Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαύρος, Αρ. Υπόθεσης: 5786/2021, 18/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5786/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Μαύρος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/11/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση του εδαφίου 3 του άρθρου 6 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, στις 10/10/2020, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, παρά τα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX79 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος, καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ένα μάρτυρα τον αστυφύλακα XXXXX XXXXX Χριστάκη (στο εξής «ΜΚ1»). Μαρτυρία Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 τον ανακριτικό φάκελο που είχε συμπληρώσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και ως Τεκμήριο 2, έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος XXXXX
- Το Τεκμήριο 2 κατατέθηκε εκ συμφώνου και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα στοιχεία που αναγράφει είναι ορθά. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 10/10/2020 και περί ώρα 8:32 το πρωί, στα Λατσιά, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας, κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX79 για το αδίκημα υπέρβασης του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, ήτοι για οδήγηση με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «έχασα το στρίψιμο και άργησα». Καθώς ο ΜΚ1 προχωρούσε με καταχώρηση των στοιχείων του Κατηγορουμένου για την έκδοση εξωδίκου, ο Κατηγορούμενος εξήλθε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε και με έντονο ύφος ανέφερε τα ακόλουθα: «αντιλαμβάνεσαι τι μου κάμνεις τώρα; Έχω 11 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής μου τζιαί αν με καταγγείλεις εν να μου πιάσουν την άδειά μου τζιαί δεν θα μπορώ να δουλεύκω». Ο ΜΚ1 ανάφερε επίσης ότι στον συγκεκριμένο δρόμο υπάρχουν σε πολλά σημεία πινακίδες που αναγράφουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον Κατηγορούμενο προέκυψαν και γεγονότα που αμφισβητεί η υπεράσπιση. Ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι όταν ο τελευταίος τον σταμάτησε για έλεγχο, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έτρεχε με ταχύτητα ψηλότερη του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου. Την ίδια ώρα πλησίασε δεύτερος αστυνομικός που βρισκόταν στη σκηνή, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι ήταν άλλο το όχημα που εντόπισε το ταχύμετρο να κινείται με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ως εκ τούτου ο ΜΚ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι μπορούσε να φύγει, χωρίς να τον καταγγείλει και χωρίς να του εκδώσει οποιοδήποτε εξώδικο. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κατόπιν τούτου, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου: «Έχει κάποια σημασία αυτήν τη στιγμή, αν ο XXXXX Μαύρος κατηγορηθεί; Αφού έχει ήδη πληρώσει απίστευτα χρηματικό ποσό πάνω σε βενζίνες, πάνω σε που τούντο άδειες στη δουλειά του. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τι δικαιοσύνη είναι αυτή, πραγματικά αδυνατώ να αντιληφθώ. Δεν μπορώ να έρθει ο λόγος μου εναντίον του αστυνομικού, γιατί ήμουν μόνος μου, ήταν δύο εκείνοι εντάξει; Δεν έχω λάβει λαπόρτο, δεν ξέρω πόσο ήταν το λαπόρτο, δεν ξέρω πόσο ποσό ήταν, ήταν €198 νομίζω;» . «Μέχρι στιγμής έχω πληρώσει 20, 20, 20, 3 φορές που ήρθα Λευκωσία €60, για να φτάσουμε στα 114 πρέπει να πάμε άλλο €54, €54 νομίζετε δεν καλύφκουν 3 μεροκάματα; Δηλαδή, νομίζετε δεν είναι υπέρ αρκετά τζιείνα που πλήρωσα τζιαί θεωρείτε ότι έχω παράπονο παράλογα με τη Δημόσια Υπηρεσία που είπα πριν; Πραγματικά δεν βρίσκω σωστή αντιμετώπιση από τη Δημόσια Υπηρεσία τζιαί δεν αναφέρομαι στο Δικαστήριο, εν για την Αστυνομία που αναφερόμουν τζιείνην την ώρα. Γίνεται να σου φέρνουν μια κόλλα Α4 να τη δεχτείς; Εγώ εν να κάμω επιστολή, ποιος εν να με ακούσει όμως εμένα; Θέλετε κάτι άλλο που εμένα;» Τελικές αγορεύσεις Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε κατά την τελική του αγόρευση τα ακόλουθα: «Όπως παράλογα πετάχτηκα όπως μιλούσε, νομίζω είπε ο αστυνομικός το 138 και το θεώρησα σαν το πρόστιμο, δεν ξέρω αν είναι αυτό ή όχι, δεν είδα. Παρ' όλα αυτά, εγώ θέλω να σταθώ στο ποσό και όχι στο ακριβές ποσό, ότι ναι υπέρβηκα υπερβολικά παραπάνω από το τι έπρεπε να πληρώσω. Επίσης, είναι πολύ άδικο να καλούμαι να θυμηθώ μια υπόθεση που έγινε πριν έναν χρόνο επ' ακριβώς. Ναι, θυμούμαι ήταν μια υπόθεση που έπρεπε να πάω σε μια άλλη δουλειά, σταμάτησε με ο αστυνομικός, του είπα ότι δεν έτρεχα και αν δεν κάνω λάθος ήταν εκείνη η περίπτωση που ο αστυνομικός έκανε λάθος και μου είπε να φύγω χωρίς να πάρω καν χαρτάκι.» Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τον ΜΚ
- Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Σύμφωνα με τη νομολογία, η ανώμοτη δήλωση ενός Κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, Pantelis Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Γεωργίου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ 515, Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22) Σημειώνεται επίσης πως η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129) ούτε μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας,
(2010)2 ΑΑΔ 397 και Θεοχάρους ανωτέρω). Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή, ορθά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία: Σε σχέση με την πρώτη (και μοναδική κατηγορία) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου
(6)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 100 ΧΑΩ Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 100 ΧΑΩ Ε) ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Ευρήματα και εφαρμογή νομικών αρχών Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι o αυτοκινητόδρομος Λεμεσού - Λευκωσίας αποτελεί οδό, ούτε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που είχε τεθεί από αρμόδια αρχή στο συγκεκριμένο σημείο ήταν 100 ΧΑΩ. Εξάλλου, ως προς τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και στο τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) και να κρίνει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος αποτελεί οδό στην οποία το όριο έχει οριστεί από αρμόδια αρχή στα 100 ΧΑΩ. (Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με την ύπαρξη πινακίδων ορίου ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, γεγονός που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Το τι αμφισβητήθηκε, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 138ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΝΚΑ379 με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Αποδέχομαι επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει το ποσό του εξώδικου προστίμου που είχε εκδοθεί ενώ έχει παρέλθει η προθεσμία που προβλέπει ο νόμος πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Με την τελική του αγόρευση ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά ήγειρε και θέμα καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης αφού παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την επιφύλαξη της απόφασης χρονικό διάστημα σχεδόν ενός έτους. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 96/2019, Καζάνου v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερομηνίας 28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B272 συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα του δικαιώματος κατηγορουμένου για ολοκλήρωση ποινικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα πιο κάτω: «Η Νομολογία του Ανωτάτου, πλήρως ταυτισμένη με αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθόρισε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της (βλ. Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294). Το Άρθρο 30.2. είναι ταυτόσημο με το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 217 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany [1978] 2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών.» Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του ευλόγου χρόνου. Και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου, στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής:- «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου.» Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3-5 χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορουμένου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ΄ έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του ευλόγου χρόνου του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 εάν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands [1995] 19 E.H.R.R. 477, πάροδος μόνο 15 μηνών που παρήλθε μεταξύ της άσκησης έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο και της διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο, θεωρήθηκε, αφού δεν δόθηκε καμιά δικαιολογία, ότι παραβίαζε την επιταγή του ευλόγου χρόνου. Καθοδηγητικές επίσης είναι και αποφάσεις επί του θέματος της Κυπριακής νομολογίας όπως, μεταξύ άλλων, τις Tsiarta and Another v. Yiapana and Another
(1962)C.L.R. 198, Nicola v. Christofi and Another
(1965)1 C.L.R. 324, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, Δημητρίου ν. Γαβριήλ
(2000)1 A.A.Δ. 595, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 A.A.Δ. 100 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Aboul Kareem Ban Othan
(2001)2 A.A.Δ. 777." Στην Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της Κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Εckle v. Federal Republic of Germany 1983) 5 E.H.R.D. 1).» Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με το Κατηγορητήριο, το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο Κατηγορούμενος είχε διαπραχθεί στις 10/10/2020 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 3/3/2021. Στις 9/4/2021, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε και απάντησε με μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 25/5/2021. Στις 25/5/2021 η υπόθεση αναβλήθηκε, χωρίς να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη ο Κατηγορούμενος για την αναβολή και ορίστηκε ξανά στις 16/9/2021 για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε σήμερα, 18/11/2021, για απαγγελία της τελικής απόφασης. Παρόμοιο θέμα είχε εγερθεί και στη Μεταξάς v Αστυνομίας
(2009)ΑΑΔ 560, η οποία αφορούσε επίσης οδήγηση με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (στη συγκεκριμένη υπόθεση 129 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ), όπου κρίθηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης που ήταν η 19/7/2006, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης που ήταν η 2/2/2007 και την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στις 13/10/2008 ήταν εύλογος. Πράγματι, η παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε πολυπλοκότητα που να δικαιολογεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση κατηγορητηρίου και στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ούτε προκύπτει οποιαδήποτε ευθύνη για τον χρόνο που παρήλθε από την πλευρά της υπεράσπισης. Εντούτοις, με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης δεν είναι τέτοιο που να εκφεύγει της έννοιας του εύλογου χρόνου. Δεόν να σημειωθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την πλήρη εκδίκαση της, το Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει και τις δυσκολίες που προκάλεσαν τα μέτρα που είχαν ληφθεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας του νέου Κορονοϊού (Covid - 19), γεγονός που δυσκόλευε γενικότερα την γρήγορη διεκπεραίωση των υποθέσεων που οδηγούνταν ενώπιον του. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο