Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Καραολίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης:8502/2017, 17/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B158 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8502/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και-
- XXXXX Καραολίδη
- XXXXX Καραολίδη
- XXXXX Ιωαννίδη Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17/9/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Β. Μπίσσας 1ος Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση 3 κατηγορίες, αυτή της κοινής επίθεσης (1η κατηγορία), της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (2η κατηγορία) και της απειλής (3η κατηγορία). Αυτό το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι, την 03.10.2016 στο Στρόβολο, επιτέθηκε παράνομα εναντίον του XXXXX Ιωάννου, (στο εξής «ο 1ος παραπονούμενος») και ότι τον απείλησε με τη φράση «Αν δεν με παίξεις, εν να σε παίξω εγώ τζιαι εν να δεις ποιος εν που είμαι», επίσης του καταλογίζεται ότι επιτέθηκε εναντίον του XXXXX Χαραλάμπους (στο εξής «ο 2ος παραπονούμενος»), προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Σημειώνω εξ αρχής ότι για τον 2ο κατηγορούμενο η παρούσα υπόθεση αποσύρθηκε, λόγω μη επίδοσής της, ενώ για τον 3ο κατηγορούμενο η υπόθεση ολοκληρώθηκε, εφόσον αυτός δήλωσε παραδοχή στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας (δημόσια εξύβριση) όπου και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €
- Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι οι παραπονούμενοι το βράδυ της 3.10.16 επισκέφθηκαν το καφενείο που διαχειρίζεται ο κατηγορούμενος στο σωματείο «Πέτρα» (στο εξής το σωματείο) με σκοπό να δειπνήσουν. Εκεί δημιουργήθηκε μεταξύ των παραπονουμένων και του 1ου κατηγορουμένου συμπλοκή. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε παράνομα και εκείνος στους παραπονούμενος τραυματίζοντας τους. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης ότι είναι οι παραπονούμενοι που χωρίς λόγο επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και ότι ο τελευταίος βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες κατηγορίας. Ειδικότερα κατέθεσε ο 2ος παραπονούμενος (Μ.Κ 1), ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Χαραλάμπους, (Μ.Κ 2), ο 1ος παραπονούμενος (Μ.Κ 3), ο XXXXX Ελευθερίου (Μ.Κ 4), η Δρα XXXXX Συμιλλίδου (Μ.Κ 5), ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Μαυρουδής (Μ.Κ 6) και η Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Πέτρου (Μ.Κ 7). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(Β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτι δήλωση (Τεκμήριο 10) και δεν κλητεύσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο 2ος παραπονούμενος ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι ο ίδιος δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσής (Τεκμήριο 2) λόγω του ότι αυτή λήφθηκε υπό καθεστώς πίεσης από τους επί καθήκοντι Αστυνομικούς, οι οποίοι είχαν σκοπό να τον κατηγορήσουν σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Ούτε, επίσης, συμφώνησε και με το περιεχόμενο του ιατρικού του εντύπου, ημερομηνίας 03.10.2016 (Τεκμήριο 1). Εξηγώντας στο Δικαστήριο προφορικά για το πως είχαν εκτυλιχθεί τα επίδικα γεγονότα ήταν η θέση του ότι καθόταν στο μπαρ, μαζί με την παρέα του, στο σωματείο. Πίσω τους βρισκόταν μία άλλη παρέα. Κάποιος από αυτούς ανάφερε τη λέξη «κωλούθκια». Ο 1ος παραπονούμενος απευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο με σκοπό να τους κάνει παρατήρηση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια. Ακολούθως, ο ίδιος εξήλθε του καφενείου για να ανάψει τσιγάρο. Ενώ κάπνιζε, εντός του σωματείου άκουσε φωνές. Στη συνέχεια εξήλθε του σωματείου ο 1ος παραπονούμενος με την υπόλοιπη παρέα τους με σκοπό να αποχωρήσουν. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να φωνάζει και στάθηκε μπροστά από τον 1ο παραπονούμενο, προκαλώντας τον με έντονο τρόπο. Ο ίδιος αμέσως πήγε μπροστά από τον κατηγορούμενο με σκοπό να κατευνάσει τα πνεύματα και τότε ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, τον έριξε κάτω και του επιτέθηκε μαζί με τον υιό του. Ο ίδιος, ακολούθως, σηκώθηκε από κάτω, χωρίς να χτυπήσει τον οποιονδήποτε, προσπαθώντας και πάλι να ηρεμήσει την κατάσταση. Στη συνέχεια, εισήλθε εντός του καφενείου, για να πάρει την τσάντα του και ο κατηγορούμενος τον απείλησε ότι «θα τον κάψει», τον δάγκωσε στο δάκτυλο και τον χτύπησε με μία άδεια μπουκάλα πάνω στο κεφάλι. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι, μετά το επεισόδιο και αφού μετέβη στο νοσοκομείο για εξέταση, μετέβη ξανά στο σωματείο όταν προσήλθε η Αστυνομία με σκοπό να προβεί σε καταγγελία για την επίθεση που δέκτηκε. Ήταν η θέση του ότι, προηγουμένως, μετέβη στον Αστυνομικό σταθμό με σκοπό να υποβάλει παράπονο, πλην όμως οι παρόντες Αστυνομικοί τον έδιωξαν. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε ήταν η πρώτη φορά που ανάφερε στην Αστυνομία ότι έχει οποιονδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι, μετά την μετάβαση του στο Νοσοκομείο, ακολούθως μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό με σκοπό να τους παραδώσει τόσο ο ίδιος όσο και ο 1ος παραπονούμενος τα ιατρικά τους έντυπα. Ο ίδιος, λόγω των τραυμάτων του, δεν μπορούσε να εισέλθει εντός του Αστυνομικού Σταθμού. Ακολούθως, ο 1ος παραπονούμενος τον μετέφερε στην οικία του. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο ίδιος μετέβηκε εκ νέου στο καφενείο, μετά που παρέδωσαν τα ιατρικά τους έντυπα στην Αστυνομία. Μετά από σχετικές ερωτήσεις θυμήθηκε ότι, πράγματι, μετέβη στο σωματείο, αμέσως μετά την επίσκεψη του στον Αστυνομικό Σταθμό. Ερωτηθείς σχετικά, αναφορικά με το πως εκτυλίχθηκε το όλο περιστατικό, ανάφερε ότι όταν ο ίδιος βρισκόταν έξω από την πόρτα του σωματείου και κάπνιζε, είδε τον κατηγορούμενο να φωνάζει στον 1ο παραπονούμενο να εξέλθει από αυτό. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο 1ος παραπονούμενος, κατά την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν έξω, μετέβη να ζητήσει τον λόγο από την παρέα που καθόταν στο τραπέζι χωρίς όμως ο ίδιος να θυμόταν την συνομιλία που είχε μεσολαβήσει, πλην όμως άκουσε, από το παράθυρο, κάποιο πρόσωπο να απολογείται στον 1ο παραπονούμενο. Ο ίδιος από την επίθεση υπέστη κατάγματα στο κεφάλι και έχασε πολύ αίμα. Όταν μετέβη στην Αστυνομία με σκοπό να υποβάλει το παράπονό του, είχε πετσέτες πάνω στο κεφάλι του με αίματα, καθώς και το δάκτυλό του, το οποίο του δάγκωσε ο κατηγορούμενος, ήταν τυλιγμένο με πετσέτα. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει οποιονδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και ούτε επιθυμεί να λάβει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε σχέση με την επίθεση που δέκτηκε. Ως προς τον λόγο που δεν ανέφερε στην 2η κατάθεσή του, ημερομηνίας 29.12.2016, ότι ο ίδιος πιέστηκε από την Αστυνομία να αναφέρει αυτά που ανέφερε, κατά την λήψη της 1ης του ανακριτικής κατάθεσης, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να βρει το δίκαιό του διότι η Αστυνομία δεν τον έλαβε σοβαρά υπόψη. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι ο ίδιος δεν αιμορραγούσε στο δάκτυλο και ότι δεν είχε τυλιγμένη οποιανδήποτε πετσέτα σε αυτό, ότι ο 1ος παραπονούμενος, όταν πήγε να ζητήσει τον λόγο από την άλλη παρέα, κατέβασε κάτω το παντελόνι του, προβάλλοντας τα γεννητικά του όργανα, ότι δεν λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο και, τέλος, ότι ο 1ος παραπονούμενος χτύπησε και έσπρωξε τον κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος, μετά που ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο έδαφος, τον χτύπησε προκαλώντας του τραύματα. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, λήφθηκε μήνυμα ότι στο καφενείο του κατηγορούμενου υπήρχε συμπλοκή μεταξύ των θαμώνων. Αφού μετέβη στο μέρος εντόπισε τον κατηγορούμενο και ένα άλλο πρόσωπο να είναι χτυπημένα στο πρόσωπο. Κλήθηκε ασθενοφόρο με σκοπό να παραλάβει τον κατηγορούμενο. Καθώς βρισκόταν στη σκηνή με τον κατηγορούμενο, αντιλήφθηκε ένα όχημα να σταθμεύει, έξω από το σωματείο. Διαπίστωσε αργότερα ότι πρόκειται για τους παραπονούμενους. Ο 1ος παραπονούμενος εισήλθε στο σωματείο και ζήτησε το λόγο από τον κατηγορούμενο γιατί να αναφέρει το όνομα του. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον 1ο παραπονούμενο άρχισαν, τότε, να συζητούν έντονα, και ο ίδιος στάθηκε ανάμεσα τους. Θεώρησε τον 2ο παραπονούμενο επικίνδυνο, λόγω του ότι κοίταζε με έντονο βλέμμα τον κατηγορούμενο. Ο 1ος παραπονούμενος ανάφερε ότι έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και ο ίδιος τον συμβούλευσε να μεταβεί σε Αστυνομικό Σταθμό με σκοπό να υποβάλει σχετική καταγγελία. Αντεξεταζόμενος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η Αστυνομία κλήθηκε στη σκηνή κατόπιν τηλεφωνήματος του κατηγορούμενου και ούτε ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο το χέρι του 2ου παραπονούμενου ήταν τυλιγμένο με πετσέτα. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι και οι δύο παραπονούμενοι είχαν επιθετικό ύφος προς τον κατηγορούμενο. Τέλος, ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά τον 1ο παραπονούμενο. Ο 1ος παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτήν, ενώ βρισκόντουσαν στο μπαρ του σωματείου, άκουσε ένα άτομο, από μία παρέα που κάθονταν από πίσω τους, να λέει «τζίηντα κωλούθκια τζιαμέ άμα θέλουμε εν τα γαμούμε;». Τότε ο ίδιος φώναξε στον κατηγορούμενο ενημερώνοντας τον για το πιο πάνω γεγονός και του ζήτησε όπως απολογηθούν. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε να το ξεχάσει και τότε ο ίδιος μετέβη στην άλλη παρέα με σκοπό να λάβει μία απολογία. Αμέσως, ένα από τα πρόσωπα που καθόταν στο τραπέζι του απολογήθηκε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εξήλθε μεθυσμένος από το μπαρ και τον πλησίασε, σπρώχνοντάς τον, πολύ δυνατά, με τα χέρια του στην πλάτη και οδηγώντας τον έξω από το σωματείο. Ταυτόχρονα, τον απείλησε με τη φράση «Αν δεν με παίξεις εν να σε παίξω εγώ τζιαι εν να δεις ποιος εν που είμαι». Ο ίδιος γέλασε, αναφέροντάς του ότι θα αποχωρήσει και ότι δεν επιθυμεί την οποιαδήποτε, μεταξύ τους, αντιπαράθεση. Όταν εξήλθε του σωματείου, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον 2ο παραπονούμενο και ακολούθως ο ίδιος δέχτηκε κτύπημα από τον αδελφό του κατηγορούμενου, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Μετά τα κτυπήματα που δέχτηκαν, χτύπησαν και οι ίδιοι τον κατηγορούμενο και τον αδελφό του, για να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Με τη λήξη του επεισοδίου προσπάθησαν να μεταβούν στην Αστυνομία με σκοπό να υποβάλουν παράπονο. Στην πορεία πληροφορήθηκαν ότι η Αστυνομία μετέβηκε στο σωματείο και ακολούθως επέστρεψαν πίσω. Εκεί ο κατηγορούμενος άρχισε να τους κατηγορεί ότι είναι ναρκομανείς. Στη συνέχεια, μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό και αφού τους χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο μετέβησαν στο Νοσοκομείο για εξέταση. Ακολούθως, επέστρεψαν στον Αστυνομικό Σταθμό, παραδίδοντας τα ιατρικά τους έντυπα και εξέφρασαν την επιθυμία να υποβάλουν καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Χτυπούσαν έντονα το κουδούνι με σκοπό να τους επιτραπεί η είσοδος, πλην όμως οι αστυνομικοί δεν ανταποκρίνονταν λόγω του ότι έτρωγαν και τους έδιωξαν, αναφέροντας τους ότι δεν έχουν τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να τους λάβουν κατάθεση. Ενώ ο ίδιος περίμενε να κληθεί από την Αστυνομία για την λήψη κατάθεσης εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Αντεξεταζόμενος, προέβαλε τη θέση ότι οι αστυνομικοί ήταν προκατειλημμένοι εναντίον τους. Ο ίδιος, καθημερινώς, προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την Αστυνομία ώστε να υποβάλει το παράπονο του χωρίς όμως να βρεί την οποιαδήποτε ανταπόκριση. Ανάφερε ότι επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά των μελώ της Αστυνομίας κλείνοντας μάλιστα και σχετικό ραντεβού, πλην όμως δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να την προωθήσει. Ανάφερε ότι ο ίδιος, πριν δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, δεν συνομίλησε με τον 2ο παραπονούμενο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος κατέβασε τα παντελόνια του, δείχοντας τα γεννητικά του όργανα στους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου. Προέβαλε τη θέση ότι ο ίδιος δεν φοβήθηκε από τις απειλές του κατηγορούμενου και ότι ο ίδιος γελούσε. Σε σχέση με το επεισόδιο προέβαλε τη θέση ότι την ώρα που ο ίδιος εξήλθε του καφενείου τον συνόδευσε και ο 2ος παραπονούμενος. Εκείνη τη στιγμή, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον 2ο παραπονούμενο, τον δάγκωσε στο χέρι και τον έριξε κάτω. Ο ίδιος δέχτηκε κτυπήματα από τον αδελφό του κατηγορούμενου. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η αναφορά του, σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος δάγκωσε στο χέρι τον 2ο παραπονούμενο λόγω του ότι δεν αναφέρεται στην κατάθεσή του, δεικνύει το γεγονός ότι ο ίδιος, πριν έρθει στο Δικαστήριο, συνομίλησε με τον 1ο παραπονούμενο, ότι ο ίδιος χτύπησε τον κατηγορούμενο, ότι τα τραύματα που ο κατηγορούμενος υπέστη δεν του τα προκάλεσαν οι ίδιοι αλλά τρίτα πρόσωπα εφόσον ο κατηγορούμενος, συνεχώς, εμπλέκεται σε διάφορες εντάσεις και τσακωμούς και τέλος ότι ο ίδιος, όταν μετέβη για δεύτερη φορά στο καφενείο είχε επιθετικό ύφος προς τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 6). Είναι φίλος με τους παραπονούμενους και ήταν μαζί τους κατά τον επίδικο χρόνο. Σε κάποια στιγμή άκουσε ο ίδιος κάποιο πρόσωπο να λέει τη φράση «ήντα κωλούθκια δαμέ να γαμήσουμε». Την φράση αυτήν την άκουσε και ο 1ος παραπονούμενος. Αμέσως ο 1ος παραπονούμενος τους ζήτησε τον λόγο και αυτοί απολογήθηκαν. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εξήλθε της κουζίνας και άρχισε να φωνάζει και να απειλά τον 1ο παραπονούμενο ότι «θα τον παίξει» και τον έβρισε με την φράση «ππουστοππεζέβεγκε». Ο 1ος παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον αφήσει ήσυχο και ξεκίνησε, μαζί με τον 2ο παραπονούμενο, να αποχωρήσουν από το καφενείο. Τότε ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε. Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος τράβηξε τον 2ο παραπονούμενο, ρίχνοντας τον κάτω στο έδαφος. Την ίδια στιγμή ο αδελφός του κατηγορούμενου επιτέθηκε στον 1ο παραπονούμενο. Ακολούθως, οι παραπονούμενοι επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και κατά το στάδιο εκείνο ξεκίνησε η μεταξύ τους συμπλοκή. Ήταν τέλος η θέση του ότι αν ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του δεν επιτίθονταν στους παραπονούμενους δεν θα δημιουργείτο το οποιοδήποτε μεταξύ τους επεισόδιο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι σήμερα στο Δικαστήριο, λόγω του ότι ο ίδιος δεν έχει αυτοκίνητο, τον μετάφεραν οι παραπονούμενοι, χωρίς όμως ο ίδιος να συνομιλήσει μαζί τους για τα όσα ανάφεραν και ερωτήθηκαν οι ίδιοι στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι ο 1ος παραπονούμενος θύμωσε πάρα πολύ για τη φράση που εκστόμισε τρίτο πρόσωπο από το άλλο τραπέζι. Ανάφερε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στον 1ο παραπονούμενο «Έλα δέρμε τζιαι σκότωσμε» και ότι ο κατηγορούμενος τράβηξε από το χέρι τον 1ο παραπονούμενο, την ώρα που αυτός προσπάθησε να βγει έξω από το σωματείο. Δεν περιήλθε στην αντίληψή του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε με την μπουκάλα ή δάγκωσε τον 1ο παραπονούμενο. Ούτε και αντιλήφθηκε το γεγονός ότι ο 1ος παραπονούμενος κατέβασε το παντελόνι του και έδειξε τα γεννητικά του όργανα προς τους υπόλοιπους θαμώνες. Επίσης, προέβαλε τη θέση ότι ο 1ος παραπονούμενος ουδόλως φοβήθηκε από τις απειλές του κατηγορούμενου και ότι ο κατηγορούμενος δεν έσπρωξε τον 1ο παραπονούμενο, απλά τον ύβρισε και ότι υπήρχε, μεταξύ τους, έντονος διάλογος. Τέλος, επέμεινε στη θέση ότι είναι ο κατηγορούμενος που ευθύνεται για την μεταξύ τους συμπλοκή. Η Μ.Κ 5, ιατρός των Πρώτων Βοηθειών, αναγνώρισε ότι είναι το πρόσωπο που συμπλήρωσε τα σχετικά ιατρικά έντυπα (Τεκμήριο 1 και 5), αφού προηγουμένως εξέτασε τους παραπονουμένους. Υιοθέτησε τα ευρήματά της ως καταγράφονται σε αυτά. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ουδέποτε ο 2ος παραπονούμενος της ανέφερε ότι δέχτηκε κτύπημα από μπουκάλα στο κεφάλι και ούτε διαπίστωσε ότι το δάκτυλό του ήταν τυλιγμένο με πετσέτα. Ανέφερε ότι τα τραύματα που υπέστησαν οι παραπονούμενοι μπορούσαν να προκληθούν με διάφορους τρόπους είτε με τα χέρια είτε με οποιονδήποτε άλλο αντικείμενο. Ο Μ.Κ 6 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτήν, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο παραπονούμενο, σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και άσεμνης επίθεσης, μετά από παράπονο που υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην κατάθεσή του ο 2ος παραπονούμενος ανέφερε ότι έχει και αυτός παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου και ότι σε κανένα σημείο της κατάθεσής του ο τελευταίος δεν εξέφρασε τη πρόθεση να προβεί σε οποιανδήποτε αλλαγή σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Η Μ.Κ 7 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την 03.10.2016 και ώρα 22:00 προσήλθαν στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου οι παραπονούμενοι, στους οποίους δόθηκαν ιατρικά έντυπα καθότι παραπονέθηκαν ότι δέχτηκαν επίθεση από τον κατηγορούμενο και από τον αδελφό του. Όταν οι παραπονούμενοι προσήλθαν στον σταθμό, εξωτερικά δεν είχαν οποιεσδήποτε κακώσεις ή σημάδια από κτυπήματα. Την 04.10.2016 και περί ώρα 02:45, προσήλθε στον σταθμό ο 1ος παραπονούμενος και παρέδωσε το δικό του ιατρικό έντυπο καθώς και το ιατρικό έντυπο του 2ου παραπονούμενου. Ζητήθηκε από τον 1ο παραπονούμενο να προβεί σε κατάθεση, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε αναφέροντας ότι στο παρόν στάδιο δεν επιθυμεί να προβεί σε οποιανδήποτε καταγγελία και θα το έπραττε μόνο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος προχωρήσει σε εναντίον τους καταγγελία. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρατήθηκε για νοσηλεία στο Νοσοκομείο, εφόσον έφερε κάταγμα στον 2ο σπόνδυλο. Την 29.12.16 έλαβε κατάθεση από τον 1ο παραπονούμενο, στην οποία υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στις 6.10.
- Επίσης την 29.12.2016 έλαβε κατάθεση από τον δεύτερο παραπονούμενο. Τέλος, ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ουδέποτε της παραπονέθηκαν οι παραπονούμενοι, όταν ήρθαν για πρώτη φορά στον Αστυνομικό Σταθμό, ότι είχαν οποιανδήποτε κτυπήματα. Επανέλαβε τη θέση ότι η ίδια, όταν προσήλθε ο 1Ος παραπονούμενος με σκοπό να της παραδώσει το ιατρικό του έντυπο, του ζήτησε, αν επιθυμούσε, να δώσει κατάθεση σε σχέση με το παράπονο του και αυτός αρνήθηκε. Επιβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι η ίδια ουδέποτε αρνήθηκε να λάβει κατάθεση από τον 1ο παραπονούμενο. Ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτι δήλωσή του αρνήθηκε ότι απείλησε και χτύπησε τους παραπονούμενους. Σε σχέση με το πώς εκτυλίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα ανέφερε ότι είδε τον 1ο παραπονούμενο να πηγαίνει σε μία παρέα που κάθονταν στο καφενείο του και κατέβασε το παντελόνι του, επιδεικνύοντας τα γεννητικά του όργανα. Ο ίδιος προσέγγισε τον 2ο παραπονούμενο και τον παρακάλεσε να εξέλθει έξω από το σωματείο. Με το που βγήκαν έξω από το καφενείο ο δεύτερος παραπονούμενος τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Ταυτόχρονα ήρθε και ο 1ος παραπονούμενος και τον χτυπούσαν και οι δύο. Ο ίδιος δεν χτύπησε κανέναν. Κατά τη στιγμή που δεχόταν κτυπήματα ο ίδιος ανέμιζε τα χέρια του στον αέρα, για να τα αποκρούσει. Μετά το επεισόδιο κάλεσε την Αστυνομία και λόγω των τραυμάτων που υπέστη μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες, όπου διαγνώστηκε με κάταγμα σπονδύλου. Δηλώνει δε την αθωότητά του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Κ 2, Μ.Κ 6 και Μ.Κ 7 αστυνομικών. Οι εν λόγω μάρτυρες, μέσα από την ενάσκηση των αστυνομικών τους καθηκόντων, εξήγησαν τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι προσωπικά στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της με αποτέλεσμα αυτή να παραμείνει αναντίλεκτη. Θα πρόσθετα δε ότι η μαρτυρίας τους αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Αποδεκτή γίνεται και στην ολότητα της η μαρτυρία της Μ.Κ 5, ιατρού η οποία εξέτασε τους παραπονούμενος υιοθετώντας και εξηγώντας στο Δικαστήριο τα ευρήματα της. Και πάλι η μαρτυρία της ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο 2ος παραπονούμενος, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω στην ολότητα της, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα αποδεκτά γεγονότα. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν επιθετικός, ειρωνικός και φώναζε διαρκώς στο Δικαστήριο κατά τις απαντήσεις του, δείγμα του εκνευρισμού του που τον διακατείχε. Δεν ήταν μάρτυρας αληθείας. Στην προσπάθειά του να προωθήσει την δική του εκδοχή γεγονότων, δεν απέφυγε τις ουσιαστικές αντιφάσεις, τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές καθώς επίσης διαπίστωσα να υπάρχει και σοβαρή διάσταση μεταξύ της ανακριτικής κατάθεσής του και της ένορκης του μαρτυρίας. Κατ΄ αρχάς ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν υιοθετεί το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης λόγω του ότι, όπως ισχυρίσθηκε, αυτή λήφθηκε κατόπιν απειλών των Αστυνομικών. Το γεγονός αυτό όμως δεν το ανέφερε κατά τη λήψη της 2ης ανακριτικής του κατάθεσής, ενώ η 1η του κατάθεση φέρει δε την υπογραφή του και δηλώνει σε αυτήν ότι υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενό της. Περαιτέρω, η θέση του αυτή διαψεύδεται πλήρως από την Μ.Κ 7, της οποίας η μαρτυρία της έγινε πλήρως αποδεκτή. Στερείται παντελώς λογικής και είναι άξιο απορίας, για ποιο λόγο να τον πιέσουν οι αστυνομικοί να αναφέρει ψέματα στην κατάθεσή του, εφόσον δεν υπήρχε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος για αυτούς. Το ερώτημα αυτό, βεβαίως, παρέμεινε αναπάντητο. Διαψεύδεται επίσης η θέση του από την Μ.Κ 6 ότι όταν ο ίδιος προσήλθε στον Αστυνομικο Σταθμό, θέλοντας να υποβάλει καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου η Αστυνομία τον έδιωξε. Ουδέν αναληθέστερο σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ
- Επιπρόσθετα, ο ίδιος ανάφερε ενόρκως ότι τη στιγμή που ο 1ος παραπονούμενος προσέγγισε το άλλο τραπέζι με σκοπό να του απολογηθούν ο ίδιος εξήλθε του σωματείου με σκοπό να ανάψει τσιγάρο. Αντίθετα, στην κατάθεση του τέτοιο γεγονός δεν αναφέρεται όπου και παρουσιάζει τον εαυτό του να βρισκόταν εντός του σωματείου και εξήλθε έξω πό αυτό μόνο όταν ο κατηγορούμενος εκδίωξε και έσπρωχνε τον 1ο παραπονούμενο. Ούτε και ο ίδιος προβαίνει σε αναφορά στη κατάθεση του ότι με το που βγήκε έξω είχε οπτική επαφή του καφενείου επειδή στάθηκε ακριβώς έξω από την είσοδο της. Ούτε τέτοιο γεγονός το ανάφερε και ενόρκως κατά τη κυρίως εξέταση του, παρά μόνο στην αντεξέταση του δείγμα και των αλλοπρόσαλλών απαντήσεων του. Επίσης, ενώ στην κατάθεσή του προβάλλει τη θέση ότι ο κατηγορούμενος τον χτύπησε και τον δάγκωσε μόνο όταν ο ίδιος εξήλθε του σωματείου αντίθετα ενόρκως προέβαλε άλλη εκδοχή υποστηρίζοντας ότι το δάγκωμα, και το κτύπημα στο κεφάλι του από την μπουκάλα που του προκάλεσε ο κατηγορούμενος έλαβαν χώρας εντός του σωματείου, όταν ο ίδιος πήγε να πάρει την τσάντα του. Επίσης, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ στην κατάθεσή του προέβαλε τη θέση ότι οι αστυνομικοί του ανάφεραν ότι θα τον ειδοποιούσαν για το πότε χρονικά θα του λάμβαναν κατάθεση, αντίθετα, ενόρκως, ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να του λάβουν κατάθεση το ίδιο βράδυ, λόγω του ότι την ώρα εκείνη έτρωγαν και του ανέφεραν ότι δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο. Η αναφορά του ότι ο ίδιος είχε τυλιγμένο το χέρι του και έτρεχε αίμα από το δάγκωμα του κατηγορούμενου διαψεύδεται παντελώς από τη μαρτυρία της Μ.Κ 6, η οποία τον συνάντησε στον Αστυνομικό Σταθμό αμέσως μετά την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέκτηκε. Το γεγονός αυτό, επίσης, διαψέυδεται και από τον Μ.Κ 2, αστυνομικό, ο οποίος συνάντησε τον 2ο παραπονούμενο στο καφενείο. Επίσης, ενώ στην κατάθεσή του αναφέρει ότι ο ίδιος εξήλθε του σωματείου μετά που ο Κατηγορούμενος εκδίωξε τον 1ο παραπονούμενο ενόρκως ανέφερε ότι βγήκε έξω για να καπνίσει τσιγάρο και άκουσε τις φωνές. Επίσης παρουσίασε αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές για το πώς είχαν εκτυλιχθεί ακριβώς τα επίδικα με την παρούσα ποινική υπόθεση γεγονότα αλλά και για τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος είχε προβεί μετά το επεισόδιο. Αρχικά, υποστήριξε ότι μετά το επεισόδιο μετέβη στην Αστυνομία, ακολούθως στο νοσοκομείο για εξέταση και αργότερα στο καφενείο, στη συνέχεια ανέφερε ότι μετέβη στην Αστυνομία, μετά στο καφενείο και ακολούθως στο νοσοκομείο, ενώ σε κάποια στιγμή, κατά την αντεξέτασή του, προβάλλει τη θέση ότι μετά το νοσοκομείο τον μετέφερε στο σπίτι του ο 1ος παραπονούμενος. Επίσης προέβαλε τη θέση ότι ο ίδιος μετέβη στο καφενείο μετά το συμβάν, για να μην προκαλέσει, αλλά με σκοπό να καταγγείλει τον κατηγορούμενο για την εναντίον του υπόθεση. Το γεγονός αυτό όμως διαψεύδεται πλήρως από τον Μ.Κ 2, ο οποίος ήταν παρών στο καφενείο και ο οποίος ανέφερε ότι αυτός είχε απειλητικό ύφος προς τον κατηγορούμενο. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο ώστε να καταδείξω του λόγου το αληθές, ότι η μαρτυρία του 2ου παραπονούμενου δεν είναι πειστική, δεν είναι αληθής, έχει κενά και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και συνεπώς απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα αποδεχτά γεγονότα. Δεν χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές ώστε να καταδείξω του λόγου το αληθές ότι ο 2ος παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και δεν ανάφερε την αλήθεια. Πολύ κακή εντύπωση έχω αποκομίσει και για τον 1ο παραπονούμενο του οποίου, επίσης, τη μαρτυρία του απορρίπτω στην ολότητα της, στο βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με τα αποδεκτά γεγονότα. Ο εν λόγω μάρτυρας, κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, απαντούσε με θυμό, φώναζε έντονα και ήταν ειρωνικός σε σχέση με τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Διέκρινα μία σοβαρή εμπάθεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Στη προσπάθεια του να πείσει για το αληθές της εκδοχής του παρουσίασε, ενόρκως, αφενός μία εντελώς διαφορετική εικόνα στο Δικαστήριο σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης και αφετέρου μία άλλη εκδοχή γεγονότων από αυτή που παρουσίασε ο 1ος παραπονούμενος. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν ξεκάθαρο ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να βοηθήσει και να ενισχύσει την εκδοχή του φίλου του, δηλαδή του 2ου παραπονούμενου και ότι ο ίδιος πριν δώσει κατάθεση είχε συννενοηθεί προηγουμένως με τον τελευταίο. Και εξηγώ το γιατί. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αρνήθηκε ρητά και κατηγορηματικά ότι συνεννοήθηκε με τον 2ο παραπονούμενο, πριν αυτός καταθέσει στο Δικαστήριο, εντούτοις, μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, διαπιστώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι συννενοήθηκαν και συνομίλησαν προηγοουμένως. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος δεν προβαίνει σε οποιανδήποτε αναφορά στην κατάθεσή του για το ότι ο 2ος παραπονούμενος είχε τυλιγμένο το δάκτυλό του με πετσέτα και έτρεχε αίμα, αντίθετα, ισχυρίσθηκε, ενόρκως, ότι μετά το επεισόδιο το δάκτυλο του τελευταίου είχε αίμα από το δάγκωμα και για το λόγο αυτό το τύλιξε με την πετσέτα. Αυτή ήταν και η θέση του 2ου παραπονούμενου. Η θέση του ότι ο ίδιος θυμήθηκε τώρα αυτή την λεπτομέρεια, μετά από 5 χρόνια, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο και δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι ο μοναδικός σκοπός που λέχθηκε ήταν για να ενισχύσει την εκδοχή του φίλου του. Τέτοιος όμως ισχυρισμός, ως έχω αναφέρει, διαψέυδεται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω, ανάφερε, ενόρκως, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μεθυσμένος, αλλά και γενικότερα ότι είναι εθισμένος στο αλκοόλ, τζογαδόρος και ότι ο ίδιος του δάνεισε πολλές φορές χρήματα, γεγονός για το οποίο δεν γίνεται οποιανδήποτε αναφορά στην κατάθεσή του. Επίσης η θέση του αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένου και του 1ου παραπονούμενου. Επίσης ο ίδιος, σε αντιδιαστολή με τα όσα υποστήριξε ο 2ος παραπονούμενος ότι ο τελευταίος εξήλθε του μπαρ μόλις ο ίδιος προσέγγισε το άλλο τραπέζι, ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε ότι εξήλθαν μαζί έξω. Ο ισχυρισμός του ότι οι αστυνομικοί ήταν προκατειλημμένοι εναντίον του είναι αόριστος και γενικός και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Ήταν προφανές η αντιπάθεια του προς στην Αστυνομία εφόσον δεν δίστασε να αναφέρει ότι γενικά, σε διαφορά θέματα της επικαιρότητας, αυτή δεν εκτελεί με ορθό τρόπο τα καθήκοντα της. Επιπρόσθετα, αν όντως ο ίδιος είχε παράπονο από την συμπεριφορά των Αστυνομικών θα προωθούσε το παράπονο του στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά των αστυνομικών οργάνων, πράγμα το οποίο ο ίδιος δεν έπραξε. Ουδόλως πείθει η θέση του ότι δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο. Επίσης, στερείται λογικής η θέση του ότι τα τραύματα του κατηγορούμενου τα προκάλεσαν τρίτα πρόσωπα. Αφενός, γιατί τέτοια θέση συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία των αστυνομικών, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος έφερε τραύματα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι ήταν αναγκαία η μεταφορά του με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και αφετέρου διαψεύδεται από το ίδιο ιατρικό έντυπο εξέτασης (Τεκμήριο 9) του κατηγορουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τέλος, για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας αντικειμενικός και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό ώστε να το διαφωτίσει για το πως είχαν εκτυλιχθεί ακριβώς τα γεγονότα αλλά προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή των φίλων του, δηλαδή των παραπονουμένων. Στο νομικο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Αποδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη αναφέρεται ότι: «Η συγγένεια ή η στενή σχέση και φιλία μεταξύ μαρτύρων και διαδίκων δεν μπορεί συνήθως και από μόνη της, να απαρτίσει εύλογο λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 385) αποτελεί εντούτοις αξιολογήσιμο παράγοντα προς αυτή την κατέυθυνση (Δημητρίου και Άλλων v Ξανδρή
(2012)1 Α.Α.Δ 2184.» Τα πιο πάνω μοιραία έχουν μολύνει την μαρτυρία του Μ.Κ 4 αλλά και τη μαρτυρία των παραπονουμένων. Απέφυγε, επίσης, να απαντήσει με ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, ήταν ειρωνικός και συνεχώς προωθούσε τη θέση ότι είναι ο κατηγορούμενος που ευθύνεται για την μεταξύ τους συμπλοκή, χωρίς όμως να δικαιολογήσει, με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, πως ο ίδιος κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα. Στην προσπάθεια του να βοηθήσεις τους φίλους του και ο ίδιος προέβαλε μία άλλη εκδοχή, η οποία διαφέρει σε μεγάλο βαθμό με την εκδοχή των παραπονουμένων. Για παράδειγμα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στον 1ο παραπονούμενο «παίξε με» ενώ, αντίθετα, με τη μαρτυρία του ο 2ος παραπονούμενος προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στον τελευταίο «ότι θα σε παίξω». Επίσης, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν παρών στο μπαρ απέφυγε να απαντήσει κατά πόσον ο 1ος παραπονούμενος κατέβασε τα παντελόνια του επιδυκνείοντας τα γεννητικά του όργανα. Με την απόρριψη της μαρτυρίας των βασικών μαρτύρων κατηγορίας είναι πρόδηλό το γεγονός ότι έχει σφραγιστεί και η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης και το αποτελέσμα της που δεν είναι άλλο από την αθώωση του κατηγορουμένου. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Δικαστηρίου ουδόλως αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Δεν μπορεί δηλαδή, στη βάση αυτής, το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα, πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε συμπλοκή μεταξύ των παραπονουμένων και του κατηγορουμένου, ότι ο τελευταίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιτέθηκε παράνομα εναντίον του 1ου παραπονουμένου και ότι τον απείλησε αλλά και ότι επιτέθηκε εναντίον του 2ου κατηγορουμένου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Παρέλκει η εξέταση της εκδοχής του κατηγορουμένου εφόσον αυτή, ενόψει των πιο πάνω, δεν θα είχε οποιαδήποτε σημασία ως προς την κατάληξη του Δικαστηρίου. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο