OMILOS LAIKOU DISTRIBUTORS LTD ν. ΚΑΖΑΜΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2165/2015, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2165/2015 Μεταξύ: OMILOS LAIKOU DISTRIBUTORS LTD, εκ Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -ν-
- XXXXX ΚΑΖΑΜΙΑΣ
- XXXXX ΚΑΖΑΜΙΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.10.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Βαρκάρης Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Κ. Κώστα Κατηγορούμενος 1: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 16 κατηγορίες. Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι δεν θα προσφέρει μαρτυρία για τις κατηγορίες 7, 10, 13 και 16 οι οποίες απορρίφθηκαν πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Ο 1ος κατηγορούμενος (στη συνέχεια «ο κατηγορούμενος») παρέμεινε τελικά να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5, 8, 11 και
- Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών επίδικες είναι 6 επιταγές της Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΛΤΔ, ποσού €1.000 η καθεμιά, οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 2.7.2014, 2.8.2014, 2.9.2014, 2.10.2014, 2.11.2014 και 2.12.
- Ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και εναντίον της εν λόγω απόφασης η παραπονούμενη καταχώρησε έφεση η οποία πέτυχε. Όταν στη συνέχεια η υπόθεση τέθηκε ξανά ενώπιόν μου για τη συνέχιση και συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ο κατηγορούμενος τήρησε σιωπή, ως είναι δικαίωμά του, και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Κωνσταντινίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της εταιρείας P.G. SHOP RIGHT DISCOUNT STORES LTD την αγωγή XXXXX/2011 και την ποινική υπόθεση XXXXX/2011 για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν προσωπικά την πληρωμή του χρέους της εταιρείας τους με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών. Εκδότης τους ήταν ο κατηγορούμενος 1 και δικαιούχος τους η κατηγορούμενη 2 η οποία αφού τις οπισθογράφησε τις παρέδωσε στον δικηγόρο των παραπονουμένων και αυτός στη συνέχεια τους τις παρέδωσε. Οι επίδικες επιταγές, οι οποίες κατατέθηκαν σε δέσμη και σημειώθηκαν ως τεκμήριο 4, είναι από λογαριασμό του κατηγορούμενου επί της Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΛΤΔ και ήταν πληρωτέες στις 2.7.2014, 2.8.2014, 2.9.2014, 2.10.2014, 2.11.2014 και στις 2.12.
- Οι 6 επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην τράπεζα και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές παραλήφθηκαν από τον δικηγόρο της παραπονούμενης και ήταν μεταχρονολογημένες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες αλλά επιστράφηκαν επειδή ο λογαριασμός είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στο Κατάστημα αρ. 119 της Τράπεζας Κύπρου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε στο παρελθόν είδε ούτε και μίλησε με τους κατηγορούμενους. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα της συζύγου του κατηγορούμενου η οποία τους διαβεβαίωσε ότι θα πληρωθούν. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Κωνσταντινίδου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ όπως μετονομάστηκε η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν επί της ΣΠΕ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΛΤΔ σε λογαριασμό του κ. XXXXX XXXXX Καζαμία. Η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 6 πιστό αντίγραφο του δείγματος υπογραφής του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή στις επίδικες επιταγές φαίνεται να είναι η ίδια με το δείγμα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν με τις σφραγίδες ότι το υπόλοιπο είναι ανεπαρκές και ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν μια επιταγή παρουσιαστεί για πληρωμή πρώτα γίνεται έλεγχος της υπογραφής και στη συνέχεια ελέγχεται κατά πόσο υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν εργαζόταν στο ταμείο όταν οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Ισχυρίστηκε ότι δεν διαθέτει γνώσεις γραφολόγου και ότι «εκ πρώτης όψεως» φαίνεται πως οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές και στο δείγμα της υπογραφής του κατηγορούμενου είναι ίδιες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ στις 8.8.2014 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι ο λογαριασμός του καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π.). Ισχυρίστηκε τέλος ότι όλες οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου. Στη συνέχεια, αφού, όπως ανέφερα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Βαρκάρης για την παραπονούμενη εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Η κα Κώστα από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης των επίδικων επιταγών ούτε ότι αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν ήτοι στη Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της ένοχης διάνοιας του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει σε όλες τις επίδικες κατηγορίες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 6 κατηγορίες για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)..
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μια απλήρωτη επιταγή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή εκείνο που τον είδε να υπογράφει, είτε με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα - γραφολόγου ή με μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος. Στην υπόθεση VBH (Cyprus) Ltd v. Windoors UPVC Systems Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, ημερ. 28.11.2017, υποδείχτηκαν τα εξής: «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρών και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Αναστασίου v. Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Aρ. 5/2014, ημερ. 24.3.2017, «ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί, επίσης, να αποδειχθεί και με μαρτυρία προσώπου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εφόσον όμως τεκμηριωθεί ότι γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή τελεί υπό αμφισβήτηση. Η γνώση του γραφικού χαρακτήρα μπορεί να προκύψει από το αν είχε την ευκαιρία να δει τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων ή από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα...Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτρέπεται σε πρόσωπο που γνωρίζει τον τρόπο γραφής άλλου να εκφράσει γνώμη κατά πόσο συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο». Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, στις σελίδες 365 και επ. αναγράφεται ότι η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα γραφολόγου ή με τη μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος. Στη σελ. 368 αναγράφεται ότι «ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί να αποδειχθεί και από μαρτυρία ατόμου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εάν γνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται. Η γνώση αυτή μπορεί να προκύψει από το αν είδε τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων, από το αν ο ίδιος ήταν παραλήπτης εγγράφων που κατ' ισχυρισμό υπογράφηκαν από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται και από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα». Επίσης στη σελ. 369 του ως άνω συγγράμματος γίνεται αναφορά στην υπόθεση Doe d Mudd v. Suckermore
(1837)5 Ad & El 703 στην οποία επετράπη σε υπάλληλο που γνώριζε τον τρόπο γραφής του εργοδότη του, να εκφράσει γνώμη αν συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο. Ο υπάλληλος δεν ήταν πραγματογνώμονας, αλλά η πείρα που είχε αποκτήσει με τον καθημερινό χειρισμό των επιστολών του εργοδότη του κρίθηκε ικανοποιητική για να του επιτραπεί να τοποθετηθεί σχετικώς. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ο μάρτυρας και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν ανεπιτήδευτη και ειλικρινής και σε κανένα σημείο της δεν ήταν προσανατολισμένη στο να βοηθήσει την παραπονούμενη που είναι η εργοδότριά του. Κρίνω πως ήταν ειλικρινής αφού με τη μαρτυρία του προέβαλε και ισχυρισμούς που δεν ήταν επιβοηθητικοί για την υπόθεση της παραπονούμενης όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Παρά τη θετική εντύπωση που μου έκανε ως μάρτυρας, αξιολογώντας τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης των επίδικων επιταγών, κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι πειστικός και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εν λόγω επιταγών. Λόγω της απουσίας του από τον τόπο και τον χρόνο που οι εν λόγω επιταγές υπογράφηκαν κρίνω ότι δεν ήταν σε θέση να μπορεί βάσιμα να προβάλει θετικά τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Συνεπώς, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι δεν ισχυρίστηκε ότι για οποιοδήποτε άλλο λόγο γνώριζε την υπογραφή του κατηγορούμενου, κρίνω ότι ο ως άνω ισχυρισμός του δεν βασίζεται σε κάποιο δεδομένο αλλά πρόκειται για εικασία. Περαιτέρω και έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν είναι ούτε λογικός και δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Η Μ.Κ.2 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας η οποία δεν είχε κανένα λόγο να βοηθήσει οποιοδήποτε από τους διαδίκους με τη μαρτυρία της. Κατά την κυρίως εξέτασή της όταν της ζητήθηκε να δει τις επίδικες επιταγές ισχυρίστηκε ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιήσει κατά πόσο εννοεί την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν που είναι η Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ. Κατά την αντεξέτασή της όταν είχε στα χέρια της τις εν λόγω επιταγές και απαντούσε σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ξεχωριστά για καθεμία από αυτές ισχυρίστηκε ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της που προέβαλε κατά την αντεξέτασή της ότι οι ως άνω επιταγές που εκδόθηκαν επί της Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου αφού η απάντησή της ήταν σαφέστατη και επειδή αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σχετική σφραγίδα που τοποθετήθηκε σε καθεμιά από αυτές. Η εν λόγω σφραγίδα είναι η ίδια σε καθεμιά από τις επίδικες επιταγές και διαφέρει μόνο η ημερομηνία της και έχει ως εξής: «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD - DALI BRANCH
(0119)». Αποδέχομαι τον ως άνω ισχυρισμό της και για τον επιπλέον λόγο ότι στις επίδικες επιταγές δεν τοποθετήθηκε άλλη σφραγίδα που να υποδηλώνει ότι αυτές παρουσιάστηκαν στη Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να αποδεικνύει με σαφήνεια και ξεκάθαρα κατά πόσο αυτό πράγματι έγινε, και εάν έγινε, πότε και με ποιο τρόπο παρουσιάστηκαν στη Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ. Δεν παραγνωρίζω ότι στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd. v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, ημερ. 17.6.2016, αναφέρθηκε ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη συγκεκριμένη διαδικασία των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154, η οποία, εφόσον ακολουθείται, διευκολύνει το έργο της κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας (Ιωάννου ν. Ναναίμο κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555). Κρίνω όμως ότι στην παρούσα υπόθεση αυτή η διαδικασία δεν ακολουθήθηκε αφού η Μ.Κ.2 δεν ανέφερε οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με το εν λόγω θέμα. Λόγω τούτου κρίνω ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από την παραπονούμενη που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η πιο πάνω συγκεκριμένη διαδικασία πράγματι ακολουθήθηκε. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό της Μ.Κ.2 ότι η υπογραφή στις επίδικες επιταγές είναι η ίδια με την υπογραφή του κατηγορούμενου που φαίνεται στο δείγμα υπογραφής, τεκμήριο 6, αφού ο ως άνω ισχυρισμός της, αξιολογούμενος, δεν συνοδεύεται από την αναγκαία βεβαιότητα. Συγκεκριμένα η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι «εκ πρώτης όψεως» φαίνεται να είναι οι ίδιες καθώς επίσης ότι η ίδια δεν έχει γνώσεις γραφολόγου. Επίσης όσα σχετικά ισχυρίστηκε δεν εμπίπτουν σε κανένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης της πατρότητας μιας υπογραφής που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Έχοντας υπόψη μου την ως άνω μαρτυρία την οποία, μετά την υποκειμενική αξιολόγηση στην οποία προέβηκα αποδέχθηκα ως αξιόπιστη για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο εκδότης των επίδικων επιταγών είναι ο κατηγορούμενος ούτε ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή με οποιοδήποτε τρόπο στη Σ.Π.Ε. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΛΤΔ που είναι το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν. Ως είναι νομολογημένο «δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)». Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα ως άνω συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, ήτοι της έκδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο και της παρουσίασής τους για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 3, 5, 8, 11 και 14 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο