← Κύπρος

SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΠΟΖΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1157Α/2017, 1/7/2021

SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΠΟΖΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1157Α/2017, 1/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B178 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1157Α/2017 SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD Παραπονούμενη -εναντίον- XXXXX XXXXX ΠΟΖΩΤΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 1 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα. Σιαμμούτη για Μαρίνα Α. Σιαμμούτη Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο: κα. Θεοδώρου για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και των συναφών τροποποιήσεων του. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εν λόγω κατηγορίες ως ο εκδότης των πιο πάνω επιταγών της ΣΠΕ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, υπ' αριθμό XXXXX9655 και XXXXX9617, ύψους €51.084,65 και €100.000 αντίστοιχα (οι «επίδικες Επιταγές»), οι οποίες εκδόθηκαν σε όφελος της Παραπονούμενης και οι οποίες, όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον του Κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.2016):
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Παραπονούμενη κάλεσε δύο μάρτυρες, τον XXXXX Λοΐζου, διευθυντή της Παραπονούμενης (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), και την XXXXX Γεωργιάδη, τραπεζική υπάλληλο (Μ.Κ.2), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 19 Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 15 και 16). Αυτή ήταν και η μοναδική μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης εφόσον, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Παραπονούμενης, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η κυρίως εξέταση του Μ.Κ.1 περιστράφηκε, στο μεγαλύτερο της μέρος, στη συμβατική σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, στα όσα προηγήθηκαν της αναφερόμενης έκδοσης των επίδικων Επιταγών καθώς στο αντάλλαγμα των εν λόγω επιταγών. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μεταξύ του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, η οποία είναι εταιρεία που ασχολείται με την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, συνήφθη στις 3/11/2010 συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Τεκμήριο 3) και, την ίδια ημέρα, έγινε αίτηση δημιουργίας μερίδας λογαριασμού αξιών (Τεκμήριο 4). Ανέφερε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη παρείχε στον Κατηγορούμενο πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €100.000 με 1% μηνιαίο επιτόκιο στο οφειλόμενο υπόλοιπο, δυνάμει δύο συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 13/12/2010 (Τεκμήριο 5) και 22/12/2011 (Τεκμήριο 7). Στο πλαίσιο της πρώτης δόθηκε ως εξασφάλιση του δανείου μια επιταγή της Σ.Π.Ε. ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ύψους €100.000, με αριθμό XXXXX2298 και αριθμό λογαριασμού XXXXX302-2, χωρίς ημερομηνία πληρωμής, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Στο πλαίσιο της δεύτερης, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε προς την Παραπονούμενη, μετά τη λήξη της εν λόγω συμφωνίας, νέα επιταγή για το ίδιο ποσό από τον ίδιο λογαριασμό, η οποία έφερε ημερομηνία πληρωμής την 31/12/2012, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 9, 10 και 11 τρεις μεταγενέστερες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 30/1/2013, 29/8/2013 και 3/6/2014 (αντίστοιχα), προσθέτοντας ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στην Παραπονούμενη (την κατάσταση του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 αναφέροντας ότι αυτή εκτυπώθηκε από το λογιστικό σύστημα), μέσω του οποίου, όπως είπε, διενεργούσε πράξεις αγοράς και πώλησης αξιών. Ανέφερε, επίσης, ότι, μετά από οχλήσεις της Παραπονούμενης για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την 12/01/2015 ένα Γραμμάτιο συνήθους τύπου με ημερομηνία λήξης την 31/12/2015 για το ποσό των €143.695,43 (Τεκμήριο 13), για την εξασφάλιση του οποίου παρέδωσε στην Παραπονούμενη μια επιταγή αντίστοιχου ποσού. Όπως είπε, στη λήξη του εν λόγω Γραμματίου, η Παραπονούμενη έδωσε μια τελευταία ευκαιρία στον Κατηγορούμενο και επέστρεψε την επιταγή που το αφορούσε. Συνέχισε αναφέροντας ότι: «Την 26/1/2016 υπεγράφη νέο Γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €151.084,
  3. Με βάση το παράρτημα το οποίο συνοδεύει το γραμμάτιο ο κατηγορούμενος για σκοπούς εξασφάλισης παρέδωσε στην παραπονούμενη δύο επιταγές με αριθμό XXXXX9617 για το ποσό των €100.000 και την επιταγή με αριθμό 31979655 για το ποσό των €51.084,64 με ημερομηνία 1/1/2017 που αφορούσε την επόμενη μέρα της λήξης του Γραμματίου και δήλωσε ανεπιφύλακτα ότι ο λογαριασμός από τον οποίο έχει εκδώσει τις επιταγές είναι σε λειτουργία και υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι την λήξη του γραμματίου και ότι υπάρχει ικανοποιητικό διαθέσιμο υπόλοιπο για την πληρωμή των επιταγών. [.] Η παραπονούμενη έλαβε τις δύο επιταγές με μεταγενέστερη ημερομηνία αλλά σκοπός ήταν η εξόφληση τους κατά την παρουσίαση την 1/1/2017.» Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι η επίδικη Επιταγή που αφορά το ποσό των €100.000 παρουσιάστηκε στην Eurobank Cyprus Ltd τρείς φορές, στις 15/2/2017, 3/3/2017 και 20/3/2017 όπου και στις τρείς περιπτώσεις επιστράφηκε, την μεν πρώτη φορά με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά «ανεπαρκή υπόλοιπα» και τις υπόλοιπες δύο φορές, με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη ακάλυπτη επιταγή». Σε σχέση με την επίδικη Επιταγή που αφορά το ποσό των €51.084,65 ανέφερε ότι αυτή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και επιστράφηκε στις 15/2/2017 με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα και, ακολούθως, στις 3/3/2017 και 20/3/2017, επιστράφηκε με τη σημείωση υπογραφή εκδότη διαφέρει επειδή, όπως είπε, ο κατηγορούμενος έθεσε σε αυτήν την μονογραφή του αντί την υπογραφή του. Πρόσθεσε πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι επίδικες Επιταγές θα κατατείθονταν, αφού προειδοποιήθηκε από την Παραπονούμενη ότι δεν θα του παραχωρούνταν άλλος χρόνος, και γνώριζε ότι ο λογαριασμός του είχε ανεπαρκή υπόλοιπα. Έκανε επίσης αναφορά και σε ένα ακίνητο που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι έχει στα προάστια της Βάρνας στη Βουλγαρία, το οποίο θα μπορούσε να μεταβιβάσει προς εξόφληση του χρέους, κάτι που, όπως είπε, δεν έγινε ποτέ με αποτέλεσμα οι επίδικες Επιταγές να παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Η αντεξέταση του Μ.Κ.1 επεκτάθηκε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, σε ζητήματα που αφορούν το αντάλλαγμα και την έκδοση των επίδικων Επιταγών. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε επικοινωνία και συνεργαζόταν με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και συνεργάτη της Παραπονούμενης, τον κ. XXXXX Μπακαλιάο, ο οποίος εκτελούσε τις εντολές του Κατηγορούμενου, καταχωρώντας τις στο σύστημα της Παραπονούμενης για την αγοραπωλησία μετοχών, οι οποίες φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο. Δεν γνώριζε κάτω από ποιες περιστάσεις συμβλήθηκε ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη ούτε ήταν παρών στην υπογραφή των εγγράφων που κατέθεσε, ανέφερε όμως ότι είχε δει στο παρελθόν μία φορά τον Κατηγορούμενο, αφότου έγινε πελάτης της Παραπονούμενης, στο πλαίσιο μιας συνάντηση που έγινε στα γραφεία της Παραπονούμενης όταν θα γινόταν η σύμβαση πιστωτικού ορίου. Ούτε είχε μαζί του τις εντολές που ανέφερε ότι δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο για τις πράξεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 12, τονίζοντας ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για αυτές τις πράξεις παρά το ότι του αποστέλλονταν η κατάσταση λογαριασμού του. Αν και δεν ήταν παρών στην υπογραφή και παράδοση των Τεκμηρίων 13, 14 και των επίδικων Επιταγών, επέμεινε ότι αυτά υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο και δόθηκαν οι εν λόγω επιταγές «για να εξοφληθούν τα γραμμάτια», αναφέροντας, χαρακτηριστικά, ότι «ζητήσαμε να υπογραφεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ούτως ώστε να κλείσει το θέμα και να προχωρήσει κάποια στιγμή με τη λήξη του γραμματίου να πληρώσει το χρέος». Υποστήριξε στη συνέχεια ότι το οφειλόμενο ποσό των €143.695,43 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει αν προστεθεί στο ποσό των €113.174,67 (δηλαδή στο υπόλοιπο που φαίνεται με βάση την κατάσταση λογαριασμού στις 31/12/2013) ο τόκος 1% επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τις 12/01/2015 και το οφειλόμενο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 14 (€151.084,65) προκύπτει ως αποτέλεσμα του τόκου προς 9% που προστέθηκε επί του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 μέχρι τις 26/01/
  4. Δεν αποδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 14 και οι επίδικες Επιταγές είναι πλαστογραφημένες και αρνήθηκε ότι οι συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρες ή προϊόν ψευδών παραστάσεων που δόθηκαν στον Κατηγορούμενο από υπάλληλο της Παραπονούμενης, αναφέροντας επίσης ότι αν ίσχυε αυτό τότε ο Κατηγορούμενος θα επικοινωνούσε με την εταιρεία αμφισβητώντας τις πράξεις που εκτελέστηκαν, ώστε η εταιρεία να εξέταζε το παράπονο του, κάτι που ουδέποτε έπραξε. Η Μ.Κ.2 εργάζεται από το 1996 στην Ελληνική Τράπεζα, στην περίμετρο της οποίας, όπως είπε, τέθηκε το ηλεκτρονικό αρχείο του Συνεργατισμού, περιλαμβανομένου του λογαριασμού από τον εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, έπειτα από εξαγορά του Συνεργατισμού από την Ελληνική Τράπεζα που έγινε τον Σεπτέμβριο του
  5. Αναφέρθηκε στις σφραγίδες που εμφαίνονται στις επίδικες Επιταγές και, στηριζόμενη στην κατάσταση του λογαριασμού από τον οποίο αυτές εκδόθηκαν, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, μαρτύρησε για το πότε και σε ποιες Τράπεζες παραδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές καθώς και πότε εμφανίστηκαν στην Τράπεζα του εκδότη για πληρωμή αλλά και για ποιους λόγους αυτές δεν τιμήθηκαν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την μαρτυρία της, η επίδικη Επιταγή - Τεκμήριο 15 - κατατέθηκε στην Eurobank στις 14/02/2017 και 17/03/2017, εμφανίστηκε στην Τράπεζα του εκδότη στις 15/02/2017 και 20/03/2017 και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Περαιτέρω, η επίδικη Επιταγή - Τεκμήριο 16 - κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 14/02/2017, 02/03/2017 και 17/03/2017, εμφανίστηκε στην Τράπεζα του εκδότη στις 15/02/2017, 03/03/2017 και 20/03/2017 και επιστράφηκε απλήρωτη την μεν πρώτη φορά (15/02/2017) λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και τις άλλες δύο φορές για λόγο που αφορούσε «στην υπογραφή του εκδότη η οποία διαφέρει». Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 μια χειρόγραφη επιστολή του Κατηγορούμενου, την οποία εντόπισε στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, αναφέροντας ότι, αν και δεν είναι γραφολόγος, η υπογραφή που φαίνεται στην επιστολή Τεκμήριο 18 ομοιάζει με την υπογραφή που φαίνεται στο Τεκμήριο 15 και ότι αν ήταν στο ταμείο που παραλάμβανε την επιταγή αυτή θα έκρινε ότι είναι το ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε την επιστολή και την εν λόγω επιταγή. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 19, μια επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 09/05/2014, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να σταματήσει να εκδίδει επιταγές χωρίς αντίκρισμα από τον πιο πάνω λογαριασμό και να επέστρεφε οποιοδήποτε βιβλιάριο επιταγών είχε στην κατοχή του που αφορούσε τον εν λόγω λογαριασμό, δεν γνώριζε όμως αν επιστράφηκε τέτοιο βιβλιάριο ούτε εντόπισε μέσα από την έρευνα που έκανε οποιοδήποτε έντυπο παράδοσης ή οτιδήποτε σχετικό. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Κατηγορούμενο ούτε τον είδε να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τον πιο πάνω λογαριασμό, αναφορικά με τον οποίο τα μόνα έγγραφα που εντόπισε κατά την έρευνα της στο αρχείο ήταν τα Τεκμήρια 18 και 19, επαναλαμβάνοντας ότι το Τεκμήριο 18 υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο επειδή πρόκειται για ιδιόχειρη επιστολή την οποία υπογράφει ο Κατηγορούμενος και στην οποία αναφέρεται και το όνομα του. Ερωτηθείσα αν γνωρίζει πότε εκδόθηκαν οι επιταγές απάντησε ότι κανένας δεν γνωρίζει, επαναλαμβάνοντας ότι τις επιταγές τις υπέγραψε ο Κατηγορούμενος διότι η υπογραφή προσομοιάζει με την υπογραφή που φαίνεται στο Τεκμήριο
  6. Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν η ανταλλαγή των επιταγών μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 όταν αυτές παρουσιάζονταν σε διαφορετικό πιστωτικό ίδρυμα από εκείνο επί του οποίου εκδόθηκαν και εξήγησε επίσης τη διαδικασία ηλεκτρονικής ανταλλαγής τέτοιων επιταγών που γίνεται έκτοτε, προσθέτοντας ότι αυτός είναι και ο λόγος που δεν φαίνεται η σφραγίδα της ΣΠΕ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ επί των επίδικων Επιταγών, αφού οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην Eurobank και στην Τράπεζα Κύπρου, αντίστοιχα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Πρώτα, όμως, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας. Αυτά, είναι τα ακόλουθα: (α) η Παραπονούμενη, η οποία ασχολείται με την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, συμφώνησε να παραχωρήσει στον Κατηγορούμενο επενδυτικές υπηρεσίες δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 3/11/2010 (Τεκμήριο 3), στο πλαίσιο της οποίας ανοίχθηκε στην Παραπονούμενη ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 12), τον οποίο διατηρούσε για τη διενέργεια πράξεων αγοράς και πώλησης αξιών[3], (β) στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας (Τεκμήριο 3), η Παραπονούμενη, δυνάμει συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 13/12/2010, συμφώνησε να παραχωρήσει στον Κατηγορούμενο πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου ύψους €100.000 για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και για άλλους συναφείς με τις επενδύσεις του σκοπούς (Τεκμήριο 5), το οποίο θα έφερε μηνιαίο επιτόκιο 1% επί του εκάστοτε οφειλόμενου υπολοίπου. Η εν λόγω συμφωνία ανανεώθηκε περιοδικά, με μεταγενέστερες συμφωνίες ημερομηνίας 22/12/2011 (Τεκμήριο 7), 30/01/2013 (Τεκμήριο 9), 29/08/2013 (Τεκμήριο 10) και 03/06/2014 (Τεκμήριο 11), στο πλαίσιο των οποίων συμφωνήθηκε η συνέχιση της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στον Κατηγορούμενο με το ίδιο όριο και ποσοστό επιτοκίου. Προς εξασφάλιση του ορίου της συμφωνίας ημερομηνίας 13/12/2010 (Τεκμήριο 5) εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 6 και προς εξασφάλιση του ορίου της συμφωνίας ημερομηνίας 22/12/2011 εκδόθηκε η επιταγή Τεκμήριο 8[4], (γ) οι επίδικες Επιταγές ήταν πληρωτέες την 01/01/2017, (δ) η επίδικη Επιταγή που αφορά το ποσό των €100.000 (Τεκμήριο 15) παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Eurobank Cyprus Ltd τρείς φορές, στις 14/02/2017, 02/03/2017 και 17/03/2017 όπου και στις τρείς περιπτώσεις επιστράφηκε απλήρωτη, την μεν πρώτη φορά επιστράφηκε στις 15/02/2017 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και τις υπόλοιπες δύο φορές, επιστράφηκε στις 03/03/2017 και 20/03/2017 (αντίστοιχα) με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή»[5], (ε) η επίδικη Επιταγή που αφορά το ποσό των €51.084,65 (Τεκμήριο 16) παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ τρείς φορές, στις 14/02/2017, 02/03/2017 και 17/03/2017, όπου και στις τρείς περιπτώσεις επιστράφηκε απλήρωτη, την μεν πρώτη φορά επιστράφηκε στις 15/02/2017 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και τις υπόλοιπες δύο φορές επιστράφηκε στις 03/03/2017 και 20/03/2017 με την σημείωση «Υπογραφή εκδότη διαφέρει»[6], (στ) οι επίδικες Επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο Μ.Κ.1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Ενώ παρουσιάστηκε ως πρόσωπο που γνωρίζει «προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής» (βλ. παράγραφο 2 Εγγράφου Α), η τοποθέτηση του αυτή πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Η μαρτυρία του περιστράφηκε, σχεδόν εξολοκλήρου, επί των όσων αναφέρονται στα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, χωρίς όμως να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, παρά τα όσα αρχικά ισχυρίστηκε. Έδωσε μαρτυρία για το συμβατικό πλαίσιο της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο καθώς και για το χρέος που ισχυρίστηκε ότι προκύπτει από αυτές, καταθέτοντας τα Τεκμήρια 3 - 5, 7, 9 - 12, παρόλο που τέτοια μαρτυρία δεν σχετίζεται με το λόγο που ανέφερε στη συνέχεια ότι εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, ο οποίος ήταν, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, για την εξασφάλιση και εξόφληση του χρέους που προέκυπτε όχι από τις προηγηθείσες συμβάσεις αλλά από το φερόμενο «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου», Τεκμήριο
  1. Όπως, χαρακτηριστικά, το έθεσε κατά την αντεξέταση του: «ζητήσαμε να υπογραφεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ούτως ώστε να κλείσει το θέμα και να προχωρήσει κάποια στιγμή με τη λήξη του γραμματίου να πληρώσει το χρέος». Όταν δε κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να μαρτυρήσει για ζητήματα ουσιώδους σημασίας, όπως αυτό της υπογραφής του Τεκμηρίου 14 και της έκδοσης των επίδικων Επιταγών, δεν έδωσε καθόλου πειστικές απαντήσεις, ισχυριζόμενος απλώς ότι το Τεκμήριο 14 υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο και δόθηκαν οι ανάλογες επιταγές, χωρίς να εξηγήσει πώς το γνωρίζει αυτό παρόλο που, αμέσως προηγουμένως, απάντησε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή τους και παρά το ότι δεν προκύπτει μέσα από την μαρτυρία του ότι είναι εξοικειωμένος ή γνωρίζει καλά την υπογραφή του Κατηγορούμενου. Στη συνέχεια, όταν του υποβλήθηκε ότι τα Τεκμήρια 13 και 14 είναι πλαστογραφημένα απέφυγε να απαντήσει και στην ίδια υποβολή που του έγινε αναφορικά με τις επίδικες Επιταγές αρκέστηκε να αναφέρει ότι αυτές δεν επιστράφηκαν από την Τράπεζα λόγω πλαστογραφίας αλλά για ανεπαρκή υπόλοιπα, παρόλο που στην επιταγή Τεκμήριο 16 αναφέρεται ως ένας από τους λόγους επιστροφής της ότι η υπογραφή εκδότη διαφέρει. Ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του είναι και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη φύση των εγγράφων που αφορούν τα Τεκμήρια 13 και 14 και, ιδιαίτερα, για τον τρόπο που υπολογίστηκε το ύψος του χρέους που αναφέρεται σε αυτά, ζητήματα τα οποία είναι ουσιαστικής σημασίας εφόσον σχετίζονται με το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών, το οποίο έχει καταστεί επίδικο εφόσον η Παραπονούμενη επέλεξε να προσφέρει επί τούτου μαρτυρία (βλ. Κυριάκου ν. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018), με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται πλέον επί των ώμων της να το αποσείσει. Αναφορικά, λοιπόν, με το πρώτο ζήτημα, ο Μ.Κ.1 υποστήριξε κατά τη μαρτυρία του ότι τα Τεκμήρια 13 και 14 πρόκειται για «Γραμμάτια Συνήθους Τύπου». Κάτι τέτοιο όμως δεν ευσταθεί εφόσον τόσο το Τεκμήριο 13 όσο και το Τεκμήριο 14 φαίνεται να υπογράφονται από ένα μόνο μάρτυρα και όχι από δύο, ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτά υπογράφηκαν στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ. 149, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως γραμμάτια συνήθους τύπου. Εφόσον τα Τεκμήρια 13 και 14 δεν αποτελούν γραμμάτια συνήθους τύπου εν τη εννοία του νόμου, έπεται ότι το περιεχόμενο τους δεν αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται (Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α. ν. Δρ. Θρασυβολυλου Σπυριδάκη, Πολ. Έφεση 64/2009 ημ. 19/7/2012). Η διαπίστωση αυτή επιτρέπει την εξέταση του δεύτερου (πιο πάνω) ζητήματος (δηλαδή αυτό του ύψους του χρέους που αναφέρεται στα Τεκμήρια 13 και 14) για σκοπούς αξιολόγησης της ουσίας της εκδοχής που παρέθεσε ο Μ.Κ.
  2. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το οφειλόμενο ποσό των €143.695,43 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει αν προστεθεί στο ποσό των €113.174,67 (δηλαδή στο υπόλοιπο που φαίνεται με βάση το Τεκμήριο 12 στις 31/12/2013) ο τόκος 1% επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τις 12/01/
  3. Εντούτοις, η εκδοχή του αυτή διαψεύδεται με απλά μαθηματικά αφού αν στο υπόλοιπο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12 (€113.174,65) προστεθεί 1% τόκος μηνιαίως[7] επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τις 31/12/2014 (που είναι ο τελευταίος μήνας που προηγείται χρονικά του Τεκμηρίου 13), το υπόλοιπο που προκύπτει δεν ξεπερνά τις €128.
  4. Με τον ίδιο τρόπο διαψεύδεται και η εκδοχή του Μ.Κ.1 σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 14 (€151.084,65), το οποίο, όπως ανέφερε, διαφέρει από το Τεκμήριο 13 λόγω του ότι προστέθηκε τόκος προς 9% επί του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 μέχρι την ισχυριζόμενη κατάρτιση του Τεκμηρίου 14 (26/01/2016). Τούτο διότι, αφενός, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 αναφέρεται ότι το υπόλοιπο των €154.084,65 προέρχεται από Συμφωνίες Παροχής Επενδυτικών και/ή άλλων Υπηρεσιών και όχι από το Τεκμήριο
  5. Αφετέρου, υπολογίζοντας τόκο είτε προς 1% μηνιαίως επί του εκάστοτε υπολοίπου από 31/12/2013 (Τεκμήριο 12) μέχρι τον μήνα που προηγείται της ημερομηνίας που φέρει το Τεκμήριο 14 (26/01/2016) είτε προς 9% ετησίως επί του υπολοίπου που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13, δεν προκύπτει το ύψος του χρέους που αναφέρεται στο Τεκμήριο
  6. Γενικότερα, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 αναφορικά με το ζήτημα της υπογραφής των Τεκμηρίων 13, 14 και των επίδικων Επιταγών ως επίσης και η μαρτυρία του αναφορικά με το αντάλλαγμα των εν λόγω επιταγών είναι αναληθοφανής, χωρίς λογική συνοχή και χαρακτηρίζεται από γενικότητες, ασάφειες και ατεκμηρίωτες θέσεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές. Συναφώς, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα, η οποία και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Συνεπακόλουθα, δεν αποδέχομαι ούτε τα Τεκμήρια 13 και 14 εφόσον ουδεμία σχετική και αξιόπιστη μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης προς απόδειξη της σωστής εκτέλεσης τους[8], παρά το ότι η υπογραφή τους αμφισβητήθηκε ευθέως κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, την ίδια στιγμή μάλιστα που, παρά την λεκτική μόνο διατύπωση που αναφέρεται γενικά στα εν λόγω Τεκμήρια ως προς την προέλευση του χρέους (ότι δηλαδή «προέρχεται από Συμφωνίες Παροχής Επενδυτικών και/ή άλλων Υπηρεσιών»), αυτό δεν επιβεβαιώνεται μέσω της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.1 αναφορικά με το ύψος του χρέους που προέρχεται από τις συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων[9]. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στα Τεκμήρια 13 και 14 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Από την άλλη, η Μ.Κ.2 προκάλεσε γενικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αναφέρθηκε σε ζητήματα που αφορούν την παρουσίαση και μη τίμηση των επίδικων Επιταγών, με αναφορά τόσο στο περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται σε αυτές όσο και στο περιεχόμενο της κατάστασης του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν. Η μαρτυρία της αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται από τα εν λόγω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς της για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις της. Παρέμεινε συνεπής και σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης της ενώ παράλληλα απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία της για τα πιο πάνω ζητήματα να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης της. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσε σε ό,τι αφορά τα πιο πάνω ζητήματα, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ την εν λόγω μαρτυρία της και να μην μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσε με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με την παρουσίαση των επίδικων Επιταγών και τους λόγους μη τίμησης τους, με αναφορά τόσο στις σφραγίδες που εμφαίνονται σε αυτές όσο και στην κατάσταση του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν (Τεκμήριο 17), την οποία όπως είπε, εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό βιβλίο της Τράπεζας, δεδομένα τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Ανέφερε, περαιτέρω, κατά τρόπο πειστικό, ότι το Τεκμήριο 17 αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού του Κατηγορούμενου από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Συνεπώς, κρίνω ότι η Μ.Κ.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία που έδωσε αναφορικά με την παρουσίαση και μη πληρωμή των επίδικων Επιταγών, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή ευρημάτων. Δεν αποδέχομαι όμως και ούτε μπορώ να βασιστώ στα όσα ανέφερε η Μ.Κ.2 σε σχέση με την πατρότητα της υπογραφής των επίδικων Επιταγών και, ειδικότερα, στο ότι ο Κατηγορούμενος υπογράφει τις εν λόγω Επιταγές. Τούτο διότι αυτά δεν αποτελούν παρά μαρτυρία γνώμης από πλευράς Μ.Κ.2, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον, αφενός, στηρίχθηκε σε σύγκριση της υπογραφής που φαίνεται σε μια εκ των επίδικων Επιταγών με την υπογραφή που φαίνεται όχι σε κάποιο δείγμα υπογραφής που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο αλλά σε μια επιστολή (Τεκμήριο 18) που η Μ.Κ.2 εξέλαβε ως δεδομένο (στηριζόμενη αποκλειστικά στο περιεχόμενο της) ότι υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο και, επειδή, εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω μαρτυρία προέρχεται από πρόσωπο (την Μ.Κ.2) που δεν είναι γραφολόγος και δεν έχει καταδειχθεί μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ.2 ότι έχει την απαραίτητη εμπειρία, μελέτη ή εκπαίδευση ώστε να μπορεί να καταθέσει ως πραγματογνώμονας για το συγκεκριμένο θέμα της υπογραφής ούτε είναι άτομο που γνωρίζει καλά την υπογραφή του Κατηγορούμενου[10], αφού, όπως η ίδια ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της σε σχέση με τις εν λόγω υπογραφές, αυτές «φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ομοιάζουν». Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.2, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα, περαιτέρω, ευρήματα: (i) η κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17 αφορά τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, (ii) οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 15 και 16) εμφανίστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δηλαδή στη ΣΠΕ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, στις 15/02/2017, 03/03/2017 και 20/03/2017 (βλ. Τεκμήριο 17)[11] οπότε και επιστράφηκαν απλήρωτες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (βλ. τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου υπό σημεία (δ) και (ε), ανωτέρω). Δ. Τελικά Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, θα πρέπει να αποδειχθούν, σωρευτικά, όλα τα συστατικά του στοιχεία. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι, εκτός από το πρώτο συστατικό στοιχείο, έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Για το ζήτημα που παραμένει προς εξέταση σε επίπεδο απόδειξης συστατικών στοιχείων, δηλαδή αυτό της έκδοσης των επίδικων Επιταγών, η υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα, από την αρχή μέχρι το τέλος, ότι αυτές υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο. Η θέση αυτή αποτέλεσε τη βασικότερη υπερασπιστική γραμμή κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά την επιχειρηματολογία της υπεράσπισης στο στάδιο της τελικής της αγόρευσης, στο πλαίσιο της οποίας εισηγήθηκε, με αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία και στη σχετική νομολογία, ότι δεν έχει παρουσιαστεί ικανοποιητική μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής που να αποδεικνύει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την στοιχειοθέτηση του εν λόγω συστατικού στοιχείου. Στην Χ''Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, η επιταγή είχε εκδοθεί από λογαριασμό που διατηρούσε η εκεί εφεσείουσα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λάρνακας. Κατά την ακροαματική διαδικασία η ίδια είχε αρνηθεί ότι υπέγραψε την επιταγή ή ότι είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος, εκτός από το γεγονός ότι δεν είχε δοσοληψίες με την εφεσείουσα, δέχθηκε κατά την αντεξέταση του πως δεν γνώριζε ποιος υπέγραψε την επιταγή. Το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση ανέφερε πως: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936. Η παραπάνω δήλωση του παραπονούμενου, όπως και το γεγονός ότι η εφεσείουσα διατηρούσε λογαριασμό στο εν λόγω Συνεργατικό, δεν αποτελούσαν μαρτυρία αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε στην πραγματικότητα την επιταγή.» Στην Ζιττή ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:B140, Ποιν. Έφεση 272/15, ημ. 04/03/2016, η οποία αφορούσε κατηγορίες για το αδίκημα της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154, αναφέρθηκε σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής των επιταγών ότι: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης». Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα.» Στην VBH (CYPRUS) LTD v. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημ. 28/11/2017 αναφέρθηκε ότι: «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Στην ίδια υπόθεση, αναφέρθηκε, περαιτέρω, ότι: «Υπήρχε επίσης μαρτυρία του υπαλλήλου της τράπεζας ότι η τράπεζα διαθέτει ειδική υπηρεσία που χειρίζεται και ελέγχει τις επιταγές και ότι από τη στιγμή που οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» εξυπακούεται ότι ελέγχθηκε η υπογραφή με βάση το δείγμα που τηρείται στην τράπεζα. Το τελευταίο δεν αποτελούσε εικασία του μάρτυρα, αλλά θα μπορούσε να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από το μαχητό τεκμήριο που έχει θεσπιστεί στο Άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα, ως προς την αλήθεια της νενομισμένης αναφοράς από το πιστωτικό ίδρυμα (σημείωσης ή σφραγίδας) του λόγου για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής). Η ρύθμιση αυτή του Νόμου που επήλθε με τροποποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας ως προς τη εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, σε περίπτωση μη πληρωμής, στη συγκεκριμένη κάθε φορά αναφορά επί της επιταγής.» Στην, μεταγενέστερη, Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη Ποιν. Έφεση 212/2015, ημ. 29/5/2018 αναφέρθηκε ότι: «Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία που να επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Υπήρχε, όμως, μαρτυρία από τον εμπορικό διευθυντή της εφεσείουσας, ο οποίος ήταν εξοικειωμένος με την υπογραφή του εφεσίβλητου από προηγούμενη αλληλογραφία. Όπως σημειώνεται στον Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice Ed. 2018, 14-86: «Acquaintance with handwriting from the habit of regular correspondence is sufficient. Harrington v Fry
(1824)Ry.&M.90.» Σημειώνεται βεβαίως παράλληλα η προσοχή με την οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν αποφάσεις όπως η ανωτέρω που εκδόθηκαν σε εποχές που η αλληλογραφία γινόταν δια χειρός και η γνώση γραφής και ανάγνωσης ήταν σπάνια. Γίνεται προς τούτο η εισήγηση ότι η μαρτυρία τέτοιας φύσεως πρέπει να έχει φτωχή αποδεικτική αξία και να μην προσφέρεται παρά σε εξαιρετικές περιστάσεις (ibid. παρ. 14-87). Εν προκειμένω, όμως, δεν υπήρχε μόνο αυτή η μαρτυρία η οποία εν πάση περιπτώσει έπρεπε να ληφθεί υπόψιν και να συνεκτιμηθεί, με ζητούμενο πλέον τη βαρύτητα που θα μπορούσε να αποδοθεί μέσα από τη συνολική διεργασία, κάτι που δεν έγινε. Υπήρχε επίσης μαρτυρία περί έμμεσης, έστω, αναγνώρισης της υπογραφής του εφεσιβλήτου από τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Βέβαια, μια δήλωση περί ομοιότητας δεν είναι αρκετή (Drew v Prior
(1843)5 M. & Gr. 264). Όμως, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί η αναγνώριση της υπογραφής από τραπεζικό υπάλληλο, έστω και έμμεση. Όπως υποδεικνύεται στον Archbold, ibid, παρ. 14-87, εάν τεθεί το υπόβαθρο με βάση το οποίο ένας μάρτυρας είναι σε θέση να αναγνωρίσει το γραφικό χαρακτήρα κάποιου προσώπου, τότε θα πρέπει να του επιτραπεί να δώσει σχετική μαρτυρία και αν η μαρτυρία αυτή αμφισβητηθεί, είναι πλέον ζήτημα βαρύτητας που θα της δοθεί. Εν προκειμένω η αναγνώριση από τον τραπεζικό υπάλληλο έγινε με βάση το σύστημα που ακολουθείτο, στην κανονική πορεία των εργασιών της τράπεζας, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί. Αυτό, δε, θα έπρεπε περαιτέρω να συνεκτιμηθεί σε συνδυασμό με τις ενδείξεις με βάση τις οποίες οι επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες («αποταθείτε στον εκδότη», «να παρουσιαστεί ξανά», «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε»), ως προς την αλήθεια των οποίων το άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκε μια επιταγή. Όπως αποφασίστηκε στη VBH (CYPRUS) LTD, ανωτέρω, με τη ρύθμιση αυτή του νόμου καθιερώθηκε μαχητό τεκμήριο κανονικότητας, ως προς την εσωτερική διαδικασία μιας τράπεζας η οποία απολήγει, (σε περίπτωση μη πληρωμής, μιας επιταγής), σε, εκ πρώτης όψεως, αποδοχή της αναφοράς επί της επιταγής. Εν προκειμένω δεν τέθηκε ζήτημα μη αναγνώρισης της υπογραφής του εκδότη ή διαπίστωσης πλαστής υπογραφής, αλλά άλλοι ήταν οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο για τη μη πληρωμή των επιταγών. Τονίζουμε ότι αυτά δεν αναφέρονται ως καθοριστικά, από μόνα τους, για το ζήτημα της απόδειξης της υπογραφής, αλλά, όπως είχε υποδειχθεί στη VBH (CYPRUS) LTD, ανωτέρω, αποτελούν στοιχεία τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψιν, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και να συνεκτιμηθούν μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ως περιστατική μαρτυρία σε σχέση με την πατρότητα και τη γνησιότητα της επιταγής, ως εγγράφου. Περιπλέον, η πλευρά της εφεσείουσας προσέφερε μαρτυρία που συνέδεσε τις επιταγές με χρέη της εταιρείας του εφεσίβλητου, ο οποίος ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής του σχετικού ομίλου εταιρειών και ήταν το πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει τις επιταγές της εταιρείας και μόνον όταν απουσίαζε ή αδυνατούσε, τις επιταγές τις υπέγραφε η σύζυγός του. Ενώ αυτή ήταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, δεν ήταν σε κανένα στάδιο η θέση της υπεράσπισης ότι οι επιταγές είχαν πλαστογραφηθεί ή ότι έφεραν την υπογραφή της συζύγου του εφεσίβλητου και όχι του ιδίου. Τέτοια υποβολή δεν έγινε, ούτε τέθηκαν και πολύ περισσότερο δεν προσφέρθηκαν γεγονότα μέσα από τα οποία θα μπορούσε να αφεθεί να αιωρείται κάτι τέτοιο ως μια ορατή πιθανότητα. Ο εφεσίβλητος δε, προβαίνοντας σε ανώμοτη δήλωση, όχι μόνο δεν άφησε ανοικτό τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά ήταν σαφές ότι επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο ζήτημα της γνώσης και της ένοχης διάνοιας. Είπε χαρακτηριστικά: «Αν έστω περνούσε από το μυαλό μου ότι υπήρχε, ακόμα και ελάχιστη, πιθανότητα να μην τιμηθεί κάποια επιταγή εγώ δεν θα υπέγραφα. Το ίδιο και η σύζυγός μου. σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να γνωρίζω όταν υπέγραφα τις οποιεσδήποτε επιταγές της κατηγορούμενης 1 ότι αυτές δεν θα εξαργυρώνονταν αργότερα.»» Στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης και έχοντας εξετάσει, με την επιβαλλόμενη προσοχή, την επί του προκειμένου προσαχθείσα μαρτυρία, στο βαθμό που αυτή έγινε αποδεκτή, υπό το φως της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, δεν ικανοποιούμαι ότι έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, η στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της έκδοσης των επίδικων Επιταγών. Από τη στιγμή που η πλευρά του Κατηγορούμενου αμφισβήτησε ευθέως, μέσω της αντεξέτασης του Μ.Κ.1, την πατρότητα της υπογραφής του Κατηγορούμενου στις επίδικες Επιταγές, εγείροντας μάλιστα και ζήτημα πλαστογραφίας, όφειλε η Παραπονούμενη να παρουσιάσει αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει, πέραν πάση λογικής αμφιβολίας, την υπογραφή του Κατηγορούμενου στις επίδικες Επιταγές με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης (Χ''Ιωάννου και VBH (CYPRUS) LTD ανωτέρω). Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία από πρόσωπο που είδε τον Κατηγορούμενο να υπογράφει τις επίδικες Επιταγές, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία είτε από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή του Κατηγορούμενου είτε από εμπειρογνώμονα (γραφολόγο), με την οποία να επιμαρτυρείται το γεγονός της υπογραφή των επίδικων Επιταγών από τον Κατηγορούμενο. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1 (η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις) δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Όπως δεν έγινε αποδεκτή ούτε η επί του προκειμένου μαρτυρία της Μ.Κ.2 σε σχέση με το ζήτημα της πατρότητας της υπογραφής επί των επίδικων Επιταγών αλλά ούτε έγιναν αποδεκτά τα Τεκμήρια 13 και 14, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Περιπλέον, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία που να συνδέει το χρέος των επίδικων Επιταγών με την Παραπονούμενη αφού, σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσιάστηκε από πλευράς Παραπονούμενης, οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν προς εξόφληση του χρέους που αναφέρεται στο Τεκμήριο 14, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο ενώ, από την άλλη, τα όσα επί του προκειμένου μαρτύρησε ο Μ.Κ.1 επιχειρώντας να συνδέσει το χρέος των επίδικων Επιταγών με τις προϋπάρχουσες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και το υπόλοιπο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και έχοντας ως δεδομένο ότι η πατρότητα της υπογραφής των επίδικων Επιταγών αμφισβητήθηκε ευθαρσώς κατά τη δίκη από πλευράς Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι στο μέρος του εκδότη των επίδικων Επιταγών αναγράφεται το όνομα του Κατηγορούμενου, ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στην ΣΠΕ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές αλλά και το γεγονός ότι αυτές επιστράφηκαν στις 16/02/2017 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα», δεν ικανοποιούν, στον απαιτούμενο βαθμό, τη στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της έκδοσης των εν λόγω επιταγών από τον Κατηγορούμενο, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.2, δεν υπάρχει στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου ούτε εντοπίζεται μέσα από τη μαρτυρία της οτιδήποτε σχετικό που να επιβεβαιώνει ότι, πριν την εναπόθεση των σχετικών σφραγίδων επί των επίδικων Επιταγών, ακολουθήθηκε κανονικά εσωτερική διαδικασία ελέγχου της υπογραφής με βάση τέτοιο δείγμα[12], όταν μάλιστα στην μια εκ των δύο επίδικων Επιταγών (βλ. Τεκμήριο 16) εντοπίζονται δύο διαφορετικές σφραγίδες, σύμφωνα με τις οποίες η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη για δύο εντελώς διαφορετικούς λόγους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Συναφώς, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων Επιταγών. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, η οποία και προδιαγράφει από μόνη της την τύχη της παρούσας υπόθεσης, κρίνω περαιτέρω ότι δεν έχει αποδειχθεί το αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων Επιταγών. Εν προκειμένω, η πλευρά της Παραπονούμενης επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία για το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών προβάλλοντας ότι αυτές εκδόθηκαν προς εξόφληση του χρέους που αναφέρεται στο Τεκμήριο 14, το οποίο συνδέεται με το χρέος που δημιουργήθηκε από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο, καταθέτοντας προς τούτο και τα Τεκμήρια 3 - 13. Η επιλογή της αυτή επέφερε την μη ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που παρέχεται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 με αποτέλεσμα η τελευταία να έπρεπε να αποδείξει στο Δικαστήριο, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής για την έκδοση των επίδικων Επιταγών (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Τριφταρίδη ν. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Έφεση 340/2015 ημ. 18/12/2017, Κυριάκου ν. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018 και Δρούγκα ν. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019). Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον το Τεκμήριο 14 δεν έγινε αποδεκτό όπως ούτε έγινε αποδεκτή η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1 μέσω της οποίας επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να εξηγήσει πώς προέκυψε το ύψος του χρέους που αφορούν οι επίδικες Επιταγές με αναφορά στα Τεκμήρια 11 - 13. Συναφώς, η πλευράς της Παραπονούμενης απέτυχε να αποδείξει το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών. Ε. Κατάληξη Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εναντίον της Παραπονούμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1 και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε, Τεκμήριο 12, εκτυπώνεται με αυτό τον τρόπο από το λογιστικό σύστημα της Παραπονούμενης, καταδεικνύοντας έτσι ότι η εν λόγω κατάσταση αποτελούσε μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Παραπονούμενης. [4] Σημειώνεται ότι η σύναψη των εν λόγω συμφωνιών (η οποία επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο των πρωτότυπων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3, 4, 5, 7, 9, 10 και 11) ως επίσης και η έκδοση των επιταγών Τεκμήρια 6 και 8 προς εξασφάλιση του συμφωνηθέντος ορίου, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1. [5] Αυτά επιβεβαιώνονται και από τις σφραγίδες του Τεκμηρίου 15, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [6] Αυτά επιβεβαιώνονται και από τις σφραγίδες του Τεκμηρίου
  1. [7] Βλ. όρο 2 του Τεκμηρίου 11 που είναι η τελευταία συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων πριν την ισχυριζόμενη κατάρτιση των Τεκμηρίων 13 και
  2. [8] Βλ. Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 365 -
  3. [9] Βλ. όρο 2 του Τεκμηρίου 11 σε συσχετισμό με το υπόλοιπο που αναφέρεται στο τέλος του Τεκμηρίου
  4. [10] Βλ. Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 365 - 369, 573, 575 και
  5. [11] Στην Omilos Laikou Distributors Ltd v. Καζαμία, Ποιν. Έφεση 218/2020 ημ. 9/06/2021 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της παρουσίασης μιας επιταγής στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε: «Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων
(3)και
(4)του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως αυτό έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, η διαδικασία που αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της, χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, επιμαρτυρείται από τη σφραγίδα ή σημείωση που εναποτίθεται σε αυτήν από το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδίδεται για πληρωμή, ή αναλόγως της περίπτωσης, από τη σφραγίδα του τραπεζικού ιδρύματος που την παρουσίασε προς πληρωμή (αν η παρουσίαση για πληρωμή γίνει μέσω τράπεζας με ηλεκτρονικά μέσα), το περιεχόμενο της οποίας τεκμαίρεται ως αληθές. [.] Πριν ολοκληρώσουμε κρίνουμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για το ζήτημα της εμφάνισης μιας επιταγής που απασχόλησε κατά τη συζήτηση της παρούσας Έφεσης. Μια επιταγή μπορεί είτε να κατατεθεί στην Τράπεζα του εκδότη, είτε να κατατεθεί σε άλλη τράπεζα η οποία αναλαμβάνει να ενεργήσει ως αντιπρόσωπος του δικαιούχου της επιταγής με σκοπό να την εμφανίσει στην Τράπεζα του εκδότη, να εισπράξει το ποσό και να το πιστώσει στο λογαριασμό του. Όπως προκύπτει από τη νοµολογία, η παρουσίαση επιταγής µέσω άλλης τράπεζας ισοδυναμεί µε παρουσίαση µέσω αντιπροσώπου που ενεργεί απλώς για είσπραξη της και δεν συνιστά παρουσίαση στην τράπεζα που ενεργεί ως αντιπρόσωπος (xxx Κρατίδης v. xxx xxx Λαγού(2002 1 Α.Α.Δ. 328)» [12] Όπως διεφάνη μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με ζητήματα που αφορούσαν τη λήψη δείγματος υπογραφής από τον Κατηγορούμενο ή, γενικότερα, αναφορικά με την πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές σε σχέση με το άνοιγμα λογαριασμών και τη διαδικασία ελέγχου της υπογραφής των επιταγών που εκδίδονταν από αυτούς αφού, όπως είπε, είναι από το 1996 υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, στην οποία μεταφέρθηκε το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, μετά την εξαγορά του Συνεργατισμού που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.