το σώμα της πεζής». · Η μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 το έντυπο με το οποίο κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη, η οποία απάντησε «δεν ήθελα να της χτυπήσω» και ως Τεκμήριο 9 γραπτή κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη, στις 19/03/
- · Σύμφωνα με τη ΜΚ1, με παραπομπή στο Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 13 και 14, στη φωτογραφία 14, ο λαμπτήρας του πασσάλου οδικού φωτισμού ήταν αναμμένος, ενώ στη φωτογραφία 13 ήταν σβηστός. Η ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι ο συγκεκριμένος πάσσαλος οδικού φωτισμού, βρίσκεται κοντά στο σημείο όπου εντοπίστηκε η κηλίδα αίματος και η πτώση της πεζής. · Στη συνέχεια, όταν της ζητήθηκε από το Δικαστήριο να υποδείξει στο Τεκμήριο 6 τον συγκεκριμένο πάσσαλο/λαμπτήρα, η μάρτυρας έδειξε στο Τεκμήριο 6 τον λαμπτήρα που φαίνεται κάτω αριστερά όπως κοιτάζει κάποιος το Τεκμήριο 6, δίπλα από το σημείο που αναγράφει «χώρος στάθμευσης». · Σε σχέση με την εκπαίδευσή της η μάρτυρας ανέφερε ότι είχε περί το 2015 είχε παρακολουθήσει στην Αστυνομική Ακαδημία σχετική εκπαίδευση για διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, στην οποία εκπαιδεύτηκαν μεταξύ άλλων στην καταμέτρηση αποστάσεων, υπολογισμό ταχύτητας βάσει ιχνών τροχοπέδησης, και για διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων γενικότερα. Έκτοτε εξέταζε οποιοδήποτε δυστύχημα της ανατίθετο. · Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στις 06/01/2019 και περί η ώρα 15:46, η πεζή XXXXX Θεοδούλου υπέκυψε στα τραύματά της στο Mediterranean Hospital στη Λεμεσό. Και σύμφωνα με τη Δρ. Ε. Αντωνίου, η οποία διενέργησε νεκροτομή επί της σορού, ο θάνατος προήλθε από «πολυοργανική ανεπάρκεια συνεπεία πολυτραυματισμού από παλαιό οδικό δυστύχημα». Κατά την αντεξέταση, η ΜΚ 1 ανέφερε τα ακόλουθα: · Η εκπαίδευση που έλαβε έγινε στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου και ήταν διάρκειας ενός μήνα και μερικών ημερών. Σε ερώτηση αν είχε παρακολουθήσει μαθήματα φυσικής, κινητικής δύναμης και στατικής που είναι «απαραίτητα», (σύμφωνα με τη συνήγορο Yπεράσπισης) για τις μαθηματικές εξισώσεις που χρειάζονται για να γίνονται αναπαραστάσεις τροχαίων ατυχημάτων, απάντησε θετικά. · Δεν απονέμεται κάποιο δίπλωμα στους αστυνομικούς που λαμβάνουν την πιο πάνω εκπαίδευση. · Συμφώνησε ότι κάποια αυτοκίνητα, που έχουν σύστημα «ABS» (Anti-lock Braking System), «δεν αφήνουν ίχνη τροχοπέδησης, αφήνουν ελάχιστα». Συμπληρωματικά, στη συνέχεια ανέφερε για τα αυτοκίνητα που διαθέτουν στο συγκεκριμένο σύστημα «εκείνο που γνωρίζω είναι ότι μπορεί να αφήσει ένα ελαφρύ μαύρισμα του τροχού του αυτοκινήτου την ώρα που τρίβεται στην άσφαλτο». Δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με το κατά πόσον το αυτοκίνητο XXXXX87 διαθέτει το συγκεκριμένο σύστημα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι το ζήτημα αυτό δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Και τούτο γιατί από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας δεν προκύπτει θέση της υπεράσπισης περί χρησιμοποίησης φρένων από την Κατηγορούμενη για σκοπούς αποφυγής της σύγκρουσης με το θύμα. Αντίθετα δε, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 9) η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι για να αποφύγει τη σύγκρουση κινήθηκε δεξιά και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε χρήση φρένων. · Το σχέδιο (το Τεκμήριο 6) δεν είναι επί κλίμακας και Η ΜΚ1 συμφώνησε ότι οι θέσεις του αρτοποιείου «Ζορπά» και της εκκλησίας του Αποστόλου Βαρνάβα δεν είναι τοποθετημένες στα ακριβή σημεία, όπως βρίσκονται επί τόπου, σε σχέση με άλλα σημεία που καταγράφονται στον δρόμο. · Επέμεινε στη θέση της, ότι ο πάσσαλος στη σελίδα 13 του Τεκμηρίου 1, ήταν ο μόνος που αναβόσβηνε την ώρα που αυτή βρισκόταν στη σκηνή. · Παραδέχτηκε ότι στον πίνακα ακινητοποίησης που χρησιμοποίησε, (Τεκμήριο 12), χρησιμοποιείται ως χρόνος αντίδρασης ένα δευτερόλεπτο, ενώ ο μέσος όρος αντίδρασης ενός οδηγού κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπολογίζεται στο ενάμιση δευτερόλεπτο. · Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει από ποια βιβλιογραφία προέρχεται το Τεκμήριο
- Αρκέστηκε απλά να αναφέρει ότι είχε ετοιμαστεί από τον «Αρχιλοχία XXXXX» βάσει βιβλιογραφίας. Κατά την επανεξέταση, ανέφερε ότι ο πλησιέστερος πάσσαλος προς το σημείο Χ επί των Τεκμηρίων 4 και 6, δεν ήταν αυτός που αναβόσβηνε όταν αυτή ήταν παρούσα στη σκηνή. Ανακριτική Κατάθεση Κατηγορούμενης Σύμφωνα με την ανακριτική κατάθεσή της Κατηγορούμενης ημερομηνίας 19/03/2018 (Τεκμήριο 9), η οποία λήφθηκε από την ΜΚ1, η οποία την παρουσίασε στο Δικαστήριο, κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX87 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στον Στρόβολο με κατεύθυνση από οδό Αβρααμίδη προς Λεωφόρο Λεμεσού. Η ταχύτητά της ήταν 45 ΧΑΩ. Οδηγούσε στη δεξιότερη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθαλάσσας, με σκοπό να στρίψει δεξιά από τα φώτα του «Καλησπέρα», και να κατευθυνθεί προς Λατσιά. Μπροστά της στις 3 λωρίδες κυκλοφορίας δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αυτοκίνητα. Παραθέτω ακολούθως αυτούσιο το απόσπασμα με το οποίο η Κατηγορούμενη περιγράφει στην κατάθεση της πώς βίωσε την στιγμή της σύγκρουσης: «Καθώς οδηγούσα, ξαφνικά είδα μπροστά μου έναν άνθρωπο, ο οποίος φαινόταν να διασταυρώνει από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία μου. Τον είδα ακριβώς μπροστά μου στη μέση της λωρίδας που κινούμουν, στη μέση του μπροστινού μου καπό. Προσπάθησα να τον αποφύγω, αλλά φαίνεται ότι ο άνθρωπος χτύπησε στο μπροστινό μέρος του καπό μου. Προσπαθώντας να τον αποφύγω, κινήθηκα δεξιά και μπήκα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο άνθρωπος πετάχτηκε πάνω στο αυτοκίνητό μου και έπεσε αριστερά του δρόμου, σχεδόν μπροστά από τον κόλπο στάσης του λεωφορείου που ήταν στα αριστερά μου. Μετά το χτύπημα με τον πεζό, ευθυγράμμισα το αυτοκίνητό μου. Κινήθηκα εντός της λωρίδας μου που κινούμουν αρχικά. Σταμάτησα και το ακινητοποίησα στη μέση του δρόμου. Έβαλα τα φώτα πορείας μου. Ενημέρωσα την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Πήγα κοντά στον άνθρωπο. Είδα ότι ήταν μια κοπέλα, αφού φορούσε φούστα και σακάκι χρώματος της γης, χρώματος καφέ, γήινο όχι σκούρο χρώμα, το κεφάλι της δεν φαινόταν το κάλυπτε ο γιακάς του παλτού της. Να σας αναφέρω, ότι την κυρία αυτήν δεν την είδα καθόλου την ώρα που έμπαινε στον δρόμο, ούτε όταν αυτή περπατούσε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ούτε όταν έστεκε στο πεζοδρόμιο δεξιά μου πριν να εισέλθει στον δρόμο. Η κυρία, δεν ερχόταν διαγώνια από την πλευρά της εκκλησίας του Αποστόλου Βαρνάβα, ερχόταν ευθεία εντός του δρόμου. Από την πορεία της πεζής που την είδα μπροστά μου, είχε ευθεία πορεία. Μπροστά μου δεν είχε οποιοδήποτε εμπόδιο που να μου φράσσει την πορεία. Στον δρόμο υπήρχε φωτισμός από πασσάλους οδικού φωτισμού. Το κατάστημα του Zorba που ήταν δεξιά μου, ήταν ανοικτό και φωτισμένο. Στο μέρος ήρθε η αστυνομικός XXXXX XXXXX Στεφανίδου και έκανε ένα πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στην παρουσία μου. Με το σχέδιο συμφώνησα και το υπέγραψα.» Στις 22/2/2019, μετά τον θάνατο του θύματος η Κατηγορούμενη έδωσε και δεύτερη ανακριτική κατάθεση με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της προηγούμενης της κατάθεσης (Τεκμήριο 9) και ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να προσθέσει κάτι άλλο. Γραπτή κατάθεση αποθανούσας XXXXX Θεοδούλου (Τεκμήριο 5) Το Τεκμήριο 5 συμφωνήθηκε από τους διαδίκους ότι είναι η γραπτή κατάθεση που πρόλαβε να δώσει στη ΜΚ1 το θύμα πριν αποβιώσει. Σε συντομία, το θύμα ανάφερε ότι πριν την στιγμή του δυστυχήματος βρισκόταν στην εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα, που βρίσκεται κοντά στο σημείο της σύγκρουσης. Μετά την εκκλησία, πήγε στο φούρνο «Ζορπά» που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία. Θυμόταν ότι βγήκε από το φούρνο και μπήκε στο δρόμο για να περάσει απέναντι. Δεν θυμόταν κατά πόσο την ώρα που ξεκίνησε να διασταυρώνει έλεγξε το δρόμο αν ήταν ελεύθερος από αυτοκίνητα. Δεν θυμόταν αν είδε κάποιο αυτοκίνητο στο δρόμο, είτε πριν, είτε μετά που ξεκίνησε να επιχειρεί διασταύρωση του δρόμου. Τέλος ανέφερε ότι επειδή δεν θυμόταν τίποτε σε σχέση με το δυστύχημα, δεν επιθυμούσε να υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 4). Είναι σαφές ότι το θύμα δεν θυμόταν κάτι σε ουσιαστικό σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, συνεπώς το Τεκμήριο 5 δεν μπορεί να βοηθήσει στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τα επίδικα θέματα. ΜΚ 2 Ως Μάρτυρας Κατηγορίας 2, κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ο κύριος XXXXX Θεοδούλου, ο οποίος είναι γιος της αποθανούσας. Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης (Τεκμήριο 18) που έδωσε στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης δηλώθηκε από τους συνηγόρους, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, ως παραδεκτό γεγονός. Στο Τεκμήριο 18 ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ο γιος του θύματος και πως στις 7/1/2019 και περί ώρα 09:40 αναγνώρισε τη σορό της αποθανούσας πριν από την έναρξη της νεκροτομής. Στη συνέχεια, κατά την προφορική μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι εκτός από ένα πρόβλημα που είχε με ζαχαρώδη διαβήτη κατά τα άλλα η μητέρα του ήταν υγιής και πολύ δραστήρια γυναίκα. Η συνήγορος υπεράσπισης δεν αντεξέτασε τον ΜΚ
- Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την υπόθεσή της, το Δικαστήριο βρήκε την Κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, την κάλεσε σε απολογία όπου επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Η ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα, φυσικότητα και δεν δίστασε να δώσει απαντήσεις που ίσως να μη βοηθούσαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία της στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι παρέθεσε τη μαρτυρία της με ειλικρίνεια και σαφή πρόθεση να πει την αλήθεια. Εκτός από τα σημεία και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η ΜΚ1 κλήθηκε από την Κατηγορούσα αρχή υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ως ειδικού στην εξέταση και αναπαράσταση τροχαίων συγκρούσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλ. Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές Ηλιάδη και Σάντη, Β Έκδοση
(2016)στις σελίδες 582-587). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Στην παρούσα υπόθεση αμφισβητήθηκαν τόσο τα προσόντα και η εμπειρία της ΜΚ1 όσο και τα ευρήματα της. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία της ΜΚ1 όπως επίσης και την έκθεση της (Τεκμήριο 10) και για τους λόγους που επεξηγούνται αμέσως πιο κάτω κρίνεται ότι η μάρτυρας δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων της, αλλά και τη διαμόρφωση ανεξάρτητης κρίσης επί των γεγονότων. · Το Τεκμήριο 12, που είναι πίνακας αποστάσεων ακινητοποιήσεως αυτοκινήτων, στηρίζεται σε χρόνο αντίδρασης ενός δευτερολέπτου ενώ η ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι ο χρόνος αυτός είναι ο μέσος όρος αντίδρασης οδηγών κατά τη διάρκεια της μέρας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ανέφερε ότι ο μέσος όρος του χρόνου αντίδρασης είναι 1,5 δευτερόλεπτα. Δεν δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί χρησιμοποιήθηκε αυτός ο πίνακας ενώ στην παρούσα υπόθεση το δυστύχημα συνέβηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. · Περαιτέρω και ανεξάρτητα από το πιο πάνω, ακόμα και αν το Τεκμήριο 12 αφορούσε υπολογισμούς με μέσο όρο αντίδρασης τα 1,5 δευτερόλεπτα, δεν θα μπορούσα να το κάνω αποδεκτό καθώς η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τη βιβλιογραφία από την οποία άντλησε τις πληροφορίες στον πίνακα αυτό. Το μόνο που μπόρεσε να αναφέρει ήταν ότι ετοιμάστηκε από τον Αρχιλοχία XXXXX. · Το Τεκμήριο 11 φέρει τίτλο «Pedestrian Speeds, του Jerry Eubanks, Collission Roconstructionist, California» και φαίνεται να έχει ετοιμαστεί το 1998. Το Τεκμήριο 11 φαίνεται να αποτελεί φωτοαντίγραφο που πάρθηκε από κάποιο βιβλίο, αφού ξεκινά από τη σελίδα 69 και τελειώνει στη σελίδα 71. Στο Τεκμήριο 11 υπάρχει καταγραφή του μέσου όρου ταχύτητας ανθρώπων που περπατούσαν χωρίς να γνωρίζουν ότι κάποιος καταμετρούσε την ταχύτητα τους και παρατίθενται διάφοροι πίνακες που καλύπτουν διάφορα σενάρια, ανάλογα με τον τρόπο που περπατούσαν τα υποκείμενα της καταμέτρησης (τροχάδην, βάδην, παπούτσια με ρόδες κτλ.). Στην απουσία μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο/ ταχύτητα που βάδιζε το θύμα πριν τη σύγκρουση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις γεγονότων έτσι ώστε να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τον ορθό πίνακα του Τεκμηρίου 11 που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί (σύμφωνα με τη νομολογία δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι βλ. Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18). Το Τεκμήριο 11 θα ήταν ίσως βοηθητικό σε περίπτωση που υπήρχε μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο/ ταχύτητα που βάδιζε το θύμα πριν την σύγκρουση. · Πέραν και ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχτώ στο Τεκμήριο 11 για ένα επιπλέον λόγο. Κατά την αντεξέταση η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει την επιστημονική αξία και κατ' επέκταση την αξιοπιστία του Τεκμηρίου. Σε υποβολή ότι τα δεδομένα του Τεκμηρίου 11 είναι εντελώς λανθασμένα και δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται, αρκέστηκε να πει ότι αυτά χρησιμοποιεί η αστυνομία για τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει από πού είχε εξαχθεί το πιο πάνω τεκμήριο ούτε αν αυτό παραμένει μέχρι σήμερα καλή και αξιόπιστη πηγή, δεδομένου του ότι φαίνεται να έχει ετοιμαστεί το
- Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ στα Τεκμήρια 11 και 12 και συνεπώς ούτε στα ευρήματα της ΜΚ1 που καταγράφονται στο Τεκμήριο 10, στο βαθμό που αυτά στηρίχτηκαν στα Τεκμήρια 11 και
- Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021 ECLI:CY:AD:2021:B344, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Συνεπώς, δεδομένης της κρίσης μου ότι η ΜΚ1 είναι αξιόπιστη μάρτυρας, η μαρτυρία της - στο βαθμό που δεν στηρίζεται στα Τεκμήρια 11 και 12 - κρίνεται ως αποδεκτή. Συνακόλουθα, οι μετρήσεις της στη σκηνή, οι παρατηρήσεις της, το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 4), το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 6) και η μαρτυρία που συνέλεξε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος αποτελούν μαρτυρία στην οποία θα στηριχτώ για την κατάληξη μου σε ευρήματα. Δεν διέλαθε της προσοχής μου, το γεγονός ότι η ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι το Τεκμήριο 6 δεν είναι επί κλίμακας και ότι ο φούρνος «Ζορπά» και η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα, δεν είναι τοποθετημένες στα ακριβή σημεία, όπως βρίσκονται επί τόπου, σε σχέση με άλλα σημεία που καταγράφονται στον δρόμο. Με γνώμονα το γεγονός αυτό, θα αντιμετωπίσω το συγκεκριμένο Τεκμήριο για την εξαγωγή συμπερασμάτων με την δέουσα προσοχή. Σε κάθε περίπτωση, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις μετρήσεις της ΜΚ1, οι οποίες καταγράφονται στο σχέδιο, με κυριότερη από αυτές την απόσταση του σημείου «Χ» από το πεζοδρόμιο που είναι 6m. Το σημείο «Χ» παρόλο που υπήρξε προσπάθεια να αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, η ΜΚ1 ανέφερε ότι το έθεσε επί του προχείρου σχεδίου (Τεκμήριο 4), σύμφωνα με υπόδειξη της Κατηγορουμένης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η ίδια η Κατηγορούμενη, που γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τις συνθήκες του δυστυχήματος, συμφώνησε με το Τεκμήριο 4 και το υπέγραψε ως ορθό. Περαιτέρω, στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 9), επιβεβαίωσε ότι συμφωνεί με το πρόχειρο σχέδιο. Κρίνω συνεπώς, ότι τα Τεκμήρια 4 και 6, αν και δεν είναι επί κλίμακας, αναπαριστούν ορθά τα ουσιώδη για την απόφαση σημεία. Δεν έχει διευκρινιστεί κατά πόσον η ορατότητα των 150 μέτρων που αναφέρει η ΜΚ1 ήταν με σβηστό ή αναμμένο τον λαμπτήρα που αναβόσβηνε, συνεπώς δεν μπορώ να προβώ σε συγκεκριμένο εύρημα σε αυτό το σημείο. Αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία της, ότι στη σκηνή υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός, αφού στην ουσία αυτό επιβεβαιώνεται και από την γραπτή κατάθεση της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 9), όπου ανέφερε ότι «Στο δρόμο υπήρχε οδικό φωτισμό από πασάλου οδικού φωτισμού» χωρίς να αναφέρει κάποιο παράπονο αναφορικά με την επάρκεια του οδικού φωτισμού. Ο ΜΚ2 μου άφησε επίσης θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία του ΜΚ2, σύντομη όσο ήταν, δεν προσέφερε οτιδήποτε στην υπόθεση και δεν μπορεί να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο σε κατάληξη ευρημάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα. Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί στη μαρτυρία του ΜΚ2, για να εξαγάγει συμπέρασμα ότι, εφόσον το θύμα ήταν πριν το δυστύχημα υγιές και δραστήριο άτομο, συνεπάγεται ότι διένυσε με ταχύτητα την απόσταση από το πεζοδρόμιο μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο για τους ίδιους λόγους που αναλύονται πιο πάνω σε σχέση με το θέμα αυτό, τους οποίους κρίνω άσκοπο να επαναλάβω. Γραπτή Κατάθεση Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 9) Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως είχε δικαίωμα να πράξει, και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από την επιλογή της αυτή. Κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης όμως, η Κατηγορούμενη έδωσε ανακριτικές καταθέσεις στην αστυνομία. Αναφορικά με το ζήτημα των γραπτών καταθέσεων και της αξιολόγησής τους, είναι αποκρυσταλλωμένο ότι μία γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου γίνεται μεν αποδεκτή στο σύνολο του περιεχομένου της ως μαρτυρία, εν τούτοις, κάθε μέρος της κατάθεσης αξιολογείται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Είναι επίσης επιτρεπτό για το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B430, ECLI:CY:AD:2017:B430, Ποιν. Έφ. 96/2016, ημερ.28.11.2017, Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Άρθρο 236 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 «236. Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ......... είναι ένοχος πλημμελήματος» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ο όρος «δημόσια διάβαση» περιλαμβάνει «κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό». Καθοδηγητική υπόθεση αναφορικά με την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου είναι η Μαυρομμάτης v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 από την οποία παραθέτω εκτενές σχετικό απόσπασμα στο οποίο γίνεται εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος: «Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. ThePolice
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, αρχής γενομένης με το άρθρο 205. Το άρθρο 205, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του Νόμου 3/62, προβλέπει ότι πρόσωπο που επιφέρει το θάνατο άλλου με παράνομη πράξη ή παράλειψη που συνιστά υπαίτιο αμέλεια χωρίς να υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου, είναι ένοχος του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας. Το άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας. Η αμέλεια του άρθρου 205 συνίσταται σε υπαίτιο αμέλεια, όρος που εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Ακολουθεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αρχικά απέκλειε, όπως και το άρθρο 236, την υπαίτιο αμέλεια. Στη συνέχεια όμως το άρθρο 210 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 1989, (Ν. 111/89), σύμφωνα με το οποίο όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Η εισαγωγή της έννοιας της αλόγιστης πράξης που γίνεται με την τροποποίηση του νόμου 111/89, έννοια που στην αρχική διατύπωση του άρθρου 210 δεν υπήρχε, δυνατό να έχει εισάξει στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος την έννοια της αλόγιστης συμπεριφοράς (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης. Όμως επειδή στην παρούσα υπόθεση το υπό εξέταση άρθρο είναι το άρθρο 236, παρά τις ομοιότητες του με το άρθρο 210 πριν την τροποποίησή του, κανένας σκοπός δεν εξυπηρετείται με την ανάλυση σε βάθος του άρθρου 210 και του βαθμού αμέλειας που απαιτεί. Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεώς του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίησή του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, στην παρούσα υπόθεση μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίησή του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245,249). Όπως έχει λεχθεί, τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση κατά πόσο ο θάνατος προήλθε από οποιαδήποτε από τις απαγορευμένες πράξεις ήτοι, τη βεβιασμένη ή αμελή συμπεριφορά ή συνδυασμό και των δύο, έχοντας πάντα κατά νου ότι η πράξη δεν απαιτείται να συνιστά υπαίτιο αμέλεια ή αλόγιστη συμπεριφορά (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, σελ. 128).» .... Πριν τελειώσουμε, δραττόμαστε της ευκαιρίας να διαπιστώσουμε ότι στη μετάφραση που κυκλοφορεί εκτυπωμένη από το Τυπογραφείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και στη μεταγλωττισμένη στη δημοτική μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά ("όποιος με τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή...") που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο ("... in a manner so rash or negligent ...")· Με τον τρόπο αυτό εισάγεται στα συστατικά του άρθρου 236 και η καλουμένη "αλόγιστη συμπεριφορά" (recklessness) ή κατά την ελληνική νομική ορολογία ο "ενδεχόμενος δόλος", με αποτέλεσμα η ευρύτητα του άρθρου προφανώς να μεταβάλλεται παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομολογία. Θεωρούμε ότι σ' αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλη περίπτωση που η μετάφραση στα ελληνικά δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο περιεχόμενο της βασικής νομοθεσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει για επιβεβαίωση της έννοιας του συγκεκριμένου νομοθετήματος να καταφεύγει στο αρχικό αυθεντικό αγγλικό κείμενο. Ευρήματα Στις 19/03/2018 περί τις 19:40 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX87 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας στον Στρόβολο με κατεύθυνση από οδό Αβρααμίδη προς Λεωφόρο Λεμεσού. Από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας που υπήρχαν διαθέσιμες για την κατεύθυνση της, οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθαλάσσας (μεσαία λωρίδα του δρόμου), με σκοπό να στρίψει δεξιά από τα φώτα του «Καλησπέρα», και να κατευθυνθεί προς Λατσιά. Μπροστά της, στις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αυτοκίνητα. Την ίδια ώρα το θύμα, που είχε λίγο πριν εξέλθει από ένα αρτοποιείο «Ζορπά» που υπήρχε στην περιοχή, επιχειρούσε διασταύρωση του δρόμου από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Σε κάποιο σημείο, περίπου στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας που ήλαυνε η Κατηγορούμενη, το αυτοκίνητο της συγκρούστηκε με το θύμα. Μέχρι το σημείο της σύγκρουσης το θύμα διένυσε από την αρχή του οδοστρώματος συνολική απόσταση 6m. Συνεπεία της σύγκρουσης η πεζή ΧΧΧΧΧ Θεοδούλου τραυματίστηκε σοβαρά, καταλήγοντας σε θάνατο στις 6/1/2019. Ο δρόμος ήταν φωτισμένος με λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Στο ύψος του σημείου της σύγκρουσης, υπήρχαν στις δύο πλευρές του δρόμου λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ο λαμπτήρας που βρίσκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία της Κατηγορούμενης, να ήταν σβηστός κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Ο λαμπτήρας οδικού φωτισμού που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ως η πορεία της Κατηγορουμένης λειτουργούσε κανονικά. Ο δρόμος, βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι στα 50 ΧΑΩ. Ως η πορεία της Κατηγορούμενης, στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχε κόλπος στάσης λεωφορείων και χώρος στάθμευσης, στη δε δεξιά αρτοποιείο και εκκλησία. Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ώστε να κριθεί κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της, κρίνω υπό το φως των πιο πάνω επικρατουσών συνθηκών, που έχουν περιγραφεί αμέσως πιο πάνω, η Κατηγορούμενη όφειλε να αντιληφθεί την παρουσία του θύματος στο δρόμο και με δεδομένη την ταχύτητα με την οποία ισχυρίζεται ότι οδηγούσε, μπορούσε και όφειλε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για αποφυγή της σύγκρουσης. Δεν έπραξε ωστόσο κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του θύματος και ακολούθως στον θάνατο του. Η Κατηγορούμενη, που ήταν η μόνη που μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους επεσυνέβη το δυστύχημα επέλεξε (ως είχε άλλωστε κάθε δικαίωμα να πράξει) να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Μολονότι από την επιλογή της αυτή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής, δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η Κατηγορούμενη απότυχε να αντιληφθεί την παρουσία του θύματος στο δρόμο νωρίτερα. Η γραμμή της υπεράσπισης κινήθηκε κυρίως στον ισχυρισμό ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο λόγω του ότι το θύμα εισήλθε εντός του δρόμου σε χρόνο που καθιστούσε αδύνατο για την Κατηγορούμενη να προλάβει να αντιδράσει με τρόπο που να αποφύγει τη σύγκρουση. Με την τελική αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε στις αποφάσεις Οδυσσέως Σώζος ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185 και Κωνσταντίνου v Κατσιαρδή,
(2007)1 ΑΑΔ 1178 ισχυριζόμενος ότι εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση καθώς το θύμα είχε εισέλθει εντός του δρόμου απότομα και αιφνίδια με τρόπο που καθιστούσε αδύνατο για την Κατηγορούμενη να αντιδράσει προς αποτροπή της σύγκρουσης. Η υπόθεση Σώζος αφορά αγωγή για το αστικό αδίκημα της αμέλειας όπου το θύμα διασταύρωνε τη Λεωφόρο Κυρηνείας από τη δεξιά πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του εφεσείων (οδηγού), ο οποίος κτύπησε με το όχημά του την εφεσίβλητη, ενώ αυτή διασταύρωνε τη Λεωφόρο Κυρηνείας από τη δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκαμε εύρημα ότι η εφεσίβλητη παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα του εφεσείοντος που ερχόταν από αριστερά της και προχώρησε να διασταυρώσει. Κτυπήθηκε με το δεξιό εμπρόσθιο μέρος του οχήματος, αφού κάλυψε απόσταση γύρω στα 5,90 μέτρα της λεωφόρου πλάτους 9 μέτρων. Το όχημα άφησε ίχνη φρένων 12,30 μέτρα στοιχείο που εξυπακούει ότι την είδε τουλάχιστον από το διπλάσιο των 12,30 μέτρων που είναι τα ίχνη τροχοπέδησης, λαμβάνοντας υπόψη και την απόσταση σκέψης (thinking distance). Με αυτά τα δεδομένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού καθόρισε τις γενικές αποζημιώσεις κατένειμε την ευθύνη σε ποσοστό 60% σε βάρος της εφεσίβλητης και 40% σε βάρος του εφεσείοντος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση αποφασίζοντας ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα ήταν η πεζή αναφέροντας ότι: «Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί φαίνεται ότι το ατύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης της εφεσίβλητης να αντιληφθεί την παρουσία του εφεσείοντος στο δρόμο. Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R 78, στην οποία εξεταζόταν η αμέλεια οδηγού που παρέσυρε πεζό που διεσταύρωνε το δρόμο. "Assuming he looked back, as he said he did, before he started to cross the street he failed to observe the car which was plainly approaching. This was the effective cause of the collision. Failure to see what is plainly visible is negligence. As a reasonable person he ought not to have advanced in the path of the on-coming car."» Η πιο πάνω υπόθεση διακρίνεται από την παρούσα αφού σε αυτήν υπήρχαν ίχνη φρένων 12,30 μέτρων, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο οδηγός είχε αντιληφθεί την πεζή και προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v Κατσιαρδή,
(2007)1 ΑΑΔ 1178 ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του QH 711 στη λεωφόρο Μόρφου, περιοχή Αρχάγγελος, έξω από τη Λευκωσία, με κατεύθυνση την περιοχή όπου βρίσκεται ο Αμερικάνικος ραδιοφωνικός σταθμός. Ήταν βράδυ γύρω στις 8:
- Η μαρτυρία κατέδειξε πως ο δρόμος δεν ήταν φωτισμένος και το θύμα φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Την ίδια ώρα και από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν άλλο αυτοκίνητο το οποίο έστριψε δεξιά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει σε ένα δρόμο, που χαρακτηριζόταν στη μαρτυρία ως «ράμπα», προφανώς επειδή είναι ανηφορικός και οδηγεί σε παράλληλο δρόμο της λεωφόρου Μόρφου. Και τα δύο αυτοκίνητα είχαν τα φώτα αναμμένα στη χαμηλή στάση. Μόλις το ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση αυτοκίνητο έστριψε, ο εναγόμενος πρόσεξε μπροστά του ένα πεζό που κινείτο με αργό βήμα, καθώς ο ίδιος είπε, διασταυρώνοντας το δρόμο από τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του. Χρησιμοποίησε αμέσως το σύστημα πεδήσεως του αυτοκινήτου του, δεν κατόρθωσε όμως να σταματήσει πριν από το θύμα που κτυπήθηκε με την αριστερή μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο Εναγόμενος οδηγός δεν ήταν αμελής ανέφερε ότι: «Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση, και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποία είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ΄ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου. ....... Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστή. Ο εναγόμενος οδηγούσε η ώρα 8:30 το βράδυ με χαμηλή ταχύτητα μέσα στο χαμηλό δείκτη φωτισμού των μεγάλων φαναριών του αυτοκινήτου του, σε ένα δρόμο που δεν φωτιζόταν. Το οπτικό πεδίο του εναγόμενου εμποδίστηκε σε κάποια στιγμή από άλλο αυτοκίνητο, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω. Μόλις έφυγε το αυτοκίνητο αυτό ο εναγόμενος είδε το θύμα, που φορούσε σκούρα, στο δρόμο. Το θύμα διασταύρωσε το δρόμο όχι με γρήγορο βηματισμό. Ο εναγόμενος χρησιμοποίησε αμέσως το σύστημα πεδήσεως του αυτοκινήτου, λόγω όμως της μικρής απόστασης από το θύμα, το δυστύχημα δεν αποφεύχθηκε. Και η απόσταση ήταν μικρή, 35-40 μέτρα. Μπορεί ο αριθμός 35-40 να φαίνεται μεγάλος όταν αναφέρεται ή γράφεται. Ως ένδειξη όμως απόστασης στο δρόμο είναι μικρή, εφόσον βέβαια η ταχύτητα του οδηγού είναι υπό τις περιστάσεις η λογικά αναμενόμενη. Δεν υπήρξε καμιά μαρτυρία για τη συχνότητα χρήσης του δρόμου από πεζούς. Από την περιοχή και τη ρύθμιση της οδικής κυκλοφορίας εκεί δεν φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν συχνά το δρόμο πεζοί.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Η πιο πάνω υπόθεση διακρίνεται από την παρούσα στα σημεία που είναι υπογραμμισμένα και με έμφαση. Το δυστύχημα στην παρούσα υπόθεση έγινε σε δρόμο που ήταν φωτισμένος, έστω και με ένα λαμπτήρα σβηστό και μπροστά από την Κατηγορούμενη δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο ή φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 ECLI:CY:AD:2019:B107, ο εφεσείων αντιμετώπισε πρωτοδίκως κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Πονικού Κώδικα Κεφ.
- Το δυστύχημα συνέβη στη Λεωφόρο Τσερίου στον Στρόβολο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο με ταχύτητα περί τα 38χαω, ταχύτητα αρκετά χαμηλή και είχε τα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα στη χαμηλή στάση. Η εμβέλεια των φώτων ήταν 29μ. Παρά το ότι είχε δύσει ο ήλιος, υπήρχε ορατότητα στο δρόμο και πέραν της εμβέλειας των φώτων του αυτοκινήτου του. Η εν λόγω λεωφόρος είναι πολυσύχναστος δρόμος με καταστήματα όπου κυκλοφορούν πεζοί και στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα υπήρχε παιχνιδότοπος στα δεξιά ως προς την πορεία του εφεσείοντα με ορατό τον κίνδυνο παρουσίας πεζών στο χώρο προς τον οποίο κατευθυνόταν η πεζή με το παιδί της. Όταν η πεζή βρισκόταν στην άκρια του δρόμου, ορισμένα εκατοστά έξω από τη λωρίδα κυκλοφορίας του εφεσείοντα, ήταν ορατή από αυτοκίνητα που κινούντο από την κατεύθυνση του εφεσείοντα και, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ11, ο εφεσείων εκείνη την ώρα βρισκόταν σε τέτοια απόσταση που θα μπορούσε να την έβλεπε. Όπως θα μπορούσε να έβλεπε την ΜΚ11 που βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση και είχε ανάψει τα φώτα κινδύνου, καθώς και ότι έκανε νόημα με τα φώτα της στην πεζή για να της δώσει προτεραιότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, δεν υπήρχε εκείνη την ώρα άλλο όχημα μπροστά της που να εμπόδιζε την ορατότητα. Ο εφεσείων τίποτα δεν αντιλήφθηκε, ούτε όταν εισήλθε η πεζή με το παιδί της στο δρόμο, ούτε όταν την κτύπησε. Το δε κτύπημα ήταν στον μπροστινό δεξί προφυλακτήρα και ακολούθησαν κτυπήματα του σώματος της τόσο στον μπροστινό δείκτη και φανάρι, όσο και στη δεξιά γωνία του μπροστινού ανεμοθώρακα ο οποίος θρυμματίστηκε και στο εξωτερικό καθρεφτάκι το οποίο αποκόπηκε. Ο εφεσείων σταμάτησε λόγω του θορύβου που άκουσε, χωρίς να έχει δει είτε την πεζή, είτε το παιδί της, παρά μόνο μετά που σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβηκε από αυτό. Με αυτά τα δεδομένα δεν πρόκειται για περίπτωση απότομης εισόδου πεζού στο δρόμο όπου δεν παρέχεται η δυνατότητα αντίδρασης και αποφυγής του δυστυχήματος. Ο εφεσείων οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και, σε περίπτωση που έβλεπε την πεζή, έστω την ώρα που επιχείρησε να εισέλθει στο δρόμο, θα μπορούσε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και να αποφύγει την επαφή μαζί της. Συμφωνούμε με την κα Ερωτοκρίτου ότι ο εφεσείων, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είχε καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων προτού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο και ότι η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλοί αφ΄ εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217), αρχήν την οποία αναγνώρισε και εφάρμοσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι θεώρησε ότι η απόπειρα να διασταυρώσει το δρόμο ξεκίνησε από το σημείο όπου η πεζή, βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά δεν είναι λανθασμένη. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, η παράλειψη του εφεσείοντα να εντοπίσει τους πεζούς στο δρόμο και να λάβει μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητο του, αποτελούσε μίαν επικίνδυνη κατάσταση, όπως ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έστω και εάν συνέβαλε και το θύμα σε αυτή την κατάσταση. Η εισήγηση της κας Ερωτοκρίτου ότι, με τα δεδομένα της υπόθεσης, το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εφεσείων ήταν πολύ χαμηλή και, με δεδομένο ότι η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητο ήταν στον μπροστινό δεξί προφυλακτήρα, δεν θα μπορούσαμε να καταλήξουμε ότι επρόκειτο για αναπόφευκτο δυστύχημα. Ούτε οι μικροσκοπικές αναλύσεις των αποστάσεων και του χρόνου που απαιτήθηκε για να διανύσει η πεζή την απόσταση μέχρι την επαφή με το αυτοκίνητο ή μέχρι να αντιδράσει ο εφεσείων, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα.» Κρίνω ότι η πιο πάνω υπόθεση, μπορεί να δώσει καθοδήγηση στην παρούσα υπόθεση αφού τα γεγονότα της παρουσιάζουν μεγάλο βαθμό ομοιότητας. Εφαρμογή Ευρημάτων - Νομικών Αρχών Με τα πιο πάνω ευρήματα δεδομένα, κρίνω ότι η παράλειψη της Κατηγορούμενης να εντοπίσει την πεζή στο δρόμο και να λάβει μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, αποτελούσε μία επικίνδυνη κατάσταση. Η αποθανούσα διένυσε απόσταση περίπου 6 μέτρων εντός του οδοστρώματος μέχρι το σημείο της σύγκρουσης, η Κατηγορούμενη είχε καλή ορατότητα αφού υπήρχε οδικός φωτισμός, έστω και με ένα λαμπτήρα λιγότερο, δεν υπήρχαν οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά εμπόδια που να της φράσσουν τον δρόμο και ο δρόμος είναι ευθύς. Υπό αυτές τις συνθήκες και δεδομένης της ταχύτητας με την οποία ήλαυνε η Κατηγορούμενη, κρίνω ότι υπήρχαν τέτοιες συνθήκες που όχι μόνο επέτρεπαν, αλλά επέβαλλαν στην Κατηγορούμενη να εντοπίσει έγκαιρα το θύμα στο δρόμο και να αποφευχθεί η σύγκρουση. Η παράλειψη της να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο συνιστά βεβιασμένη και αμελή οδήγηση εν τη εννοία του άρθρου 236(α), η οποία είχε το ενδεχόμενο και δυστυχώς ως αποτέλεσμα, τον σοβαρό τραυματισμό της ΧΧΧΧΧ Θεοδούλου, ο οποίος την οδήγησε στο θάνατο. Σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Λεωφόρος Αθαλάσσας αποτελεί δημόσια διάβαση εν τη εννοία του άρθρου 236(α) του Κεφ. 154. Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την ενοχή της Κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο