ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. THE BERNOULLI TRADING COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2649/18, 11/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B184 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2649/18 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- THE BERNOULLI TRADING COMPANY LIMITED
- XXXXX ΣΥΡΙΜΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενους 1 - 2: κ. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε συνολικά 41 κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Όλες οι κατηγορίες στις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι αφορούσαν παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Οι πρώτες 23 κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α., συνολικού ύψους €102.873,91, που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για αντίστοιχες φορολογικές περιόδους, οι οποίες αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες και οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/07/2011 μέχρι 31/12/2016 και από 01/04/2017 μέχρι 30/06/
- Οι υπόλοιπες κατηγορίες (κατηγορίες 24 - 37 και 39 - 42)[1] αφορούσαν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου συνολικού ύψους €11.063,13 που επιβλήθηκαν λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. Πέραν των πιο πάνω, από τα όσα αναφέρθηκαν στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων πλήρης συμμόρφωση στις κατηγορίες 1, 5, 19, 20, 37 και 39 - 41 και μερική συμμόρφωση στις κατηγορίες 2 - 4, 21, 22, 24 και 25, με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €54.827,43, για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης 1 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €49.859,38 από 11/04/
- Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε τις πιο πάνω κατηγορίες υπό την ιδιότητά του ως αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
- Υπήρξε προηγούμενη ποινική δίωξη (η υπόθεση XXXXX/14) για μέρος των αδικημάτων που συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας είχε ανασταλεί την 01/02/2017 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κατόπιν αιτήματος των Κατηγορουμένων.
- Δεν υπάρχουν στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε, στους ακόλουθους παράγοντες: (α) στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων, (β) στην παραδοχή τους στις κατηγορίες, την οποία χαρακτήρισε ως άμεση, (γ) στην μερική αλλά σε σοβαρό βαθμό συμμόρφωση που υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων στις κατηγορίες, (δ) στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, οι οποίες ανάγονται ουσιαστικά σε αδυναμία πληρωμής της φορολογικής οφειλής λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη 1 συνεπεία της οικονομικής κρίσης από την οποία επηρεάστηκε δυσμενώς, (ε) στην πρόθεση των Κατηγορουμένων να εξοφλήσουν την εν λόγω οφειλή όπως αυτή αναφύεται μέσα από τις προσπάθειες που κατέβαλαν μέχρι σήμερα για πλήρη συμμόρφωση με τις κατηγορίες, η οποία όμως δεν επετεύχθη λόγω της καθυστέρησης που υπάρχει (για λόγους που, κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, δεν οφείλονται στους Κατηγορούμενους) στην έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για την υλοποίηση της πώλησης ενός ακινήτου συνιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου 2 με ένα τρίτο πρόσωπο, μέσω της οποίας ο Κατηγορούμενος 2 πρόκειται να εισπράξει ένα ποσό, μέρος του οποίου προτίθεται να καταβάλει έναντι και προς πλήρη εξόφληση της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής της Κατηγορούμενης 1, (στ) στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, (ζ) στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2[2] και στις οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 1, η οποία αποδέχεται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καταβολής. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και εκφράζοντας την μεταμέλεια των Κατηγορουμένων, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, δίδοντας τους έτσι μία δεύτερη ευκαιρία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο σε σχέση με το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α (ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή και με τις δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι τέτοιες παραλείψεις ενέχουν μεγάλη σημασία για το δημόσιο αφού αποστερούν από τα ταμεία του κράτους ποσά εσόδων τα οποία του ανήκουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 Α.Α.Δ. 262 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017). Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται, δυστυχώς, σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη τέτοιων αδικημάτων είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412). Ωστόσο, το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 46
(12)του Νόμου, «το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.» Η πρόνοια αυτή, όπως πολύ πρόσφατα έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ασσιώτης ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/2020 ημ. 12/04/2021, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, που εν προκειμένω είναι η Κατηγορούμενη 1, να καταβάλει στον Έφορο την εναπομείνασα οφειλή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Ως επιπρόσθετους επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό που παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., (€54.827,43 πλέον τόκους), το οποίο είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων σε ό,τι αφορά τον οφειλόμενο φόρο, σε συσχετισμό με το ότι με τις παραλείψεις των Κατηγορουμένων, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Συναφώς, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων ως προς τις περιστάσεις διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων και, συγκεκριμένα, ως προς την αδυναμία πληρωμής της οφειλής λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη 1 συνεπεία της οικονομικής κρίσης, εφόσον τα αδικήματα της υπό κρίση περίπτωσης αφορούν παραλείψεις καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράχθηκε από την Κατηγορούμενη 1 αλλά δεν καταβλήθηκε, όπως θα έπρεπε, στο Κράτος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων. Η έμπρακτη μεταμέλεια, όπως αναφύεται σε τέτοιου είδους αδικήματα μέσα από την αποζημίωση της Κατηγορούσας Αρχής, με την πλήρη εξόφληση του ποσού που αφορά και όχι η απλή διάθεση προς εξόφληση, είναι η παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, είναι γεγονός ότι, παρά την μερική συμμόρφωση που συνολικά υπήρξε μέχρι σήμερα, παραμένουν οφειλές προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €54.827,43 πλέον τόκους, το οποίο πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που συνολικά οφείλεται, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, στα Ταμεία του Κράτους. Από την άλλη, δεν παραβλέπω το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, μεγάλο μέρος των οποίων ανατρέχει σε αρκετά απομακρυσμένο χρόνο, δηλαδή μεταξύ των ετών 2011 και 2017. Στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε, αφενός, το γεγονός ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε μόλις την 29/05/2018, χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ότι: (i) με βάση τα όσα εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην συμπεριφορά των Κατηγορουμένων οι οποίοι, κατόπιν αιτήματος τους, εξασφάλισαν την 01/02/2017 αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης στην υπόθεση XXXXX/14 για μέρος των αδικημάτων που συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, εξασφαλίζοντας έτσι περαιτέρω χρόνο για την εξόφληση των φορολογικών οφειλών, (ii) εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στους Κατηγορούμενους χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση της ποινικής δίωξης εναντίον τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009), και (iii) οι Κατηγορούμενοι δήλωναν μη παραδοχή στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης μέχρι τις 14/10/2019 και στη συνέχεια ζητούσαν επανειλημμένα χρόνο για συμμόρφωση, χωρίς όμως τελικά να συμμορφωθούν πλήρως με τις κατηγορίες, (iv) η υπόθεση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ECLI:CY:AD:2020:B272, Ποιν. Έφεση 96/19 ημ. 20/07/2020, στην οποία έγινε αναφορά κατά τον μετριασμό από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων, αποφασίστηκε στη βάση των δικών της δεδομένων, τα οποία διακρίνονται από την παρούσα όπου οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, προβαίνοντας μάλιστα σε πλήρη συμμόρφωση σε κάποιες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και στην 1η κατηγορία, η οποία ανατρέχει σε χρόνο διάπραξης μεγαλύτερο από τις υπόλοιπες κατηγορίες, και αφότου μεσολάβησαν της δίωξης και της επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση τα όσα προαναφέρθηκαν. Υπό αυτές, λοιπόν, τις παραμέτρους και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη ότι οι Κατηγορούμενοι φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση, θα δοθεί η ανάλογη βαρύτητα στον παράγοντα «χρόνος» για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής στους Κατηγορούμενους, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι ικανός να επηρεάσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, PA Charalambous Trading Co Ltd v. Παναγή, ECLI:CY:AD:2020:B54, Ποιν. Έφεση 212/2014 ημ. 11/2/2020, Φλωρεντίνου (ανωτέρω) και Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd, ECLI:CY:AD:2021:B66, Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 25/2/2021). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων το λευκό ποινικό τους μητρώο και την παραδοχή τους στις κατηγορίες, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση εφόσον οι Κατηγορούμενοι δήλωναν μέχρι τις 14/10/2019 μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Επομένως, η παραδοχή τους, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Στο ίδιο πλαίσιο, λαμβάνω επίσης υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων, την μερική αλλά σε αρκετά μεγάλο βαθμό συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα από πλευράς Κατηγορουμένων έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 2 τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως επίσης και την σημερινή οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων, την απολογία και την μεταμέλεια τους στα αδικήματα που διέπραξαν, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου τους, η οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου σε όφελος της Κατηγορούμενης 1 ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή προς την Κατηγορούσα Αρχή της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:D23, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018). Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, επιβάλλονται στην Κατηγορούμενη 1 οι ακόλουθες ποινές: · 1η έως 4η κατηγορία: €700 χρηματικό πρόστιμο σε κάθε έκαστη των εν λόγω κατηγοριών, · 5η, 19η και 20η κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο σε κάθε έκαστη των εν λόγω κατηγοριών, · 6η έως 18η και 21η έως 23η κατηγορία: €300 χρηματικό πρόστιμο σε κάθε έκαστη των εν λόγω κατηγοριών. Όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου (κατηγορίες 24 - 37 και 39 - 42) δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 εφόσον αυτές αφορούν αδικήματα που στηρίζονται σε γεγονότα τα οποία, στο μεγαλύτερο τους μέρος, προκύπτουν από τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες της έχει ήδη επιβληθεί ποινή, αλλά και επειδή, εν πάση περιπτώσει, το ποσό που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες μπορεί να εισπραχθεί στη βάση του σχετικού διατάγματος καταβολής που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Επιπρόσθετα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Νόμου, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 διατάττον την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €54.827,43 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €49.859,38 από 11/04/2018 μέχρι εξόφλησης. Συνεκτιμώντας, τώρα, και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης εξόφληση του συνολικά οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους τους ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω), κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 για τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης πληρωμής Φ.Π.Α. στις οποίες δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, όχι όμως το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Περαιτέρω, η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 για τις εν λόγω κατηγορίες θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 30 ημερών σε κάθε έκαστη των κατηγοριών 2 έως 4 και ποινή φυλάκισης 15 ημερών σε κάθε έκαστη των κατηγοριών 6η έως 18η και 21η έως 23η. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 5, 19 και 20 και λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες και, ιδιαιτέρως, το ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση στα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες είναι αυτή του χρηματικού προστίμου. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 5, 19 και 20, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 συνολική ποινή προστίμου ύψους €1.000. Όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου (κατηγορίες 24 - 37 και 39 - 42), δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο 2 για τους ίδιους λόγους που δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 αναφορικά με τις εν λόγω κατηγορίες. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019 και Φλωρεντίνου ανωτέρω). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε ικανός λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη τους, δεν υπήρξε οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια με την πλήρη εξόφληση της συνολικής οφειλής Φ.Π.Α., το ύψος της οποίας, παρά την συμμόρφωση που υπήρξε, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο 2 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, δεύτερη ευκαιρία δεν είναι μόνο η αναστολή ποινής φυλάκισης αλλά και μία επιεικής ποινή, ως είναι αυτή που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, και εναπόκειται στον ίδιο να απέχει στο μέλλον από τέτοιες παρόμοιες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 5, 19 και 20 να καταβληθεί εντός 4 μηνών μετά την αποφυλάκιση του (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Γιώργος Δράκου, Πoινική Έφεση αρ. 129/2015, 15/11/2017). (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται ότι στην αρίθμηση των κατηγοριών του κατηγορητηρίου δεν υπάρχει κατηγορία με αριθμό 38, κάτι που, όπως διευκρινίστηκε στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, οφείλεται σε λανθασμένη αρίθμηση των κατηγοριών κατά το χρόνο σύνταξης του κατηγορητηρίου. [2] Ο Κατηγορούμενος 2 είναι επιχειρηματίας και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό €1.200. Είναι οικογενειάρχης, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, ηλικίας 15 ετών, και συνεισφέρει από τα εισοδήματα του για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης της οικογένειας του. Περαιτέρω, διατηρεί μεγάλη ακίνητη περιουσία, την οποία όμως υποθήκευσε σε τραπεζικά ιδρύματα, χρηματοδοτώντας την Κατηγορούμενη 1 για να μπορέσει να επιβιώσει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο