Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης:9489/2020, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B155 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9489/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Σταύρου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29/10/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: Η κα. Ιωάννα Χρίστου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη, στην παρούσα υπόθεση, κατηγορείται ότι, την 11.1.2020, επιτέθηκε εναντίον του πρώην συζύγου της, XXXXX Σταύρου (στο εξής «ο παραπονούμενος») και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση προνοιών του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία θυμάτων) Νόμου, Ν. 119
(1)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Η κατηγορούμενη δήλωσε τη μη παραδοχή της, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι η κατηγορούμενη με τον παραπονούμενο ήσαν πρώην σύζυγοι. Νυμφευθήκαν το 1999 και τελούσαν σε διάσταση από το
- Ο γάμος τους λύθηκε, κατόπιν απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το
- Από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο θυγατέρες, τη XXXXX ηλικίας, σήμερα, 18 ετών και την XXXXX ηλικίας, σήμερα, 10 ετών. Η XXXXX διαμένει με την κατηγορούμενη, ενώ η μεγαλύτερη τους θυγατέρα είναι φοιτήτρια στο εξωτερικό. Το έτος 2015 ο παραπονούμενος μετακόμισε στο υπόγειο της συζυγικής οικίας τους, όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα. Στο ισόγειο αυτής διαμένει η κατηγορούμενη. Επίσης, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι την 11.01.2020, ο παραπονούμενος, μετά από ιατρικό έντυπο που του παρέδωσε η Αστυνομία, εξετάστηκε από επί καθήκοντι ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 3). Διαπιστώθηκε επιπολής τραυματισμός αριστεράς άκρας χειρός, επιπολής τραυματισμός δεξιάς άκρας χειρός και υπονύχιο αιμάτωμα, μέσου δακτύλου δεξιού καρπού. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο παραπονούμενος στη προσπάθεια του να εισέλθει εντός του πλυσταριού του υπογείου με σκοπό να αποκαταστήσει την παροχή ρεύματος που σκόπιμα η κατηγορούμενη διέκοψε, η τελευταία του επιτέθηκε αναίτια και παράνομα. Από την άλλη, αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη προσπάθησε να εμποδίσει τον παραπονούμενο από του να εισέλθει εντός της οικίας της, λόγω του ότι φοβήθηκε από την παρουσία του. Ουδέποτε κτύπησε το παραπονούμενο, απλά τον απώθησε και οι οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη είναι στη προσπάθεια του να ανοίξει την πόρτα του πλυσταριού. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Ειδικότερα κατάθεσε ο παραπονούμενος (Μ.Κ 1), ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Στυλιανού (Μ.Κ 2) και ο Δρας XXXXX Ντρούε (Μ.Κ 3). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, την κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) καθώς και την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Ως συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ο λόγος που λήφθηκε και από τον παραπονούμενο ανακριτική κατάθεση είναι γιατί διερευνάτο υπόθεση εναντίον του, μετά από καταγγελία που υπέβαλε η κατηγορούμενη, ότι την εξύβρισε και την απείλησε. Για το λόγο αυτό καταχωρίστηκε και εναντίον του παραπονούμενου ξεχωριστή ποινική υπόθεση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ο παραπονούμενος αναφέρει ότι την 11.01.2020 και περί τώρα 16:00, όταν επέστρεψε στην οικία του να ετοιμαστεί, με σκοπό να παραλάβει την ανήλική του θυγατέρα και ήταν έτοιμος να αναχωρήσει, προσήλθε στην εν λόγω οικία και η κατηγορούμενη. Ο ίδιος, ακολούθως, άνοιξε την εξωτερική ηλεκτρική πόρτα του γκαράζ, ώστε να εξέλθει το όχημά του. Όταν εξήλθε έξω το όχημά του αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να την κλείσει, λόγω του ότι υπήρξε διακοπή ρεύματος. Λόγω του ότι δεν επιθυμούσε να αφήσει την περιουσία του εκτεθειμένη παρέμεινε στην οικία του. Ακολούθως, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα που οδηγεί στο πλυσταριό και εντός αυτού βρίσκεται ο διακόπτης του ρεύματος. Πίσω από την πόρτα υπήρχαν χάρτινα κιβώτια, τα οποία είχε τοποθετήσει η κατηγορούμενη, με σκοπό να μην μπορεί να εισέρχεται εντός αυτού. Ο ίδιος τότε την έσπρωξε λίγο, για να μπορέσει να εισέλθει μέσα. Τότε η κατηγορούμενη κατέβηκε από τη σκάλα, που οδηγεί στο υπόγειο από το σπίτι της, και άρχισε να τον χτυπά στα χέρια, με μεταλλική σωλήνα, δημιουργώντας του πληγές στο αριστερό του χέρι, καθώς του έλιωσε και το νύχι του δεξιού 3ου του δακτύλου. Επίσης, ο ίδιος παγιδεύτηκε μέσα στην πόρτα και δεν μπορούσε να φύγει. Στην προσπάθειά του να της αποσπάσει τη μεταλλική σωλήνα με τα χέρια του, αυτή συνέχισε να τον χτυπά. Επίσης, προσπαθούσε να προστατεύσει το πρόσωπό του, για να μην του προκαλέσει η κατηγορούμενη σοβαρότερα τραύματα. Δεν είναι η 1η φορά που η κατηγορούμενη διακόπτει ηθελημένα την παροχή ρεύματος, αυτό έγινε και στις 07.01.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 είναι η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε εξύβρισε και απείλησε την κατηγορούμενη. Ανέφερε, περαιτέρω, προφορικά ότι το πλυσταριό το διαχειρίζεται η κατηγορούμενη. Οι εκδορές προκλήθηκαν στην προσπάθεια του ιδίου να αποσπάσει τη σωλήνα από την κατηγορούμενη και ότι ο ίδιος δεν είχε καμία πρόθεση να προκληθεί οποιοδήποτε, μεταξύ τους, επεισόδιο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι μετά τον χωρισμό του με την κατηγορούμενη, οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήταν καθόλου καλές. Ήταν η θέση του ότι την συζυγική οικία την ανήγειρε ο ίδιος και επιθυμία της κατηγορούμενης ήταν να τον εκδιώξει. Αποκλειστικά υπαίτια για τα προβλήματα στον γάμο τους ήταν η κατηγορούμενη και αρνήθηκε ότι ο ίδιος άσκησε οποιανδήποτε ψυχολογική ή σωματική βία εναντίον της. Ανάφερε ότι ένας από τους λόγους των μεταξύ τους εντάσεων είναι γιατί η κατηγορούμενη διαμένει με τρίτο πρόσωπο και τα παιδιά του δεν επιθυμούν να συζούν μαζί με το πιο πάνω πρόσωπο. Εξήγησε ότι ο λόγος που διαμένει στο γκαράζ της συζυγικής οικίας, παρά το γεγονός ότι ο γάμος τους έχει λυθεί, είναι για να προστατεύσει τα παιδιά του από αυτόν, ωσότου ενηλικιωθούν. Το πλυσταριό, το οποίο βρίσκεται στο υπόγειο, είναι κλειδωμένο, ως ανάφερε, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο ίδιος να κάνει αυτοσχέδια κουζίνα εντός του γκαράζ. Αποδέχθηκε τη θέση ότι αφενός το οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγερθεί η συζυγική οικία είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της κατηγορούμενης και αφετέρου αυτή, μετά το διαζύγιο, ως η νόμιμη ιδιοκτήτρια της οικίας του απαγόρευσε να διαμένει σε αυτήν. Εξήγησε ότι παρέμεινε εκεί, λόγω του εκκρεμεί η επίλυση των μεταξύ τους περιουσιακών διαφορών και εξέφρασε τη θέση ότι ο ίδιος διαμένει νόμιμα εκεί λόγω του ότι δεν υπάρχει οποιονδήποτε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να του απαγορεύει κάτι τέτοιο. Αποδέχθηκε τη θέση ότι είχε ζητήσει, μέσω του συνηγόρου του, άδεια από την κατηγορούμενη ώστε να χρησιμοποιεί την κουζίνα που βρίσκεται εντός του πλυσταριού, αλλά ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση και ο ίδιος ουδέποτε γνώριζε ότι η κατηγορούμενη του απαγορεύει να την χρησιμοποιεί. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος έχει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να την χρησιμοποιεί. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος, μέχρι τον επίδικο χρόνο, δεν γνώριζε ότι η κατηγορούμενη τοποθέτησε χάρτινα κιβώτια πίσω από την είσοδο του πλυσταριού, με σκοπό να τον εμποδίσει να εισέρχεται εντός αυτής. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν ζήτησε από την κατηγορούμενη να επαναφέρει την παροχή ρεύματος ήταν γιατί η ίδια δεν ήταν πρόθυμη να τον βοηθήσει. Ερωτηθείς σχετικά, γιατί στις 07.01.20 όταν υπήρξε και πάλι διακοπή του ρεύματος ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία ενώ δεν προέβη σε ανάλογη πράξη στις 11.01.20, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι η Αστυνομία προσήλθε και στις 11.01.
- Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η Αστυνομία προσήλθε στη σκηνή μετά το επίδικο επεισόδιο. Εξέφρασε τη θέση ότι ο ίδιος θεώρησε ως καλύτερη λύση να εισέλθει στη μικρή κουζίνα με σκοπό να αποκαταστήσει τη παροχή ρεύματος και τούτο γιατί η κατηγορούμενη, 3 ημέρες προηγουμένως, του είχε και πάλι διακόψει την παροχή ρεύματος. Ανάφερε ότι τη στιγμή που προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, παγιδεύτηκε ενδιάμεσα εντός αυτής, όταν ξεκίνησε η κατηγορούμενη να τον χτυπά. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν δυσκολεύτηκε να ανοίξει μέρος της πόρτας λόγω των χάρτινων κιβωτίων, εισήλθε ο ίδιος, σχεδόν ολόκληρος, στη κουζίνα και τότε παρουσιάστηκε μπροστά του η κατηγορούμενη και άρχισε να τον χτυπά με μία μεταλλική σωλήνα. Ο ίδιος έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του, για να μην τον χτυπήσει και προσπάθησε να της αποσπάσει τη μεταλλική σωλήνα. Μόλις ο ίδιος την πήρε στα χέρια του την άφησε κάτω και αποχώρησε. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν αποχώρησε όταν ο ίδιος διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη κρατούσε στα χέρια της μία μεταλλική σωλήνα, ήταν γιατί δεν μπορούσε να φύγει λόγω του ότι παγιδεύτηκε στην πόρτα. Ουδέποτε ύβρισε και απείλησε την κατηγορούμενη και αρνήθηκε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη τον φοβήθηκε και για το λόγο αυτό πήρε στα χέρια της την εν λόγω σωλήνα, προσθέτοντας ότι αν όντως η κατηγορούμενη φοβήθηκε δεν θα ερχόταν στο υπόγειο. Θέση του ήταν ότι η κατηγορούμενη τα είχε όλα προσχεδιάσει. Αρνήθηκε ότι δημιούργησε από μόνος του τα τραύματα, όταν παγιδεύτηκε μέσα στην πόρτα και στη προσπάθεια του να την σπρώξει και να την ανοίξει, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι του τα δημιούργησε η κατηγορούμενη, χτυπώντας τον. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, στις 11.01.20 λήφθηκε τηλεφώνημα από την κατηγορούμενη, η οποία ζήτησε την παρουσία της Αστυνομίας, λόγω προβλήματος που αντιμετώπιζε με τον παραπονούμενο. Αφίχθηκε στο μέρος όπου και τον συνάντησε. Αυτός του ανέφερε ότι, όταν επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα στο υπόγειο της οικίας όπου και διαμένει, με σκοπό να αποκαταστήσει την παροχή ρεύματος, δέχτηκε επίθεση από την κατηγορούμενη, η οποία τον χτύπησε με την αλουμινένια λαβή της σφουγγαρίστρας στα χέρια. Στη συνέχεια συνομίλησε με την κατηγορούμενη, η οποία ανέφερε ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα βίαια, με αποτέλεσμα να αναποδογυριστούν κιβώτια, τα οποία είχε τοποθετημένα πίσω στην πόρτα. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την εξύβρισε και την απειλούσε. Στις 12.01.2020, έλαβε γραπτή κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 6) ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, καθώς και τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της απειλής. Στις 29.04.20 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 7) και επίσης την κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 8). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει μέσα από την επαγγελματική του ιδιότητα, τόσο την κατηγορούμενη όσο και τον παραπονούμενο εφόσον χειρίστηκε και στο παρελθόν μεταξύ τους εκατέρωθεν καταγγελίες. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε τα ευρήματά του ως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι ένας επιπολής τραυματισμός αφορά την επιφάνεια του δέρματος και είναι γνωστός ως εκδορά ή γρατζουνιά. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι οι επιπολείς τραυματισμοί, συνήθως έχουν ένα χαμηλό βαθμό βίας. Αποδέχθηκε ότι μπορούν να δημιουργηθούν και εάν κάποιο πρόσωπο χτυπήσει από μόνο του σε ένα αντικείμενο ή μία επιφάνεια. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι εάν κάποιο πρόσωπο δεχθεί πολλαπλά κτυπήματα στο ίδιο σημείο, θα δημιουργηθούν σοβαρότερες βλάβες παρά μια εκδορά. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι το υπονύχιο αιμάτωμα μπορεί να προκληθεί είτε εάν κάποιο πρόσωπο κλείσει το δάκτυλό του στην πόρτα είτε πέσει κάποιο αντικείμενο πάνω του. Θεωρεί ότι είναι δύσκολο να δημιουργηθεί τέτοια σωματική βλάβη από κτύπημα μίας μεταλλικής σωλήνας. Η κατηγορούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτήν στις 11.1.20 και ώρα 15:30 επέστρεψε στην οικία της. Την ημέρα εκείνη τη θυγατέρα της θα την παραλάμβανε ο παραπονούμενος. Τη στιγμή που ετοίμαζε φαγητό διαπίστωσε ότι υπήρξε διακοπή ρεύματος, η οποία ήταν πολύ μικρής διάρκειας. Μόλις διαπίστωσε τη διακοπή αυτή, άκουσε τον παραπονούμενο να τη βρίζει και να διαμαρτύρεται ότι είναι η ίδια που του διέκοψε τη παροχή, ενώ ταυτόχρονα άκουσε δυνατό θόρυβο στο υπόγειο της οικίας της, στο σημείο όπου βρίσκεται μία μικρή κουζίνα και το πλυσταριό. Στο υπόγειο της οικίας, όπου διαμένει ο παραπονούμενος, υπάρχει μια πόρτα που ενώνει το υπόγειο με το πλυσταριό και δίπλα από το πλυσταριό υπάρχει εσωτερική σκάλα, η οποία οδηγεί εντός της οικίας της. Τα κλειδιά της πόρτας αυτής τα έχει στην κατοχή του ο παραπονούμενος. Πίσω από την πόρτα η ίδια είχε τοποθετήσει διάφορα γεμάτα χάρτινα κουτιά, κατά τρόπο που να μην ανοίγει με σπρώξιμο η πόρτα. Ο λόγος που προέβη στην εν λόγω ενέργεια είναι για να νιώθει ασφαλής από τον παραπονούμενο ώστε αυτός να μην εισέρχεται εντός της οικίας της. Όταν άκουσε τον δυνατό θόρυβο, της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο παραπονούμενος είχε σπρώξει την πόρτα του πλυσταριού και η ίδια, επειδή φοβήθηκε μήπως αυτός εισέλθει στην οικία της με σκοπό να της προξενήσει κακό, έπιασε τη σφουγγαρίστρα και κατέβηκε κάτω στο πλυσταριό. Όταν κατέβηκε κάτω, είδε τον παραπονούμενο να σπρώχνει με μανία την πόρτα, όμως δυσκολευόταν να την ανοίξει λόγω των κιβωτίων. Εκείνη κρατώντας τη σφουγγαρίστρα έσπρωχνε με την άκρη της τον παραπονούμενο στο σημείο του ώμου, σε μια προσπάθεια της να τον εμποδίσει από του να εισέλθει εντός της οικίας της. Κάποια στιγμή ο παραπονούμενος έπιασε τη σφουγγαρίστρα και την τραβούσε προς το μέρος του, ενώ την απειλούσε και την έβριζε. Τη στιγμή που ο παραπονούμενος τραβούσε τη σφουγγαρίστρα τον είδε να κοιτάζει το χέρι του και να πονεί. Στη σκηνή ήρθε και η ανήλικη θυγατέρα τους και ο παραπονούμενος της ζήτησε να αποκαταστήσει την παροχή ρεύματος. Η θυγατέρα τους, του ανάφερε ότι όλοι οι διακόπτες ήταν κανονικά στη θέση τους. Ακολούθως, ο παραπονούμενος σταμάτησε να είναι επιθετικός, έκλεισε την πόρτα και αποχώρησε. Ουδέποτε η ίδια απέκοψε την παροχή ρεύματος, όπως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 2 αστυνομικού. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος είχε προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Οι εν λόγω ενέργειες του ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση με αποτέλεσμα αυτές να έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Αποδέχομαι, επίσης, την μαρτυρία του Μ.Κ
- Ο εν λόγω μάρτυρας, εξήγησε στο Δικαστήριο, μέσα από την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, τα ιατρικά του ευρήματα κατόπιν εξέτασης που υπέβαλε τον παραπονούμενο. Η μαρτυρία του, επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί και έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Ο παραπονούμενος άφησε στο Δικαστήριο τις χειριστές εντυπώσεις και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της, στο βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με την αποδεκτή και αναντίλεκτη μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία ότι σκοπός του παραπονούμενου δεν ήταν να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εκδοχή του είναι αντιφατική και δεν έχει λογική συνοχή. Ήταν ειρωνικός στις απαντήσεις του προς την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορουμένης και πολλές φορές προσπάθησε να υπεκφύγει στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω το Δικαστήριο διαπίστωσε να υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της ένορκης του μαρτυρίας. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ώστε αυτό να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα, σε σχέση με το τι ακριβώς είχε μεσολαβήσει κατά τον επίδικο χρόνο και ειδικότερα κατά πόσο η κατηγορούμενη πράγματι του είχε επιτεθεί. Ξεδιπλώνω το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς ήταν σαφής η εμπάθεια και η έχθρα του προς το πρόσωπο της κατηγορουμένης. Συνεχώς πρόβαλλε τη θέση ότι είναι αποκλειστικά ο ίδιος και με δικά του έξοδα και κόπους που ανήγειρε τη συζυγική οικία. Αργότερα, όμως, αποδέχθηκε, κατά την αντεξέταση του, ότι και η κατηγορούμενη συνέβαλε οικονομικά για την ανέγερση της. Επίσης, προσπάθησε με κάθε τρόπο να επιρρίψει αποκλειστικά στην κατηγορούμενη την ευθύνη για τις οποιεσδήποτε μεταξύ τους εντάσεις καθώς και ότι αυτή ευθύνεται για την λύση του γάμου τους. Η θέση του ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει το οποιοδήποτε μεταξύ τους επεισόδιο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι αντιφατική και διαψεύδεται από τις ίδιες του τις ενέργειες και πράξεις. Ο παραπονούμενος προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα φιλήσυχο και ήρεμο άνθρωπο. Και τούτο γιατί αφού ο ίδιος διαπίστωσε ότι η εξωτερική θύρα του γκαράζ δεν μπορούσε να κλείσει λόγω της διακοπής ρεύματος, θα μπορούσε κάλλιστα να αποχωρήσει με τη θυγατέρα του εφόσον αυτός ήταν ο σκοπός του και με δεδομένο ότι ο προσωπικός του χώρος ήταν κλειδωμένος και συνεπακόλουθα προστατευμένος. Επίσης, αφού διαπίστωσε ότι υπήρξε διακοπή ρεύματος και του δημιουργήθηκε η υποψία ότι είναι η κατηγορούμενη που διέκοψε τη παροχή του, θα μπορούσε κάλλιστα να καλέσει την Αστυνομία ή απλά να ζητήσει από τη θυγατέρα του να μεταβεί στο υπόγειο και να το επαναφέρει. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν έπραξε ο κατηγορούμενος. Αντ' αυτού ο κατηγορούμενος, με σκοπό να δημιουργήσει ένταση, αποφάσισε να εισέλθει εντός της οικίας της κατηγορούμενος και σε χώρο που η ίδια διαχειριζόταν, με σκοπό να αποκαταστήσει την παροχή ρεύματος. Περαιτέρω, όταν είδε την κατηγορούμενη να αντιδρά με την εκδηλωθείσα πράξη του αντί ο ίδιος να αποχωρήσει, με σκοπό να αποφευχθεί η οποιαδήποτε μεταξύ τους ένταση και με δεδομένο ότι γνώριζε ότι η ανήλικη θυγατέρα του βρισκόταν εντός της οικίας, εντούτοις επιχείρησε, δια της βίας, να εισέλθει στο πλυσταριό και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η κατηγορούμενη του απαγόρευε ρητώς να εισέρχεται σε αυτό, ως ο ίδιος ανάφερε στη κατάθεση του αλλά και αποδέχθηκε και κατά την αντεξέταση του. Επιπρόσθετα, ενώ ο ίδιος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε δημιούργησε οποιαδήποτε προβλήματα στην κατηγορούμενη εντούτοις αποδέχθηκε τη θέση ότι αφενός εναντίον του εκκρεμούν τρεις ποινικές υποθέσεις μετά από καταγγελίες που υπέβαλε η κατηγορούμενη εναντίον του και αφετέρου παραδέχθηκε τη θέση ότι ο ίδιος προκάλεσε επεισόδιο, που έλαβε χώρα ημέρα Μεγάλο Σάββατο του 2019, όταν και μετέβη εντός της οικίας της κατηγορουμένης για να ζητήσει τον λόγο γιατί τρίτο ξένο πρόσωπο εισήλθε εντός της συζυγικής οικίας. Αντιφατική, επίσης, ήταν η θέση του ότι ο λόγος που αποφάσισε να διαμένει στο υπόγειο της οικίας, παρά το γεγονός ότι επήλθε η λύση του γάμου του με την κατηγορούμενη και παρά το γεγονός ότι το οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγερθεί η συζυγική οικία βρίσκεται εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, ήταν επειδή ήθελε να προστατεύσει τα παιδιά του. Από τη μια, όμως, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η οικία του ανήκει εφόσον είναι ο ίδιος που την ανήγειρε και ότι επιθυμία της κατηγορούμενης είναι να τον εκδιώξει από την άλλη, όμως, αναφέρει ότι παρέμεινε εκεί με σκοπό να προστατεύσει τα παιδιά του. Η θέση του αυτή, πέραν του γεγονότος ότι είναι αντιφατική, είναι εντελώς αόριστη και ατεκμηρίωτη εφόσον δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει έστω και κατ' ελάχιστο ότι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο προκαλεί προβλήματα στα παιδιά του και ότι αυτά κινδυνεύουν από το ο,τιδήποτε. Δείγμα της αοριστίας και της γενικότητας των θέσεων του ήταν και η χαρακτηριστική αναφορά του ότι "ακούς τόσα πολλά σήμερα". Αντιφατική, επίσης, ήταν η θέση του ότι η Αστυνομία προσήλθε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην οικία πριν το επίδικο περιστατικό ενώ όπως ξεκάθαρα προκύπτει μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 2, ο ίδιος προσήλθε στο μέρος αργότερα, όταν δηλαδή έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο. Αντιφατική ήταν, επίσης, η θέση του ότι ενώ ισχυρίζεται πως ο ίδιος παγιδεύτηκε στην πόρτα του πλυσταριού, στην προσπάθεια του να εισέλθει σε αυτό, από την άλλη ισχυρίζεται ότι ο ίδιος εισήλθε σχεδόν ολόκληρος μέσα σε αυτό. Περαιτέρω, σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, ανάφερε ενόρκως ότι ο λόγος που ο ίδιος δεν έφυγε όταν είδε την κατηγορούμενη να κρατά το μεταλλικό σωλήνα, ήταν γιατί ο ίδιος ήταν παγιδευμένος στην πόρτα, γεγονός που βρίσκεται σε ουσιώδη αντίφαση με τα όσα ανάφερε πιο πάνω. Αντιφατική, επίσης, ήταν η θέση του ότι ενώ από τη μια ζήτησε άδεια, μέσω του συνηγόρου του, από την κατηγορούμενη ώστε να του επιτρέπεται να εισέρχεται στην μικρή κουζίνα του πλυσταριού με σκοπό να την χρησιμοποιεί από την άλλη ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν του επέτρεπε να εισέρχεται σε αυτήν. Αποτελεί άξιον απορίας για ποιό λόγο τότε ο ίδιος ζήτησε τέτοια άδεια από την κατηγορούμενη. Ακόμη μία αντίφαση αποτελεί και το γεγονός ότι ενώ στη γραπτή του κατάθεση ανάφερε ότι η κατηγορούμενη είχε τοποθετήσει, πίσω από την είσοδο του πλυσταριού, χάρτινα κιβώτια ώστε να μην μπορεί ο ίδιος να εισέλθει εντός αυτού, ενόρκως ανάφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την ύπαρξη τους. Επιπρόσθετα, στη κατάθεση του ισχυρίζεται από τη μια ότι ο ίδιος έσπρωχνε την πόρτα για να ανοίξει, λόγω της ύπαρξης των χάρτινων κιβωτίων, κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι ο ίδιος απλά έσπρωξε την πόρτα και αυτή άνοιξε χωρίς καμιά δυσκολία. Εάν πράγματι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε γιατί ο ίδιος, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, προβάλλει τη θέση ότι παγιδεύτηκε στην πόρτα; Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Επίσης, ενώ ισχυρίσθηκε ότι υπήρχαν χάρτινα κιβώτια για να μην μπορεί να ανοίξει η πόρτα, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει για ποιον λόγο η πόρτα άνοιξε εύκολα, χωρίς να βάλει δύναμη, προέβαλε τη θέση ότι τα κιβώτια δεν ήταν ακριβώς πίσω από την πόρτα. Ακόμη μία αντίφαση του αποτελεί και η εξής θέση του. Ενώ ενόρκως προέβαλε τη θέση ότι μόλις έπιασε στην κατοχή του τη σφουγγαρίστρα από την κατηγορούμενη ο ίδιος αποχώρησε τέτοια θέση δεν προβάλλεται στη γραπτή του κατάθεση. Δημιουργούνται, επίσης, εύλογα ερωτηματικά στο Δικαστήριο σε σχέση με τη θέση του ότι η κατηγορούμενη του επιτέθηκε και τον τραυμάτισε στα χέρια. Και τούτο γιατί πώς είναι δυνατό να τραυματίσθηκε μόνο στα χέρια και ο ίδιος να μην έχει στο πρόσωπο του ή στη κεφαλή του οποιαδήποτε κτυπήματα σε συνάρτηση πάντοτε με τη θέση του ότι ο ίδιος είχε τοποθετημένα τα χέρια του στο πρόσωπο του και την κεφαλή του ώστε η κατηγορούμενη να μην τον κτυπήσει στα εν λόγω σημεία; Και το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τα πιο πάνω γεγονότα, ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι γεμάτη από αντιφάσεις και από αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αφενός πολλά ερωτηματικά και αφετέρου εύλογες αμφιβολίες ως προς την εκδοχή του ότι η κατηγορούμενη του επιτέθηκε και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να παραθέσει ο,τιδήποτε άλλο ώστε να καταδείξει του λόγου το αληθές, ότι η μαρτυρία του έχει κενά και αντιφάσεις που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ώστε να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Συνεπακόλουθα η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της κατηγορουμένης. Δεν κρίνω σκόπιμο να αξιολογήσω τη μαρτυρία της τελευταίας εφόσον αυτό δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό. Η νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 3 και 4
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/2000. Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία,
- Με οποιανδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
- Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του και
- Να προκαλέσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Πέραν του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος ήσαν πρώην σύζυγοι και επομένως θεωρούνται μέλη της οικογένειας, εν τη εννοία του Ν.119
(1)/00 με την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη άσκησε βία εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσε σωματική βλάβη. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Κλείνοντας το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφέρει ότι η κατηγορούμενη προέβαλε, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι οι οποιεσδήποτε βλάβες που έχει υποστεί ο παραπονούμενος αυτές προκλήθηκαν λόγω της προσπάθειας της κατηγορούμενης να εμποδίσει τον παραπονούμενο από του να εισέλθει στο πλυσταριό, με σκοπό να προστατεύσει τον εαυτό της εφόσον φοβήθηκε ότι αυτός θα της προκαλούσε κακό. Προκύπτει εξ αρχής από την υπεράσπιση της κατηγορούμενης ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες της ή η οποιαδήποτε άσκηση εκ μέρους της οποιασδήποτε βίας εναντίον του παραπονούμενου ήταν δικαιολογημένη και εύλογη στη βάση του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα. Στο άρθρο 17 προνοείται ότι: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε». Το άρθρο 17 καθιστά, συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει, νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη, υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (Πετρόπουλος Δήμος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574). Η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι κάτω από ορισμένες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία (Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.ΑΔ. 251) . Όπου εγείρεται η υπεράσπιση της αυτοάμυνας, το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320, 325). Η χρήση βίας για σκοπούς αυτοάμυνας αναγνωρίζεται ως υπεράσπιση στο Κυπριακό Δίκαιο (Miliotis v. The Police
(1971)2 CLR 292, 296, 297) η οποία εμπίπτει στον όρο κατάστασης ανάγκης (necessity) του άρθρου 17 (Maifoshis v. Police
(1978)2 CLR 9, 11). To ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ένας κατηγορούμενος ήταν εύλογα αναγκαία. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης (Μαραγκός (πιο πάνω), Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 170, Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και άλλος v Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας έχει δύο σκέλη:
(1)Πεποίθηση από πλευράς κατηγορουμένου ότι δέχεται ή ότι θα δεχθεί επίθεση και
(2)της άσκησης, υπό τις περιστάσεις, εύλογης και όχι δυσανάλογης προς αυτής της οποίας αποτρέπεται, βίας. Εάν επομένως, το Δικαστήριο με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία, είναι σίγουρο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο επιτιθέμενος και όχι αυτός που απειλήθηκε με επίθεση, τότε με την απόδειξη των υπολοίπων συστατικών του αδικήματος, δύναται να τον καταδικάσει. Εάν όμως, δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεχόταν (ή ότι ενδεχομένως δεχόταν) επίθεση ή ότι πίστευε ότι θα δεχθεί επίθεση, τότε πρέπει να εξετάσει αν η αντίδραση του ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογη. Αντίδραση που κρίνεται εύλογη οδηγεί σε αθώωση του. Αντίδραση που δεν κρίνεται εύλογη ανατρέπει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, και στην απουσία άλλης αμφιβολίας, οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας αφενός απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του παραπονουμένου είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ότι η κατηγορούμενη ήταν στη προκειμένη περίπτωση η επιτιθέμενη και ότι αυτή δεν φοβήθηκε τον παραπονούμενο. Είναι επομένως αδύνατο για το Δικαστήριο να αποκλείσει την υπεράσπιση του άρθρου 17 του Κεφ. 154 από πλευράς κατηγορουμένης. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εν λόγω υπεράσπιση. Εν κατακλείδι, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να αθωώνεται και να απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο