ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. CAPRICORN TRADIΝG LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2676/17, 11/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2676/17 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- CAPRICORN TRADIΝG LTD
- XXXXX ΧΡ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης με κ. Μάρκου Για Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για Κατηγορούμενο 2: κ. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενος 2 Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών (οι «Κανονισμοί»). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μία κατηγορία που αφορά την παράλειψη καταβολής ποσού Φ.Π.Α. ύψους €443.714,69 εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 20/04/2011 (1η κατηγορία), είκοσι κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 μέχρι 31/10/2016 (2η - 21η κατηγορία) και μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €196.105,24, που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €443.714,69 που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερομηνίας 20/4/2011 (22η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που τους προσάπτονται, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση, στο πλαίσιο της οποίας η Κατηγορούμενη 1, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2, παρέμεινε χωρίς εκπροσώπηση και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υπεράσπιση της. Σημειώνεται ότι, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων στις κατηγορίες 12 - 21 διακόπηκε με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 13/3/2019, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον XXXXX Σταύρου (Μ.Κ.1) λειτουργό Α΄ στην υπηρεσία ΦΠΑ, ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 -
- Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισης του, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 12 - 17 ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε πρόσωπο για μαρτυρία προς υπεράσπιση του. Ο Μ.Κ.1, μαρτύρησε για τα καθήκοντα του, στο πλαίσιο των οποίων, όπως ανέφερε, διενήργησε έλεγχο στην Κατηγορούμενη 1, η οποία από την 01/12/1994 μέχρι και την 31/03/2014 αποτελούσε πρόσωπο εγγεγραμμένο στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX3R. Ο έλεγχος αυτός, όπως είπε, κατέληξε σε βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 20/04/2011 για το ποσό των €443.714,70 (Τεκμήριο 1), την οποία επέδωσε αυθημερόν προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος την παρέλαβε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, υπογράφοντας για την παραλαβή της. Η βεβαίωση αυτή, όπως υποστήριξε, παραμένει σε ισχύ αφού η ένσταση που υποβλήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 2) απορρίφθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 3) και δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία προς αμφισβήτηση της. Ανέφερε επίσης ότι, έπειτα από συναντήσεις που είχαν με τον Κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος υπέγραψε και παρέδωσε επιστολή απευθυνόμενη προς τον Έφορο Φ.Π.Α., ημερομηνίας 22/10/2012 (Τεκμήριο 4), με την οποία δήλωσε ότι αποδέχεται το ποσό της επίδικης βεβαίωσης, ότι προτίθεται να καταβάλει επιπλέον το ποσό των €133.000 υπό μορφή συμβιβασμού για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του και πρότεινε μάλιστα ένα πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών. Σε απάντηση της επιστολής αυτής, ο Έφορος Φ.Π.Α., με επιστολή του προς την Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 23/10/2012 (Τεκμήριο 5), αποδέχτηκε το προτεινόμενο ποσό συμβιβαστικού προστίμου €133.000 για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων για το αδίκημα της δόλιας αποφυγής καταβολής οφειλόμενου φόρου με βάση το άρθρο 46
(1)του Νόμου, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλετο μέχρι 17/12/2012, και αποδέχτηκε επίσης τον προτεινόμενο τρόπο αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης
- Εντούτοις, οι Κατηγορούμενοι δεν τήρησαν αυτά που πρότειναν και εναντίον τους καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση XXXXX/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 10), η οποία αφορούσε αντίστοιχες κατηγορίες με αυτές που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 - 6 και 22 της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας αναστάληκε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 6), κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 που υποβλήθηκε με επιστολή των τότε δικηγόρων του, ημερομηνίας 17/3/2016, την οποία κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Παρόμοιο όμως αίτημα του Κατηγορούμενου 2 για αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης δεν έγινε αποδεκτό από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος κοινοποίησε την απόφαση του προς τον Κατηγορούμενο 2 με επιστολή του ημερομηνίας 04/11/2020 (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του το πιστοποιητικό που ετοίμασε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 8) αναφορικά με την εγγραφή της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο Φ.Π.Α., τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των ποσών που αναγράφονται στην 1η και 22η κατηγορία και τη μη εμπρόθεσμη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων που αφορούν οι κατηγορίες 2 μέχρι 11, οι οποίες, όπως ανέφερε, υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα, εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας, στις 02/05/2017. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 9
(1)- 9
(5), δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, σύμφωνα με τα οποία ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που, όπως είπε, έχει περιληφθεί στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο μιας συνάντησης που έγινε με τον Κατηγορούμενο 2 στις 10/06/2011 στα Κεντρικά Γραφεία της Υπηρεσίας Φ.Π.Α., στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και ο τότε προϊστάμενος του Τομέα Διερευνήσεων της υπηρεσίας Φ.Π.Α. Η συνάντηση αυτή, όπως είπε, ζητήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 με σκοπό τον συμβιβασμό αδικημάτων που αφορούν το Φ.Π.Α. Σε εκείνη τη συνάντηση εξηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 οι πρόνοιες της νομοθεσίας αναφορικά με το συμβιβασμό αδικημάτων, του αναφέρθηκε τι αποδέχεται συνήθως ο Έφορος Φορολογίας με βάση πάγια πολιτική του σε τέτοιες περιπτώσεις αναφορικά με το συμβιβασμό αδικημάτων τα οποία αφορούν τη δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α. ή υποβολής αναληθών δηλώσεων με βάση το άρθρο 46
(1)του Νόμου (που, όπως είπε, είναι εκείνα τα αδικήματα για τα οποία ο Έφορος αποδέχεται συμβιβασμό με την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου για να μην ασκηθεί ποινική τους δίωξη) και ότι αν η Κατηγορούμενη 1 επιθυμεί το συμβιβασμό του αδικήματος τότε θα πρέπει να υποβάλει γραπτώς το αίτημα της καθώς και τον τρόπο εξόφλησης, κάτι που έγινε με την αποστολή του Τεκμηρίου
- Ακολούθως, όταν του παρουσιάστηκε αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 10/5/2016 δεν το αναγνώρισε ούτε γνώριζε αν η υπηρεσία Φ.Π.Α συγκατατέθηκε στο αίτημα του Κατηγορούμενου 2 για αναστολή της δίωξης στην υπόθεση XXXXX/13 ή πώς προέκυψε η άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον του Κατηγορούμενου 2, μετά την αναστολή της προηγούμενης, και αν αυτή προήλθε μετά από πιέσεις των εφημερίδων, όπως του υπεβλήθη. Επέμεινε ότι η φορολογία που επιβλήθηκε με την επίδικη βεβαίωση φόρου δεν έτυχε οποιασδήποτε επανεξέτασης ή αναθεώρησης, επαναλαμβάνοντας ότι η ένσταση που υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 απορρίφθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α και προσθέτοντας ότι η εν λόγω βεβαίωση όχι μόνο δεν προσβλήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου αλλά έγινε αποδεκτή ως ορθή. Επανέλαβε ότι η βεβαίωση φόρου παραμένει ως έχει μέχρι σήμερα ενώ αρνήθηκε την υποβολή που του έγινε ότι αυτή είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεων, απαντώντας ότι αυτή βασίστηκε σε τιμολόγια του υποκείμενου στο φόρο προσώπου και σε σύγκριση φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν μαζί με τα βιβλία. Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε αρχικά στις εργασίες που έκανε η Κατηγορούμενη 1, στην οποία, όπως είπε, ήταν διευθυντής και εξακολουθεί να είναι τυπικά διευθυντής διότι η εν λόγω εταιρεία ανέστειλε τις εργασίες της από το 2013 και επειδή από τις 17/2/2018 έχει διοριστεί παραλήπτης διαχειριστής. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2010 από την υπηρεσία Φ.Π.Α. στην Κατηγορούμενη 1, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να του παραδοθεί μετά από μήνες το Τεκμήριο 1 από τον Μ.Κ.1, το οποίο, όπως είπε, τον εξέπληξε και υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο 2), αφού δεν μπορούσε να αντιληφθεί πώς προέκυπταν τα ποσά, η οποία απορρίφθηκε ως το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις επαφές που είχε στη συνέχεια με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., στο πλαίσιο των οποίων, όπως είπε, όλοι τον συμβούλευαν ότι είναι προτιμότερο να παραδεχθεί τον οφειλόμενο φόρο και να αποδεχθεί την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου ώστε να αποφύγει ποινικές διώξεις και ότι στη συνέχεια θα εξετάζονταν ξανά το ύψος του φόρου και θα γίνονταν αναπροσαρμογές. Του έδωσαν τότε και πρότυπο επιστολής που θα έπρεπε να αποστείλει, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι πριν την αποστολή του Τεκμηρίου 4 είχε στείλει κάποιο συγγενικό του πρόσωπο να δει τους υπολογισμούς που κατέληξαν στο Τεκμήριο 1 και αυτός τον πληροφόρησε ότι οι φορολογίες ήταν εντελώς αυθαίρετες και αναιτιολόγητες, κάτι που ισχυρίστηκε ότι είπε στους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. πριν την αποστολή του Τεκμηρίου
- Πείσθηκε όμως, όπως ισχυρίστηκε, να προβεί στην παραδοχή και να ζητήσει την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου προσβλέποντας στην υποδειχθείσα αναθεώρηση του πληρωτέου ποσού και ιδιαίτερα στην αποφυγή ποινικών διώξεων. Απέστειλε τότε το Τεκμήριο 4, που έγινε αποδεκτό ως το Τεκμήριο 5, αναφέροντας επίσης ότι, όταν υπέβαλε την πρόταση, είχε την ειλικρινή πρόθεση να καταβάλει το πρόστιμο και συν το χρόνο όποιο ποσό φόρου προέκυπτε από την επανεξέταση, γι' αυτό και είχε προτείνει μακροχρόνια αποπληρωμή για να δοθεί χρόνος επανεξέτασης. Εντούτοις, πέραν του ποσού των €30.000 που κατέβαλε έναντι του προστίμου τον Δεκέμβριο του 2012 δεν μπόρεσε να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί στις 21/06/2013 η ποινική υπόθεση 10235/13, η οποία, όπως είπε, είναι ταυτόσημη με την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση αιτήθηκε μέσω των τότε δικηγόρων του αναστολή της ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 11), η οποία ανεστάλη ως το Τεκμήριο 6 και, όπως είπε, οι εν λόγω δικηγόροι του είχαν λάβει σε συνάντηση που είχαν με τη νομική υπηρεσία αντίγραφο της επιστολής του Εφόρου Φορολογίας με τις απόψεις του, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, αναφέροντας ότι του είπαν ότι οι φορολογίες θα επανεξεταστούν και ότι δεν ισχύουν αφού υπάρχει παραδοχή ότι υπάρχουν λάθη. Ανέφερε επίσης ότι η εκπρόσωπος του Φ.Π.Α. κατά την ημέρα που καταχώρισε την αναστολή της ποινικής δίωξης ανέφερε ότι τούτο γίνεται για ανθρωπιστικούς λόγους αλλά και διότι ο Έφορος θα επανεξέταζε το ύψος του οφειλόμενου φόρου που ενδέχετο να μειωθεί σημαντικά. Έκτοτε, όπως είπε, δεν του επιδόθηκε νέα βεβαίωση φόρου ούτε διερευνήθηκε μέσω του οτιδήποτε και, με συμβουλή των δικηγόρων του, ανέμενε τότε τη νέα βεβαίωση για να λάβει όλα τα ένδικα μέσα για ακύρωση της. Ακολούθως, έκανε αναφορά σε αποσπάσματα εφημερίδων που δημοσιεύθηκαν το 2017, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 16, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι είναι θύμα διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα και των εν λόγω εφημερίδων καθώς και της παράλειψης του Εφόρου Φορολογίας να διαγράψει τις με το Τεκμήριο 1 επιβληθείσες φορολογίες μέχρι την επανεξέτασή τους, όπως θα έπρεπε. Πρόσθεσε όμως ότι παραμένει γεγονός ότι οι επιβληθείσες με το Τεκμήριο 1 φορολογίες αναιρέθηκαν από τον ίδιο τον Έφορο τόσο με την επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα όσο και με τη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων στα οποία αναφέρεται λανθασμένα ότι επανεξετάστηκαν και παραμένουν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπέβαλε τις φορολογικές δηλώσεις των κατηγοριών που αντιμετωπίζει στις 30/04/2017 και κατέβαλε επιπρόσθετα ποσό €100 για φόρο που προέκυπτε αλλά αδυνατεί να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής αναθεωρημένων δηλώσεων για την περίοδο που αφορά το Τεκμήριο 1 τόσο λόγω της παρέλευσης του χρόνου όσο και διότι τα πλείστα στοιχεία κατέχονται από το τμήμα του Φ.Π.Α. Επίσης, ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε και δυσκολεύεται στην ετοιμασία των θέσεων του λόγω του χρόνου που παρήλθε, της απώλειας μνήμης καθώς και λόγω απώλειας εγγράφων αφού, όπως υποστήριξε, μετά την αναστολή θεώρησαν το ζήτημα λήξαν και οι πρώην δικηγόροι του δεν έχουν πλέον τους φακέλους τους, ο ίδιος δε απώλεσε πολλά έγγραφα σε μετακομίσεις, τα οποία, αντεξεταζόμενος, δεν θυμόταν να προσδιορίσει, περιορίστηκε δε να κατονομάσει ως τέτοια έγγραφα την απόδειξη πληρωμής του ποσού των €30.000 και τη συμφωνία με το Φ.Π.Α για την πληρωμή των δόσεων, τα οποία, όπως είπε, έψαξε αλλά δεν βρήκε. Όπως ανέφερε, το μόνο που θυμάται είναι ότι μετά την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης οι δικηγόροι του ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι διότι θεωρούσαν ότι ακυρώθηκε και η επιβληθείσα φορολογία. Τέλος, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που υπήρξε στο πλαίσιο προώθησης του αιτήματος του για αναστολή της δίωξης στην παρούσα υπόθεση, καταθέτοντας το Τεκμήριο 17 σύμφωνα με το οποίο το αίτημα του για αναστολή, το οποίο υποβλήθηκε με επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17/09/2020, απορρίφθηκε με επιστολή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 04/11/
- Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε κάποια απάντηση για το πώς συνδέεται το ποσό της επίδικης βεβαίωσης φόρου με τα δημοσιεύματα στα οποία αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του καθώς και με τις αναφορές που έκανε στις θέσεις του τότε Εφόρου Φορολογίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα περί επανεξέτασης οφειλόμενων ποσών μετά την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων. Περιορίστηκε απλώς να αναφέρει ότι εκείνο που άκουγε πριν δει την επιστολή του Εφόρου Φορολογίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα ήταν ότι θα γίνουν αναπροσαρμογές βάσει των δηλώσεων και ότι η πρώτη φορά που είδε αριθμούς ήταν μέσω αυτής της επιστολής. Ανέφερε επίσης ότι παρόλο που έγιναν οι φορολογικές δηλώσεις, το ποσό, εξ' όσων γνωρίζει, «δεν μειώθηκε στη δεύτερη αγωγή έναντι της πρώτης» ενώ δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν οι αναφορές που έκανε στις δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα και στις θέσεις του Εφόρου Φορολογίας συνιστούν ή συνδέονται με ανάκληση διοικητικής πράξης και, συγκεκριμένα, του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι, πέραν των επιστολών που απέστειλε προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. και οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 4 καθώς και των επιστολών που έλαβε από την υπηρεσία Φ.Π.Α., και οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 5, δεν θυμόταν να έστειλε προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. ή να έλαβε από αυτήν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή επιστολή σε σχέση με την επίδικη βεβαίωση. Σε σχέση με την ένσταση που υπέβαλε (Τεκμήριο 2), ανέφερε ότι, κατόπιν συμβουλής των τότε λογιστών και δικηγόρων του, δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε αυτήν αναφορικά με την ορθότητα του αναφερόμενου στην βεβαίωση οφειλόμενου φόρου, παρά το ότι, όπως είπε κατά την κυρίως εξέτασή του, η πληροφόρηση που είχε από τους λογιστές τους κατά τη διάρκεια του ελέγχου της Κατηγορούμενης 1 ήταν ότι εντοπίστηκε μια διαφορά της τάξης των €40.000 περίπου και παρόλο που, όπως ανέφερε περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του, όταν παρέλαβε το Τεκμήριο 1 απάντησε προφορικά ότι «εν είσαστε καλά, εν στέκουν τούτα τα ποσά» και οι λειτουργοί του Φ.Π.Α. του είπαν να υποβάλει ένσταση. Πρόσθεσε ότι ούτε όταν έλαβε την απορριπτική επιστολή του Εφόρου δεν έκανε προσφυγή στο Δικαστήριο διότι η συμβουλή που έλαβε ήταν να συναντηθεί και να μιλήσει με το Φ.Π.Α. για να εξεύρει λύση, κάτι που έπραξε με αποτέλεσμα να αποστείλει το Τεκμήριο 4, προτείνοντας την πληρωμή του συμβιβαστικού προστίμου (το ύψος του οποίου, όπως είπε, υπολογίστηκε και του αναφέρθηκε από τους λειτουργούς του Φ.Π.Α.) και του οφειλόμενου φόρου. Όμως, εκ των υστέρων, όπως είπε, λανθασμένα ακολούθησαν αυτή την οδό, διότι δεν θα προχωρούσε σε συμφωνία με το Φ.Π.Α. ούτε θα πλήρωνε το ποσό των €30.000 αν γνώριζε τι θα γινόταν μετά από 3 μήνες (το 2013) όπου δεν είχε χρήματα να πληρώσει, έκλεισαν οι επιχειρήσεις και αυτοί που του χρωστούσαν δεν πλήρωναν. Αποδεχόμενος ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά ούτε περιλαμβάνονται οποιαδήποτε στοιχεία περί εσφαλμένου οφειλόμενου φόρου ή λανθασμένης βεβαίωσης φόρου στις επιστολές μέσω των οποίων αιτήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα αναστολή τόσο της προηγούμενης ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 11) όσο και της παρούσας ποινικής δίωξης (μέρος του Τεκμηρίου 17), ανέφερε πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει για ποιο λόγο δεν συμπεριλήφθηκαν τέτοια στοιχεία στο Τεκμήριο 11 αφού πρόκειται για επιστολή που δεν έγραψε ο ίδιος αλλά έγινε με τους προηγούμενους δικηγόρους του, οι οποίοι του ανέφεραν ότι αυτά θα έπρεπε να αναφερθούν στην εν λόγω επιστολή, ενώ σε σχέση με τη δεύτερη επιστολή (μέρος του Τεκμηρίου 17) είπε ότι δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν οποιαδήποτε τέτοια ζητήματα επειδή αυτή συντάχθηκε από τον ίδιο, στο ίδιο πλαίσιο που συντάχθηκε η πρώτη (Τεκμήριο 11) με την προσθήκη ορισμένων στοιχείων, χωρίς να λάβει προηγουμένως οποιαδήποτε συμβουλή από δικηγόρο. Τέλος, κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι, πέραν του ποσού που κατέβαλε έναντι του συμβιβαστικού προστίμου, δεν γνωρίζει αν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι του οφειλόμενου στην 1η κατηγορία ποσού και επανέλαβε ότι η επιστολή του Εφόρου Φορολογίας, Τεκμήριο 15, του παραδόθηκε από τον τότε δικηγόρο του μετά από συνάντηση που είχε στη νομική υπηρεσία, προσθέτοντας ότι αυτή ήταν συνημμένη στο αντίγραφο της επιστολής που έστειλαν στον Γενικό Εισαγγελέα αιτούμενοι αναστολή ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 11), χωρίς να ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος την παρέδωσε στον τότε δικηγόρο του. Γ. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μία κατηγορία που αφορά την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής στον Έφορο Φορολογίας οφειλόμενου ποσού φόρου που βεβαιώθηκε. Πρόκειται για την 1η κατηγορία, στις λεπτομέρειες της οποίας αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 20/04/2011 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €443.714,69. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του Νόμου: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(11)του Νόμου που αφορά την 1η κατηγορία είναι: (α) η παράλειψη πληρωμής ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 49
(8)του Νόμου αναφέρεται ότι: «
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού.» Επίσης, στο άρθρο 57 του Νόμου, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ερμηνείας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολομωνίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 ημ. 18/12/2018, προνοείται ότι: «Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να κοινοποιηθεί με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπο του για σκοπούς Φ.Π.Α. και η οποία αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικώς στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπο του.» Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως, της οποίας η εγκυρότητα και νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας που καθορίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Προϋπόθεση, βεβαίως, για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις σχετικές με καταβολή φορολογίας είναι το ανέκκλητο της εν λόγω φορολογίας, η οποία προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την προσβολή της ενώπιον του Δικαστηρίου Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ. 612). Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 2 - 11 που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 μέχρι 30/04/2014. Το άρθρο 46
(10)του Νόμου προνοεί ότι: «
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το άρθρο 20
(1)του Νόμου αναφέρει ότι: «20.—
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις.» Συνεπώς, το άρθρο 20
(1)του Νόμου υποβάλλει υποχρέωση στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 6 του Νόμου, να αποδίδει λογαριασμό και να καταβάλλει ΦΠΑ σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους, οι οποίες καθορίζονται με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, στο άρθρο 17
(1)της Κ.Δ.Π. 314/2001 προνοείται ότι: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του ΦΠΑ. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(10)του Νόμου που αφορά τις πιο πάνω κατηγορίες είναι (α) η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο και (β) η μη υποβολή της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Όσον αφορά την 22η κατηγορία, τα άρθρα 45
(3)(γ) και
(4)του Νόμου προνοούν την επιβολή πρόσθετου φόρου και τόκου και το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου, προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 46 (10Α) του Νόμου είναι (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 για τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Από το περιεχόμενο του άρθρου 48 του Νόμου, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής και γραμματέας) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο, χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου στη διάπραξη αδικήματος που προνοείται στο Νόμο ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» του νομικού προσώπου που διέπραξε το ρηθέν αδίκημα (βλ. Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολωμονίδη, ανωτέρω). Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον Μ.Κ.1 και τον Κατηγορούμενο 2 ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Ο Μ.Κ. 1 έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα, μαρτύρησε για ζητήματα σε σχέση με τα οποία είχε προσωπική εμπλοκή, η οποία επικεντρώνεται στον φορολογικό έλεγχο που διενήργησε στην Κατηγορούμενη 1, στην ετοιμασία και επίδοση της επίδικης βεβαίωσης, στις συναντήσεις που ακολούθησαν μεταξύ της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 και της υπηρεσίας Φ.Π.Α. καθώς και στην ετοιμασία του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 8), ζητήματα για τα οποία έδωσε σαφή και καθ' όλα πειστική μαρτυρία, η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, η μαρτυρία του επεκτάθηκε και σε ζητήματα τα οποία προκύπτουν είτε από το μηχανογραφημένο σύστημα πληροφοριών Φ.Π.Α. αναφορικά με τις επίδικες φορολογικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 είτε από ελέγχους στους οποίους προέβη σε αρχεία που έχει πρόσβαση ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του στην υπηρεσία Φ.Π.Α., παρουσιάζοντας ως Τεκμήρια έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του (Τεκμήρια 2 - 7, 9 - 11), το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Παρέμεινε συνεπής στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης, κατά την οποία παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου δεν έτυχε οποιασδήποτε αναθεώρησης ή επανεξέτασης και ότι παραμένει μέχρι σήμερα ως έχει εφόσον όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου αλλά αντίθετα έγινε αποδεκτή από πλευράς Κατηγορούμενης 1, διαφωνώντας ότι αυτή στηρίχθηκε σε εκτιμήσεις και προσθέτοντας ότι αυτή βασίστηκε σε τιμολόγια του υποκείμενου στο φόρο προσώπου και σε σύγκριση φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν μαζί με τα βιβλία. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του ούτε έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα. Η απουσία δε οποιασδήποτε αναφοράς στο Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 8) ως προς τις πληρωμές ή υποβολές φορολογικών δηλώσεων που έγιναν εκπρόθεσμα δεν αφαιρεί οτιδήποτε από την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, αφού στο Πιστοποιητικό περιλαμβάνονται στοιχεία αναφορικά με όλα εκείνα τα ζητήματα που σχετίζονται με την απόδειξη της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων, ως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης, στα οποία προδήλως δεν εμπίπτουν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες πληρωμές ή υποβολές φορολογικές δηλώσεων, στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, αναφέρθηκε με σαφήνεια ο Μ.Κ.1 στις παραγράφους 18 και 21 i του Εγγράφου Α. Γενικότερα, ο Μ.Κ.1 απαντούσε χωρίς νευρικότητα, με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, δίδοντας μαρτυρία για θέματα σε σχέση με τα οποία είχε προσωπική γνώση και παρουσιάζοντας έγγραφα που είχε στην κατοχή του, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός. Ούτε θεωρώ ότι πλήττεται η αξιοπιστία του Μ.Κ.1 από το ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε τους λόγους που επανακαταχωρήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη ή επειδή δεν αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του σε μια επιστολή που του υπεδείχθη κατά την αντεξέτασή (η οποία κατατέθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήριο 15), την οποία, όπως ανέφερε κατά τρόπο άμεσο, ουδέποτε είδε στο παρελθόν ούτε μπορούσε να εντοπίσει στους φακέλους που είχε στην κατοχή του. Τούτο διότι τα ζητήματα αυτά, αφενός, δεν ήταν (ούτε θα μπορούσαν να ήταν) εις γνώση του εφόσον δεν προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι είχε με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτά, ούτε προκύπτει ότι εμπίπτουν στην εμβέλεια των καθηκόντων του (βλ. παράγραφο 4 Εγγράφου Α). Αφετέρου, ο μάρτυρας απάντησε, χωρίς δισταγμό μόλις του υπεδείχθη το Τεκμήριο 15, ότι πρώτη φορά το έβλεπε, εξηγώντας συνάμα ότι, ενόψει των καθηκόντων του, δεν έχει πρόσβαση στους νομικούς φακέλους της υπηρεσίας Φ.Π.Α. ώστε να μελετά τα πάντα. Η εξήγηση αυτή που δόθηκε από τον Μ.Κ.1 αναφορικά με το Τεκμήριο 15 είναι πειστική και λογική εφόσον, αφενός, δεν προκύπτει είτε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 είτε από την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία ότι είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διατύπωση απόψεων προς τον Γενικό Εισαγγελέα ή στην κατάρτιση του εγγράφου αυτού και, αφετέρου, επειδή δεν θα μπορούσε να αναμένετο από τον Μ.Κ.1 να γνωρίζει για κάθε έγγραφο της υπηρεσίας του, το οποίο εκφεύγει των καθηκόντων του ή σε σχέση με το οποίο δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Δεν έχω, συνεπώς, την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος έκαμε πολύ άσχημη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του στο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, περιλαμβανομένων και των σχετικών Τεκμηρίων, το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι η εκδοχή της μαρτυρίας που προέβαλε αναφορικά με την εγκυρότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, τους λόγους για τους οποίους δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου ή έστω μέσω των επιστολών του προς τον Γενικό Εισαγγελέα και ότι η υπεράσπισή του επηρεάστηκε από το χρόνο που παρήλθε μετά τη διάπραξη των αδικημάτων δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις και έναν κακόπιστο σχεδιασμό του Κατηγορούμενου 2, σε μια απέλπιδα προσπάθεια του να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Ο απεγκλωβισμός του Κατηγορούμενου 2 από προηγούμενες ενέργειες του, του επέβαλε μια προσέγγιση αναληθοφανή μέχρι και παράλογη. Αν πράγματι θεωρούσε εσφαλμένη την επίδικη βεβαίωση φόρου και αν πράγματι η ενημέρωση που είχε από τους λογιστές του ήταν ότι είχαν εντοπιστεί διαφορές της τάξης των €40.000 περίπου ή ότι οι υπολογισμοί του Τεκμηρίου 1 ήταν εντελώς αυθαίρετοι, δεν θα υπέβαλλε μια γενική ένσταση χωρίς την παρουσίαση οποιωνδήποτε στοιχείων, όπως το Τεκμήριο 2, ούτε θα προέβαινε στη συνέχεια σε συναντήσεις με την υπηρεσία Φ.Π.Α. για την εξεύρεση λύσης, αποδεχόμενος «ανέκκλητα» το περιεχόμενο της (το οποίο αφορούσε βεβαίωση φόρου για ποσό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που ισχυρίστηκε ότι τον ενημέρωσαν οι λογιστές του) και προτείνοντας μάλιστα πλάνο εξόφλησης (Τεκμήριο 4), αλλά θα λάμβανε όλα τα αναγκαία διαβήματα μέσω των λογιστών και δικηγόρων που ανέφερε ότι είχε ώστε να αμφισβητήσει το περιεχόμενο της. Πολύ περισσότερο, αν πράγματι ένοιωθε ότι «πείσθηκε» ή ακόμα ότι παραπλανήθηκε ή ξεγελάστηκε από την υπηρεσία Φ.Π.Α να αποδεχθεί «ανέκκλητα» την επίδικη βεβαίωση φόρου, δεν θα παραδεχόταν την διάπραξη των αδικημάτων που του προσάφθηκαν με την προηγούμενη ποινική δίωξη[2] (η οποία αφορούσε την ίδια βεβαίωση φόρου[3]), αιτούμενος στη συνέχεια την αναστολή της για λόγους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους που προέβαλε κατά τη δίκη. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, αφού, αν πράγματι θεωρούσε ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη επειδή η επίδικη βεβαίωση φόρου ανακλήθηκε, όπως ισχυρίστηκε κατά τη δίκη, ο λόγος αυτός, αναμενόμενα, θα έπρεπε να περιλαμβάνονταν στους λόγους για τους οποίους αιτήθηκε με επιστολή του στις 17/09/2020 την αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 17), επιστολή με την οποία προέβαλε μόνο ανθρωπιστικούς λόγους για την υποστήριξη του αιτήματος αναστολής, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη βεβαίωση φόρου. Τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην προσπάθεια του να αιτιολογήσει την στάση που τήρησε αλλά και τις ενέργειες που έλαβε πριν από τη δίκη αναφορικά με την ορθότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου (τα οποία κατά κύριο λόγο απέδωσε σε συμβουλές που ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τρίτους, όπως τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., τους προηγούμενους λογιστές και δικηγόρους του) ασφαλώς δεν πείθουν αφού η λογική επιβάλλει ότι όταν κάποιος ενδέχεται να βρεθεί ή βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινικές διώξεις για, ομολογουμένως, σοβαρά αδικήματα σε σχέση με τα οποία αμφισβητεί την ευθύνη του, λαμβάνει συμβουλές ή αποδέχεται να ενεργήσει στη βάση τέτοιων συμβουλών που οδηγούν σε ανάλογες ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση, παρά προς την αντίθετη. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2, στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του προέβαλε θέσεις άσχετες με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (όπως οι θέσεις που προέβαλε αναφορικά με την ορθότητα των ποσών της επίδικης βεβαίωσης φόρου), υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που αντικρούονται είτε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1 είτε από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια ενώ, όποτε ένοιωθε να εγκλωβίζεται από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση του, είτε απέφευγε να απαντήσει είτε δεν απαντούσε ευθέως, δίδοντας απαντήσεις καθόλου πειστικές. Ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του είναι τα πιο κάτω παραδείγματα: (α) κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι αποδέχθηκε την πληρωμή του οφειλόμενου φόρου και την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου στη βάση συμβουλών και υποσχέσεων των λειτουργών της υπηρεσίας Φ.Π.Α. ότι θα αποφεύγονταν οι ποινικές διώξεις και ότι θα εξετάζονταν ξανά το ύψος του φόρου και θα γίνονταν αναπροσαρμογές (βλ. παραγράφους 9 και 12 Εγγράφου Β). Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο λόγος που πρότεινε με το Τεκμήριο 4 μακροχρόνια αποπληρωμή ήταν για να δοθεί χρόνος επανεξέτασης (βλ. παράγραφο 13 Εγγράφου Β). Εκτός του ότι οι θέσεις αυτές δεν συνάδουν με το Τεκμήριο 4 που ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπογράφει, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό, προβάλλοντας ότι αποδέχθηκε να αποστείλει το Τεκμήριο 4, όχι κατόπιν υποσχέσεων για αναθεώρηση και επανεξέταση των οφειλόμενων ποσών αλλά, επειδή, όπως το έθεσε: «Προτιμήσαμε θα πάμε με την οδό που επήαμε, λανθασμένα εκ των υστέρων, διότι αν ήξερα τι θα γίνετουν τρείς μήνες ύστερα δεν θα έφτανα σε εκείνη τη συμφωνία, ούτε θα πλήρωνα τις €30.000 που πλήρωσα εναντίον της συμφωνίας, μιας και όλα θα ήταν, όλα θεωρητικά επιχείρηση δεν θα υπήρχε, λεφτά δεν θα υπήρχαν και εγώ οικονομικά ήμουν κατεστραμμένος. Το 2012 είχα τα λεφτά να πληρώσω το 2013 δεν είχα να πληρώσω τίποτε, κλείσαν οι επιχειρήσεις, κλείσαν όλα και οι επιχειρήσεις που μου χρωστούσαν λεφτά δεν μου πλήρωναν.» Και πιο κάτω: «[.]Η προσπάθεια μου εμένα τότε ήταν με συμβιβασμό, ανεξάρτητα πόσο μεγάλο ήταν το ποσό και πόσο παράλογη ήταν η υπόθεση να τη λύσω. Εάν ήμουν λανθασμένος, ήμουν λανθασμένος. Αλλά δεν ήθελα ούτε στις τράπεζες να ακουστεί οτιδήποτε ούτε στην αγορά ούτε τίποτε. Η έννοια μου εμένα ήταν να βρω μια λύση να πληρώσω ό,τι μπορούσα να πληρώσω, είχα μια επιχείρηση η οποία ήταν κερδοφόρα. Κάναμε μια συμφωνία με τον Φόρο.[.]», (β) ενώ υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του το Τεκμήριο 11 (από το οποίο προκύπτει ότι η προηγούμενη «ταυτόσημη», όπως την χαρακτήρισε, ποινική δίωξη βρισκόταν στο στάδιο της απαγγελίας γεγονότων και αγόρευσης για μετριασμό της ποινής[4]) και ενώ ισχυρίστηκε ότι οι επιβληθείσες φορολογίες αναιρέθηκαν από πλευράς Εφόρου Φορολογίας[5], κατά την αντεξέταση του απέφυγε να εξηγήσει τους λόγους που δεν συμπεριλήφθηκαν στις επιστολές του προς τον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήρια 11 και 17) οι αντίστοιχες θέσεις που ισχυρίστηκε κατά τη δίκη. Στην προσπάθεια του να αιτιολογηθεί για την απουσία οποιασδήποτε τέτοιας αναφοράς, προέβαλε ασύνδετες και καθόλου πειστικές θέσεις, ισχυριζόμενος ότι η μεν πρώτη επιστολή (Τεκμήριο 11) ετοιμάστηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους του ενώ η δεύτερη επιστολή (μέρος του Τεκμηρίου 17) ετοιμάστηκε από τον ίδιο (στα πρότυπα της πρώτης με την προσθήκη ορισμένων στοιχείων), χωρίς να λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή, (γ) εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 ως προς την ορθότητα της βεβαίωσης φόρου ή ότι αυτή τελούσε υπό αναθεώρηση ή αναιρέθηκε από τον Έφορο Φορολογίας αντίκειται στην αδιαμφισβήτητη θέση του Μ.Κ.1 ότι, εκκρεμούσης της παρούσας ποινικής δίωξης, καταβλήθηκε, εκπρόθεσμα, χρηματικό ποσό έναντι αυτής[6]. Τούτο διότι, αν, πράγματι είχε έρεισμα η πιο πάνω εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με την εγκυρότητα ή εκτελεστότητα της βεβαίωσης φόρου, το αναμενόμενο και λογικά επακόλουθο μιας τέτοιας θέσης θα ήταν ότι δεν θα γινόταν οποιαδήποτε πληρωμή έναντι αυτής εκ μέρους της Κατηγορούμενης
- Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την εγκυρότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου είναι όχι μόνο παράδοξη αλλά αποτελεί και σχήμα οξύμωρο, (δ) αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρισμούς περί δυσκολίας στην ετοιμασία των θέσεων του λόγω του χρόνου, απώλειας μνήμης και εγγράφων. Η εκδοχή του όμως αυτή, πέραν από εντελώς γενική και αόριστη[7], έρχεται σε πλήρη και ουσιαστική αντίφαση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία του, στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε ισχυρισμούς που κάθε άλλο παρά απώλεια μνήμης ή εγγράφων επιδεικνύει αφού: (i) παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφα που ανατρέχουν στο έτος 2010 αλλά και μεταγενέστερα (βλ. Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15), περιλαμβανομένων μάλιστα και αποσπασμάτων από δημοσιεύματα σε εφημερίδες του έτους 2017 (Τεκμήριο 16)× (ii) αναφέρθηκε στα όσα ισχυρίστηκε ότι διαδραματίστηκαν κατά και μετά τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου στην Κατηγορούμενη 1, όπως στο περιεχόμενο συζητήσεων και ενημέρωσης που ανέφερε ότι έλαβε από τους λογιστές του (παράγραφος 6 Εγγράφου Β), τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. (παραγράφους 7 - 10 Εγγράφου Β), ένα συγγενικό του πρόσωπο (παράγραφος 11 Εγγράφου Β) και τους προηγούμενους δικηγόρους του (βλ. παραγράφους 15, 17 και 23 Εγγράφου Β) αλλά και στα όσα ισχυρίστηκε ότι διαδραματίστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης ποινικής δίωξης (βλ. παραγράφους 15 - 16 Εγγράφου Β). Περαιτέρω, αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε από την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης 10235/13 (Ιούνιο 2013) μέχρι την αναστολή της (Μάιο 2016), ενώ διαφώνησε ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της εν λόγω υπόθεσης, δεν εξήγησε, κατά τρόπο πειστικό, γιατί άφησε να παρέλθει χρονικό διάστημα 3 περίπου ετών για να υποβάλει το αίτημα αναστολής (Τεκμήριο 11) αναφέροντας γενικά και αόριστα ότι: «Το 2013 όταν μου κινήθηκε η αγωγή η έννοια μου ήταν να σώσω και να περισώσω το τι μπορούσα. Όταν πλέον τα πράγματα κάλμαραν, αναθέσαμε το θέμα και αν με προσέξετε θα δείτε ότι άλλαξαν δύο δικηγόροι από την αρχή του 2013 ως την ημέρα του
- Τότε θεώρησαν ότι έπρεπε να γίνει η ένσταση.[.]» Και ενώ ανέφερε αρχικά ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν ήταν έτοιμος από την πρώτη στιγμή για να διεκπεραιωθεί η υπόθεση XXXXX/13, στη συνέχεια δεν αρνήθηκε ότι οι τότε δικηγόροι που εμφανίζονταν εκ μέρους του στην εν λόγω υπόθεση ζητούσαν επανειλημμένα αναβολές, προσθέτοντας, αφενός, ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ή το Δικαστήριο δεν τις αρνήθηκε και, αφετέρου ότι: «[.] υπήρχαν φορές που έλειπε η ανάλογη δικηγόρος, η κυρία Αθανασιάδου αν θυμούμαι καλά και ζητούσε η βοηθός της ή αντικαταστάτης της νέα ημερομηνία από το Δικαστήριο για να μπορέσει να έρθει. Είχε φορά που ήμουν εγώ άρρωστος και δόθηκε αναβολή, είχε φορά που ήμουν στο εξωτερικό [.]». Γενικότερα, επιχείρησε να πείσει ότι ο χρόνος που παρήλθε για τη διεκπεραίωση τόσο της προηγούμενης δίωξης όσο και της παρούσας οφείλεται σε τρίτους παρά στον ίδιο, προσπαθώντας να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα θύμα των περιστάσεων. Στο πλαίσιο αυτό προέβαλε αντιφατικές θέσεις αναφορικά με το χρόνο που παρήλθε από την ημέρα καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ενώ αρχικά αποδέχθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αναβολών στην παρούσα υπόθεση προήλθε από πλευράς του, ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο Δικαστήριο, στην Κατηγορούσα Αρχή και στον δικηγόρο του, αναφέροντας ότι: «Εσείς αποφασίσετε, εγώ είμαι πιόνι στην όλη υπόθεση. Μου λέτε να έρθω την τάδε ημέρα, την τάδε ώρα, μια φορά δεν έλειψα. Είμαι πάντοτε εδώ.» Η θέση του όμως αυτή διαψεύδεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, από τα οποία προκύπτει ότι, μετά την καταχώριση απάντησης μη παραδοχής εκ μέρους των Κατηγορουμένων στις 10/04/2017, εκτός των αναβολών που δόθηκαν στις 23/06/2017, 04/10/2019 και 15/01/2021 λόγω μη συνεδρίασης του Δικαστηρίου και των αναβολών που δόθηκαν στις 20/03/2020 και 05/02/2021 στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνονταν στη Δημοκρατία για τον περιορισμό της πανδημίας του Κορωνοϊού, όλες οι υπόλοιπες αναβολές στην ακρόαση της υπόθεσης εγκρίθηκαν στη βάση αιτήματος της πλευράς των Κατηγορουμένων, στηριζόμενο είτε σε κώλυμα του τότε δικηγόρου τους να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την ακρόαση (λόγω απουσίας του στο εξωτερικό για προσωπικούς λόγους[8] ή επειδή ήταν απασχολημένος σε άλλη ακρόαση ενώπιον άλλου Δικαστηρίου[9]), είτε σε παραστάσεις του τότε δικηγόρου των Κατηγορουμένων προς το Δικαστήριο ότι χρειαζόταν χρόνο για να εξετάσει με τους πελάτες του ορισμένα ζητήματα για να καταλήξει ως προς την πορεία της υπόθεσης, η οποία, όπως είχε δηλώσει, δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε ακρόαση[10], είτε για λόγους απουσίας του Κατηγορούμενου 2[11], είτε ενόψει της απόσυρσης του προηγούμενου δικηγόρου των Κατηγορουμένων από την εκπροσώπησή τους στη διαδικασία και του χρόνου που ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020 για ιατρικούς λόγους αλλά και επειδή, όπως ο ίδιος δήλωσε τότε, υπήρχε ενδεχόμενο για διευθέτηση. Έτσι, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18/09/2020, οπότε και αναβλήθηκε για λόγο εντελώς διαφορετικό από εκείνα που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 κατά την αντεξέτασή του, στο πλαίσιο της οποίας ανέφερε ότι: «Κατηγορούμενος 2: [.]Τον Σεπτέμβριο παρουσιάστηκα εδώ με τον νέο Δικαστή όχι τον παλαιό και μου δόθηκε μια αναβολή ως τις 15 Νοεμβρίου, αν θυμάστε επιμένατε και οι δύο να παραδεχτώ, ήμουν χωρίς δικηγόρο και ακολούθως τον Δεκέμβριο διόρισα τον κύριο Χατζηιωάννου. Δικαστήριο: Τι εννοείτε "επιμένατε και οι δύο"; Κατηγορούμενος 2: Μου είπε να παραδεχτείς και να σου δώσουμε νέα ημερομηνία. Δικαστήριο: Με το "και οι δύο" πού είπατε τι εννοείτε; Κατηγορούμενος 2: Στο Δικαστήριο, εννοώ ενώπιον σας συγγνώμη, λάθος έκφραση. Ενώπιον σας. κ. Καρύδης: Κύριε Πρόεδρε, μπορούν να διαβαστούν τα πρακτικά εκείνης της ημέρας; Κατηγορούμενος 2: Και μάλιστα βγήκε δύο φορές να μου μιλήσει ο κύριος Καρύδης, αλλά δεν βλέπω ποιο είναι το πρόβλημα, προσπαθείτε να μου τα σύρετε πάνω μου. E. Κάμετε τρεις φορές υπαναχώρηση ότι σας πίεζε το Δικαστήριο, μετά ότι έγινε ενώπιον του και μετά δύο φορές ότι έγινε εκτός της αίθουσας. A. Εντάξει, η μνήμη μου δεν είναι απόλυτα ορθή κύριε Καρύδη.» Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/09/2020, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκείνη την ημέρα προς ικανοποίηση αιτήματος του Κατηγορούμενου 2 να του παρασχεθεί χρόνος για να διορίσει δικηγόρο ο οποίος θα τον εκπροσωπούσε στη διαδικασία, με αποτέλεσμα η υπόθεση να επαναοριστεί για ακρόαση στις 20/11/2020, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 εμφανίστηκε και πάλι αυτοπροσώπως, ζητώντας αυτή τη φορά αναβολή επειδή, όπως ανέφερε, συζητούσε με την νομική υπηρεσία για μια διευθέτηση. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις. Ενδεικτικά, είναι εκείνα που ισχυρίστηκε με αναφορά σε κάποια δημοσιεύματα εφημερίδων (Τεκμήριο 16), υποστηρίζοντας, αφενός, ότι είναι θύμα διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα και των εφημερίδων, θέση η οποία παρέμεινε στη σφαίρα των υποθέσεων και δικών του εικασιών αφού δεν προκύπτει από τα όσα ανέφερε πώς γνωρίζει περί της ύπαρξης μιας τέτοιας διαμάχης ούτε βρίσκει έρεισμα σε οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο η πεποίθηση του ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ως αποτέλεσμα της φερόμενης αυτής διαμάχης ή για οποιουσδήποτε άλλους, αλλότριους σκοπούς. Με αναφορά στα εν λόγω δημοσιεύματα υποστήριξε, περαιτέρω, ότι οι επιβληθείσες φορολογίες ήταν υπό επανεξέταση και αναιρέθηκαν ενώ, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε και πώς προκύπτουν οι «κατ' εκτίμηση φορολογίες» ούτε μπορούσε να εξηγήσει πώς οι αναφορές που έκανε σε αποσπάσματα εφημερίδων ή στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 συνδέονται με ανάκληση της επίδικης βεβαίωσης φόρου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με την εγκυρότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωση φόρου καθώς και τα όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με τους λόγους που την αποδέχθηκε ή δεν την αμφισβήτησε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπως και η εκδοχή του σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης αλλά και τα όσα ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του με αναφορά στα δημοσιεύματα εφημερίδων που παρουσίασε, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και απορρίπτονται. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, περιλαμβανομένων των γεγονότων που είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω συμπεράσματα:
- Η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX3R από την 01/12/1994 αδιάλειπτα μέχρι και τις 31/3/2014, οπότε και διαγράφηκε από το σχετικό μητρώο. Στις 07/02/2018 διορίστηκε παραλήπτης/διαχειριστής στην Κατηγορούμενη 1, η οποία συνεχίζει ακόμα να είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών.
- Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τις 26/07/1994 αδιάλειπτα, χωρίς να έχει παυθεί, μέχρι και τις 28/07/2020 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9
(5).
- Ο Έφορος Φορολογίας (τότε Έφορος Φ.Π.Α.[12]), με βάση το άρθρο 49 του Νόμου, βεβαίωσε το ποσό των €443.714,70 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. από την Κατηγορούμενη 1, η οποία αποτελεί υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου.
- Η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε στον Έφορο Φορολογίας το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 20/04/2011 (Τεκμήριο 1), ήτοι, μέχρι και την 20/05/
- Η ειδοποίηση της βεβαίωσης φόρου της Κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο 1), δόθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 από τον Έφορο Φορολογίας, δια του ΜΚ1, λειτουργού στην υπηρεσία Φ.Π.Α., με επίδοση της προσωπικά στον διευθυντή της, Κατηγορούμενο 2, στις 20/04/2011, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του Νόμου.
- Στην απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να βεβαιώσει Φ. Π. Α. στην Κατηγορούμενη 1, ως το Τεκμήριο 1, υποβλήθηκε γραπτή ένσταση (Τεκμήριο 2) από τον Κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1, η οποία απορρίφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας με επιστολή του ημερομηνίας 04/10/2011 (Τεκμήριο 3) που παραδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2 στις 17/10/2011, χωρίς στη συνέχεια να ακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία από πλευράς Κατηγορούμενης 1, είτε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, είτε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, προς αμφισβήτηση ή ακύρωση της βεβαίωσης φόρου (Τεκμήριο 1). Αντιθέτως, κατόπιν συναντήσεων της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 με την υπηρεσία Φ.Π.Α. που έγιναν στις 10/06/2011 (η οποία έγινε κατόπιν αιτήματος της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 για το συμβιβασμό αδικημάτων που αφορούν το Φ.Π.Α.), 30/08/2012 και 15/10/2012, το ποσό Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε με το Τεκμήριο 1 και οι αναλογούντες σε αυτό πρόσθετοι φόροι και τόκοι έγιναν, ανεκκλήτως, αποδεκτά από πλευράς Κατηγορούμενης 1 με επιστολή της προς τον Έφορο Φορολογίας που υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2, ημερομηνίας 22/10/2012 (Τεκμήριο 4). Με την ίδια επιστολή, η Κατηγορούμενη 1 πρότεινε πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών καθώς και την πληρωμή συμβιβαστικού προστίμου ύψους €133.000 για να αποφευχθεί η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των Κατηγορουμένων.
- Με επιστολή του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 23/10/2012 (Τεκμήριο 5), η οποία παραδόθηκε δια χειρός στον Κατηγορούμενο 2, ο Έφορος Φορολογίας αποδέχτηκε την πληρωμή του συμβιβαστικού προστίμου των €133.000 για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 46
(1)του Νόμου (δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α.) και αποδέχτηκε επίσης τον προτεινόμενο τρόπο αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης
- Επειδή οι Κατηγορούμενοι δεν τήρησαν το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης 1, καταχωρήθηκε εναντίον τους τον Ιούνιο του 2013 η ποινική υπόθεση XXXXX/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 10), η οποία αφορούσε αντίστοιχες κατηγορίες για τα αδικήματα που προσάπτονται με τις κατηγορίες 1 - 6 και 22 της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας αναστάληκε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 6), κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 που υποβλήθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα στις 17/3/2016 (Τεκμήριο 11). Παρόμοιο αίτημα του Κατηγορούμενου 2 για αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης, το οποίο υποβλήθηκε στις 17/09/2020, δεν έγινε αποδεκτό από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος κοινοποίησε την απόφαση του στον Κατηγορούμενο 2 με επιστολή του ημερομηνίας 04/11/2020 (Τεκμήριο 7).
- Το ποσό φόρου που βεβαιώθηκε (Τεκμήριο 1) δεν είχε καταβληθεί μέχρι τις 28/02/2017 που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση (βλ. Τεκμήριο 8). Στις 26/08/2020, εκκρεμούσης της παρούσας ποινικής υπόθεσης, καταβλήθηκε, εκπρόθεσμα, κάποιο χρηματικό ποσό έναντι του ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.
- Οι φορολογικές δηλώσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 - 11 υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, στις 02/05/
- Κατά παράβαση των Άρθρων 45
(3)(γ), 45
(4)και 46 (10Α) του Νόμου, η Κατηγορούμενη 1, παραλείπει να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, το ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου που αναφέρεται στην 22η κατηγορία, που υπολογίστηκε και της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας, λόγω της μη καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε από τον ίδιο, εντός της ταχθείσας για τον σκοπό προθεσμίας. Ε. Τελικά Συμπεράσματα Αναφορικά με την 1η και 22η κατηγορία, αποτέλεσε ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 1) δεν ισχύει ούτε παράγει οποιαδήποτε αποτελέσματα επειδή έχει ανακληθεί ή, εν πάση περιπτώσει, επειδή αναστάληκε ή διακόπηκε η εκτέλεσης της. Η θέση αυτή εδράζεται στο περιεχόμενο της επιστολής που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 με τις «απόψεις» του Εφόρου Φορολογίας (Τεκμήριο 15), σε μια αναφορά που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 ότι έγινε από την εκπρόσωπο του Φ.Π.Α. την ημέρα που καταχωρήθηκε η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης στην υπόθεση XXXXX/13 («ο Έφορος θα επανεξέταζε το ύψος του φόρου που ενδέχετο να μειωθεί σημαντικά»), σε αναφορές του Κατηγορούμενου 2 ως προς εκείνα που ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκαν κατά τις συναντήσεις που έγιναν με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. και σε κάποια δημοσιεύματα από εφημερίδες τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 16. Η πιο πάνω θέση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Η επίδικη βεβαίωση φόρου, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, χαρακτηρίζεται από το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα μέχρις ότου ανακληθεί από το όργανο που την έχει εκδώσει[13] ή ακυρωθεί από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία αλλά και από τη σχετική βιβλιογραφία, η ανακλητική πράξη αποτελεί νέα εκτελεστή διοικητική πράξη[14] και θα πρέπει να είναι ρητή[15]. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην Πελεκάνου ν. Δημοκρατίας
(1998)4 Α.Α.Δ. 901: «Σύμφωνα με το 'Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο' του Α. Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεση της έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή (και) υποχρεώσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης είναι ότι με την δήλωση βουλήσεως που περιέχει καθορίζει δίκαιον δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις είτε κατά τρόπο γενικό με το να θέτει κανόνες δικαίου (κανονιστική πράξη) είτε κατά τρόπο ειδικό στην ατομική περίπτωση (ατομική πράξη) (Βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, Έκδοση 1982, σελ. 170 - Βλ. επίσης και Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 413/96/25.2.97 και Ιδιωτικά Φροντιστήρια Κυπριανού Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 26/97/31.10.97). Το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας ορίζει τις εκτελεστές πράξεις ως εκείνες 'δια των οποίων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου σκοπούσα την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικούμενων'*. Πράξεις οι οποίες είναι απλώς πληροφοριακού χαρακτήρα δεν είναι εκτελεστές (Republic v. Demetriou and Others
(1972)3 C.L.R. 219. Βλ. και Απόφαση 2446/1968 του Συμβουλίου της Επικρατείας στην οποία κρίθηκε ότι η επίδικη πράξη απαραδέκτως προσβάλλεται 'ως στερουμένη εκτελεστού χαρακτήρος, καθ΄ όσον αύτη πληροφορίας απλώς παρέχει προς την αιτούσαν, μη δυναμένη να δημιουργήση ίδιον έννομον αποτέλεσμα'). Πράξη με την οποία απλώς εκτίθεται η γνώμη της διοίκησης προς τον διοικούμενο ή η πρόθεση της 'άνευ αμέσων αποτελεσμάτων' δεν είναι εκτελεστή (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-59, σελ. 239, Republic v. Demetriou and Others
(1972)3 Α.Α.Δ. 219, 223) [.] (Βλ. και Θ. Δ. Τσάτσου "Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας", εκ. τρίτη, σελ. 120-121: 'Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως".)» (οι πιο πάνω υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Εν προκειμένω, είναι πρόδηλο ότι, ούτε η επιστολή με τις φερόμενες απόψεις του Εφόρου Φορολογίας, Τεκμήριο 15 (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν φαίνεται καν να απευθύνεται ή να αποτελεί ανακοίνωση των απόψεων του Εφόρου Φορολογίας προς τους Κατηγορούμενους), ούτε τα δημοσιεύματα που παρουσιάστηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήριο 16 αλλά ούτε βεβαίως και οι ισχυριζόμενες αναφορές της εκπροσώπου του Φ.Π.Α. για επανεξέταση του ύψους του φόρου καθώς και τα όσα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 κατά τη μαρτυρία του ότι του λέχθηκαν από τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α στο πλαίσιο των συναντήσεων (τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του) συνιστούν, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω νομολογίας, εκτελεστή διοικητική πράξη ανάκλησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο Φορολογίας, ως το όργανο που την έχει εκδώσει. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την επιστολή, Τεκμήριο 15, θα πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι σε αυτήν, ναι μεν υπάρχει μια αναφορά σε ένα ποσό κατ' εκτίμηση, για το οποίο όχι μόνο δεν προκύπτει από αυτήν ότι αφορά την επίδικη βεβαίωση αλλά, αντίθετα, με βάση την παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 15, προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό σχετίζεται ή συνδέεται με μη υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις παρά με την επίδικη βεβαίωση φόρου η οποία, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, στηρίχθηκε σε τιμολόγια του υποκείμενου στο φόρο προσώπου και σε σύγκριση φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν μαζί με τα βιβλία. Επίσης, πουθενά στο Τεκμήριο 15 δεν αναφέρεται ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου και το ποσό που βεβαιώθηκε με αυτήν τελούν υπό επανεξέταση ή αναθεώρηση. Η αναφερόμενη στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 15 επανεξέταση και η επιβολή κατ' εκτίμηση φορολογικών προδήλως σχετίζεται με «σημαντικά οφειλόμενα ποσά» που θα διαγράφονταν «μετά την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων που δεν υποβλήθηκαν» και όχι με το ποσό της επίδικης βεβαίωσης φόρου το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, στηρίχθηκε σε τιμολόγια του υποκείμενου στο φόρο προσώπου και σε σύγκριση φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν μαζί με τα βιβλία. Συναφώς, το Τεκμήριο 15 δεν μπορεί να στηρίξει την εκδοχή της υπεράσπισης ότι το ποσό της βεβαίωσης φόρου τέθηκε υπό αναθεώρηση ή επανεξέταση από τον Έφορο Φορολογίας ή ότι στηρίζεται σε κατ' εκτίμηση ή αβέβαιες φορολογίες. Ακόμα όμως και αν ευσταθούσε η εκδοχή αυτή (που δεν ευσταθεί), αυτό και πάλι δεν θα συνιστούσε διοικητική πράξη ανάκλησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου εφόσον, όπως μνημονεύεται στην Πελεκάνου (ανωτέρω), «'Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως». Ούτε βεβαίως ευσταθεί η θέση που προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα πιο πάνω συνιστούν αναστολή της ισχύος και εκτέλεσης της επίδικης βεβαίωσης φόρου εφόσον ούτε το Τεκμήριο 15 αλλά ούτε και οι υπόλοιπες αναφορές επί των οποίων βασίστηκε η υπεράσπιση (δημοσιεύματα σε εφημερίδες κλπ) αποτελούν αιτιολογημένη απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να αναστείλει ή διακόψει την εκτέλεση της επίδικης βεβαίωσης φόρου για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ως οι πρόνοιες του άρθρου 56 του Ν.158 (Ι)/1999 επιτάσσουν. Συνεπώς, κρίνω ότι η σχετική υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1 που προκύπτει από το Τεκμήριο 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε έχει οριστικοποιηθεί και η νομιμότητα και εκτελεστότητα της εξακολουθεί να υφίσταται, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, εφόσον δεν ανακλήθηκε ούτε αναστάληκε ή διακόπηκε η εκτέλεση της από το διοικητικό όργανο που την εξέδωσε και ούτε ακυρώθηκε από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος[16]. Ενόψει των ανωτέρω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 20/04/2011 (Τεκμήριο 1). Αυτό επιβεβαιώνεται και από το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 8), οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το εν λόγω νομοθετικό τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί εφόσον δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 2ης μέχρι 11ης και 22ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα τις φορολογικές δηλώσεις για τις αντίστοιχες φορολογικές περιόδους που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 μέχρι 11 (οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 - 30/04/2014) και, περαιτέρω, έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει το ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου που υπολογίστηκε και της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε. Αυτά, επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 8). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2 μέχρι 11 και 22. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την ποινική ευθύνη διευθυντή ενός νομικού προσώπου για τα υπό εξέταση αδικήματα, σε συσχετισμό με το ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 και δεδομένου επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων (βλ. Τεκμήριο 9
(5)), ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον με την υπεράσπιση εγείρονται δύο επιμέρους ζητήματα, κεφαλαιώδους σημασίας, που το Δικαστήριο, καθηκόντως, οφείλει να εξετάσει. Το πρώτο αφορά την ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της δίωξης στην παρούσα υπόθεση και τη διακρίβωση της ενοχής ή αθωότητας των Κατηγορουμένων και το δεύτερο αφορά την ύπαρξη κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, δηλαδή εκείνο της υπέρμετρης καθυστέρησης, η υπεράσπιση, με αναφορά στην υπόθεση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020, εισηγήθηκε ότι, εν προκειμένω, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης για αδικήματα που έγιναν μεταξύ του 2004 και 2010 και τα οποία διακριβώθηκαν στις 20/04/2011, η οποία οφείλεται σε μια απαράδεκτη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής να καταχωρίσει αρχικά την ποινική δίωξη του 2013 (Τεκμήριο 10), η οποία ανεστάλη για σκοπούς επανεξέτασης των φορολογιών, που δεν έγινε, για να ξανακαταχωρηθεί το 2017 και να εκδικαστεί το 2021, επηρεάζοντας συν τοις άλλοις την ικανότητα των κατηγορουμένων να υπερασπιστούν ή να θέσουν υπόψη της διοίκησης εκείνα τα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην απαλλαγή τους. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ανωτέρω), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Στην Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, η οποία αφορούσε αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά του υπό κρίση κατηγορητηρίου που είχαν διαπραχθεί το 2002 και η ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 6/12/2007, μετά την απόρριψη στις 6/9/2005 σχετικής προσφυγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας το χρόνο που μεσολάβησε για να αποφασίσει αν η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και αφού έλαβε υπόψη του την εκκρεμοδικία που υπήρχε στην προσφυγή, ανέφερε πως: «Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, σε σχέση με τα οποία διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, είναι ιδιαίτερα σοβαρά[17]. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, με το οποίο σχετίζεται και η 22η κατηγορία, διαπράχθηκε εντός του 2011 (και όχι μεταξύ του 2004 και 2010 όπως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση) με την παράλειψη της Κατηγορούμενης 1 να πληρώσει εμπρόθεσμα το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης στις 20/04/
- Περαιτέρω, τα αδικήματα της 2ης - 11ης κατηγορίας διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός της χρονικής περιόδου Μαρτίου 2012 μέχρι Ιουνίου 2014 ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28/02/
- Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οι Κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν, ανεπιτυχώς, την επίδικη βεβαίωση φόρου, υποβάλλοντας γραπτή ένσταση (Τεκμήρια 2 και 3), προέβηκαν σε συναντήσεις με την υπηρεσία Φ.Π.Α. στις 10/06/2011, 30/08/2012 και 15/10/2012 με σκοπό τον συμβιβασμό των φορολογικών τους υποχρεώσεων και στη συνέχεια (22/10/2012) αποδέχτηκαν ανέκκλητα το ποσό Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε μαζί με τους αναλογούντες πρόσθετους φόρους και τόκους, προτείνοντας πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών το οποίο δεν τήρησαν με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον τους έξι με επτά περίπου μήνες μετά η ποινική υπόθεση 10235/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 10), η οποία αφορούσε αντίστοιχες κατηγορίες για τα αδικήματα που προσάπτονται με τις κατηγορίες 1 - 6 και 22 της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας, κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 17/03/2016 (Τεκμήριο 11), αναστάληκε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 6). Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές παραμέτρους αλλά και χωρίς να μου διαφεύγει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεν σοβαρά αδικήματα αλλά δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά κατηγορίες που δεν έχριζαν οποιασδήποτε ιδιαίτερης διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (η οποία παρουσίασε την μαρτυρία ενός μάρτυρα στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν 11 Τεκμήρια αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων τα οποία μπορούσε να διαπιστώσει σχεδόν αμέσως), δεν θεωρώ ότι η στάση και η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ώστε να εγείρεται στο πλαίσιο αυτό ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η Κατηγορούσα Αρχή έδωσε, αφενός, χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης με τις φορολογικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 (τις οποίες η τελευταία αποδέχθηκε ανέκκλητα μέσω του Κατηγορούμενου 2), ικανοποιώντας σχετικό αίτημα της (Τεκμήριο 4) ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η ποινική τους δίωξη (βλ. Κωνσταντίνου ανωτέρω), και προχώρησε, αφετέρου, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, στην καταχώριση της πρώτης ποινικής δίωξης (XXXXX/13) μετά που η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα συμμόρφωσης που η ίδια πρότεινε. Από την άλλη, η πλευρά των Κατηγορουμένων, πέραν του ότι δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί εντός του εν λόγω χρονοδιαγράμματος με τις φορολογικές υποχρεώσεις που ανέκκλητα αποδέχθηκε, εξασφάλισε, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών του οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο και θεωρείται ότι ασκούνται προς το δημόσιο συμφέρον[18]. Η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης και η καταχώριση της παρούσας μετά από χρονικό διάστημα 8 περίπου μηνών (χρόνος που δεν θεωρώ ότι είναι παράλογος) δεν μπορεί να αποδοθεί στους λόγους που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, οι οποίοι παρέμειναν στη σφαίρα των εικασιών και υποθέσεων, χωρίς πραγματικό υπόβαθρο ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας του. Ούτε αποδέχομαι τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι, ως απόρροια του χρόνου που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς η υπεράσπιση εφόσον ουδεμία αποδεχτή μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Ούτε διαπιστώνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, είναι η 28/02/2017, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προκύπτουν από τα πρακτικά του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι οι πλειονότητα των αναβολών που δόθηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας (12/03/2021) προέρχονταν από αιτήματα της πλευράς των Κατηγορουμένων για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Είναι, συνεπώς, πρόδηλο μέσα από την πορεία της υπόθεσης ότι, σε αντίθεση με την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής που ουδέποτε αιτήθηκε αναβολής, οι Κατηγορούμενοι έχουν μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ώστε να μην μπορούν να παραπονούνται ή να στηρίζονται σε αυτό για να επωφεληθούν της όποιας καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, την οποία έχουν προκαλέσει οι ίδιοι με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες τους (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ ECLI:CY:AD:2021:B235, Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021). Έχοντας περαιτέρω υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό με τα δεδομένα της Κάζανου (ανωτέρω) ώστε να οδηγήσουν σε απαλλαγή του Κατηγορούμενου 2 λόγω παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του. Μπορεί μεν η διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων να ανατρέχει εντός χρονικής περιόδου μεταξύ Μαΐου 2011 μέχρι Ιουνίου 2014, εντούτοις υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά της παρούσας υπόθεσης από την Κάζανου (ανωτέρω). Αυτή έγκειται στο ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της Κάζανου (ανωτέρω), η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση έγινε εντός 4 περίπου ετών από την ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών (και όχι εντός 6 ετών όπως ήταν η περίπτωση στην Κάζανου ανωτέρω), για λόγους που αφορούσαν κυρίως την πλευρά των Κατηγορουμένων, με την ακροαματική διαδικασία να ολοκληρώνεται εντός δύο δικασίμων και τους τελευταίους να προβαίνουν, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, σε ενέργειες αντίθετες προς την καταχωρηθείσα μη παραδοχή τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, όπως στην υποβολή των φορολογικών δηλώσεων που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 - 11 και στην καταβολή κάποιου ποσού έναντι της οφειλής που αναφέρεται στη 1η κατηγορία. Τα δεδομένα αυτά δεν εντοπίζονται στην υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω), διακρίνοντας έτσι την εν λόγω υπόθεση από την παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω και συνυπολογίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, των όσων μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της όποιας μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα (ανωτέρω), αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική επειδή προωθείται για πολιτικές σκοπιμότητες, όπως αυτές προκύπτουν από το Τεκμήριο 16 σε συσχετισμό με την πεποίθηση που εκφράστηκε κατά τη δίκη από πλευράς Κατηγορουμένου 2 με αναφορά στο εν λόγω Τεκμήριο, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα στον απαιτούμενο βαθμό της οφειλής των Κατηγορουμένων. Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία[19], η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[20] και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Εν προκειμένω, η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης εφόσον, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν τίθεται ζήτημα αβεβαιότητας της φορολογίας που βεβαιώθηκε στην Κατηγορούμενη 1, ούτε διεφάνη μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ότι η παρούσα δίωξη προωθείται για αλλότριους σκοπούς αλλά και επειδή, εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος 2 απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι υφίσταται κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής, ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Στ. Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, καταλήγω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης μέχρι 11ης και 22ης κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, αυτοί κρίνονται ένοχοι στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, για παράδειγμα, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. σελ. 5 Τεκμηρίου 11, το περιεχόμενο του οποίου ο Κατηγορούμενος 2 υιοθέτησε ως απόλυτα ορθό (βλ. Έγγραφο Β, παράγραφος 4). [3] Βλ. Τεκμήριο 10 και παράγραφο 15 Εγγράφου Β. [4] Βλ. 5η σελίδα του Τεκμηρίου
- [5] Βλ. παράγραφο 20 Εγγράφου Β. [6] Βλ. παράγραφο 18 Εγγράφου Α. [7] Βλ. σελ. 16 των πρακτικών ημ. 17/03/2021 όπου, κατά την αντεξέτασή του, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια έγγραφα απώλεσε και πώς αυτά θα ήταν βοηθητικά της υπεράσπισης του, αναφέροντας ότι δεν είναι νομικός. [8] Πρακτικό Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/12/
- [9] Πρακτικό Δικαστηρίου ημερομηνίας 02/11/
- [10] Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/03/2018, 29/06/2018 και 08/03/
- [11] Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 07/06/2019 και 11/10/2019 και 24/01/
- [12] Βλ. άρθρο 2 και 4
(1)του Νόμου και άρθρα 4
(13)(β) και 9 του Ν.70(Ι)/2014. [13] Βλ. άρθρο 55
(1)Ν.158 (Ι)/1999. [14] Βλ. την Χατζηπαναγή ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1079. Περαιτέρω, στην Δημοκρατία ν. Sunoil Bankering Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 26 αναφέρθηκε ότι: «Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοση της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους [.] Εάν η πράξη είναι παράγωγος εννόμων αποτελεσμάτων αυτή είναι εκτελεστή.». [15] Βλ. Χρίστου ν. Δημοκρατίας Αρ. ECLI:CY:AD:2016:D431, Υπόθεσης 1822/12 ημ. 15/09/2016. [16] Βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω, JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω. [17] Βλ. Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 28/2014 ημ. 24/12/2014 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/2017. [18] Βλ. Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ.
- [19] Βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/
- [20] Βλ. και την Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο