ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΗΛΙΑ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 8984/2017., 27/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 8984/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΗΛΙΑ
- XXXXX ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
- XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
- XXXXX STREBKOVA Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 27/10/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ι. Μ. Ουστάς. Για την Κατηγορούμενη 4: κ. Π. Γεωργίου. Κατηγορούμενοι 1 και 4, Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Οι Κατηγορούμενοι 1 και 4, έχουν, μετά από δική τους παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, του Άρθρου 79 του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012, Νόμος 106(I)/2012 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 106(Ι)/2012»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €300.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο και στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, της παράνομης σύστασης και λειτουργίας αρχείου δεομένων προσωπικού χαρακτήρα, των Άρθρων 7 και 26[
(1), (α) και (ε)] του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, Νόμος 138(I)/2001 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 138(I)/2001»), που, σύμφωνα με το Άρθρο 26
(6)του Νόμου 138(Ι)/2001, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός χρόνου ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €3.417 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, ιδιαιτέρως αυτό της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση, και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 διέπραξαν, ιδιαιτέρως, ως και προαναφέρθηκε, αυτό της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, είναι, ως διαπιστώνεται από τις προνοούμενες στον Νόμο ποινές, πολύ σοβαρά. Σκοπός του προαναφερόμενου Νόμου 138(I)/2001, είναι προφανές, ήταν η αντιμετώπιση της παράνομης στοιχηματικής δραστηριότητας. Περιπλέον, ρύθμιζε, με σκοπό την παρεμπόδιση, το στοίχημα να αποτελεί πηγή εγκλήματος, να συνδέεται με την εγκληματικότητα και να χρησιμοποιείται προς υποστήριξη ή και συγκάλυψη της εγκληματικότητας. Και περαιτέρω, διασφάλιζε ότι, το στοίχημα, διεξαγόταν με ελεγχόμενο, δίκαιο και ανοικτό τρόπο. Ενώ, προστάτευε επίσης, από τυχόν βλάβη ή εκμετάλλευση, μέσω του στοιχήματος, παιδιά ή και άλλα ευάλωτα άτομα. Η ρύθμισης πλέον του ζητήματος, από 21/03/2019, γίνεται από τον περί Στοιχημάτων Νόμο του 2019, Νόμος 37(Ι)/2019 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 37(Ι)/2019»).
- Ο συνδυασμός του προαναφερόμενου αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, από πλευράς Κατηγορουμένου 1, με αυτό της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, της παράνομης σύστασης και λειτουργίας αρχείου δεομένων προσωπικού χαρακτήρα, ως συνάγει το Δικαστήριο από τα γεγονότα, για την εξυπηρέτηση του σοβαρότερου αδικήματος, καταδεικνύει πορεία εγκληματικής δράσης του Κατηγορουμένου 1, με επιβαρυμένο χαρακτήρα.
- Το πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και
- Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως. - Οι Κατηγορούμενοι 1 και 4, διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα σε ώριμη ηλικία και ως εκ τούτου, τουλάχιστον τεκμαίρεται -σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει από τα γεγονότα κάτι το διαφορετικό-, όχι από ανωριμότητα ή και υπό περιστάσεις παρόρμησης. Αμφότεροι, ο καθένας φυσικά για διαφορετικούς λόγους, υποκινήθηκαν από το οικονομικό όφελος που θα είχαν. - Οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 παραδέχθηκαν ότι, κατά την 08η/10/2015, στη Λευκωσία, σε διαμέρισμα στην οδό Λήδρας, κατείχαν μηχανές με τις οποίες παρέχονταν υπηρεσίες για την διεξαγωγή στη Δημοκρατία, παιχνιδιών με απευθείας σύνδεση (on-line casino). Ότι, δηλαδή, κατείχαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, με τους οποίους παρεχόταν υπηρεσία για διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών ηλεκτρονικού τζόγου (on-line casino). - Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι, κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, διατηρούσε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς γραπτή γνωστοποίηση στον Επίτροπο Προστασίας των Δεδομένων. Ότι, δηλαδή, είχε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης, με το οποίο καταγράφονταν πλάνα εξωτερικά του προαναφερόμενου υποστατικού, με δυνατότητα αποθήκευσης τους σε σκληρό δίσκο. - Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1, σε σχέση με αυτόν της Κατηγορούμενης 4, ήταν ηγετικός. Η Κατηγορούμενη 4, ως προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης, αν και με πλήρη επίγνωση του παράνομου των πράξεων της, ο ρόλος της στην παροχή των παράνομων υπηρεσιών για την διεξαγωγή στη Δημοκρατία παιχνιδιών με απευθείας σύνδεση (on-line casino), από το συγκεκριμένο υποστατικό, ήταν κατ' εντολής του Κατηγορουμένου 1 και άλλων προσώπων, ή σε κάθε περίπτωση, κατ' εντολής του τελικού δικαιούχου του οφέλους αυτής της παράνομης επιχείρησης, μέσω του Κατηγορουμένου 1 και άλλων προσώπων, με τους οποίους ή τον οποίο είχε σχέση υπαλληλική, για την εξασφάλιση μισθού, η διάρκεια της οποίας υπήρξε σύντομη, εφόσον κράτησε μόνον για ένα περίπου μήνα και η σχετική απασχόληση της ήταν περιστασιακή (όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, δύο φορές κάθε εβδομάδα). - Ο Κατηγορούμενος 1, ως και προελέχθη, είχε ηγετικό ρόλο στην σύσταση και λειτουργία της συγκεκριμένης, ως προαναφέρθηκε και περιεγράφηκε, παράνομης επιχείρησης, η οποία, είναι εμφανές και συνάγεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, λειτουργούσε με σκοπό το χρηματικό όφελος και για μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο. Ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνεται, ήταν το πρόσωπο που είχε ενοικιάσει στο όνομα του το συγκεκριμένο υποστατικό και ένα από τα πρόσωπα που κατέβαλλε το συμφωνημένο για αυτό ενοίκιο του. Ο Κατηγορούμενος 1, ήταν δηλαδή το πρόσωπο που είχε την νομική κατοχή του εν λόγω υποστατικού, καθώς επίσης, όπως συνάγεται και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, εκ των προσώπων που είχαν και την πραγματική κατοχή του. Συνεπώς, το κάθε τι διαπιστώθηκε ότι υπήρχε στο εν λόγω διαμέρισμα, που τεκμηριώνει την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων και προσδιορίζει την πορεία δράσης των παρανομούντων, όπως π. χ. ήταν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που εντοπίστηκαν, το λογισμικό πρόγραμμα ή σύστημα «Deep Freeze» που υπήρχε εγκατεστημένο για σκοπούς συγκάλυψης, αν παρίστατο ανάγκη, της προαναφερόμενης εγκληματικής δραστηριότητας, τα μετρητά που βρέθηκαν από την Αστυνομία και το σύστημα κλειστού κυκλώματος βίντεο-παρακολούθησης, ήταν, ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας ή και τελικού δικαιούχου, και στην δική του κατοχή. Λέγοντας αυτά, έχει το Δικαστήριο υπόψη κατά την αποτίμηση της υπαιτιότητας του Κατηγορουμένου 1 σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, και τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, σχετικά με το πως ο Κατηγορούμενος 1 και για ποιους λόγους οδηγήθηκε στην σχετική αδικοπραγία.
- Ως προαναφέρθηκε, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, είναι καθοριστικές στο ζήτημα ποινής. Όπως καθοριστικός είναι, στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1, και ο συνδυασμός των αδικημάτων που τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν, σε ότι αφορά την αποτίμηση, συνολικά, της εγκληματικής του δράσης. Τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 διέπραξαν, εκ των περιστάσεων τους, είναι πολύ σοβαρά. Ο συνδυασμός τους, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 1, επιβαρύνει την θέση του.
- Προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 4, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 4 στο κατηγορητήριο τους, -αν και όχι με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκαν να το πράξουν από το Δικαστήριο και πολύ καθυστερημένα σε σχέση με την έναρξη της ποινικής τους δίωξης από τον Κατήγορο ενώπιον του Δικαστηρίου-, σε στάδιο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Λόγω της καθυστέρησης των Κατηγορουμένων 1 και 4, να δηλώσουν την παραδοχή τους στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο τους, σχετικά με τον παράγοντα αυτό, το Δικαστήριο, δικαιολογημένα θα τους επιδείξει λιγότερη επιείκεια, από ότι θα τους επιδείκνυε εάν το έπρατταν αμέσως όταν κλήθηκαν να απαντήσουν στο κατηγορητήριο τους ενώπιον του [iii]. Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή αυτή των Κατηγορουμένων 1 και 4, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία τους, μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης τους, για τα αδικήματα που έκαστος διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων τους, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας τους, πλέον, να αναλάβουν την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας και αυτό εκτιμάται από το Δικαστήριο προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και
- Δεν παραβλέπεται όμως από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1 και 4, στον απαιτούμενο βαθμό. Και περαιτέρω, ότι, λόγω της αντικειμενικής καθυστέρησης στην διεκπεραίωση αυτής της υπόθεσης και της ποινικής αντιμετώπισης των Κατηγορουμένων 1 και 4 από το Δικαστήριο, δεν προκλήθηκε σε αυτούς, οποιαδήποτε δυσμένεια ή επηρεασμός σε ότι αφορά την προβολή της οποιαδήποτε θέσης τους, σχετικά με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ή και τις προσωπικές τους περιστάσεις, οι οποίες, σημειώνεται, δεν διαπιστώνεται από τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να έχουν, κατά την περίοδο της καθυστέρησης, ουσιαστικά διαφοροποιηθεί, ώστε η καθυστέρηση αυτή, ως παράγοντας, να δικαιολογεί, πέραν του μετριασμού της ποινής τους, σε κάποιο βαθμό, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί. - Η συνεργασία της Κατηγορουμένης 4 με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής της. Αυτό, ως δεδομένο, σημειώνεται, από τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, δεν διαπιστώνεται και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της των Κατηγορουμένων 1 και 4 όπου αρμόζει, το Δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές τους περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 4 και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη σχετικά με αυτές, το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 διέπραξαν και της έξαρσης τους, οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί [iv]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 4, αμφότεροι, είναι λευκού ποινικού μητρώου, οικογενειάρχες, με εξαρτώμενους, που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, έχοντας κατά νουν και τον συνδυασμό τους, η ποινή της φυλάκισης θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης. Δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου
- Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι, λόγω του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορουμένου 1, της παραδοχής του κατηγορητηρίου του στο Δικαστήριο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, της καθυστέρησης που παρατηρείται στην ποινική από το Δικαστήριο αντιμετώπιση του, της απολογίας του και των προσωπικών του περιστάσεων, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του από το Δικαστήριο μπορεί να αποφευχθεί.
- Σε ότι δε αφορά την Κατηγορούμενη 4, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο βαθμός της υπαιτιότητας της στην διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, ως έχει προαναφερθεί, δικαιολογεί, παρά την εγγενή σοβαρότητα του και την ανάγκη, λόγω της συχνότητας με την οποία παρατηρείται στην κοινωνία, για αποτροπή μέσω της ποινής, για την ποινική αντιμετώπιση της, ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη και σε ότι αφορά αυτήν, το λευκό της ποινικό μητρώο, ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος, η παραδοχή του κατηγορητηρίου της πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, η απολογία της και οι προσωπικές της περιστάσεις, την επιλογή της χρηματικής ποινής.
- Το Δικαστήριο έχει επιλέξει την χρηματική ποινή για τους Κατηγορουμένους 1 και 4, την οποία όμως επιμετράει, έχοντας κατά νουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έκαστος διέπραξε, που, όπως και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλάται στην ποινή, σύμφωνα όμως πάντοτε με τις προαναφερόμενες περιστάσεις των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και τις προσωπικές των Κατηγορουμένων 1 και 4 και ειδικότερα τις οικονομικές. Το τελικό ποσό, είναι, κρίνει το Δικαστήριο, εντός των οικονομικών δυνατοτήτων των Κατηγορουμένων 1 και 4 (βλ. Evagorou v Police
(1971)2 C.L.R. 194), εφόσον, σε συνδυασμό, λαμβάνοντας υπόψιν τις οικονομικές τους περιστάσεις στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο θα ασκήσει και την διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από το Άρθρο 118
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») και θα τους δώσει κάποιο χρόνο, από σήμερα, για την εξόφληση του. 15. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στους Κατηγορουμένους 1 και 4 τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 1η Κατηγορία: €7.000 πρόστιμο. Στην 2η Κατηγορία: €170 πρόστιμο. Ο Κατηγορούμενος 1, ως και προαναφέρθηκε, κατ' εφαρμογής του Άρθρου 118
(1)του Κεφ. 155, θα έχει μέχρι και την 27ην/04/2022 για να καταβάλει το σύνολο του προστίμου που προκύπτει ως ανωτέρω. Στην Κατηγορούμενη 4: Στην 1η Κατηγορία: €900 πρόστιμο. Η Κατηγορούμενη 4, ως και προαναφέρθηκε, κατ' εφαρμογής του Άρθρου 118
(1)του Κεφ. 155, θα έχει μέχρι και την 27ην/01/2022 για να το καταβάλει.
- Περαιτέρω και ως μέρος της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 4, αυτοί καταδικάζονται από το Δικαστήριο, έκαστος, και σε €20 έξοδα διαδικασίας. Να πληρωθεί και αυτό το ποσό από έκαστο των Κατηγορουμένων 1 και 4, εντός της περιόδου που έχει καθοριστεί για την καταβολή του/των προστίμου/ων τους.
- Τα τεκμήρια στον κατάλογο τεκμηρίων της Αστυνομίας, Τεκμήριο 1, με αρ. 1, 19 και 20, εκ συμφώνου και των Κατηγορουμένων 1 και 4 και Κατήγορου, διατάζεται από το Δικαστήριο να κατασχεθούν και δημευθούν.
- Τα τεκμήρια στον κατάλογο τεκμηρίων της Αστυνομίας, Τεκμήριο 1, με αρ. από 2 έως και 18, αφού αφαιρεθεί από την Αστυνομία οτιδήποτε το παράνομο σε αυτά, να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο 2, ιδιοκτήτη τους. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [iv] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο