Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χίνης, Αρ. Υπόθεσης: 8637/2019, 26/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8637/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Χίνης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26/11/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κος Τσαγγαρίδης, για να ακούσει απόφαση η κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ. Χριστοφόρου μαζί με Μ. ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση του εδαφίου 3 του άρθρου 6 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, στις 15/9/2018, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, παρά τα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX76 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 173 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος, καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ένα μάρτυρα τον αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Σιαμούτη (στο εξής «ΜΚ1»). Μαρτυρία Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 τον ανακριτικό φάκελο που είχε συμπληρώσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο ΜΚ1 στις 15/9/2018 και περί ώρα 1:48 κατάγγειλε τον οδηγό του οχήματος XXXXX76 για υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και συγκεκριμένα για οδήγηση με ταχύτητα 173 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. O ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε κάνει σήμα στον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX76 να σταματήσει αφού έκρινε ότι ήταν επικίνδυνο. Συγκράτησε όμως τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος και αναζήτησε τον ιδιοκτήτη όπου ανταποκρίθηκε ο Κατηγορούμενος. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός του ως άνω οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο και μετά από πάροδο 15 με 20 λεπτών προσήλθε στην Πύλη του Αρχηγείου Αστυνομίας, όπου του επιδόθηκε εξώδικο πρόστιμο. Εισήγηση για εκ πρώτης όψεως Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος της οποίας εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Νομικές αρχές αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως Η νομολογία, ως προς το πότε δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄ αυτό το στάδιο, είναι ευθυγραμμισμένη (Αστυνομία v Κουτούρης Ποιν. Έφ. 169/20 ημερ. 9/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:B235). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.»» Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
- Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
- Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
- Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
- Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να εξετάσει κατά πόσον θα καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξ όψεως και αντικειμενικά ιδωμένης, χωρίς να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και χωρίς κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα. Εξετάζεται δηλαδή κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που κατηγορείται. Νομική Πτυχή Αδικήματος Σε σχέση με την πρώτη (και μοναδική κατηγορία) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου
(6)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 100 ΧΑΩ, Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 100 ΧΑΩ, Ε) ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Εφαρμογή νομικών αρχών και κατάληξη Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου παρατηρώ ότι απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το «Δ» ανωτέρω που είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την απόδειξη του αδικήματος. Παραπέμπω ενδεικτικά και στην Γρηγορίου Ανδρέας ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 420 όπου αναφέρεται ότι το όριο ταχύτητας ισχύει από το σημείο ύπαρξης πινακίδας και εντεύθεν. Ως εκ τούτου κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο