← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 19149/2019., 21/10/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 19149/2019., 21/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B164 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 19149/2019. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 21/10/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Β. Σιούλα. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, διώκει την Κατηγορούμενη για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, του Άρθρου 242 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [i]. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου της Κατηγορούμενης για την ποινική της δίωξη, είναι ότι, η Κατηγορούμενη, την 17η/09/2018 στη Λευκωσία, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της XXXXX Δημητρίου από την Λευκωσία. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
  2. i)XXXXX Δημητρίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν το θύμα της παράνομης πράξης της Κατηγορούμενης· και (
  3. ii)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Παναγιώτου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο Αστυνομικός του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας, που εξέτασε για την Αστυνομία τα επίδικα περιστατικά. 4. Η Κατηγορούμενη, μετά από την κλήση της από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και για την υπόθεση της, προς υπεράσπιση της, δεν κάλεσε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. 5. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής της Κατηγορούμενης, τοποθετείται στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το αδίκημά με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, κατηγορείται η Κατηγορούμενη. Αυτό το βάρος, κατά γενικό κανόνα [ii], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για την Κατηγορούμενη σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. [iii]. Δεν εναπόκειτο στην Κατηγορούμενη να αποδείξει την αθωότητα της, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή της. 6. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο εκτός εάν και έως ότου ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [iv]. 7. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη, ως έχει προαναφερθεί, έχει δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Η Κατηγορούμενη, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή της είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 8. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων, Κατήγορος και Κατηγορούμενη, αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής της Κατηγορούμενης στο κατηγορητήριο της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει την Κατηγορούμενη, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια αυτής της μαρτυρίας. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας η Κατηγορούμενη βασίζεται δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει την Κατηγορούμενη αν αυτή η μαρτυρία του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή της. [v]. 9. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία. Δηλαδή, ότι η Κατηγορούμενη επιτέθηκε εναντίον της ΜΚ1, παράνομα. Ο όρος, στο Άρθρο 242 του Κεφ. 154, «παράνομα», στην φράση, «επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα», σημαίνει και σχετίζεται, με την απουσία νόμιμης δικαιολόγησης, όπως είναι π. χ., η αυτοάμυνα ή άλλου παρομοίου είδους υπεράσπιση [vi]. Τέσσερα είναι συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος υπό εξέταση:- Πρώτον: Η ύπαρξη ενός χτυπήματος ή αγγίγματος ή η εφαρμογή δύναμης από την Κατηγορούμενη στην ΜΚ1. Δεύτερον: Ότι αυτή η διαγωγή της Κατηγορούμενης, ήταν χωρίς την συγκατάθεση της ΜΚ1. Τρίτον: Ότι αυτή η διαγωγή της Κατηγορούμενης, ήταν σκόπιμη (δηλαδή, εκούσια και σκόπιμη και όχι απλώς τυχαία) ή απερίσκεπτη, με την έννοια ότι η Κατηγορούμενη συνειδητοποίησε ότι η ΜΚ1 μπορούσε να υποστεί άμεση και παράνομη βία, όσο μικρή και αν ήταν, ως αποτέλεσμα αυτού που επρόκειτο να κάνει, αλλά ανέλαβε τον κίνδυνο ότι αυτό μπορούσε να συμβεί [vii]. Και Τέταρτον: Ότι αυτή η διαγωγή της Κατηγορούμενης, ήταν, ως προελέχθη, χωρίς νόμιμη δικαιολογία (χωρίς την συγκατάθεση της ΜΚ1 ή υπό περιστάσεις όπου η Κατηγορούμενη δεν βρισκόταν σε αυτοάμυνα). Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα στην κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 10. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο. [viii]. Η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συνεπάγεται απόρριψη κάθε λογικής υπόθεσης ή οποιασδήποτε εύλογης πιθανότητας, ασυμβίβαστης με την υπόθεση του Κατήγορου. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική. 11. Ουσιαστικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, ήταν ένας και μοναδικός: η ΜΚ1. Όπου ο Κατήγορος επιδιώκει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου και η υπόθεση του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά σε έναν μόνο μάρτυρα, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το Δικαστήριο πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό προτού καταδικάσει την Κατηγορούμενη στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο της, επειδή η υπόθεση του Κατήγορου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποδοχή της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ενός και μόνον μάρτυρα, δηλαδή αυτή της ΜΚ1. Έτσι, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ΜΚ1 είναι ταυτόχρονα και ειλικρινής και ακριβής μάρτυρας των γεγονότων που ισχυρίστηκε, δεν μπορεί να κρίνει την Κατηγορούμενη ένοχη. Προτού καταδικάσει την Κατηγορούμενη, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την μαρτυρία της ΜΚ1 προσεχτικά, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει σε αυτήν με ασφάλεια, στο υψηλό επίπεδο που απαιτείται σε μία ποινική δίκη. Η μαρτυρία της ΜΚ1, φυσικά, θα εξεταστεί ενταγμένη στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, για να εξεταστεί κατά πόσο υποστηρίζεται ή αντικρούεται από την οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τα προαναφερόμενα, βεβαίως, δεν αποτελούν πρόταση, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει την Κατηγορούμενη στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο της, στην βάση της μαρτυρίας της ΜΚ1 και μόνον, ή και ότι η ΜΚ1 είναι αναξιόπιστη. Ξεκάθαρα το Δικαστήριο μπορεί να το πράξει, αλλά μόνο μετά από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας της ΜΚ1 και ικανοποίησης του ότι είναι αξιόπιστη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [ix]. 12. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένης, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [x]. 13. Κατ' αρχάς, σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ2, σημειώνεται ότι, αυτή, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορουμένης και συνεπώς, στην απουσία οποιασδήποτε παρατήρησης του Δικαστηρίου, σχετικά με το γνωστικό της μέρος, ή την ακρίβεια των σχετικών με τα επίδικα γεγονότα και περιστάσεις αυτής της υπόθεσης ισχυρισμών του, κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστη για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα. 14. Η ΜΚ1, δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κρίνω ότι, σχετικά με αυτή την υπόθεση, δεν έχει καταθέσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά. Άφησε το Δικαστήριο με την αίσθηση ότι, οι ισχυρισμοί της σχετικά με το επίδικο περιστατικό, ήταν περισσότερο υποκινούμενοι από το γεγονός του τερματισμού της εργοδότησης της, και τον ισχυρισμό της ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την εργοδότρια της AIG Ασφαλιστική, παρά οτιδήποτε άλλο πραγματικά συνέβη. Η βασική θέση της, ότι, το επίδικο περιστατικό, την εξανάγκασε σε παραίτηση, μετά από χρόνια εργοδότησης της στην AIG Ασφαλιστική, κρίνεται από το Δικαστήριο ως υπερβολική, αλλά και παράλογη, αν λάβει κανείς υπόψη και τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να το καταγγείλει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, επίσημα στην εν λόγω εργοδότη της ή και στην Αστυνομία. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της ΜΚ1, σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. 15. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, δεν θα μπορούσε να βασιστεί με ασφάλεια στην μαρτυρία της ΜΚ1 ώστε με βεβαιότητα να εξάγει τα συμπεράσματα του για τα επίδικα γεγονότα, για τους ακόλουθους λόγους:- Πρώτον: Η καταγγελία της ΜΚ1, του επίδικου περιστατικού στην Αστυνομία, έγινε στις 07/05/2019, όταν το επίδικο περιστατικό, κατ' ισχυρισμό της, έγινε στις 17/09/2018. Δηλαδή, σε χρόνο, εννέα περίπου μήνες προηγουμένως. Υπάρχει, σαφώς, μία αξιοσημείωτη καθυστέρηση, η οποία ξενίζει. Η καταγγελία ενός περιστατικού στην Αστυνομία, από το οποίο προκύπτει ενδεχομένως ποινικό αδίκημα, για να διερευνηθεί, δεν μπορεί να συναρτάται, και δη από πλευράς παραπονούμενου, με οτιδήποτε άλλο. Προβληματίζει, η θέση της ΜΚ1, «ότι περίμενε το πόρισμα να δει τι θα γίνει, και μετά όταν είδε ότι δεν το χειρίστηκε η εταιρεία όπως έπρεπε, το κατήγγειλε στην Αστυνομία» και προκαλεί αβεβαιότητα σε ότι αφορά την αξιοπιστία της. Δεύτερον: Η ΜΚ1, όπως ανέφερε και στην κατάθεση της προς την Αστυνομία και τον ΜΚ2, κατήγγειλε το επίδικο περιστατικό στην Αστυνομία, μετά που η καταγγελία της αυτού στην εργοδότρια της AIG Ασφαλιστική «δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα», αλλά και τον εξαναγκασμό της, κατ' ισχυρισμόν της, σε παραίτηση από την εργασία της, στις 02/04/2019, αφού έλαβε για το ζήτημα αυτό και την συμβουλή του δικηγόρου της. Διασυνδέεται, δηλαδή, η καταγγελία της ΜΚ1, του επίδικου περιστατικού στην Αστυνομία, με τον ισχυρισμό της ότι παράνομα τερματίστηκε η εργοδότηση της από την εργοδότρια της AIG Ασφαλιστική, ότι δηλαδή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, ένα περίπου μήνα προηγουμένως. Η Κατηγορούμενη, σημειώνεται, τυγχάνει να ήταν η προϊστάμενη της στην AIG Ασφαλιστική. Τρίτον: Παρά το γεγονός ότι, όπως η ΜΚ1 ισχυρίστηκε, το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα, στον χώρο εργασίας της και κατά την ώρα της εργασίας της, όπου και όταν εργάζονται και άλλα άτομα, σε ένα γραφειακό χώρο ανοιχτού τύπου, κανένα άλλο άτομο, όπως ισχυρίστηκε και ο ΜΚ2 που εξέτασε αυτή την υπόθεση για την Αστυνομία, δεν το είδε. Ας σημειωθεί, ότι, ο προϊστάμενος, τότε, αμφοτέρων, ΜΚ1 και Κατηγορούμενης, στην AIG Ασφαλιστική, κάποιος XXXXX Φλωρίδης, παρά τον ισχυρισμό της ΜΚ1, ότι είχε καταγγείλει σε αυτόν το επίδικο περιστατικό την ίδια ημέρα, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για την υπόθεση του Κατήγορου. Αυτό, βεβαίως, έχει την σημασία του, καθότι, σε μία ποινική δίκη, όπου ο Κατήγορος πρέπει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι δεν υπήρξε μαρτυρία από κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορουμένου [xi]. Τα προαναφερόμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θέτουν σε αμφιβολία, την γνησιότητα της καταγγελίας της ΜΚ1 και την πραγματικότητα των ισχυρισμών της για τα επίδικα γεγονότα, η μαρτυρία της οποίας, πρέπει να σημειωθεί, δεν βρίσκει υποστήριξη σε καμία άλλη μαρτυρία. Η κατάληξης αυτή του Δικαστηρίου, προδιαγράφει και την τελική του απόφαση σε αυτή την υπόθεση, σχετικά με την υπόθεση του Κατήγορου εναντίον της Κατηγορούμενης στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο της. 16. Κάποια όμως σχόλια, πρέπει να γίνουν και για την μαρτυρία της Κατηγορούμενης. Το Δικαστήριο, ούτε και από την μαρτυρία της Κατηγορουμένης έχει εντυπωσιαστεί θετικά. Και αυτή, άφησε το Δικαστήριο με την αίσθηση ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο το τι πραγματικά συνέβη. Προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι κάποιο περιστατικό κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, ή κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έλαβε χώρα μεταξύ της ΜΚ1 και της Κατηγορούμενης, το οποίο η Κατηγορούμενη προσπάθησε να παρουσιάσει διαφορετικά, ίσως επειδή, κάποια σχέση μπορεί να έχει και με το γεγονός του τερματισμού της απασχόλησης της ΜΚ1 στην AIG Ασφαλιστική που επακολούθησε. Το εάν πράγματι, κατά την διάρκεια του επίδικου περιστατικού, υπήρξε το ισχυριζόμενο από πλευράς ΜΚ1 περιστατικό επίθεσης, δεν μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, εφόσον, η ΜΚ1, σχετικά με την μαρτυρία της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, κρίθηκε αναξιόπιστη ή σε κάθε περίπτωση, επειδή κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στην μαρτυρία της για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τα επίδικα γεγονότα. Εντούτοις, η παρατήρησης αυτή του Δικαστηρίου για την μαρτυρία της Κατηγορουμένης, δεν δικαιολογεί αποδοχή της, καθότι δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με την αξιοπιστία της. 17. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ο Κατήγορος, δεν έχει αποσείσει το νομικό βάρος που, ως προελέχθη, είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκει την Κατηγορούμενη, αθώα διάπραξης του αδικήματος της κοινής επίθεσης του Άρθρου 242 του Κεφ. 154, ως αυτό της καταλογιζόταν από τον Κατήγορο στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, και την απαλλάσσει. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με το Άρθρο 242 του Κεφ. 154: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.». [ii] Στον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Νόμος, κάποτε, προβλέπει για ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης πρέπει να αποφασίσει και σε σχέση με τα οποία ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του. Συναφώς, όταν η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, απ' αυτόν, δεν απαιτείται η απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος, χρειάζεται μόνο να εξακριβώσει σε τι είναι, που, σε αυτό το πλαίσιο στηρίζεται, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποχρεούται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, χρειάζεται μόνο να δείξει ότι είναι πιο πιθανό από ότι όχι αυτά που ισχυρίζεται να αποτελούν πραγματικότητα. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [iii] Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε, σε αυτή την υπόθεση, το νομικό βάρος απόδειξης οποιουδήποτε ζητήματος. Στο σύγγραμμα του I. Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-004 έως και 11-006 επεξηγούνται οι νομικές έννοιες νομικό βάρος απόδειξης και αποδεικτικό βάρος απόδειξης και η σημασία τους κατά την ακροαματική διαδικασία: «Two points encapsulate the difference between the legal and the evidential burden. When a judge is deciding whether an evidential burden has been discharged, he looks only at the evidence favouring the party who bears the evidential burden. The question for decision is whether the favourable evidence is sufficient by itself to raise an issue for the court to consider; the fact that there may be substantial other evidence contradicting the favourable evidence is immaterial at this stage. When a factfinder (judge, jury or bench of magistrates) is deciding whether a legal burden has been discharged, the factfinder looks at all the evidence adduced in the case. Thus the factfinder will take into account the evidence that first served to discharge the evidential burden plus any other evidence that tends to confirm or rebut it. The second point is that the discharge of an evidential burden does not involve a decision that any fact has been proved. All it signifies is that a question has been validly raised about the possible existence of a material fact; the decision is only that enough evidence has been adduced to justify a possible finding in favour of the party bearing the burden. It is therefore technical1y incorrect to refer to this burden as an "evidential burden of proof". The discharge of the legal burden occurs at a later stage in the trial, when the factfinder is required to decide on the existence or non-existence of facts whose possible existence is in issue. .When a party has discharged an evidential burden and raised an issue for the court to consider, there arises a tactical onus on the other party to respond with some rebutting evidence. There is no legal obligation to adduce (further) evidence on the issue, but the party against whom the evidence has been adduced increases the risk of losing on the issue if nothing is done to chal1enge the evidence. .». [iv] Ο Κατήγορος φέρει, αυτό που αποκαλείται, το νομικό βάρος απόδειξης. Αυτό, κατανέμεται βάσει κανόνων δικαίου και είναι καθορισμένο από την αρχή της εκδίκασης μιας υπόθεσης. Δεν μετατοπίζεται ποτέ κατά την ακρόαση της υπόθεσης. [v] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. τον δικαστικό λόγο του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vi] Βλ. στο σύγγραμμα, Smith, Hogan and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 688, στην παράγραφο 16.
  1. [vii] Βλ. R v Savage; DPP v Parmenter [1992] 1 AC
  2. [viii] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία -που δεν είναι συστατικά των αδικημάτων-, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [ix] «Murray direction»: Βλ. την απόφαση Εφετείου της Πολιτείας της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας στην υπόθεση R v Murray
(1987)11 NSWLR
  1. Βλ. επίσης και την απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου στην υπόθεση Smale v R [2007] NSWCCA
  2. [x] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [xi] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αυστραλίας στην υπόθεση Mahmood v Western Australia
(2008)232 CLR 397, όπου αποφασίστηκε ότι, σε μία ποινική δίκη: «. where a witness, who might have been expected to be called and to give evidence on a matter, is not called by the prosecution, the question is not whether the jury may properly reach conclusions about issues of fact but whether, in the circumstances, they should entertain a reasonable doubt about the guilt of the accused.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.