ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΕΤΡΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 14590/2017., 20/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 14590/
- Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 20/10/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μαργαρίτα Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. κ. Αντρέας Παπαχαραλάμπους και Λούκας Γ. Χαβιαράς. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155]
- Ο Κατηγορούμενος, διώκεται από τον Κατήγορο, για τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, που αφορούν τα αδικήματα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες και κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, στα οποία έχει δηλώσει προς το Δικαστήριο την μη παραδοχή του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτά στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος, στις 04/04/2016, στην κοινότητα Πάνω Δευτερά της Επαρχίας Λευκωσίας, παράνομα και με σκοπό να προκαλέσει ζημιά σε περιουσία, τοποθέτησε εκρηκτική ύλη, δηλαδή, έριξε αμυντική χειροβομβίδα, που είχε στην κατοχή του, στην οικία του XXXXX Χατζηευτυχίου.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 325 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), όποιος παράνομα και με σκοπό να καταστρέψει ή να προξενήσει ζημιά σε περιουσία, τοποθετεί εκρηκτική ύλη σε οποιοδήποτε χώρο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 4[
(1)και
(4), (δ) και (ζ)] του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 [i] (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 54»), απαγορεύεται σε πρόσωπο που δεν έχει εξασφαλίσει, σύμφωνα με το Κεφ. 54 -και δη βάσει των προνοιών του Άρθρου 4 αυτού-, άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, να έχει στην κατοχή του ή να χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει, οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη. Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Κεφ. 54 -και δη με τις πρόνοιες του Άρθρου 4 αυτού-, αποτελεί, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 4[
(1)και
(4), (δ) και (ζ)] του Κεφ. 54, ποινικό αδίκημα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 54, δίδει την σημασία στο Κεφ. 54, του όρου «εκρηκτική ύλη». Σημαίνει: «πυρίτιδα όπλoυ, vιτρoγλυκερίvη, δυvαμίτιδα, βαμβακoπυρίτιδα, εκρηκτική πυρίτιδα, βρovτώδη υδράργυρo ή άλλα μέταλλα, έγχρωμες φλόγες και κάθε άλλη ύλη, είτε παρόμoια με εκείvα πoυ αvαφέρθηκαv πιo πάvω ή όχι, τα oπoία χρησιμoπoιoύvται ή κατασκευάζovται με σκoπό vα παράγoυv πρακτικό απoτέλεσμα με έκρηξη ή πυρoτεχvικό απoτέλεσμα, και περιλαμβάvει φωτειvά σήματα oμίχλης, πυρoτεχvήματα, θρυαλλίδες, ρoυκέττες, καψύλια, πυρoκρoτήρες, φυσίγγια, πυρoμαχικά κάθε περιγραφής, και κάθε πρoσαρμoγή ή παρασκεύασμα με oπoιαδήπoτε εκρηκτική ύλη όπως καθoρίστηκε πιo πάvω·». 4. Η ακρόαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, βρίσκεται στο στάδιο κατά το οποίο, ο Κατήγορος, έχει, δια της εκπροσώπου του, δηλώσει την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του. Ο Κατηγορούμενος, δεδομένου τούτου, έχει, δια του συνηγόρου υπεράσπισης του, υποβάλει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), επιβάλλεται να εξετάσει και αποφασίσει το ζήτημα. 5. Το κριτήριο που πρέπει να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο για την λήψη της απόφασης του, είναι κατά πόσο, από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, μετά από αντικειμενική θεώρηση της, υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, εάν τελικά γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, αποδεικνύουν το κάθε συστατικό στοιχείο του κάθε αδικήματος για το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, διώκεται. Υπό την επιφύλαξη αυτό πάντοτε, του ότι, ακόμη και στην ύπαρξη τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο, μπορεί να απορρίψει το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου ή μέρος αυτού, εάν κρίνει ότι, αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, είναι τόσο ελλιπή από απόψεως βαρύτητας ή και είναι σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστα, που δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτά. Σχετικά, με το θέμα αυτό, είναι και τα όσα στην συνέχεια επισημαίνονται. Το ζητούμενο, πάντοτε, για την ορθή απόφαση του Δικαστηρίου στο υπό αναφορά ζήτημα, είναι, η θεώρηση ολόκληρης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς του Κατήγορου ως ένα σύνολο και η κρίση αντικειμενικά, -δηλαδή, χωρίς σε βάθος εκτίμηση-, της καλύτερης της έκδοσης. 6. Στις περιπτώσεις όπου, τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελούν ουσιαστικά, περιστατική μαρτυρία, υπάρχει κάποια ιδιομορφία. [ii]. Και εξηγώ: (
- i)Εάν υπάρχει άμεση μαρτυρία, που είναι ικανή να αποδείξει το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, ασχέτως του ότι, το Δικαστήριο, ενδεχομένως να κρίνει ότι αυτή, ως μαρτυρία, είναι αδύνατη. Και αυτό, επειδή, ως και προαναφέρθηκε, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεν γίνεται εκτίμηση της μαρτυρίας σε βάθος, παρά μόνο αντικειμενική αξιολόγηση της. Εκτός, φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, της περίπτωσης όπου η άμεση αυτή μαρτυρία, κριθεί ως τόσο ελλιπής από απόψεως βαρύτητας ή και ότι είναι σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστη, που, ως αντινομική, δικαιολογεί την αθώωση και απαλλαγή του Κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό. (
- ii)Εάν η υπόθεση του Κατήγορου, εξαρτάται από περιστατική μαρτυρία, και η μαρτυρία αυτή, εάν τελικά γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι ικανή να προκαλέσει σε ένα λογικό μυαλό, συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας -δηλαδή, είναι ικανή να προκαλέσει ένα λογικό μυαλό να αποκλείσει κάθε ανταγωνιστική υπόθεση ως παράλογη-, υπάρχει και πάλι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση. Δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, μόνο όταν η μαρτυρία δεν είναι ικανή, κατά Νόμο, να υποστηρίξει την καταδίκη του. Αυτό σημαίνει ότι, σε μία υπόθεση όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, ακόμη και εάν ολόκληρη η μαρτυρία που ο Κατήγορος προσκόμισε στο Δικαστήριο, γινόταν τελικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο και όλα τα συμπεράσματα γεγονότων ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου συνάγονταν από το Δικαστήριο [iii], ένα λογικό μυαλό δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ότι, σε μία υπόθεση, όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, ίσως μπορεί να υπάρχει πιθανότητα συμπεράσματος γεγονότων που να συνάδει με την αθωότητα του Κατηγορουμένου, δεν είναι στοιχείο αρκετό για να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση στο κατηγορητήριο του. Το κριτήριο, είναι ως προαναφέρθηκε. 7. Υπό τον τύπο υπενθύμισης, αναφέρεται επιπρόσθετα, ότι, η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου -στο βαθμό βέβαια, που σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές, αφορά στο υπό κρίση ζήτημα-, βεβαιότητα, από την μαρτυρία, για τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στο κατηγορητήριο [iv]. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική. 8. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο Κατήγορος, παρουσίασε την μαρτυρία των: (
- i)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Ηρακλέους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο τελικός εξεταστής των γεγονότων αυτής της υπόθεσης για την Αστυνομία. (
- ii)Λοχία XXXXX, XXXXX Φιλήμη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν από τα μέλη της Αστυνομίας που, μετά από αναφορά του, ανταποκρίθηκαν σε σχέση με το επίδικο περιστατικό και βρέθηκαν πρώτα στην σκηνή του εγκλήματος, και έλαβε μέρος στις ανακρίσεις που η Αστυνομία διεξήγαγε για αυτό. (iii) Αναπληρωτή Υπαστυνόμου, XXXXX Παπαδόπουλου -Λοχία XXXXX κατά τον ουσιώδη χρόνο- (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ειδικός πυροτεχνουργός της Αστυνομίας, διενέργησε για την Αστυνομία, εξετάσεις αυτοψίας στην σκηνή του εγκλήματος και τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία. (
- iv)Υπαστυνόμου XXXXX Γιαννακού -Λοχία XXXXX κατά τον ουσιώδη χρόνο- (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν από τα μέλη της Αστυνομίας που βοήθησαν στις ανακρίσεις της Αστυνομίας για το επίδικο περιστατικό. (
- v)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Σοφοκλέους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ5»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν επίσης από τα μέλη της Αστυνομίας που βοήθησαν στις ανακρίσεις της Αστυνομίας για το επίδικο περιστατικό. (
- vi)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Δανιήλ (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ6»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ειδικός φωτογράφος και δακτυλοσκόπος της Αστυνομίας, διενέργησε για την Αστυνομία, εξετάσεις αυτοψίας στην σκηνή του εγκλήματος και τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία και έλαβε σχετικές φωτογραφίες τις οποίες εκτύπωσε. (vii) Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Στυλιανού (στο εξής καλούμενη «ο ΜΚ7»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δέχθηκε για την Αστυνομία, αναφορές του επίδικου περιστατικού, στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων (ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ). (viii) XXXXX Χατζηευτυχίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ8»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι το θύμα των εγκληματικών πράξεων που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο. Και· (
- ix)XXXXX Καριόλου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ9»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ειδικός δικανικής γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, διενέργησε για την Αστυνομία, εξετάσεις, στο επίπεδο του γενετικού υλικού, τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία. 9. Αρκετά γεγονότα, σημειώνεται, έχουν, από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Κατήγορου, δηλωθεί ως παραδεχτά και το Δικαστήριο, ως τέτοια, τα έχει αποδεχθεί προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Σε αυτά, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, για την ανάλυση μου για το σκεπτικό μου της απόφασης που καταληκτικά λαμβάνω στο προαναφερόμενο εξεταζόμενο ζήτημα. 10. Από την προσκομισθείσα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Κατήγορου μαρτυρία, και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν τα εξής: (
- i)Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ7, στις 04/04/2016, ήταν τοποθετημένη για καθήκον στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων (ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας. Περί η ώρα 01:35 της ημέρας εκείνης, η ΜΚ7 δέχθηκε στο Κέντρο, τηλεφωνική κλήση από κάποιο πρόσωπο που χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο με αρ. XXXXX58, το οποίο, αφού της ανέφερε ότι, «στην οικία του νομικού, XXXXX Χατζηαντωνίου, έχει χειροβομβίδα που δεν έπαιξε», διέκοψε την σύνδεση τους. Η ΜΚ7 αντέδρασε, καλώντας πίσω στον συγκεκριμένο αρ. τηλεφώνου, χωρίς όμως ανταπόκριση. Έπειτα, η ΜΚ7, την ίδια στιγμή που προσπαθούσε μέσω του αρχείου που τηρεί η Αστυνομία να διαπιστώσει την ύπαρξη προσώπου με το συγκεκριμένο όνομα ώστε να εντοπίσει που βρίσκεται η οικία του χωρίς όμως αποτέλεσμα, επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας και ανέφερε το συμβάν για τις όποιες ενέργειες των συναδέλφων της, λόγω αρμοδιότητας. Η προαναφερόμενη έρευνα της ΜΚ7, τελικά, δεν κατέδειξε την ύπαρξη προσώπου με το όνομα XXXXX Χατζηαντωνίου. Αργότερα την ίδια ημέρα, και περί η ώρα 03:55, η ΜΚ7, δέχθηκε στο Κέντρο, τηλεφωνική κλήση, αυτή την φορά από το τηλέφωνο με αρ. XXXXX58, που, ως αντιλήφθηκε από την φωνή του καλούντος όταν την δέχθηκε, επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο που την κάλεσε και προηγουμένως ως προαναφέρθηκε, το οποίο της ανέφερε ότι «στην οικία του XXXXX Χατζηωάννου κοινοτάρχη στα Ανάγυα έχει χειροβομβίδα που δεν έπαιξε». Τότε, η ΜΚ7, επικοινώνησε και πάλι με τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας και την Αστυφύλακα XXXXX, αναφέροντας το περιστατικό, για τις όποιες ενέργειες των συναδέλφων της. Κατά την συνομιλία της ΜΚ7 με την Αστυφύλακα XXXXX, η τελευταία της ανέφερε ότι, η αναφορά που δέχθηκε, πρέπει να αφορά «τον XXXXX Χατζηευτυχίου, κοινοτάρχη XXXXX, XXXXX». Δηλαδή, τον ΜΚ8. (
- ii)Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, στις 04/04/2016, ήταν τοποθετημένος για καθήκον, ως υπεύθυνος βάρδιας, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Μετά την λήψη της προαναφερόμενης πληροφορίας από το Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων (ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας και την ΜΚ7, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας από την Αστυφύλακα XXXXX, περί η ώρα 05:05, ο ΜΚ2, μαζί με την Αστυφύλακα XXXXX και τον ΜΚ1, μετέβηκαν στην οδό XXXXX 1, στην κοινότητα Πάνω Δευτερά της Επαρχίας Λευκωσίας, όπου βρισκόταν η οικία του ΜΚ8, για διερεύνηση της. Λαμβάνοντας την πληροφορία από το Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων (ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας και την ΜΚ7, ανέφερε επίσης ο ΜΚ2, ήταν κάποιος από τους συναδέλφους του που ήταν καθήκον στην βάρδια του, που του ανέφερε ότι, η συγκεκριμένη αναφορά, παρά το περιεχόμενο της, πρέπει να αφορούσε τον ΜΚ8. Κατά την άφιξη τους στον τόπο, ανέφερε ο ΜΚ2, πράγματι, διαπίστωσαν, στο πλακόστρωτο της αυλής της οικίας, την ύπαρξη χειροβομβίδας και για αυτό τον λόγο, απέκλεισαν την σκηνή και ειδοποίησαν τον Κλάδο Πυροτεχνουργών και το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της Αστυνομίας. Ο ΜΚ8 και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, βρίσκονταν τότε εντός της οικίας. Ως εκ τούτου, επί τόπου, από τα εν λόγω τμήματα της Αστυνομίας κατέφθασαν, αντιστοίχως, οι ΜΚ3 και ΜΚ6, για εξετάσεις αυτοψίας στην σκηνή του εγκλήματος και εξασφάλιση τεκμηρίων. (iii) Σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ6, από την σκηνή του εγκλήματος, παραλήφθηκαν τα Τεκμήρια 20, 21, 22 και 5, ήτοι: (α) μέρος: πυροκροτητής· (β) μέρος: επικρουστήρας και επιβραδυντικό, του εργοστασιακού πυροδοτικού μηχανισμού (πυροσωλήνα), χειροβομβίδας τύπου ΜΚ3 που περιέχουν, αντιστοίχως, εκρηκτικές ύλες υψηλής και χαμηλής ισχύος· (γ) μέρος: κορμός και 2.600 σφαιρίδια εμποτισμένα σε αυτόν, εργοστασιακής χειροβομβίδας Arges, ο οποίος περιέχει ποσότητα εκρηκτικής ύλης υψηλής ισχύος και (δ) μέρος: μοχλός οπλίσεως πυροδοτικού μηχανισμού (πυροσωλήνα) χειροβομβίδας τύπου ΜΚ3; που βρέθηκαν διασκορπισμένα στα σημεία με αρ. 1, 2, 3 και 4 που φωτογραφήθηκαν από τον ΜΚ6, Τεκμήριο 11. (
- iv)Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ6, από την σκηνή του εγκλήματος, παραλήφθηκαν από τον ΜΚ6, όπως φαίνεται στο σχετικό Δελτίο Εξέτασης Σκηνής Εγκλήματος, Τεκμήριο 12, τα Τεκμήρια 2, 3 και 4, ήτοι, αντιστοίχως: (α) επίχρισμα (swap) από το Τεκμήριο 22 και (β) επίχρισμα (swap) από το Τεκμήριο 20 (από τον πυροκροτητή και το κεφάλι του πυροκροτητή). (
- v)Όπως ο ΜΚ3 υποστήριξε, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως προελέχθη, ως ειδικός πυροτεχνουργός της Αστυνομίας, τα Τεκμήρια 20, 21, 22 και 5, «με τον κατάλληλο συνδυασμό και ενέργεια, θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ανορθόδοξα, με εργαστηριακά υλικά τροποποιημένη, λειτουργική αμυντική χειροβομβίδα». Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, η συγκεκριμένη είναι αμυντική χειροβομβίδα, «γιατί ο χρήστης της, ο χειριστής της, πρέπει να είναι αμυνόμενος για να την χρησιμοποιήσει, εξ ου και καλυμμένος, λόγω του ότι παράγει ιδιαίτερη θραυσματοποίηση», και επειδή, τα 2.600 σφαιρίδια από το Τεκμήριο 22, ως αποτέλεσμα της θραυματοποίησης, «προκαλούν τραυματισμούς, ζημιές και θανάτους, αν πλήξουν . το ανθρώπινο σώμα σε καίριο σημείο». Όπως ο ΜΚ3, περαιτέρω υποστήριξε, «στην περίπτωση αυτή, έγινε η ενέργεια για πυροδότηση και έκρηξη της χειροβομβίδας και ενδεχομένως λόγω αστάθειας που προήρθε από την ανορθόδοξη σύνδεση, να διακόπηκε η πυροτεχνική αλυσίδα που οδηγεί στην εκρηκτική αλυσίδα, με αποτέλεσμα την αποτυχία της έκρηξης της». Καθώς επίσης, ανέφερε ότι, «η εν λόγω διακοπή ήταν ανεξάρτητη της θέλησης του προσώπου που προσπάθησε να τη θέσει σε λειτουργία, άρα ακούσια και τυχαία.». (
- vi)Κατά τους ισχυρισμούς, περαιτέρω, του ΜΚ2, κατά την 23ην/06/2016, κατά την διάρκεια των καθηκόντων του στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, περί η ώρα 17:05, έλαβε, από τηλεφωνική κλήση που δέχθηκε στο τηλέφωνο του Σταθμού, πληροφορία, από πρόσωπο που δεν ήθελε να δώσει στοιχεία για την ταυτότητα του, την οποία πληροφορία κατέγραψε στο Ημερολόγιο Ενέργειας του Σταθμού, Τεκμήριο 18, «ότι πιθανόν να ενέχεται στην ρίψη της χειροβομβίδας εναντίον της οικίας του XXXXX Χατζηευτυχίου στην XXXXX, ο XXXXX Πέτρου, που διαμένει στην XXXXX.». Ο ΜΚ2, τότε, προς διερεύνηση της πληροφορίας που έλαβε, επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, και ενημερώθηκε από κάποιο Αστυφύλακα που υπηρετούσε εκεί, ότι, ο XXXXX Πέτρου, είναι υπαρκτό πρόσωπο και του δόθηκε και η διεύθυνση του στη κοινότητα XXXXX της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο ΜΚ2, κατ' ακολουθίαν, στις 25/06/2016, αφού είχε καλέσει τον εν λόγω XXXXX Πέτρου σχετικά, έλαβε από αυτόν στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, την κατάθεση του Τεκμήριο 16. Ο ΜΚ2, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, αναγνώρισε ότι το εν λόγω πρόσωπο, είναι ο Κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα, αμέσως μετά και στον ίδιο τόπο, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, έλαβε από τον Κατηγορούμενο και την γραπτή συγκατάθεση του, Τεκμήριο 15, βάσει της οποίας έλαβε από αυτόν στην συνέχεια, τα δύο παρειακά επιχρίσματα, Τεκμήριο 6. (vii) Με βάση την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ9 και τα παραδεκτά γεγονότα, τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6, προωθήθηκαν, στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, από πλευράς Αστυνομίας, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και στον ΜΚ9 για εξετάσεις στο επίπεδο του γενετικού υλικού και σύγκρισης μεταξύ των Τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5 και του Τεκμηρίου 6. (viii) Όπως υποστηρίχθηκε από τον ΜΚ9, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως προελέχθη, ως ειδικός δικανικής γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, από τις εξετάσεις των Τεκμηρίων 2, 3, 4, 5 και 6, προέκυψαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: (α) Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, μεταξύ 12/04/2016 και 12/06/2016, στο Τεκμήριο 5, ήτοι, ως προελέχθη, στον μοχλό οπλίσεως του πυροδοτικού μηχανισμού (πυροσωλήνα) χειροβομβίδας τύπου ΜΚ3, από το σημείο του της δειγματοληψίας με αρ. 1618-4.3 (πλαϊνό μέρος: και από τις δύο πλευρές, στο σημείο όπου βρίσκονται οι δύο οπές από όπου περνά ο πείρος ασφαλείας), απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό με κύριο δότη (ήτοι, αυτός που συνείσφερε στο μείγμα, την μεγαλύτερη ποσότητα του γενετικού υλικού), άγνωστο άνδρα. Και (β) Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, μεταξύ 28/06/2016 και 22/07/2016, στο Τεκμήριο 6, ήτοι, ως προελέχθη, τα δύο παρειακά επιχρίσματα που ο ΜΚ2 έλαβε από τον Κατηγορούμενο με την συγκατάθεση του στις 25/06/2016, διαπιστώθηκε ότι, στο Τεκμήριο 5, ήτοι, ως προελέχθη, στον μοχλό οπλίσεως του πυροδοτικού μηχανισμού (πυροσωλήνα) χειροβομβίδας τύπου ΜΚ3, από το σημείο του της δειγματοληψίας με αρ. F16-1618-4.3 (πλαϊνό μέρος), απομονώθηκε γενετικό υλικό που παρουσιάζει μικτό γενετικό προφίλ που προέρχεται από τουλάχιστον τρία άτομα, με κύριο δότη τον Κατηγορούμενο. Αυτό, σύμφωνα με τον ΜΚ9, αντικρίζεται ως εξής: «Θεωρώντας τρία άτομα σαν δότες, για εκτίμηση των πιθανών δοτών στο μείγμα που προκύπτει από επαναληπτικές εξετάσεις του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το αντικείμενο F16-1618-4.3, χρησιμοποιείται ο λόγος των πιθανοτήτων, όπου μελετάται η αναλογία των πιθανοτήτων το μικτό γενετικό προφίλ να προέκυψε κάτω από δύο διαφορετικές θέσεις. Οι θέσεις είναι ότι, το μίγμα γενετικού υλικού προέρχεται είτε (α) από τον Κατηγορούμενο και δύο άγνωστα άτομα, είτε (β) από τρία άγνωστα άτομα. Από μελέτη των πιο πάνω, προκύπτει ότι, το μικτό γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το αντικείμενο F16-1618-4.3, στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό, είναι - 2.000.000.000 φορές πιο πιθανό να παρατηρηθεί εάν είναι μίγμα που προέρχεται από τον Κατηγορούμενο και δύο άγνωστα άτομα, παρά από τρία άγνωστα άτομα. (Η στατιστική εκτίμηση, έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό με το στατιστικό πρόγραμμα LRmix που λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες πτώσης και πρόσθεσης αλληλίων).». (βλ. Τεκμήριο 33). Όπως ο ΜΚ9 περαιτέρω παρουσίασε, τα αλλήλια, είναι τα κληρονομούμενα γενετικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου, τα οποία κληρονομεί από τον πατέρα και την μητέρα του, συνδυασμός των οποίων δίδει το γενετικό του προφίλ. Κατά την άποψη του ΜΚ9, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, είναι πιο πιθανόν η μεταφορά του γενετικού υλικού στο εν λόγω Τεκμήριο 5, να έγινε από τον Κατηγορούμενο με άμεσο ή πρωτεύοντα τρόπο, παρά έμμεσο. 11. Όπως προαναφέρθηκε, σε μία υπόθεση όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, και η μαρτυρία αυτή, εάν τελικά γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι ικανή να προκαλέσει σε ένα λογικό μυαλό, συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας -δηλαδή, είναι ικανή να προκαλέσει ένα λογικό μυαλό να αποκλείσει κάθε ανταγωνιστική υπόθεση ως παράλογη-, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, και αυτό είναι που παρατηρείται σε αυτή την υπόθεση, έχοντας αναλύσει, ανωτέρω, στον απαιτούμενο βαθμό, την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα. 12. Οι αρχές που διέπουν υποθέσεις όπου η μαρτυρία στην διάθεση του Κατήγορου έχει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα, αναλύονται, με αναφορά και στην σχετική νομολογία του Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου, στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 19η έκδοση, στην παράγραφο 15-32, όπου, σε ότι αφορά την μαρτυρία γενετικού υλικού, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής, τα οποία με βρίσκουν σύμφωνο και τα υιοθετώ: «Μια σειρά υποθέσεων την τελευταία δεκαετία, εξέτασε το δύσκολο ερώτημα, αν μπορεί να βρεθεί «υπόθεση προς απολογία», όπου τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που ταυτοποιούν τον κατηγορούμενο ως δράστη ενός αδικήματος, είναι ένα δείγμα γενετικού υλικού το οποίο είναι πολύ απίθανο να προέρχεται από πρόσωπο άσχετο με τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση R. v Bryon [2015] EWCA Crim 997, αυτό το ζήτημα δεν προέκυψε άμεσα, καθώς η μαρτυρία από γενετικό υλικό που αντιστοιχούσε με το προφίλ του κατηγορουμένου που βρέθηκε σε κολλητική ταινία που χρησιμοποιήθηκε σε μια διάρρηξη, συμπληρωνόταν από μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε προηγούμενη καταδίκη για διάπραξη διάρρηξης με την ίδια μέθοδο (κοπή στον σωλήνα κενού που χρησιμοποιείται από ένα σούπερ μάρκετ για τη μεταφορά μετρητών από τα ταμία του σε έναν πιο ασφαλή χώρο αποθήκευσης). Παρ 'όλα αυτά, ο Λόρδος Δικαστής Jackson δήλωσε ότι ήταν: "Σαφές από τις αρχές ότι, όταν ένα κινητό αντικείμενο αφήνεται στον τόπο του εγκλήματος με μικτά προφίλ γενετικού υλικού ένα από τα οποία ταιριάζει με το προφίλ του κατηγορουμένου, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να υποστηρίξει μια καταδίκη. Πράγματι, η δήλωση αυτή μπορεί ενδεχομένως να είναι αληθινή, εάν το προφίλ γενετικού υλικού δεν αναμειγνύεται επειδή οι άνθρωποι μπορούν να χειριστούν ένα αντικείμενο χωρίς να εναποθέσουν γενετικό υλικό, επομένως, ακόμη και αν το μόνο γενετικό υλικό σε ένα αντικείμενο είναι αυτό του κατηγορουμένου, δεν προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι κανείς άλλος δεν θα άγγιξε αυτό το αντικείμενο". Ωστόσο, στην μεταγενέστερη υπόθεση R. v FNC [2015] EWCA Crim 1732, το Εφετείο δήλωσε ότι η ορθότητα αυτής της δήλωσης και των αυθεντιών από τις οποίες προήλθε, «πρέπει να είναι αμφίβολη». Τα γεγονότα της υπόθεσης R. v FNC, διακρίνονταν από αυτά που εξέτασε ο Λόρδος Δικαστής Jackson; η υπόθεση αφορούσε έφεση του κατήγορου κατά της απόφασης ενός πταισματοδίκη, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος «δεν είχε καμία υπόθεση να απαντήσει», όπου η καταγγέλλουσα είχε αναφέρει ότι δέχτηκε άσεμνη επίθεση από κάποιον που αυνανίστηκε έναντι της στο μετρό του Λονδίνου το έτος 2003, και η μόνη μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου ήταν ότι διαπιστώθηκε το έτος 2014 ότι, το γενετικό υλικό του, ταίριαζε με ένα προφίλ που προήλθε από λεκέ σπέρματος στο παντελόνι που φορούσε η καταγγέλλουσα τη στιγμή του αδικήματος. (Η πιθανότητα τυχαίας αντιστοίχισης μεταξύ του γενετικού υλικού στο παντελόνι και του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου ήταν ένα στο δισεκατομμύριο). Το Δικαστήριο δέχτηκε την έφεση, κρίνοντας ότι "όπου το γενετικό υλικό εναποτίθεται άμεσα κατά τη διάρκεια της διάπραξης εγκλήματος από τον δράστη, μια πολύ υψηλή αντιστοιχία γενετικού υλικού με τον κατηγορούμενο, αρκεί για να εγείρει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για να προβάλει την υπεράσπιση του". Τοιουτοτροπώς, το Δικαστήριο έκανε διάκριση μεταξύ υποθέσεων όπου το σχετικό γενετικό υλικό προέρχεται από δείγμα αδιαμφισβήτητα συνδεδεμένο με το έγκλημα, όπως ήταν ο λεκές του σπέρματος στην υπόθεση R. v FNC, και όπου ανευρίσκεται σε συνθήκες όπου δεν είναι εντελώς ασυμβίβαστες με την αθωότητα του κατηγορουμένου, όπως στην υπόθεση R. v Bryon, όπου ο κατηγορούμενος είχε υποστηρίξει ότι κάποιοι από τους φίλους του διέπρατταν το σχετικό είδος διάρρηξης και ίσως να είχαν δανειστεί κολλητική ταινία από το ξεκλείδωτο υπόστεγο του. Το Εφετείο έπρεπε να επανέλθει στο ζήτημα στην υπόθεση R. v Tsekiri [2017] EWCA Crim 40 και, σε αυτή την περίπτωση, έκρινε ότι η προσέγγιση που ξεκίνησε με την υπόθεση R. v Bryon, δεν ήταν σωστή. Στην υπόθεση R. v Tsekiri, η μόνη μαρτυρία που προσδιόριζε τον κατηγορούμενο ως τον δράστη μιας ληστείας, ήταν η αντιστοιχία μεταξύ του γενετικού υλικού του και του κύριου δότη σε ένα δείγμα που περιείχε περισσότερα από ένα προφίλ γενετικού υλικού, που ελήφθη από τη λαβή της πόρτας ενός αυτοκινήτου που άνοιξε ο δράστης; το Εφετείο έκρινε ότι αυτό ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μια υπόθεση προς απάντηση. Το Εφετείο, προσδιόρισε μια σειρά παραγόντων που πρέπει να αξιολογηθούν προκειμένου να αποφασιστεί εάν η μαρτυρία γενετικού υλικού είναι, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, επαρκής για να τεκμηριωθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση: το μέγεθος της πιθανότητας τυχαίας αντιστοίχισης (στην περίπτωση εκείνη, λέχθηκε ότι ήταν ένα στο δισεκατομμύριο)· αν η μαρτυρία αποκάλυπτε οποιαδήποτε αθώα εξήγηση για την παρουσία γενετικού υλικού που ταιριάζει με αυτό του κατηγορουμένου· ο βαθμός συσχέτισης μεταξύ του αντικειμένου στο οποίο βρέθηκε το γενετικό υλικό και του αδικήματος· τη δυνατότητα μετακίνησης αυτού του αντικειμένου· εάν υπήρχε γεωγραφική σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου και του αδικήματος· όταν το δείγμα περιλαμβάνει ένα μείγμα προφίλ, κατά πόσο η αντιστοιχία είναι με τον κύριο δότη ή με έναν μικρό συνεισφορέα στο μείγμα· και, εάν το γενετικό υλικό στο δείγμα ήταν πιθανό να ήταν εκεί ως αποτέλεσμα πρωτογενούς, παρά δευτερογενούς μεταφοράς.». [v]. 13. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει επιτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται ο Κατηγορούμενος να προβάλει υπεράσπιση για το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του. 14. Προχωρώ, ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης μου, στο να επεξηγήσω στον Κατηγορούμενο, τα δικαιώματα που έχει προς υπεράσπιση του, ως αυτά ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155: «Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο, από τη θέση στην οποία βρίσκεται κατά τον εν λόγω χρόνο, οπότε δεν υπόκειται σε αντεξέταση ή ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.». Διευκρινίζοντας, ότι, στα δικαιώματα του, είναι να παραμείνει σιωπηλός. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως επιλογής, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, δύναται να καλέσει οποιοδήποτε άλλη μαρτυρία θεωρεί πρέπουσα προς υπεράσπιση του, για να εξεταστεί. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Εκρηκτικών Υλών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2020, Νόμος 173(Ι)/2020. [ii] Βλ. Questions of Law Reserved on Acquittal (No 2 of 1993)
(1993)61 SASR 1 (King CJ), R v Stewart; ex parte Attorney-General [1989] 1 Qd R 590 (Queensland Court of Criminal Appeal) και R v Hill [2020] QSCPR 14 (Supreme Court of Queensland). Όπως ο King CJ παρατήρησε στην προαναφερόμενη υπόθεση, Questions of Law Reserved on Acquittal (No 2 of 1993)
(1993)61 SASR 1, ο Δικαστής όταν εξετάζει υποβολή κατηγορουμένου ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, δεν επιλέγει μεταξύ συμπερασμάτων τα οποία είναι εύλογα διαθέσιμα από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρίας. Οφείλει να αποφασίσει «με βάση το ότι οι ένορκοι θα εξαγάγουν τέτοια συμπεράσματα που είναι εύλογα διαθέσιμα, όπως είναι πιο ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου». Ο King CJ, αναφέρθηκε συνοπτικά στις σχετικές αρχές ως εξής: «If the case depends upon circumstantial evidence, and that evidence, if accepted, is capable of producing in a reasonable mind a conclusion of guilt beyond reasonable doubt and thus is capable of causing a reasonable mind to exclude any competing hypotheses as unreasonable, there is a case to answer. There is no case to answer only if the evidence is not capable in law of supporting a conviction. In a circumstantial case that implies that even if all the evidence for the prosecution were accepted and all inferences most favourable to the prosecution which are reasonably open were drawn, a reasonable mind could not reach a conclusion of guilt beyond reasonable doubt .». [iii] Τέτοια συμπεράσματα γεγονότων, από το Δικαστήριο, δηλαδή, ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου, μπορούν να συναχθούν από την άμεση μαρτυρία που προσκομίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Βασίζονται στην κοινή λογική, και προέρχονται κατόπιν συλλογισμού από συνδυασμό αποδεδειγμένων γεγονότων. Λόγω του ότι, σε μία ποινική υπόθεση, η ενοχή του Κατηγορουμένου, πρέπει να αποδειχθεί από τον Κατήγορο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο οφείλει να είναι πολύ προσεχτικό σχετικά με τα όποια συμπεράσματα συνάγει για τα επίδικα γεγονότα. Κάθε πιθανό συμπέρασμα, πρέπει να εξετάζεται, ώστε να διασφαλίζεται ότι, το συμπέρασμα που τελικά συνάγεται, υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δικαιολογημένο. Για να είναι εύλογο και δικαιολογημένο το Δικαστήριο να συνάγει κάποιο γεγονός, αυτό πρέπει να στηρίζεται σε κάτι περισσότερο από απλή εικασία. Δεν εναπόκειται, βεβαίως, στην υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, να αποδείξει ότι κάποιο συμπέρασμα, εκτός από αυτό της ενοχής, συνάγεται από τα γεγονότα, ή να αποδείξει συγκεκριμένα γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν τέτοιο συμπέρασμα για τα γεγονότα. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ό,τι προκύπτει από την μαρτυρία προς όφελος του Κατηγορουμένου. [iv] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. Ζήτημα, που, στο στάδιο αυτό, λόγω της θεώρησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας από πλευράς Κατήγορου, ως προαναφέρθηκε, αντικειμενικά, δεν εξετάζεται, ώστε να υπάρχει λόγος για περαιτέρω αναφορά. [v] Βλ. Phipson on Evidence, 19η έκδοση, στην παράγραφο 15-32: «A series of cases in the past decade has considered the difficult question whether a "case to answer" can be found where the only evidence identifying the accused as the perpetrator of an offence is a sample of DNA which is very unlikely to have come from a person unrelated to the accused. In R. v Bryon [2015] EWCA Crim 997, this issue did not arise directly since the evidence of DNA matching the accused's profile being found on duct tape used in a burglary was supplemented by evidence that the accused had a previous conviction for committing a burglary using the same method (cutting into the vacuum tube used by a supermarket to transfer cash from its tills to a more secure storage area). Nonetheless, Jackson LJ stated that it was: "clear from the authorities that where a movable item is left at the crime scene with mixed DNA profiles, one of which matches the defendant's profile, that on its own is not sufficient to support a conviction. Indeed, the proposition may possibly be true if the DNA profile is not mixed because people can handle an object without depositing DNA, therefore even if the only DNA on an object is that of the defendant, it does not inexorably follow that no one else will have touched that object." In the subsequent case of R. v FNC [2015] EWCA Crim 1732, however, the Court of Appeal stated that the correctness of this proposition, and of the authorities from which it was derived, "must be open to question". The facts of R. v FNC were distinguishable from those considered by Jackson LJ; the case involved a prosecution appeal against a recorder's ruling that the accused had "no case to answer", where the complainant had reported being indecently assaulted by someone masturbating against her on the London Underground in 2003, and the only evidence against the accused was that it was found in 2014 that his DNA matched a profile derived from a semen stain on the trousers that the complainant was wearing at the time of the offence. (The likelihood of a random match between the DNA on the trousers and the accused's DNA was put at one in a billion.) The Court allowed the appeal, holding that "where DNA is directly deposited in the course of the commission of a crime by the offender, a very high DNA match with the defendant is sufficient to raise a case for the defendant to answer". Thus the Court drew a distinction between cases where the relevant DNA is from a sample indisputably associated with the crime, such as the semen stain in FNC, and where it is found in circumstances that are not wholly inconsistent with the accused's innocence, such as in Bryon, where the accused had suggested that some of his friends committed the relevant type of burglary and might have borrowed duct tape from his unlocked shed. The Court of Appeal had to return to the issue in R. v Tsekiri [2017] EWCA Crim 40 and on this occasion it held that the approach set out in R. v Bryon was not correct. In R. v Tsekiri the only evidence identifying the accused as the perpetrator of a robbery was a match between his DNA and the major contributor to a sample containing more than one DNA profile that was taken from the handle on a car door that was opened by the perpetrator; the Court held that this was sufficient to give rise to a case to answer. The Court identified a series of factors that must be assessed in order to decide whether the DNA evidence is, in the particular circumstances of the case, sufficient to establish a case to answer: the magnitude of the random match probability (in this case, it was said to be 1 in a billion); whether the evidence disclosed any innocent explanation for the presence of DNA matching the accused's; the degree of association between the article where the DNA was found and the offence; the moveability of this article; whether there was a geographical association between the accused and the offence; where the sample involved a mix of profiles, whether the match was with the major contributor or a minor contributor to the mix; and, whether the DNA in the sample was likely to be there as a result of primary rather than secondary transfer.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο