← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. PRIFTI κ.α., Υπόθεση με αρ.: 24187/2019., 7/10/2021

ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. PRIFTI κ.α., Υπόθεση με αρ.: 24187/2019., 7/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B160 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 24187/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
  2. XXXXX PRIFTI
  3. XXXXX LUO
  4. XXXXX ΣΟΛΩΜΟΥ
  5. XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
  6. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 07/10/
  7. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. κ. Π. Σταύρου και Λ. Κάρνος. Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Ανδρέου. Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Β. Ακάμα για κα Λ. Κούτρα. Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Β. Ακάμα. Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 5, Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ [Σε ότι αφορά τους Κατηγορουμένους 1 και 2]
  8. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν, μετά από δική τους παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, έκαστος, σε αριθμό αδικημάτων των κατηγοριών στο κατηγορητήριο [i] που τους προσάχθηκε για την Δημοκρατία από τον Κατήγορο, ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος 1, καταδικάστηκε: - Στις κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 53, που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων, του Άρθρου 9[(δ) και (ε)] του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2014, Νόμος 60(I)/2014 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 60(Ι)/2014»), που, μέχρι και την 25η/07/2019, τιμωρείτο με ποινή φυλάκισης δέκα χρόνων και από την 26η/07/2019, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε χρόνων [ii]. Για το προκείμενο, σημειώνεται ότι, η ποινή του Κατηγορουμένου 1 για το συγκεκριμένο αδίκημα, θα πρέπει να επιβληθεί από το Δικαστήριο, με βάση το Νόμο που ίσχυε, αναλόγως περίπτωσης κατηγορίας, κατά τον χρόνο της διάπραξης του [iii]. Στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης και ειδικότερα, κατά τον τρόπο που προσδιορίστηκαν από τον Κατήγορο τα αδικήματα στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, ο Κατηγορούμενος 1, θα τιμωρηθεί για αυτό από το Δικαστήριο, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4, 6, 7 και 8, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9[(δ) και (ε)] του Νόμο 60(I)/2014, ως αυτές είχαν πριν από την τροποποίηση του από τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2019, Νόμος 117(Ι)/2019 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 117(Ι)/2019»), ενώ, σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 53, θα τιμωρηθεί για αυτό από το Δικαστήριο, βάσει των προνοιών της τελευταίας αυτής τροποποίησης του. Επισημαίνεται ότι, ο Νόμος 117(Ι)/2019, τέθηκε σε ισχύ, με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 26/07/2019 και ως εκ τούτου, με δεδομένο ότι, στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 8, αναφέρεται ότι, αυτό διαπράχθηκε «σε άγνωστη ημερομηνία του Ιουλίου 2019», το Δικαστήριο, μη έχοντας ο χρόνος συγκεκριμενοποιηθεί από την εκπρόσωπο του Κατήγορου κατά την παρουσίαση των γεγονότων, θα τιμωρήσει τον Κατηγορούμενο 1, με βάση την ευνοϊκότερη για αυτόν ποινή, ως προαναφέρθηκε, κρίνοντας ότι, η εν λόγω ασάφεια, πρέπει να επενεργήσει προς όφελος του. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, καταδικάστηκαν: - Στις κατηγορίες με αρ. 25, 26, 27, 28, 29 και 30, που αφορούν το αδίκημα της μαστροπείας, του Άρθρου 157(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. - Στην κατηγορία με αρ. 31, που αφορά το αδίκημα της απόπειρας μαστροπείας των Άρθρων 157(β) και 367 του Κεφ. 154, που, σύμφωνα και με το Άρθρο 35 του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Στην κατηγορία με αρ. 32, που αφορά το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας, του Άρθρου 164

(1)(α) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. - Στις κατηγορίες με αρ. 33 και 54, που αφορούν το αδίκημα της διατήρησης οίκου ανοχής, του Άρθρου 156
(1)(α) του Κεφ. 154, που, σύμφωνα και με το Άρθρο 35 του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Στις κατηγορίες με αρ. 34 και 55, που αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης γυναίκας, του Άρθρου 162(β) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. - Στην κατηγορία με αρ. 35, που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του Άρθρου 4
(1)(iii) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €500.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Στις κατηγορίες με αρ. 36, 37, 38, 39, 40, 41 και 42, που αφορούν το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, του Άρθρου 14Β
(1)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.543 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Και σε ότι αφορά την περίπτωση αυτού του αδικήματος, σημειώνεται ότι, η ποινή των Κατηγορουμένων 1 και 2, θα πρέπει να επιβληθεί από το Δικαστήριο, με βάση το Νόμο που ίσχυε, αναλόγως περίπτωσης κατηγορίας, κατά τον χρόνο της διάπραξης του [iv]. Δηλαδή, έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες που δίδεται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, σε ότι αφορά όλες, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 14Β
(1)του Κεφ. 105, ως αυτές είχαν βάσει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Συνοπτικού (Τροποποιητικού) Νόμου του 1996, Νόμος 100(Ι)/
  1. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση, και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [v].
  2. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  3. Το πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
  4. Σε γενικές γραμμές, τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως. - Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, παραδέχθηκαν ότι, κατά την χρονική περίοδο από τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2019, σε Λευκωσία και Λεμεσό, διατηρούσαν οίκους ανοχής και ζούσαν από κέρδη πορνείας. - Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, παραδέχθηκαν ότι, σε διάφορους χρόνους, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, εργοδότησαν παράνομα, δηλαδή, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, τις: XXXXX Agne από το Καμερούν, XXXXX Lama από το Νεπάλ, XXXXX Voloshyna από την Ουκρανία, XXXXX Giri από το Νεπάλ, XXXXX Mbara από το Καμερούν, XXXXX XXXXX Duong από το Βιετνάμ και XXXXX Omoruyi από την Νιγηρία. - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1, παραδέχθηκε ότι, σε διάφορους χρόνους, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, εμπορεύθηκε τις προαναφερόμενες ενήλικες γυναίκες, με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση τους, μέσω παραπλάνησης και κατάχρησης της ευάλωτης θέσης τους. - Επίσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, παραδέχθηκαν ότι, σε διάφορους χρόνους, κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, προήγαγαν τις εν λόγω ενήλικες γυναίκες, σε κοινή πορνεία· με εξαίρεση την XXXXX Omoruyi από την Νιγηρία, την οποία όμως αποπειράθηκαν να το πράξουν. - Μάλιστα, όπως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επιπρόσθετα παραδέχθηκαν, την προαναφερόμενη XXXXX Voloshyna από την Ουκρανία, κατά την χρονική περίοδο από τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2017, την κατακράτησαν παράνομα, δηλαδή, παρά την θέληση της, στον οίκο ανοχής που διατηρούσαν στην Λεμεσό· και κατά την χρονική περίοδο από τον Οκτώβριο του έτους 2017 μέχρι και τον Μάιο του έτους 2018, επίσης, στον οίκο ανοχής που διατηρούσαν στην Λευκωσία. - Τέλος, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, παραδέχθηκαν ότι, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου του έτους 2017 μέχρι και Οκτωβρίου του έτους 2019, ενώ γνώριζαν ότι €4.730 που απέκτησαν, ήταν έσοδο από τις προαναφερόμενες παράνομες δραστηριότητες τους, το κατείχαν ως περιουσία.
  5. Ως προαναφέρθηκε, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι καθοριστικές στο ζήτημα ποινής, όπως καθοριστικός είναι και ο συνδυασμός των αδικημάτων που τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν, σε ότι αφορά την αποτίμηση, συνολικά, της εγκληματικής δράσης των Κατηγορουμένων 1 και
  6. Τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν, εκ των περιστάσεων τους, είναι πολύ σοβαρά και ο συνδυασμός τους, επιβαρύνει την θέση τους. Η υπαιτιότητα όμως εκάστου, είναι διαφορετική. Ο Κατηγορούμενος 1, όπως και προαναφέρθηκε, αντιμετωπίζει, επιπρόσθετα αυτών στις οποίες καταδικάστηκε και η Κατηγορούμενη 2, και τις κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 53, που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων. Έλαβα, σχετικά με περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, για την κατάληξη μου αυτή, ειδικότερα υπόψη: - Πρώτον: Τον ρόλο του Κατηγορουμένου 1 στα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα προαναφερόμενα αδικήματα, ο οποίος, σε σχέση τον ρόλο της Κατηγορουμένης 2, ήταν ηγετικός και διευθυντικός. Η Κατηγορούμενη 2, αν και φαίνεται γνώριζε για τα πλείστα όσα διαδραματίζονταν που αφορούν την παρανομία των Κατηγορουμένων 1 και 2 υπό συζήτηση, ο ρόλος της, αν και επίσης ουσιαστικός και σημαντικός, ήταν περισσότερο προγραμματικός και υποβαθμισμένος σε σχέση με αυτόν του Κατηγορουμένου 1, εφόσον αυτή, ήταν απλά υπεύθυνη να διευθετεί τα ραντεβού των προαναφερόμενων ενήλικων θυμάτων με πελάτες της παράνομης επιχειρήσεως τους, να τις μεταφέρει μεταξύ των οίκων ανοχής σε Λευκωσία και Λεμεσό, να εποπτεύει την παράνομη εργασία τους στον οίκο ανοχής στην Λεμεσό και να εισπράττει τα παράνομα έσοδα τους. - Δεύτερον: Τον βαθμό του εξαναγκασμού, τόσο όσον αφορούσε την στρατολόγηση, όσο και τον επακόλουθο έλεγχο των πράξεων των προαναφερόμενων ενήλικων θυμάτων των Κατηγορουμένων 1 και 2 και τον ρόλο που έκαστος των Κατηγορουμένων 1 και 2 διαδραμάτισε στα σχετικά γεγονότα. Ο ρόλος της Κατηγορούμενης 2, διαπιστώνεται, μόνο σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, εξ ου και η υπαιτιότητα της μόνον για τα προαναφερόμενα αδικήματα που αντιμετωπίζει, σε αντίθεση με τον σαφώς πιο κυρίαρχο και ηγετικό ρόλο του Κατηγορουμένου 1, ο οποίος, όπως φαίνεται, ήταν το πρόσωπο που καθόριζε και κατεύθυνε το σύνολο των εν θέματι πράξεων των Κατηγορουμένων 1 και 2 και ειδικότερα, το πρόσωπο που στρατολόγησε ένα έκαστο των εν λόγω ενήλικων θυμάτων τους, επί των οποίων ασκούσε επιρροή και καταπιεστικό έλεγχο με τα λόγια και τις πράξεις του, πετυχαίνοντας τελικά την σεξουαλική εκμετάλλευση τους, μέσω, ως και προαναφέρθηκε, παραπλάνησης και κατάχρησης της ευάλωτης θέσης τους. Όλα τα ενήλικα θύματα των Κατηγορουμένων 1 και 2, επισημαίνεται, ήταν γυναίκες, σχετικά νεαρής ηλικίας, αλλοδαπές, χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον στην Κύπρο και με θέματα που τις απασχολούσαν σε ότι αφορούσε το νόμιμο της παραμονής και εργοδότησης τους στην Δημοκρατία, οι οποίες, λόγω οικονομικής ανάγκης, αναζητούσαν εργασία, την οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δια του Κατηγορουμένου 1, διαφήμιζαν ότι προσέφεραν σε ινστιτούτο μασάζ που διατηρούσαν, με τελικό αποτέλεσμα, αρχικά, την παράνομη απασχόληση τους με ενέργειες και δράση του Κατηγορουμένου 1, και στην συνέχεια, την προαγωγή τους στην συγκεκριμένη μορφή πορνείας, που η παράνομη επιχείρηση τους προσέφερε, ήτοι, της υπηρεσίας ερωτικού μασάζ -η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε κατά την παρουσίαση των γεγονότων της υπόθεσης από πλευράς Κατήγορου, αφορούσε γυμνότητα και ερωτικά αγγίγματα και δη, την «χειρομάλαξη γεννητικών οργάνων μέχρι την εκσπερμάτωση»-, δραστηριότητα που δεν ήταν στις επιδιώξεις τους και στην οποία μυήθηκαν μέσω, ως προελέχθη, παραπλάνησης και κατάχρησης της ευάλωτης θέσης τους, από τον Κατηγορούμενο
  7. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι, ο εξαναγκασμός των προαναφερόμενων ενήλικων θυμάτων των Κατηγορουμένων 1 και 2, από τον Κατηγορούμενο 1, δεν ήταν σωματικός, αλλά διανοητικός. Εξ ου και η αναφορά μου ανωτέρω, σε κατάχρηση της ευάλωτης θέσης των προσώπων αυτών. Ακόμη και σε ότι αφορά την περίπτωση της XXXXX Voloshyna, που, ως προαναφέρθηκε, κατακρατήθηκε παράνομα και για μία αρκετά μεγάλη, συνολικά, χρονική περίοδο, στους οίκους ανοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2, από τα γεγονότα, δεν προκύπτει να υπήρξε οποιοσδήποτε φυσικός καταναγκασμός της. - Τρίτον: Τον βαθμό που έκαστο των προαναφερόμενων ενήλικων θυμάτων έτυχε εκμετάλλευσης από τους Κατηγορουμένους 1 και
  8. Οι πλείστες φαίνεται ότι υπήρξαν θύμα της εγκληματικής δράσης των Κατηγορουμένων 1 και 2, για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν καθημερινά και για πολλές ώρες ημερησίως. Δεν παραβλέπεται όμως, ότι, τα εν λόγω πρόσωπα αμείβονταν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, για τα όσα παράνομα, ως προαναφέρθηκε, έπρατταν και ότι, πέραν κάποιων άλλων περιορισμών που είχαν κατά την διάρκεια που βρίσκονταν στους οίκους ανοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2, μετά την αποχώρηση τους από εκεί, είχαν ελευθερία κινήσεων. - Και Τέταρτον: Την κλίμακα της παράνομης επιχείρησης των Κατηγορουμένων 1 και 2, ο οποίοι έφτασαν σε σημείο να διατηρούν δύο οίκους ανοχής, ένα σε Λευκωσία και ένα σε Λεμεσό, όπως φαίνεται, με αρκετά μεγάλο κύκλο εργασιών και πελατολόγιο. Η απασχόλησης των Κατηγορουμένων 1 και 2, με την προαναφερόμενη παράνομη επιχείρηση τους, ήταν πλήρης, αφορά μία διαπιστωμένη περίοδο περίπου δύο χρόνων, από την οποία φαίνεται ότι είχαν σημαντικό χρηματικό όφελος. Υπήρξε, φαίνεται, από πλευράς τους, μεγάλος προγραμματισμός και οργάνωση.
  9. Προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2, προσμετρούν τα εξής: - Πρώτον: Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στο κατηγορητήριο τους, στο στάδιο που καταχωρήθηκε, άμεσα, θα μπορούσε να λεχθεί, από την ποινική τους δίωξη, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις όταν και αυτό έγινε, που αφορούν σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου τους από πλευράς Κατήγορου και διακοπή αριθμού κατηγοριών που αρχικά τους προσάχθηκαν με αυτό. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία των Κατηγορουμένων 1 και 2, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τους, για τα αδικήματα που διέπραξαν, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων τους, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας τους να αναλάβουν την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, που θα υπέβαλλε τα προαναφερόμενα θύματα της εγκληματικής δράσης τους, στην διαδικασία εξέτασης τους ενώπιον του Δικαστηρίου, με ότι αυτό συνεπάγεται, και αυτά εκτιμώνται από το Δικαστήριο προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και
  10. Δεν παραβλέπεται, όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1 και 2, στον απαιτούμενο βαθμό. - Δεύτερον: Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, σε σχέση αυτό και με την ηλικία τους κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. - Και Τρίτον: Την χρονική περίοδο που έκαστος των Κατηγορουμένων 1 και 2 τέλεσε ως υπόδικος σχετικά με την υπόθεση αυτή.
  11. Τέλος, προς εξατομίκευση της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές τους περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν, οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί [vi]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στα εξής: - Πρώτον: Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι συζευγμένοι. - Δεύτερον: Η Κατηγορούμενη 2, κυοφορεί τα δίδυμα παιδιά τους, ο τοκετός των οποίων αναμένεται σύντομα, στις 19/11/
  12. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, θα γίνουν γονείς για πρώτη φορά. - Τρίτον: Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι αμφότεροι αλλοδαποί, χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον στην Κύπρο. Ο εγκλεισμός του Κατηγορουμένου 1 στην φυλακή, εκτός του ότι θα του στερήσει αυτές τις πρώτες στιγμές της γέννησης των παιδιών του και θα τον κρατήσει μακριά από την Κατηγορούμενη 2 σύζυγο του, σε μία αντικειμενικά απαιτητική για αυτήν περίοδο, θα εναποθέσει ολόκληρο το βάρος του νοικοκυριού τους και των νεογνών σε αυτήν, που θα είναι μόνη. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, δεν παραβλέπω ταυτοχρόνως, βεβαίως, το γεγονός, ότι, η εγκυμοσύνη της Κατηγορούμενης 2 έχει προκύψει, μετά την ποινική αυτή δίωξη των Κατηγορουμένων 1 και 2 από τον Κατήγορο και σε χρόνο (περί τον Μάρτιο του έτους 2021), μετά και την απάντηση τους στο τροποποιημένο κατηγορητήριο τους, περί τον Φεβρουάριο του έτους
  13. Τούτο φυσικά, στο παρόν στάδιο, σε ότι αφορά την ποινική αντιμετώπιση της Κατηγορουμένης 2, επιβάλλει, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, εφαρμογή των προνοιών του περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμου του 2005, Νόμος 33(I)/2005 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 33(Ι)/2005»), με ότι αυτό συνεπάγεται. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι ότι, ο χρόνος που παρήλθε από την ποινική αυτή δίωξη των Κατηγορουμένων 1 και 2, μέχρι και σήμερα, μπορεί να τίθεται, εν όψει της προαναφερόμενης περίστασης, ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας σχετικά με την ποινή που θα τους επιβληθεί. Επιδρά, σίγουρα σε κάποιο βαθμό, όχι όμως σε βαθμό που μπορεί να καθορίσει το είδος της ποινής που αρμόζει να επιβληθεί στους Κατηγορουμένους 1 και
  14. - Και Τέταρτον: Ότι ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα ψυχικής υγείας. Τα οποία όμως, πρέπει να παρατηρήσω, δεν είναι εκείνης της φύσης ή και αυτού του βαθμού, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα καθοριστικό για το Δικαστήριο, σε σχέση με το είδος της ποινής που θα επιλεχθεί και την επιμέτρηση της.
  15. Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, έχοντας κατά νουν και τον συνδυασμό τους, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης. Δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και περαιτέρω, ότι το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης τους από το Δικαστήριο είναι αναπόφευκτο. Εντούτοις, η περίπτωση της Κατηγορούμενης 2, είναι ιδιαίτερη. Λόγω της εγκυμοσύνης της, εφαρμόζεται ο Νόμος 33(Ι)/
  16. Σχετικά, είναι τα Άρθρα 2 και 3[
(1)και
(4)]. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 3
(1)του Νόμου 33(Ι)/2005: «3.
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο.». Οι προϋποθέσεις που τίθενται από τις προαναφερόμενες παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του Άρθρου 3 του Νόμου 33(Ι)/2005, πρέπει, από τις περιστάσεις της υπόθεσης, να ικανοποιούνται σωρευτικά για να νομιμοποιείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή φυλάκισης σε μητέρα [vii]. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο σε ότι αφορά το κατηγορητήριο στο οποίο η Κατηγορούμενη 2 έχει καταδικαστεί, δεν προκύπτει τα σχετικά αδικήματα να τα διέπραξε «με τη χρήση βίας κατά του ατόμου», ούτε και ότι η Κατηγορούμενη 2 «αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία» και συνεπώς, η επιβολή σε αυτήν ποινής φυλάκισης, δεν αποτελεί επιλογή. 10. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στους Κατηγορουμένους 1 και 2, τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 2η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 6η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 7η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 8η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 53η Κατηγορία: 24 μήνες φυλάκιση. Στην 25η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 26η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 27η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 28η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 29η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 30η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 31η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 32η Κατηγορία: 9 μήνες φυλάκιση. Στην 33η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση. Στην 54η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση. Στην 34η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 55η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στην 35η Κατηγορία: 15 μήνες φυλάκιση. Στην 36η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 37η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 38η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 39η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 40η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 41η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 42η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 για τα αδικήματα στις κατηγορίες ως ανωτέρω, να συντρέχουν. Απόφαση την οποία το Δικαστήριο λαμβάνει, ώστε, η εγκληματικότητα του Κατηγορουμένου 1, στο σύνολο της, αλλά και η πορεία δράσης του, -που γίνεται αποδεκτό ότι αποτελεί μέρος ενός «ενιαίου περιστατικού»-, και η εγγενής σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, να αντικατοπτρίζεται επαρκώς στην ποινή. Οι ποινές φυλάκισης που το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο 1, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί. Στη Κατηγορούμενη 2: Στην 25η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 26η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 27η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 28η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 29η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 30η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 31η Κατηγορία: €200 πρόστιμο. Στην 32η Κατηγορία: €3.000 πρόστιμο. Στην 33η Κατηγορία: €1.500 πρόστιμο. Στην 54η Κατηγορία: €1.500 πρόστιμο. Στην 34η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 55η Κατηγορία: €500 πρόστιμο. Στην 35η Κατηγορία: €3.000 πρόστιμο. Στην 36η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 37η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 38η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 39η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 40η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 41η Κατηγορία: €250 πρόστιμο. Στην 42η Κατηγορία: €250 πρόστιμο.
  1. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 1, δεν συντρέχουν, κρίνει το Δικαστήριο, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία το Δικαστήριο καταλήγει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων, όλα όσα αφορούν αυτή την υπόθεση και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, οι οποίες κρίνονται ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του [viii]. Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και την επιμέτρηση της, δηλαδή, το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του, χωρίς να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο για να ληφθεί υπόψη ως σχετικό, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την προαναφερόμενη απόφαση του. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος 1 συνολικά θα εκτίσει, κρίνεται ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του αναστελλόταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/
  3. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση, επέβαλε στον κατηγορούμενο, που καταδικάστηκε και τιμωρήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο μετά από δική του παραδοχή, σε μία κατηγορία για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκου, με δώδεκα μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή, σε είκοσι τέσσερεις μήνες άμεση φυλάκιση. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, ως αυτό τροποποιήθηκε στις 03/11/
  4. Εκδικάζεται όμως συνοπτικά, κατόπιν οδηγιών του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, βάσει των Άρθρων 155 και 156 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  5. [ii] Βλ. τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2019, Νόμος 117(Ι)/
  6. [iii] Βλ. Έπαρχος Πάφου ν Tremetoushiotis Developers Ltd κ. Α., Ποινική Έφεση Αρ. 153/2018, 31/05/
  7. [iv] Βλ. την σημείωση τέλους με αρ. iii ανωτέρω. [v] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [vi] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  2. [vii] Βλ. Makuetche v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 149/2021, 27/09/
  3. [viii] Βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ ν Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.