ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΟΚΝΑΙΑΝ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 14833/2017, 13/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 14833/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΟΚΝΑΙΑΝ
- BLANESI TRADING LTD Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 13/07/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ............................] Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος 1, Απών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, μετά από αναβολές που δόθηκαν για την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορουμένου 1, που δεν τελεσφόρησε, προχώρησε σε συνέχιση της εκδίκασης της στην απουσία τους, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 89 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») [i]. Ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, εν όψει της εξέλιξης αυτής στην διαδικασία, ελλείψει επικοινωνίας με τους Κατηγορουμένους 1 και 2, που διαπιστωνόταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, έκρινε ότι δεν είχε πλέον τις οδηγίες τους για την εκπροσώπηση τους και ως εκ τούτου, ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου, που έκρινε βάσιμο και δικαιολογημένο το αίτημα, για την απόσυρση του. Κάτι που έγινε, σημειώνεται, μετά που το ένταλμα σύλληψης του Κατηγορουμένου 1 επιστράφηκε από την Αστυνομία ανεκτέλεστο στο Δικαστήριο και η εκπρόσωπος του Κατήγορου αιτήθηκε την συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης στην απουσία των Κατηγορουμένων 1 και
- Σχετική για το προκείμενο, είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/06/
- Αντικείμενο του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2 αυτής της Υπόθεσης, είναι το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Ο Κατήγορος, προσάπτει στους Κατηγορούμενους 1 και 2, τρείς ξεχωριστές κατηγορίες σχετικά με την διάπραξη του. Στην έκθεση αδικήματος των σχετικών κατηγοριών με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνονται τα Άρθρα 255 [ii] και 270 [iii] του Κεφ. 154, ως οι νομικές διατάξεις που το στοιχειοθετούν [iv]. Σχετικά με αυτό, υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [v]. Από αυτήν, προκύπτει ότι, στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, αν και είναι αδίκημα ξεχωριστό από το αδίκημα της κλοπής του Άρθρου 255 του Κεφ. 154 [vi], η έννοια της κλοπής κατά το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, εμπεριέχεται [vii]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, «Το Άρθρο 270 δεν αφορά το αδίκημα της κλοπής, αλλά μόνο την επέκτασή του σε σχέση με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κλοπή αφορά ένα από τα πράγματα τα οποία αναφέρονται στο Άρθρο
- . Επηρεάζεται, δηλαδή, αναλόγως του πράγματος το οποίο εκλάπη, όχι η ευθύνη η ίδια, αλλά η ποινή η οποία μπορεί να επιβληθεί και η οποία είναι αυξημένη σε συνάρτηση με την ποινή η οποία επιβάλλεται για συνήθη κλοπή». Πρόκειται, συνεπώς, το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, για επιδεινωμένη μορφή κλοπής, δηλαδή, από αυτή της απλής κλοπής [viii], του Άρθρου 255 του Κεφ.
- Ως εκ των προαναφερόμενων, τα Άρθρα 255 και 270 του Κεφ. 154, πρέπει να διαβάζονται μαζί [ix].
- Συνεπώς, με βάση [και] την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [x], τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, είναι τα εξής: [Βάσει του Άρθρου 255 του Κεφ. 154]
(1)Η απόκτηση από τον Κατηγορούμενο περιουσίας [xi] (που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής) και αποκόμιση της.
(2)Χωρίς την συναίνεση / συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της.
(3)Χωρίς δικαίωμα του Κατηγορουμένου απόκτησης της.
(4)Με δόλιο, από πλευράς Κατηγορούμενου, τρόπο και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος.
(5)Με πρόθεση του Κατηγορουμένου, κατά τον χρόνο της απόκτησης της, αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής από τον ιδιοκτήτη της. [Και επιπρόσθετα, βάσει του Άρθρου 270 του Κεφ. 154]
(6)Η περιουσία αυτή είχε εμπιστευθεί στον Κατηγορούμενο για συγκεκριμένο σκοπό (για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο).
(7)Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την περιουσία αυτή για άλλο σκοπό. Και.
(8)H κατάχρησης της περιουσίας από τον Κατηγορούμενο ήταν δόλια και ανέντιμη. Δηλαδή, σκόπιμη και εκ προθέσεως.
- Στο Άρθρο 270(β) του Κεφ. 154, στον όρο «περιουσία εμπιστευμένη», έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι περιλαμβάνονται και χρήματα για το εμπίστευμα των οποίων δεν χρειάζεται γραπτή απόδειξη ή η δημιουργία επίσημου εμπιστεύματος ή άλλου νομικού εγγράφου [xii]. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστήριο, σε πρόσωπο μπορεί, κατά την έννοια του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, να εμπιστευθεί περιουσία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτή δεν του παραδίδεται απευθείας από τον ιδιοκτήτη της [xiii]. Επίσης, η φυσική αποκόμιση της περιουσίας από τον κατηγορούμενο, δεν είναι απαραίτητη [xiv]. Έχει, μάλιστα, νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, προς τον σκοπό διαπίστωσης του κατά πόσο το αδίκημα έχει διαπραχθεί, ο όρος «περιουσία εμπιστευμένη», δεν ερμηνεύεται ως σαν να περιορίζεται στην στιγμή της αποστολής ή παράδοσης της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη της, αλλά μπορεί να καλύψει, κάθε μεταγενέστερη περίοδο κατά την διάρκεια της οποίας αυτή εμπιστεύεται σε πρόσωπο [xv]. Συναφώς, έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, η απόκτηση και αποκόμιση της περιουσίας, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει χρονικά με την σκόπιμη και εκ προθέσεως κατάχρηση της από τον κατηγορούμενο [xvi]. Το αδίκημα διαπράττεται, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, έχει αρχικά, νόμιμα αποκτήσει κατοχή και αποκομίσει την περιουσία [xvii], όταν μεταγενέστερα, σκόπιμα και εκ προθέσεως την καταχραστεί και ειδικότερα την οικειοποιηθεί [xviii].
- Σύμφωνα με την νομολογία και πάλι, όταν πρόσωπο αποκτά κατοχή και αποκομίζει χρήματα τα οποία και χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς, ενεργώντας δόλια, εκ προθέσεως και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος, επειδή γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να πάρει τα χρήματα, εφόσον δεν είναι δικά του, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο αυτό μπορεί να ήλπιζε ή να ανέμενε ότι στο μέλλον θα τα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη τους, δεν αποτελεί υπεράσπιση για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, παρά μόνο παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει προς μετριασμό της ποινής του. Τι σκόπευε ο κατηγορούμενος να πράξει με τα χρήματα, είναι, ως εκ τούτου, αν οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν ως έχει προαναφερθεί, ζήτημα άσχετο της ποινικής του ευθύνης [xix]. Περαιτέρω, το που τελικά κατέληξαν τα χρήματα αυτά, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα [xx].
- Βασικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, ήταν ο XXXXX Μακρίδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), ο οποίος, είναι και το πρόσωπο που, στις 15/03/2016, κατήγγειλε αυτή την Υπόθεση [επίσημα] στην Αστυνομία, η οποία, τελικώς, μετά από διερεύνηση της, τέθηκε από τον Κατήγορο, δια του υπό εξέταση κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2, ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφανθεί σχετικά με την ευθύνη των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που τους καταλογίζει.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο Κατήγορος, επιπρόσθετα, παρουσίασε και την μαρτυρία των:
(1)Α/Λοχία XXXXX, XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος, μετά και την προαναφερόμενη καταγγελία του ΜΚ2, διερεύνησε για την Αστυνομία αυτή την υπόθεση, όταν ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Ανιχνεύσεων Εγκλημάτων Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»).
(2)XXXXX Λειβαδιώτη, υπάλληλου της Τράπεζας Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ο οποίος, βασικά, παρουσίασε δεδομένα σχετικά με τα τραπεζικά και τις τραπεζικές συναλλαγές της Κατηγορούμενης 2 και της Unibev Ltd (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»). Και,
(3)XXXXX Μακρίδη, πατέρα του ΜΚ2 και σύμβουλο της Unibev Ltd, ο οποίος επίσης κατέθεσε σχετικά με τα επίδικα γεγονότα και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4). 8. Σύμφωνα με την θέση που ο Κατήγορος λαμβάνει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2:
(1)Κατά την 08η/10/2015 στη Λευκωσία, έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €85.850 της Unibev Ltd, το οποίο ο ΜΚ2 τους είχε εμπιστευθεί για την αγορά και παράδοση εμπορεύματος, ήτοι βότκα μάρκας «Van Gogh Flavoured Vodka». Ότι, δηλαδή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν προέβησαν σε καμία τέτοια αγορά και παράδοση του εν λόγω εμπορεύματος και οικειοποιήθηκαν τα χρήματα αυτά.
(2)Κατά την 20η/11/2015 στη Λευκωσία, έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €87.200 της Unibev Ltd, το οποίο ο ΜΚ2 τους είχε εμπιστευθεί για την αγορά και παράδοση εμπορεύματος, ήτοι βότκα μάρκας «Van Gogh Flavoured Vodka». Ότι, δηλαδή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν προέβησαν σε καμία τέτοια αγορά και παράδοση του εν λόγω εμπορεύματος και οικειοποιήθηκαν τα χρήματα αυτά. Και,
(3)Κατά την 27η/10/2015 στη Λευκωσία, έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €18.376,88 της Unibev Ltd, το οποίο ο ΜΚ2 τους είχε εμπιστευθεί για την αγορά και παράδοση εμπορεύματος, ήτοι αναψυκτικού μάρκας «Coca-Cola». Ότι, δηλαδή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν προέβησαν σε καμία τέτοια αγορά και παράδοση του εν λόγω εμπορεύματος και οικειοποιήθηκαν τα χρήματα αυτά.
- Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της Υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [xxi].
- Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί και με ακρίβεια. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς αντιφάσεις, συνεκτική, είχε λογική, την απαιτούμενη, για σκοπούς κατανόησης και τεκμηρίωσης, λεπτομέρεια, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση ή και εξ ακοής μαρτυρία, όπως επίσης και από πραγματική μαρτυρία, και ιδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
- Η μαρτυρία, άλλωστε, των μαρτύρων κατηγορίας, σε ότι αφορά το γνωστικό της μέρος για τα επίδικα γεγονότα, δεδομένης και της τροπής στην ακρόαση της υπόθεσης που διεξάχθηκε στην απουσία των Κατηγορουμένων 1 και 2, παρέμεινε αναντίλεκτη. Η σημασία αυτού του δεδομένου, έγκειται στα εξής. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου, επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι, δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [xxii] [xxiii]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. [xxiv]. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προελέχθη, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν αντεξέτασαν τους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να αμφισβητήσουν την μαρτυρία τους ή και υποβάλουν τις όποιες δικές τους θέσεις για τα επίδικα γεγονότα. Η δε μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, δεν παρουσιάζει εγγενείς δυσκολίες, ειδικότερα σε σχέση με την αξιοπιστία της, [έχει, ως και προαναφέρθηκε, γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη], και συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο, παρέχει το πραγματικό υπόβαθρο ενοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2 στο κατηγορητήριο τους, στον απαιτούμενο βαθμό. [xxv].
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, καταλήγω, βάσει σχετικής αξιολόγησης, έχοντας κατά νου και την νομική πτυχή της υπόθεσης, ως ανωτέρω, στα εξής ευρήματα:
(1)Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο οποίος, στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης, εξασφάλισε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σχετικές πιστοποιήσεις (βλ. Τεκμήριο 5), βάσει του μητρώου που η Κατηγορούμενη 2 τηρεί με το εν λόγω τμήμα, κατά τις 02/10/2015, 08/10/2015, 11/11/2015, 27/11/2015 και 20/11/2015, μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και μέλος της Κατηγορουμένης 2, ήταν ο Κατηγορούμενος
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΚ2, η Κατηγορούμενη 2, ήταν το νομικό πρόσωπο δια του οποίου ο Κατηγορούμενος 1 ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα από κάποιο σημείο της συναλλακτικής τους σχέσης και μετά. Σύμφωνα και πάλι με τον ΜΚ2, στα επίδικα γεγονότα, εμπλοκή από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2, σχετικά με την δράση της Κατηγορούμενης 2, είχε μόνο ο Κατηγορούμενος
- Συνάγεται από τα προαναφερόμενα ότι, ο Κατηγορούμενος 1, κατά πάντα ουσιώδη, με τα επίδικα γεγονότα, χρόνο, ήταν ο ιθύνων νους και η θέληση της Κατηγορουμένης 2 [xxvi].
(2)Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, αυτός είναι διευθυντής της Unibev Ltd. Όπως ο ΜΚ2 υποστήριξε, κατά το έτος 2015, μέσω αυτού, η Unibev Ltd προσήλθε, μέσω του Κατηγορουμένου 1, σε συμφωνία με την Κατηγορούμενη 2, υπό συγκεκριμένους όρους, για την αγορά και παράδοση εμπορεύματος, ήτοι βότκα μάρκας «Van Gogh Flavoured Vodka», αξίας €176.400 (συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών εξόδων και ναύλων για την μεταφορά και παράδοση του εμπορεύματος δια θαλάσσης διασυνοριακά) (στο εξής καλούμενα «η Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας», ή αναλόγως περίπτωσης «το Εμπόρευμα Βότκας»).
(3)Όπως ο ΜΚ2 επιπρόσθετα ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος 1, προέβη, σχετικά με την Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας, σε παραστάσεις προς τον ΜΚ2, που, μεταξύ άλλων, αφορούσαν, στον όρο, τελικά, στην συμφωνία μεταξύ Unibev Ltd και Κατηγορούμενης 2, για προκαταβολή, πριν την αποστολή του Εμπορεύματος Βότκας, του 50% του συμφωνημένου για αυτό, ως προαναφέρθηκε, χρηματικού ανταλλάγματος. Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, όπως ο Κατηγορούμενος 1 του παρουσίασε, η Κατηγορούμενη 2, ήταν αντιπρόσωπος της Alpegest Srl με έδρα την Ιταλία, από την οποία και θα προμηθευόταν το Εμπόρευμα Βότκας για σκοπούς υλοποίησης των συμφωνηθέντων της με την Unibev Ltd, και στην οποία, για τον σκοπό αυτό, θα έπρεπε, σύμφωνα με σχετική απαίτηση της, να προκαταβάλει για επιβεβαίωση της παραγγελίας που θα της υπέβαλλε, το 50% της αξίας της. Διαφορετικά, η Alpegest Srl, ανέφερε στον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος 1, δεν θα προωθούσε την οποιαδήποτε παραγγελία της Κατηγορούμενης 2. Εξ ου και ο λόγος, σύμφωνα με τον ΜΚ2, για τον προαναφερόμενο τελικά όρο στην Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας, μεταξύ Unibev Ltd και Κατηγορούμενης 2.
(4)Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, η Κατηγορούμενη 2, μέσω του Κατηγορουμένου 1, στις 02/10/2015, εξέδωσε στην Unibev Ltd, σχετικά με την Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας, το προτιμολόγιο (pro forma invoice) με αρ. BTL-1046 (βλ. Τεκμήριο 9, Παράρτημα Γ). Σύμφωνα και με βάση αυτό, αλλά και τα συμφωνηθέντα, ως και προαναφέρθηκαν, με την Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας, μεταξύ Κατηγορούμενης 2 και Unibev Ltd, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, η Unibev Ltd, στις 08/10/2015, κατέβαλε στην Κατηγορούμενη 1, €85.850.
(5)Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η εν λόγω πληρωμή, έγινε με τραπεζικό έμβασμα, μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται από την Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, από τραπεζικό λογαριασμό της Unibev Ltd, σε τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 9, Παράρτημα Ε). Αυτό το γεγονός, υποστηρίχθηκε και από τον υπάλληλο της Τράπεζας Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ΜΚ3, ο οποίος, προς υποστήριξη, παρέπεμψε στην απόδειξη εμβάσματος, Τεκμήριο 10.5 και στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 2, Τεκμήριο 10.2 στην οποία παρουσιάζεται σχετική πιστωτική καταχώριση.
(6)Η Unibev Ltd, ισχυρίστηκε επίσης ο ΜΚ2, μετά από αυτό το γεγονός, πίστευε ότι, η Κατηγορούμενη 2, κατέβαλε το χρηματικό αντάλλαγμα που η Alpegest Srl, σύμφωνα με τις παραστάσεις του Κατηγορουμένου 1 προς αυτόν, της ζήτησε για επιβεβαίωση και προώθηση της σχετικής παραγγελίας της και ότι, η Κατηγορούμενη 2 ενεργούσε προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων τους βάσει της Συμφωνίας για το Εμπόρευμα Βότκας.
(7)Κατά την ίδια χρονική περίοδο και πιο συγκεκριμένα, κατά την 11η/11/2015, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ2, μέσω αυτού, η Unibev Ltd προσήλθε, μέσω του Κατηγορουμένου 1, και σε συμφωνία με την Κατηγορούμενη 2, υπό συγκεκριμένους όρους, για την αγορά και παράδοση εμπορεύματος, ήτοι αναψυκτικού μάρκας «Coca-Cola», αξίας €61.256,25 (συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών εξόδων και ναύλων για την μεταφορά και παράδοση του εμπορεύματος δια θαλάσσης διασυνοριακά) (στο εξής καλούμενα «η Συμφωνία για το Εμπόρευμα Αναψυκτικού», ή αναλόγως περίπτωσης «το Εμπόρευμα Αναψυκτικού»).
(8)Όπως ο ΜΚ2 επιπρόσθετα ισχυρίστηκε, όρος της Συμφωνίας για το Εμπόρευμα Αναψυκτικού, μεταξύ Unibev Ltd και Κατηγορούμενης 2, ήταν η προκαταβολή, πριν την αποστολή του Εμπορεύματος Αναψυκτικού, του 30% του συμφωνημένου για αυτό, ως προαναφέρθηκε, χρηματικού ανταλλάγματος, και η παράδοσης του από την Κατηγορούμενη 2 στην Unibev Ltd, ως η συμφωνία τους, εντός δέκα ημερών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, η Unibev Ltd, στη βάση των προαναφερόμενων όρων της Συμφωνίας για το εμπόρευμα Αναψυκτικού, στις 20/11/2015, κατέβαλε στην Κατηγορούμενη 2, €18.376,88.
(9)Η εν λόγω πληρωμή, υποστήριξε επίσης ο ΜΚ2, έγινε με τραπεζικό έμβασμα, μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται από την Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, από τραπεζικό λογαριασμό της Unibev Ltd, σε τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 8, Παράρτημα Δ). Αυτό το γεγονός, υποστηρίχθηκε και πάλι, και από τον υπάλληλο της Τράπεζας Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ΜΚ3, ο οποίος, προς υποστήριξη, παρέπεμψε στην απόδειξη εμβάσματος, Τεκμήριο 10.6 και στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 2, Τεκμήριο 10.2 στην οποία παρουσιάζεται σχετική πιστωτική καταχώριση.
(10)Ο ΜΚ2, κατέθεσε επίσης, ότι, η Κατηγορούμενη 2, σχετικά με την Συμφωνία για το Εμπόρευμα Αναψυκτικού, όφειλε να εκδώσει στην Unibev Ltd προτιμολόγιο, κάτι που, μέχρι και την 20η/11/2015 που της προκατάβαλε το προαναφερόμενο ποσό των €18.376,88, δεν είχε πράξει. Τελικά, δεν το έπραξε ποτέ, παρά τις σχετικές προς τούτο παραστάσεις του Κατηγορουμένου 1, μέχρι και την ακύρωση της εν λόγω παραγγελίας από την Unibev Ltd και την απαίτηση της για επιστροφή του εν λόγω χρηματικού ποσού.
(11)Όπως ο ΜΚ2 επίσης ανέφερε, στις 23/11/2015, ο Κατηγορούμενος 1, τηλεφωνικά του ανέφερε, ότι το Εμπόρευμα Βότκας θα παραδιδόταν, ως οι όροι της Συμφωνίας για το Εμπόρευμα Βότκας (την επόμενη ημέρα θα φορτωνόταν στην Ιταλία σε πλοίο για μεταφορά στο Ισραήλ) και ως εκ τούτου, του ζήτησε όπως η Unibev Ltd, στη βάση της Συμφωνίας για το Εμπόρευμα Βότκας, κατέβαλλε στην Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα και με το προαναφερόμενο προτιμολόγιο (pro forma invoice) με αρ. BTL-1046 (βλ. Τεκμήριο 9, Παράρτημα Γ), το υπόλοιπο οφειλόμενο του τιμήματος πώλησης του Εμπορεύματος Βότκας, για να μπορεί να υλοποιηθεί η παράδοσης του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, η Unibev Ltd, στη βάση των προαναφερόμενων παραστάσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2, στις 27/11/2015, κατέβαλε στην Κατηγορούμενη 2 προς εξόφληση, ως και προαναφέρθηκε, το ποσό €87.200. Κάποιο μικρό ποσό, υποστήριξε ο ΜΚ2 για το προκείμενο, που υπολείπονταν του υπόλοιπου οφειλόμενο του τιμήματος πώλησης του Εμπορεύματος Βότκας, συμψηφίστηκε προς εξόφληση κάποιας προσωπικής οφειλής του Κατηγορουμένου 1 προς αυτόν.
(12)Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η εν λόγω πληρωμή, έγινε με τραπεζικό έμβασμα, μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται από την Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, από τραπεζικό λογαριασμό της Unibev Ltd, σε τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 9, Παράρτημα Θ). Αυτό το γεγονός, υποστηρίχθηκε και από τον υπάλληλο της Τράπεζας Πειραιώς Κύπρου Λτδ, ΜΚ3, ο οποίος, προς υποστήριξη, παρέπεμψε στην απόδειξη εμβάσματος, Τεκμήριο 10.7 και στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 2, Τεκμήριο 10.2 στην οποία παρουσιάζεται σχετική πιστωτική καταχώριση.
(13)Σύμφωνα με τον ΜΚ2, παρά τα προαναφερόμενα γεγονότα, η Κατηγορούμενη 2, ουδέποτε παρέδωσε στην Unibev Ltd, με βάση τις Συμφωνίες για το Εμπόρευμα Βότκας και Αναψυκτικού, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα Εμπορεύματα Βότκας και Αναψυκτικού και παρά την απαίτηση της Unibev Ltd προς την Κατηγορούμενη 2 για επιστροφή των προαναφερόμενων ποσών που της κατέβαλε, η Κατηγορούμενη 2, αν και μέσω του Κατηγορουμένου 1 αναγνώρισε την προς τούτο υποχρέωση της και προέβη και σε σχετικές παραστάσεις ως προς τα της εξόφλησης του χρέους της αυτού, της επέστρεψε μόνον €17.750.
(14)Σύμφωνα τόσο με τον ΜΚ2, αλλά και με τον ΜΚ4, η Κατηγορούμενη 2, όπως διαφάνηκε στην πορεία των πραγμάτων, ουδέποτε έδρασε προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων τους βάσει των Συμφωνιών για τα Εμπορεύματα Βότκας και Αναψυκτικού και ποτέ δεν υπέβαλε οποιαδήποτε παραγγελία στην Alpegest Srl, ως ο Κατηγορούμενος 1 τους παράστησε ότι θα έπραττε κάνοντας χρήση των χρημάτων για τα οποία ζήτησε την προκαταβολή ή αναλόγως περίπτωσης την πληρωμή για εξόφληση, παρά μόνο ζήτησε και πληρώθηκε και στην συνέχεια οικειοποιήθηκε τα χρήματα που της πληρώθηκαν για τον σκοπό από την Unibev Ltd. Αυτά, σύμφωνα με τον ΜΚ4, στο βαθμό που αφορούν την Συμφωνία για το Εμπόρευμα Βότκας, μεταξύ Unibev Ltd και Κατηγτορούμενης 2, του επιβεβαιώθηκαν από την διευθύντρια πωλήσεων της Alpegest Srl με την οποία είχε σχετικές επικοινωνίες. Γεγονός, που, όπως αμφότεροι ΜΚ2 και ΜΚ4 υποστήριξαν, δείχνει ότι, οι όποιοι ισχυρισμοί προβλήθηκαν από την Κατηγορούμενη 2, δια του Κατηγορουμένου 1, στην εξέλιξη των πραγμάτων, για να δικαιολογηθεί η μη υλοποίησης της Συμφωνίας για το Εμπόρευμα Βότκας που αφορούσαν σε «δράση» της Alpegest Srl, ήταν ψευδείς ή/και πλαστοί.
(15)Ο ΜΚ4, για να επεξηγήσει τις Συμφωνίες για τα Εμπορεύματα Βότκας και Αναψυκτικού, στις οποίες Unibev Ltd και Κατηγορούμενη 2 προσήλθαν, αποτέλεσμα των οποίων ήταν, η Κατηγορούμενη 2 να πληρωθεί τα προαναφερόμενα ποσά από την Unibev Ltd, προτού η τελευταία παραλάβει το οποιοδήποτε εμπόρευμα, επεξήγησε γενικά τον τρόπο εμπορικής συναλλαγής στο διεθνές εμπόριο, που γίνεται μέσω εμπορικών αντιπροσώπων. Επισημάνθηκε από τον ΜΚ4, ότι, στη βάση σχετικής συμφωνίας, τα χρήματα προκαταβάλλονται, ή αναλόγως περίπτωσης, καταβάλλονται, για συγκεκριμένο σκοπό, που αφορά στην επιβεβαίωση, κατ' αρχάς, της παραγγελίας του εμπορεύματος και στην πορεία, εξόφλησης του συμφωνημένου ανταλλάγματος για σκοπούς παράδοσης του. Από την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ4, συνάγεται ότι, η αμοιβή του εμπορικού αντιπροσώπου, καταβάλλεται ταυτοχρόνως, ως μέρος των προαναφερόμενων πληρωμών. Περαιτέρω, συνάγεται ότι, οι συναλλαγές της Unibev Ltd με την Κατηγορούμενη 2, όπως και η περίπτωση των επίδικων, είναι με τον προαναφερόμενο τρόπο που γίνονταν.
(16)Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, μεταξύ άλλων, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, ότι, η περιουσία αντικείμενο του κατηγορητηρίου του κατηγορουμένου, ελήφθη από τον κατηγορούμενο για συγκεκριμένο σκοπό. Στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 859, σχετικά με το Section 5
(3)της Theft Act 1968, που είναι όμοιο σε διατάξεις με το εν λόγω Άρθρο 270(β) του Κεφ. 154, για το προκείμενο, αναφέρονται τα εξής: «18.3.3.
- Property received for a particular purpose . If there is no legal obligation on D to retain and deal with the property in a particular way, it is his to do as he likes with, and it cannot be theft for him to do what he is entitled to do. But where there is such an obligation, it seems right that the property should be capable of being stolen by D. A straightforward example would be where D agrees to do certain work for V and V makes an advance payment of £
- D's failure to do the work or return the £100 will be a breach of contract but no criminal offence (Of course if D never intended to do the work, he would be guilty of fraud under s.2 of the 2006 Act and, since Gomez, of theft of it. But if he was acting honestly at the time he received the money, once he had received it he was the absolute owner of it and there was nothing belonging to another for him to steal). But if V had given D the money for a specified purpose, such as to buy materials for the job, that would create the obligation on D to retain and deal, so that D's dishonest disposal of the money for some other purpose would be theft under s.5
(3). . Examples of s.5
(3)in operation Advance payments As noted earlier, this includes if V has given D money for a specified purpose, as an advance payment such as to buy materials for the job. That would create the obligation on D to retain and deal, so that D's dishonest disposal of the money for some other purpose would be theft. Deposits If V were to pay a deposit to D, a trader, for goods to be supplied, D's liability under s.5
(3)will depend on whether D is under an obligation to deal with that deposit in a particular way. .».
(17)Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 2, έλαβε από την Unibev Ltd, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, για συγκεκριμένο σκοπό. Έπεται, ως εκ τούτου, ότι, η αναγκαία σχέση μεταξύ Unibev Ltd και Κατηγορουμένης 2 και νομική υποχρέωση της πρώτης έναντι της δεύτερης σχετικά με τα χρήματα που έλαβε από αυτή, για σκοπούς της ποινικής ευθύνης βάσει του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, έχει αποδειχθεί [xxvii].
(18)Η Κατηγορούμενη 2, δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που έλαβε από την Unibev Ltd, για τον σκοπό που της είχαν εμπιστευθεί, και τα καταχράστηκε. Η κατάχρησης, από πλευράς της Κατηγορουμένης 2, ως συνάγεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, και δη, από τα ψεύδη του Κατηγορουμένου 1 προς τον ΜΚ2, ως έχουν προαναφερθεί, αλλά και την εκ των υστέρων, παραδοχή της Κατηγορούμενης 2, μέσω του Κατηγορουμένου 1, για ιδιοποίηση, ουσιαστικά, των χρημάτων αυτών, αφής στιγμής, δεν μπορούσαν αμέσως να επιστραφούν στην Unibev Ltd λόγω χρησιμοποίησης τους για άλλο σκοπό, ήταν σκόπιμη και με πρόθεση [xxviii]. Σχετική, για το προκείμενο, είναι και η κατάθεσης του Κατηγορουμένου 1 προς την Αστυνομία, μέσω του ΜΚ1, Τεκμήριο 3, το περιεχόμενο της οποίας, λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, με την προαναφερόμενη αποδεκτή μαρτυρία, ως εξ ακοής του Κατηγορουμένου 1 μαρτυρία, του ΜΚ1.
(19)Η εμπλοκή, σημειώνεται, στην προκείμενη περίπτωση, της Κατηγορούμενης 2, στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, δεν διαφοροποιεί τα της ευθύνης του Κατηγορουμένου 1, ειδικότερα εφόσον, ο Κατηγορούμενος 1, ήταν ο κατευθυντήριος νους και η θέληση του εν λόγω νομικού προσώπου και αφής στιγμής, οι «συναλλαγές» του Κατηγορουμένου 1 με την Unibev Ltd ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ουσιαστικά προσωπικές [xxix]. Άλλωστε, η δίωξης του Κατηγορουμένου 1, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έχει την βάση της και στις διατάξεις του Άρθρου 20 του Κεφ. 154 (και ειδικότερα, ως διαπιστώνεται από τις περιστάσεις, εφαρμογής τυγχάνει το εδάφιο (δ) αυτού).
- Στη βάση των προαναφερόμενων διαπιστώσεων του για τα γεγονότα, το Δικαστήριο, θα προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 2 και 3, προς προσαρμογή του ως προς τις λεπτομέρειες σε ότι αφορά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270 του Κεφ. 154, που έκαστη αφορά, στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Και αυτό, επειδή, όπως διαπιστώνεται από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, το εν λόγω αδίκημα των κατηγοριών με αρ. 2 και 3, αντιστοίχως, διαπράχθηκε από τους Κατηγορουμένους 1 και 2, στις 27/11/2015 και 20/11/2015 και όχι στις 20/11/2015 και 27/10/2015, ως λανθασμένα καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Πρόκειται, είναι προφανές, για γραμματικό απλώς λάθος, χωρίς η διόρθωση του να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Κατηγορουμένους 1 και
- Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και κρίνοντας ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με την νομολογία, με βάση τις εξουσίες που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, διατάσσεται από το Δικαστήριο η τροποποίηση του κατηγορητηρίου, με την προσθήκη νέων κατηγοριών με αρ. 2 και 3, στις οποίες, αντιστοίχως, ως χρόνος να καθορίζεται, η «27η/11/2015» και 20η/11/2015», ως η ορθή ημερομηνία αντί, αντιστοίχως, της λανθασμένης 20ης/11/2015 και 27ης/10/2015, ως προς το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ως και στην συνέχεια καταληκτικά αναφέρεται, καταδικάζονται για το αδίκημα των νέων αυτών κατηγοριών. [xxx].
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι ο Κατήγορος έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους και τους καταδικάζω για τα αδικήματα στις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, που τους προσάχθηκαν.
- Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 89
(1)του Κεφ. 155, προνοεί: «Αν σε συνοπτική δίκη κατηγορούμενος ο οποίος δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να παραστεί αυτοπροσώπως δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 45, παραλείπει να εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο για εμφάνιση, κατόπι απόδειξης επίδοσης σε αυτόν κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του ή, αν θεωρεί σκόπιμο να αναβάλει την υπόθεση και να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψη του δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.». Σχετικές με τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου 89
(1)του Κεφ. 155, είναι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις ακόλουθες υποθέσεις: Re Makmavr Tourist And Developments Co Ltd, Αίτηση Αρ. 99/99, 09/09/1999, Petros Kimonas & Nicos Kofteros Construction Ltd v Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 310, Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 527, Αριστοδήμου ν Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(2007)2 Α.Α.Δ. 193, Ποταμός ν Alpha Bank Cyprus Ltd
(2012)2 Α.Α.Δ. 167, Λουκαϊδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 36/2014, 09/12/2014, Re Κυριάκου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 205/2014, 23/01/2015, Re Περατικού, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D389, Αίτηση Αρ. 76/2016, 03/08/2016, Γρηγορίου ν Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, Ποινική Έφεση Αρ. 100/2014, 27/09/2016 και Superfood Ltd ν Μιχαήλ, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015, 07/11/2018. [ii] Το Άρθρο 255 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.». [iii] Το Άρθρο 270 του Κεφ. 154, προνοεί τα εξής: «270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο με πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο, είτε από μόνο του, είτε μαζί με άλλο εκ μέρους ή για λογαριασμό τρίτου (δ) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, αξιογράφου που λήφθηκε από τον υπαίτιο με εντολή όπως το προϊόν από αυτό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή (ε) το προϊόν, ολόκληρο ή μέρος, το οποίο απορρέει από τη διάθεση περιουσίας, το οποίο λήφθηκε από τον υπαίτιο δυνάμει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε στον υπαίτιο με εντολή το πιο πάνω ποσό να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.». [iv] Βλ., σχετικά με το κατηγορητήριο, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 (ειδικότερα, αναφορικά με την σχέση των Άρθρων 255 και 270 του Κεφ. 154, με το Άρθρο 257 του Κεφ. 154). [v] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [vi] Βλ. Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44 και Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [vii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [viii] («larceny simpliciter»). [ix] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 (την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη) και Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [x] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Attorney General v Pieris
(1987)2 C.L.R. 44, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020. [xi] Βλ., σχετικά με τον όρο, «οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής» στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, όταν πρόκειται για χρήματα, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Attorney General v Demosthenous
(1987)2 C.L.R. 33. [xii] Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xiii] Είναι, μάλιστα, άσχετο, για σκοπούς ποινικής ευθύνης για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, βάσει του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, κατά πόσο ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν γνώριζε την ύπαρξη του κατηγορουμένου και δεν είχε, ένεκα τούτου, πρόθεση να του την εμπιστευθεί. Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. Βλ. επίσης, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794. [xiv] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683. [xvi] Βλ., σχετικά με το ζήτημα της πρόθεσης για την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154 («animus furandi») την υπόθεση Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και ειδικότερα, σχετικά με την διαφοροποίηση των σχετικών αρχών λόγω των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 με την Αγγλική Larceny Act 1961, την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη. [xvii] Ή ακόμη, όταν νόμιμα έχει αποκτήσει και ιδιοκτησία της περιουσίας, υπό περιστάσεις όμως, που, ο ιδιοκτήτης της, κατά νόμο, παραμένει ο ιδιοκτήτης της, δηλαδή, ως εξ επαγαγωγής ιδιοκτήτης («constructive owner») ή έχει, σχετικά με αυτήν ειδικό ενδιαφέρον (special interest) (βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195). Βλ. επίσης, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xviii] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και τις αναφερόμενες σε αυτή αποφάσεις, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195 και Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. Στην υπόθεση Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Το αδίκημα είναι εκείνο της κλοπής και η κλοπή δεν συναρτάται με την είσπραξη των χρημάτων, όπως εισηγείται η εφεσείουσα, κατά το χρόνο που της ενεπιστεύθησαν τα χρήματα, αλλά κατά το χρόνο κατά τον οποίο επέρχεται η ιδιοποίηση των χρημάτων, που οπωσδήποτε ήταν μεταγενέστερα .». [xix] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [xx] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xxi] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [xxii] Βλ. τα αναφερόμενα από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η έμφαση είναι δική μου) [xxiii] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [xxiv] Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους, ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. ...». (η έμφαση είναι δική μου) Αναφορά στις προαναφερόμενες αρχές, έγινε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/
- Ελέγχθηκαν τα εξής: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». [xxiv]. (η έμφαση είναι δική μου) [xxv] Βλ. Wynne v Mavronicola κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 και A.S.A. Farmakas Table Water Ltd v Ikame Trading Co Ltd κ. α., Πολιτική 'Εφεση Αρ. 197/2010, 18/02/2015, το σκεπτικό των οποίων εφαρμόζεται κατ' αναλογία.. [xxvi] Βλ. Metron (Cyprus) Ltd v Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/2015, 28/11/2017, Bolton (Engineering) Co v Graham
(1957)1 Q.B.159 και Tesco Supermarkets Ltd ν Nattrass
(1972)A.C.
- [xxvii] Βλ. Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/
- [xxviii] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. [xxix] Βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση, Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/
- [xxx] Βλ. Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2015, 02/06/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο