Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χατζησάββα, Αρ. Υπόθεσης: 18326/19, 5/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18326/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Χατζησάββα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5/11/2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα. Λεάνδρου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 5 κατηγορίες, οι οποίες σύμφωνα με το Κατηγορητήριο έλαβαν χώρα στις 31/7/2018 στη συμβολή των οδών Πρωτομαγιάς και Αναλύοντα στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας. Οι Κατηγορίες αυτές αφορούν: 1η κατηγορία, οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου του 1972, Ν. 86/72. 2η κατηγορία, παράλειψη οδηγού να σταματήσει στο σημείο όπου ενεπλάκη σε δυστύχημα, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 4η κατηγορία, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να ειδοποιήσει την αστυνομία, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 5η κατηγορία, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να δώσει τα στοιχεία του, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 6η κατηγορία, εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του άρθρου 235Α(Ι)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε αρχικά την Τρίτη κατηγορία που αφορούσε, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να λάβει προληπτικά μέτρα προς αποφυγή άλλου δυστυχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(β) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84 αλλά αθωώθηκε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο στις 7/
- Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μία μάρτυρα για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, την Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Ανδρέου (στο εξής η «ΜΚ1»). ΜΚ1 Ως πρώτη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε για να καταθέσει η Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου, (στο εξής η Μ.Κ 1). Η Μ.Κ 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση την οποία ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθιστώντας την ως μέρος της κυρίως εξέτασής. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 31/7/2018 και ώρα 16:30 κατά τη διάρκεια περιπολίας στην οδό Τεύκρου Ανθία στο Τσέρι, αντιλήφθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX76, το οποίο οδηγείτο από την XXXXX Χατζησάββα (στο εξής η «Κατηγορούμενη»), να εξέρχεται από την οδό Πρωτομαγιάς με ευθεία πορεία προς την οδό Τεύκρου Ανθία. Στην προσπάθειά της αυτή, η Κατηγορούμενη διασταύρωσε τις οδούς Θεοδόση Πιερίδη - Αναλύοντα, οι οποίες συμβάλλονται με τις οδούς Πρωτομαγιάς και Τεύκρου Ανθία. Κατά τη διασταύρωση των οδών Θεοδόση Πιερίδη - Αναλύοντα, η Κατηγορούμενη ανέκοψε την πορεία του εξ αριστερών της ερχόμενου ποδηλάτου, το οποίο ποδηλατούσε ο XXXXX XXXXX Surang (στο εξής ο Παραπονούμενος). Από τη σύγκρουση τόσο το ποδήλατο, όσο και ο Παραπονούμενος ανατράπηκαν στην άσφαλτο. Η Κατηγορούμενη εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος προς άγνωστη κατεύθυνση. Η Μ.Κ 1 που βρισκόταν εκεί στο σημείο όπου συνέβηκε το δυστύχημα, σταμάτησε και στην παρουσία του Παραπονούμενου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του ποδηλάτου με το αυτοκίνητο. Στη σκηνή παρατήρησε τα ακόλουθα: · Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας. · Ο καιρός ήταν αίθριος. · Η άσφαλτος ήταν στεγνή. · Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. · Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία των δύο ενεχόμενων ήταν 50 μέτρα. · Το δυστύχημα συνέβη εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ. · Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Παραπονούμενος ο οποίος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα στο κόκαλο στο δεξί χέρι και κρατήθηκε για νοσηλεία. · Από τις εξετάσεις που έκανε την ίδια μέρα στο δυστύχημα, διαπίστωσε ότι το όχημα με αριθμό εγγραφής HEK576, το οδηγούσε η Κατηγορούμενη η οποία κλήθηκε και προσήλθε στον σταθμό την ίδια μέρα και στην παρουσία της ελέγχθηκε το όχημά της, όπου διαπιστώθηκε ότι αυτό έφερε ζημιά στην αριστερή του πλευρά. Στις 9/9/18 μεταξύ των ωρών 12:00 με 12:50 στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Παραπονούμενο κατά την οποία του έδειξε και του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος (το οποίο είχε ετοιμαστεί στην παρουσία του στη σκηνή) με το οποίο συμφώνησε και το υπόγραψε ως ορθό. Στις 24/11/18 και μεταξύ των ωρών 20: 50 ‑ 21: 20, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, έδειξε και επεξήγησε στην Κατηγορούμενη το πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος που έγινε στην απουσία της και η Κατηγορούμενη αφού συμφώνησε με αυτό, το υπόγραψε ως ορθό. Η Μ.Κ 1 κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 2, πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε η ίδια (η ΜΚ1 κατά την προφορική της μαρτυρία επέδειξε στο Δικαστήριο την υπογραφή της Κατηγορούμενης, του Παραπονούμενου ως επίσης και τη δική της). · Τεκμήριο 3, έντυπο περιγραφής ζημιών του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- · Τεκμήριο 4, έντυπο περιγραφής ζημιών του ποδηλάτου του Παραπονούμενου. · Τεκμήριο 5, αντίγραφο του διαβατηρίου του Παραπονούμενου. · Τεκμήριο 6, συμμετρικό σχεδιαγράφημα που ετοίμασε η ίδια βάσει του πρόχειρου σχεδίου (Τεκμηρίου 2). · Τεκμήριο 7, γραπτή κατάθεση του Παραπονούμενου στη μητρική του γλώσσα. · Τεκμήριο 8, γραπτή μετάφραση της γραπτής κατάθεσης του Παραπονούμενου από τη μητρική του γλώσσα στα αγγλικά. · Τεκμήριο 9, μετάφραση της γραπτής κατάθεσης του Παραπονούμενου από τα αγγλικά στα ελληνικά. · Τεκμήριο 10, ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τους τραυματισμούς του Παραπονούμενου, το οποίο της έδωσε ο Παραπονούμενος. · Τεκμήριο 11, γραπτή βεβαίωση που έδωσε ο σύζυγος της Κατηγορούμενης και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX76 κύριος XXXXX Χατζησάββα, σύμφωνα με την οποία στις 31/7/18 και ώρα 16: 30 επέτρεψε στην XXXXX Χατζησάββα με δελτίο ταυτότητας XXXXX58, να οδηγήσει το πιο πάνω αυτοκίνητό του. Σημειώνεται ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 8, αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7, από τη μητρική γλώσσα του Παραπονούμενου στα αγγλικά∙ και το Τεκμήριο 9 αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 8 από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Κατά την προφορική της μαρτυρία στο στάδιο της κυρίως εξέτασης η Μ.Κ 1 ανάφερε περαιτέρω τα ακόλουθα: · Η Λεωφόρος Θεοδόση Πιερίδη είναι κεντρική λεωφόρος και έχει προτεραιότητα σε σχέση με την πορεία των δύο εμπλεκόμενων οδηγών. · Κατά τη χρονική στιγμή της σύγκρουσης η Μ.Κ 1 βρίσκονταν περιπολία στην οδό Τεύκρου Ανθία, ήταν κοντά στο σημείο του δυστυχήματος, είχε καθαρή οπτική επαφή με τα εμπλεκόμενα οχήματα και είχε δει τη σύγκρουση και την εκτίναξη του ποδηλάτη. · Σύμφωνα με τη Μ.Κ 1, η Κατηγορούμενη, η οποία βρίσκονταν στην οδό Πρωτομαγιάς, εισήλθε στη διασταύρωση, κτύπησε με τον Παραπονούμενο και συνέχισε την πορεία προς την οδό Τεύκρου Ανθία όπου είναι και το σπίτι της σε κάποια παρακείμενη οδό. · Γνωρίζει προσωπικά την Κατηγορούμενη ως επίσης και πού βρίσκεται το σπίτι της, καθώς στο παρελθόν είχε χειριστεί κάποια περιστατικά που αφορούσαν έμμεσα τον σύζυγο της Κατηγορούμενης. Αυτά «τα περιστατικά», σύμφωνα με επεξήγηση που δόθηκε αργότερα στο στάδιο της αντεξέτασης, αφορούσαν φρούρηση από την ίδια της οικίας της Κατηγορούμενης, κατόπιν εμπρηστικής ενέργειας εναντίον του συζύγου της Κατηγορούμενης. · Ανέφερε ότι είχε καθαρή οπτική επαφή με το σημείο του δυστυχήματος. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης η Μ.Κ 1 ανάφερε τα ακόλουθα. · Έχει 25 χρόνια υπηρεσία και τα 17 εκ των οποίων στον Σταθμό Λακατάμειας. · Έλαβε συγκεκριμένη εκπαίδευση για τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. · Ο Παραπονούμενος είχε προτεραιότητα ως προς την πορεία του σε σχέση με την πορεία της Κατηγορούμενης. · Η Κατηγορούμενη δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. · Η Κατηγορούμενη είχε οπτική πορεία προς τον Παραπονούμενο πριν τη σύγκρουση. · Δεν υπήρχαν εμπόδια στην άσφαλτο. · Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορούμενη είχε «τρίψιμο» στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση (στο πλάι της αριστερή πλευράς). Στο ποδήλατο του Παραπονούμενου οι ζημιές ήταν στην μπροστινή πλευρά «τροχός με τιμόνι». · Κατά την αντεξέταση της υπεδείχθη έντυπο το οποίο αναγνώρισε η Μ.Κ 1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το συγκεκριμένο Τεκμήριο σύμφωνα με τη Μ.Κ1 είναι έντυπο που ετοιμάζεται για σκοπούς στατιστικών και ετοιμάστηκε, «σε συνεργασία», όπως ανέφερε, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει με ποιον και χωρίς να είχε ζητηθεί σχετική διευκρίνηση. · Στο Τεκμήριο 12, περιλαμβάνεται ένα μικρό πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το οποίο η Μ.Κ 1 ανάφερε ότι είναι πρόχειρο σχέδιο και ετοιμάζεται για σκοπούς στατιστικών, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε μετρήσεις, απλά υποδεικνύει τον δρόμο που έγινε το δυστύχημα. · Η Κατηγορούμενη εισήλθε απότομα στη διασταύρωση και δεν άφησε τη δυνατότητα στον Παραπονούμενο να αντιδράσει. · Οι ζημιές στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HEK576 ταυτίζονται με το ύψος του ποδηλάτου. Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την υπόθεσή της, το Δικαστήριο αθώωσε την Κατηγορούμενη στην κατηγορία 3 και την βρήκε εκ πρώτης όψεως ένοχη στις κατηγορίες 1, 2, 4, 5 και
- Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Γραπτή Κατάθεση Παραπονούμενου: Η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7, που είναι η γραπτή κατάθεση που είχε δώσει σε αυτήν ο Παραπονούμενος, ως επίσης και τα Τεκμήρια 8 και 9, που αποτελούν τις μεταφράσεις από τη μητρική του γλώσσα στα αγγλικά και από τα αγγλικά στα ελληνικά αντίστοιχα. Τα Τεκμήρια αυτά, κρίνω ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως νόμο ΚΕΦ. 9 «η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 27
(1), «κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.» Στη συνέχεια στο εδάφιο 2 του άρθρου 27 αναφέρεται ότι, ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: «(α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· .....
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούσα αρχή δεν έχει καλέσει τον Παραπονούμενο ως μάρτυρα, χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση σε σχέση με το λόγο που δεν το έχει πράξει. Η προφορική αναφορά της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής ότι δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα γιατί μάλλον έχει αποχωρήσει από την Κύπρο, με τον τρόπο που τέθηκε, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να προσκομιστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Ως εκ τούτου κρίνω ότι τα Τεκμήρια 7, 8 και 9 δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία και δεν θα ληφθούν καθόλου υπόψη. Γραπτή βεβαίωση συζύγου Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 11): Τα όσα ανωτέρω αναφέρονται σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία ισχύουν και σε σχέση με το Τεκμήριο 11. Στην περίπτωση του Τεκμηρίου 11 όμως, η Κατηγορούσα αρχή δεν μπορούσε να καλέσει το πρόσωπο που προέβηκε στην αρχική δήλωση, αφού το πρόσωπο αυτό ήταν κατά τον ουσιώδη σύζυγος της Κατηγορούμενης και ως εκ τούτου, μη εξαναγκάσιμος μάρτυρας (άρθρο 14
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9). Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη τα άρθρα 24 και 27 του ΚΕΦ. 154, κρίνω ότι το Τεκμήριο 11 είναι αποδεκτό ως μαρτυρία. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 31/7/2018): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Δεύτερη, Τέταρτη και Πέμπτη Κατηγορία Οι Κατηγορίες 2, 4 και 5 στηρίζονται στους Καν. 61
(1)(α) (γ) και (δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984 τα οποία αναφέρουν τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση κατά την οποία οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος εμπλακεί σε δυστύχημα σε οποιοδήποτε δρόμο, έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: (α) Να σταματήσει το όχημά του επί τόπου στο σημείο που συνέβηκε το δυστύχημα. ... (γ) Να ειδοποιήσει αμέσως την Αστυνομία για το δυστύχημα σε περίπτωση που το δυστύχημα είναι θανατηφόρο ή από το οποίο έχει προκύψει τραυματισμός και να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της Αστυνομίας. (δ) Να παράσχει στον οδηγό του οχήματος που έχει εμπλακεί στο δυστύχημα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε εύλογα ζητήσει πληροφορίες αναφορικά με το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό άδειας οδηγού και της ταυτότητας του, το όνομα του ιδιοκτήτη του οχήματος, την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία το όχημα είναι ασφαλισμένο, τον αριθμό πιστοποιητικού της ασφάλειας και τον αριθμό του οχήματος. Σε περίπτωση που ο οδηγός του άλλου οχήματος, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος περιουσιακού στοιχείου ή ζώου που έχει υποστεί ζημιά ή βλάβη δεν βρίσκεται στην σκηνή του δυστυχήματος ή δεν είναι σε θέση να ζητήσει ή να λάβει τις πιο πάνω πληροφορίες, αυτές δίνονται στον αστυνομικό που εξετάζει επί τόπου την υπόθεση ή στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από εικοσιτέσσερις ώρες από το δυστύχημα.» Τέλος, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοούσε κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο ως ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων ότι ο παραβάτης οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει: Δεύτερη κατηγορία: Α) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. Β) Εμπλοκή σε δυστύχημα σε οποιοδήποτε δρόμο. Γ) Παράληψη του οδηγού να σταματήσει επί τόπου στο σημείο του δυστυχήματος. Τέταρτη κατηγορία: Α) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. Β) Εμπλοκή σε δυστύχημα σε οποιοδήποτε δρόμο. Γ) Συνεπεία του δυστυχήματος να έχει προκύψει θάνατος ή τραυματισμός. Δ) Παράλειψη του οδηγού να ειδοποιήσει αμέσως την αστυνομία και να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της. Πέμπτη κατηγορία: Α) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. Β) Εμπλοκή σε δυστύχημα σε οποιοδήποτε δρόμο. Γ) Παράλειψη παροχής στον οδηγό του άλλου οχήματος ή σε οποιοδήποτε άλλο ήθελε εύλογα ζητήσει τις πληροφορίες που αναγράφονται στο άρθρο. Αναφορικά με το Γ) ανωτέρω, προνοείται ότι σε περίπτωση που ο οδηγός του άλλου οχήματος, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος περιουσιακού στοιχείου ή ζώου που έχει υποστεί ζημιά ή βλάβη δεν βρίσκεται στην σκηνή του δυστυχήματος ή δεν είναι σε θέση να ζητήσει ή να λάβει τις πιο πάνω πληροφορίες, ο ανωτέρω ενεχόμενος οδηγός υποχρεούται να δώσει τις πληροφορίες αυτές στον αστυνομικό που εξετάζει επί τόπου την υπόθεση ή στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από εικοσιτέσσερις ώρες από το δυστύχημα Έκτη Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 235Α, εδάφια
(1)και
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στα οποία στηρίζεται η Έκτη Κατηγορία (ως ίσχυε κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως ημερομηνία διάπραξης): 235Α.-
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. ....
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. Σε σχέση με την πιο πάνω κατηγορία προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει: Α. Εμπλοκή σε ατύχημα. Β. Πρόκληση από το ατύχημα, θανάτου ή άλλης σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Γ. Εγκατάλειψη του χώρου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Σύμφωνα με την Sayed Abdalla El v Αστυνομίας
(2011)2ΑΑΔ 484 η ενοχή με βάση το άρθρο 235Α του Κεφ. 154 και τον Καν. 61
(1)(δ) της ΚΔΠ 66/84 είναι ανεξάρτητη από το αν ο Κατηγορούμενος ευθύνεται ή όχι στο ατύχημα στο οποίο έχει εμπλακεί. Δεν βλέπω λόγο γιατί το ίδιο να μην ισχύει και αναφορικά με τους Καν. 61
(1)(α) και (β) της ΚΔΠ 66/84. Περαιτέρω, στην Πουμπουρής v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1 αναφέρθηκε ότι η φύση και η σοβαρότητα της σωματικής βλάβης ή των τραυμάτων του θύματος δεν συνιστούν στοιχείο του αδικήματος με βάση το άρθρο 235Α του Κεφ.
- Και εδώ, δεν βλέπω λόγο γιατί το ίδιο να μην ισχύει και σε σχέση με τα εδάφια 1, (α), (γ) και (δ) του Καν. 61 της ΚΔΠ 66/
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27η έκδοση του 2015, παράγραφος 7.07 - 7.08, σελίδα 1/614, στο άρθρο 170 του Road Traffic Act 1988, με το οποίο προνοούνται παρόμοιου είδους αδικήματα με τον Καν. 61
(1)της ΚΔΠ 66/84, λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά δεν αποτελούν απλή απαγόρευση αλλά επιβάλλουν θετικό καθήκον (positive duty) σε κάποιο για να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, απαιτούν την απόδειξη γνώσης (παραπομπή στην Harding v. Price [1948] 1 ALL E.R. 283). Η γνώση μπορεί να αποδειχτεί και σε περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος, παρόλο που γνωρίζει ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα, επιλέγει να το αγνοήσει, και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να αποδείξει, είτε ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι αντιλήφθηκε την εμπλοκή του στο ατύχημα, είτε ότι εύλογα όφειλε να το αντιληφθεί (π.χ. λόγω δυνατού ταρακουνήματος και/ ή θορύβου από τη σύγκρουση). Αφού η ζημιά ή ο τραυματισμός αποδειχτούν, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους του Κατηγορούμενου για να αποδείξει ότι δεν τα είχε αντιληφθεί. Όπου μεταφέρεται τέτοιο βάρος στον Κατηγορούμενο, αυτός θα πρέπει να το αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (παραπομπή στην R. V. Carr - Briant [1943] 2 All E.R. 156). Περαιτέρω, σύμφωνα με την Harding (ανωτέρω), η απουσία από το άρθρο της τότε ισχύουσας Αγγλικής Νομοθετικής πρόνοιας[1], οποιασδήποτε αναφοράς σε γνώση του Κατηγορούμενου, είχε το αποτέλεσμα της μεταφοράς του βάρους απόδειξης στους ώμους του Κατηγορουμένου. Στην πρόσφατη αγγλική απόφαση Magee v Crown Prosecution Service - [2014] All ER (D) 370 (Oct), στην οποία γίνεται αναφορά στην Harding ανωτέρω, επαναβεβαιώνεται ότι το βάρος είναι στον Κατηγορούμενο να αποδείξει ότι δεν γνώριζε ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα[2]. Περαιτέρω, στην υπόθεση Σιδηρόπουλος ν. Aστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 15, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της κάθε πλευράς να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Griffiths στην υπόθεση Hunt (πιο πάνω) στη σελίδα 11:- "... However, their Lordships were in agreement that if the linguistic construction of the statute did not clearly indicate on whom the burden should lie the court should look to other considerations to determine the intention of Parliament, such as the mischief at which the Act was aimed and practical considerations affecting the burden of proof and, in particular, the ease or difficulty that the respective parties would encounter in discharging the burden. I regard this last consideration as one of great importance, for surely Parliament can never lightly be taken to have intended to impose an onerous duty on a defendant to prove his innocence in a criminal case, and α court should be very slow to draw any such inference from the language of a statute. When all the cases are analysed, those in which the courts have held that the burden lies on the defendant are cases in which the burden can be easily discharged." (Βλ., και το σχόλιο της υπόθεσης Hunt στο [1987] Crim.L.R. 263 και την υπόθεση Rex v. Alath Construction Ltd. [1990] Crim.L.R. 516.)» Τόσο το άρθρο 235 Α του Κεφ. 154 όσο και οι Καν. 61
(1)
(1), (β) και (γ) της ΚΔΠ 66/84 δεν αναφέρουν ότι η γνώση είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλά ούτε και μεταφέρουν ρητά το βάρος απόδειξης στον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπόθεση Πουμπουρής (ανωτέρω), ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη 235Α του ΚΕΦ. 154 είναι προφανής και δεν χρειάζεται εξειδίκευση. Αναφέρθηκε επιγραμματικά, ότι κάθε οδηγός έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος καθώς η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος. Η φύση της βλάβης που ο νομοθέτης επιχειρεί να αποτρέψει είναι προφανής, τόσο με το άρθρο 235Α του ΚΕΦ. 154 για το οποίο έγινε η πιο πάνω αναφορά στην Πουμπουρής, όσο και με τους Καν. 61
(1)(α) (γ) και (δ) της ΚΔΠ 66/1984. Όλα τα αδικήματα που δημιουργούνται με τις πιο πάνω διατάξεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Αυτό είναι το γεγονός ότι συχνά είναι δύσκολο ή αδύνατο για τις διωκτικές αρχές να βρουν στοιχεία αναφορικά με την διάπραξη του αδικήματος. Το κατά πόσον ο παραβάτης είχε όντως γνώση του γεγονότος ότι προκλήθηκε δυστύχημα είναι γεγονός που εμπίπτει στην σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Η δυσκολία απόσεισης του βάρους απόδειξης αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης γέρνει συντριπτικά εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής. Οι πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι βρίσκουν εφαρμογή στην περίπτωση του άρθρου 235Α του Κεφ. 154 και των Καν. 61
(1)(α) (γ) και (δ) της ΚΔΠ 66/1984. Συνεπώς, από τη στιγμή που το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα ότι οδηγός ο οποίος ενεπλάκη σε δυστύχημα και παρέλειψε να σταματήσει, και οι συνθήκες του δυστυχήματος ήταν τέτοιες που οδηγούν σε κατάληξη ότι ο οδηγός του οχήματος αντιλήφθηκε ή όφειλε να είχε αντιληφθεί ότι είχε εμπλακεί σε δυστύχημα, τότε εναπόκειται στον οδηγό να προσφέρει μαρτυρία ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την Θεοχάρους ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδεικνύεται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά εξυπακούεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295 και Archbold Criminal Pleadings Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 10-10). Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 219 λέχθηκε ότι «η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τη μοναδική μάρτυρα που κατέθεσε. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε αλλά και την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Η ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Προσέφερε τη μαρτυρία της με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα και έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι αληθή, ορθά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η αξιοπιστία της ΜΚ1 έχει κλονιστεί, μεταξύ άλλων λόγων, λόγω του ότι στο Τεκμήριο 12 παρουσιάζονται διαφορετικά τα γεγονότα σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν θα συμφωνήσω με τον ισχυρισμό αυτό. Η ΜΚ1 ξεκαθάρισε ότι το Τεκμήριο 12 είναι έντυπο που συμπληρώνεται για σκοπούς στατιστικών, συμπληρώνεται πρόχειρα και δεν περιέχει μετρήσεις. Ανάφερε επίσης ότι δεν το ετοίμασε μόνη της, αλλά σε συνεργασία με το άτομο που ελέγχει τα δυστυχήματα πριν διαβιβαστούν. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 12 φέρει ημερομηνία 28/8/2018 ενώ το Τεκμήριο 2 ετοιμάστηκε στην σκηνή του δυστυχήματος την ημέρα του δυστυχήματος (31/7/2018). Προσέτι, το Τεκμήριο 2 έχει υπογραφτεί από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ως ορθό. Συνεπώς, θα προτιμήσω το Τεκμήριο 2, και το Τεκμήριο 6 που ετοιμάστηκε βάση του πρώτου, και δεν θα λάβω υπόψη το Τεκμήριο 12 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ούτε θα αποδεχτώ ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 έχει κλονιστεί καθώς κατά τη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο δεν άφησε αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία και την ειλικρίνεια της. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ1 σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία έδωσε μαρτυρία. Δεν λαμβάνω υπόψη μέρη από τη μαρτυρία της ΜΚ1 που δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και γι' αυτό δεν καταγράφονται στην παράθεση της μαρτυρίας (ανωτέρω). Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης μαρτυρίας δεδομένης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 31/7/2018 και ώρα 16:30, η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX76, στο χωριό Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας, στην οδό Πρωτομαγιάς με κατεύθυνση προς Τεύκρου Ανθία και ανέκοψε την πορεία του Παραπονούμενου που οδηγούσε το ποδήλατο του με κατεύθυνση από οδό Θεοδόση Πιερίδη προς οδό Αναλύοντα. Ως αποτέλεσμα προκλήθηκε σύγκρουση του ποδηλάτου στο πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, με αποτέλεσμα την ανατροπή του ποδηλάτου και του Κατηγορούμενου. Το σημείο σύγκρουσης ήταν σε ένα σταυροδρόμι που αποτελεί τη συμβολή δύο δρόμων, ο ένας δρόμος αποτελείται από τις οδούς Πρωτομαγιάς - Τεύκρου Ανθία και ο άλλος από τις οδούς Θεοδόση Πιερίδη - Αναλύοντα (στο σταυροδρόμι, ως η πορεία του Παραπονούμενου τελειώνει η οδός Θεοδόση Πιερίδη και αρχίζει η οδός Αναλύοντα, και ως η πορεία της Κατηγορούμενης, τελειώνει η οδός Πρωτομαγιάς και αρχίζει η οδός Τεύκρου Ανθία). Ο κύριος δρόμος που είχε προτεραιότητα, ήταν αυτός στον οποίο ήλαυνε ο Παραπονούμενος, κάτι που βεβαιώνεται και από τη σηματοδότηση στα Τεκμήρια 2 και 6. Συνεπεία της σύγκρουσης, ο Κατηγορούμενος είχε υποστεί τραυματισμούς. Η Κατηγορούμενη συνέχισε την πορεία της, χωρίς να σταματήσει στο σημείο του δυστυχήματος. Από την περιγραφή της σύγκρουσης από την ΜΚ1, τις ζημιές που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα οχήματα και τον τραυματισμό του Παραπονούμενου, προκύπτει σαφέστατα ότι η Κατηγορούμενη είχε αντιληφθεί ή όφειλε να είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση του ποδηλάτου με το αυτοκίνητο της. Η οδήγηση της Κατηγορούμενης ως ανωτέρω περιγράφεται συνιστά αμέλεια αναγόμενη σε παράλειψη άσκησης της φροντίδας και μέριμνας που όφειλε υπό τις περιστάσεις στον Παραπονούμενο. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης. (Βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383, Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 21.) Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν απάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορούμενης στην πρώτη κατηγορία. Περαιτέρω, μετά τη σύγκρουση η Κατηγορούμενη η οποία ενώ οδηγούσε ενεπλάκη σε δυστύχημα: · ενώ είχε αντιληφθεί ότι είχε εμπλακεί στο δυστύχημα, · συνέχισε την πορεία της χωρίς να έχει σταματήσει στο σημείο του δυστυχήματος, · από το δυστύχημα προκλήθηκαν ζημιές και τραυματισμός, · παρέλειψε να ειδοποιήσει αμέσως την αστυνομία και να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της, · παρέλειψε να δώσει στον Παραπονούμενο τα στοιχεία που αναφέρονται στον Καν. 61
(1)(δ) της ΚΔΠ 66/84, · παρέλειψε να παράσχει βοήθεια στον τραυματία, Σύμφωνα με τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχτεί τόσο η υποκειμενική, όσο και η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων στις κατηγορίες 2, 4, 5 και 6. Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την ενοχή της Κατηγορούμενης στις κατηγορίες 1, 2, 4, 5 και 6 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις ως άνω κατηγορίες. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Road Traffic Act, 1930, s 22
(2)[2] Αφορά παράβαση του μεταγενέστερου Road Traffic Act 1988, s.170 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο