← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γράβαρης, Αρ. Υπόθεσης: 5530/2021, 16/11/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γράβαρης, Αρ. Υπόθεσης: 5530/2021, 16/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5530/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Γράβαρης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16/11/2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κος. Α. Τσαγγαρίδης, για να ακούσει απόφαση η κα. Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Θ. Βασιλική μαζί με ασκούμενο κο. Χ. Παρασκευή Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15

(1), 17
(2), 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 και του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 2/11/2020, στην οδό Θερμοπυλών στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX23, χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ένα Μάρτυρα Κατηγορίας, τον αστυφύλακα XXXXX XXXXX Τσαγγαρίδη (στο εξής «ΜΚ1»). Μαρτυρία Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε λακωνικά «Βασικά σταμάτησα τον Κατηγορούμενο γιατί δεν φορούσε ζώνη. Καταγγέλθηκε, τίποτα παραπάνω». Στη συνέχεια αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο κατήγγειλε. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1, ανάφερε ότι όταν έκανε την καταγγελία ήταν με άλλο αστυνομικό αλλά δεν θυμόταν με ποιόν. Δεν θυμόταν ούτε αν ο Κατηγορούμενος ήταν μόνος του ή με άλλο πρόσωπο. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συνεπιβάτης και οδηγούσε κάποιος άλλος. Ακολούθως ανέφερε ότι το πρόσωπο του Κατηγορούμενου το θυμόταν, ως επίσης και το γεγονός ότι δεν φορούσε ζώνη, αλλά δεν θυμόταν αν ήταν συνεπιβάτης ή οδηγός. Κατά την αντεξέταση, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 ο ανακριτικός φάκελος που συμπληρώθηκε από τον ΜΚ
  1. Σύμφωνα με το εν λόγω Τεκμήριο, το αδίκημα για το οποίο καταγγέλθηκε ο Κατηγορούμενος ήταν ότι ενώ ήταν επιβάτης δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αλλά στα γεγονότα αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν οδηγός. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης, ο ΜΚ1 άλλαξε την εκδοχή του και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός και ότι εκ παραδρομής είχε αναγράψει στο Τεκμήριο 1 ότι ήταν επιβάτης. Στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εξήγησε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του και τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως και κάλεσε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον πατέρα του κ. XXXXX Γραβάρη (στη συνέχεια ο «ΜΥ2») Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνοδηγός στο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX23, το οποίο οδηγούσε ο ΜΥ
  2. Ανάφερε ότι, πριν την καταγγελία, ο ΜΥ2 σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα περίπτερο όπου ο Κατηγορούμενος είχε κατεβεί. Όταν επέστρεψε από το περίπτερο, εισήλθε εντός του αυτοκινήτου και αφού προσδέθηκε με τη ζώνη ασφαλείας αναχώρησαν. Μετά από λίγη απόσταση τους ανέκοψε ο ΜΚ1 ο οποίος κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο ότι δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός του οχήματος XXXXX23 και ότι τόσο αυτός όσο και ο Κατηγορούμενος είχαν προσδεμένη τη ζώνη ασφαλείας τους. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Ήταν εμφανής η αδυναμία του να θυμηθεί τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία επουσιώδεις αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας, σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Κρίνω όμως, ότι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος καθόταν στη θέση του οδηγού ή του συνοδηγού δεν είναι θέμα επουσιώδες. Δεν χωρεί δικαιολογία ότι οι αστυνομικοί προβαίνουν σε μεγάλο αριθμό καταγγελιών και δεν μπορούν να θυμούνται τα γεγονότα κάθε καταγγελίας λεπτομερώς. Η Κατηγορούσα αρχή οφείλει να προσφέρει αξιόπιστη μαρτυρία που να μην αφήνει αμφιβολία ως προς την ενοχή του Κατηγορουμένου. Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Κατηγορούμενο μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κατέληξα χωρίς δισταγμό ότι μου έχει αφήσει καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Έχει δώσει άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια Ο ΜΥ2 δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε με τη μαρτυρία του να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο στην υπόθεση του. Αυτό τον οδήγησε να απαντά με επιφυλακτικότητα στις ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και να έχει υποπέσει σε κάποιες μικρές αντιφάσεις. Για παράδειγμα, αρχικά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να μην είχε προσδεθεί με τη ζώνη του, αφού πριν εκκινήσει το αυτοκίνητο είχε ήδη προσέξει τον ΜΚ1 που στεκόταν σε κοντινή απόσταση για έλεγχο οχημάτων. Σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι «μόλις στρίψαμε αριστερά πετάχτηκε ο Αστυνομικός πίσω από τα δέντρα». Στη συνέχεια προσπάθησε να δώσει εξηγήσεις για το θέμα αυτό, οι οποίες όμως δεν ήταν πειστικές. Παρόλα αυτά, μικρή σημασία έχει η αξιοπιστία του ΜΥ2, ενόψει του ότι έχω ήδη κρίνει αξιόπιστο τον Κατηγορούμενο. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986 Ν. 174/86 «Οι επιβαίνοντες σε οχήµατα των κατηγοριών M1, N1, N2 και N3, τα οποία είναι σε χρήση, χρησιµοποιούν τα συστήµατα ασφάλειας που είναι εγκαταστηµένα στα οχήµατα και που καθορίζονται στον παρόντα Νόµο.» Σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)του Ν. 174/86: «Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 και των άρθρων 15Α και 15Β, είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)µήνες ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή σε αµφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηµατικής ποινής» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 174/86: .. «"ζώνη ασφαλείας" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Παράρτηµα Ι της Οδηγίας 77/541/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1977, περί προσεγγίσεως των νοµοθεσιών των κρατών µελών των αναφεροµένων στις ζώνες ασφαλείας και στα συστήµατα συγκρατήσεως των οχηµάτων µε κινητήρα όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2005/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου·» ..... «"σύστηµα ασφαλείας" περιλαµβάνει τις ζώνες ασφαλείας και τα συστήµατα συγκράτησης ή και συστήµατα συγκράτησης για παιδιά·» Ευρήματα και κατάληξη Της πιο πάνω αξιολόγησης μαρτυρίας δεδομένης, προβαίνω σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταγγελίας του ήταν συνεπιβάτης στο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX23 και ήταν προσδεδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας του. Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία 1. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.