EMENA PHARMA EUROPE LIMITED ν. A.V. SILVER GLOBE LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1509/2017, 16/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B181 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1509/2017 EMENA PHARMA EUROPE LIMITED Παραπονούμενη -εναντίον-
- A.V. SILVER GLOBE LIMITED
- XXXXX Αντωνίου
- XXXXX Σάββα Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κ. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Χ''Χριστοφή για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενη 3 παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/03/2021, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Μετά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε, λόγω μη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του, παρέμειναν οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 (στο εξής «οι Κατηγορούμενοι»), οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ακόλουθες κατηγορίες σε σχέση με το πιο πάνω αναφερόμενο αδίκημα: (α) η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Astrobank (Τράπεζα Πειραιώς) που εκδόθηκε έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος προς την Παραπονούμενη, με αριθμό XXXXX5905, για το ποσό των €20.003,76, πληρωτέα την 19/09/2017 (στο εξής η «Επιταγή»), η οποία, αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο εκδότης της, προ ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή είχε καταστεί πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε την μη εξόφλησή της, (β) η Κατηγορούμενη 3 αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία ως πρόσωπο που παρείχε συνδρομή ή και βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 για τη διάπραξη του αναφερόμενου στην 1η κατηγορία αδικήματος. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:B201, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016):
- Η έκδοση της επιταγής, και
- Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018 και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, ECLI:CY:AD:2019:B147, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019, ο κατηγορούμενος (εκδότης) δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ισχυριζόμενος λόγο που είναι διαφορετικός από εκείνον που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτημένη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2020:B302, Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020) και όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Για απόδειξη των προαναφερθέντων κατηγοριών, κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες για την πλευρά της Παραπονούμενης. Ο πρώτος ήταν ο XXXXX XXXXX Itani (Μ.Κ.1), διευθυντής της Παραπονούμενης, ο οποίος υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση (Έγγραφα Α και Β), ο δεύτερος ήταν ο XXXXX Χατζηλευτέρης (Μ.Κ.2), υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, και ο τρίτος ήταν ο XXXXX Ρούσος (Μ.Κ.3), υπάλληλος της Astrobank, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 21 Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και η επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 5). Με το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, ενώ οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 κλήθηκαν σε απολογία στην κατηγορία που ο καθένας τους αντιμετωπίζει. Με την κλήση τους σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως η Κατηγορούμενη 3, η οποία υιοθέτησε γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Γ) και κατέθεσε το Τεκμήριο 22, ενώ κλήθηκε προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων ο XXXXX Αντωνίου (Μ.Υ.1), πρώην Κατηγορούμενος 2 και ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ) και κατέθεσε τα Τεκμήρια 23 -
- Ακολουθεί η παράθεση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη, την οποία κρίνω χρήσιμη για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των εκατέρωθεν θέσεων, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας αναφορικά με τα επίδικα και αμφισβητούμενα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του στο πλαίσιο της συνεργασίας που είχε η Παραπονούμενη με την Κατηγορούμενη
- Όπως είπε, η Παραπονούμενη ασχολείται με την πώληση και προμήθεια του ποτού με υδρολυμένο κολλαγόνο με εμπορικό σήμα "qwell" (στο εξής το «προϊόν "qwell"») και η Κατηγορούμενη 1 ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με το εμπόριο ποτών. Μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1 υπογράφηκε η συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 31/05/2017, Τεκμήριο 3 (στο εξής η «Συμφωνία Πώλησης»), δυνάμει της οποίας η Παραπονούμενη συμφώνησε να πωλεί στην Κατηγορούμενη 1 ποσότητες του προϊόντος "qwell" σε συμφωνημένη τιμή. Συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως, με την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης, η Κατηγορούμενη 1 παραγγείλει 4 παλέτα του προϊόντος "qwell" τύπου Daily, 3 παλέτα του προϊόντος "qwell" τύπου Beauty και 3 παλέτα του προϊόντος "qwell" τύπου Shape (στα οποία θα γίνεται αναφορά στη συνέχεια ως τα «Προϊόντα»), για τα οποία η Παραπονούμενη θα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές μετά την παράδοση τους στην Κατηγορούμενη
- Σημείωσε ότι πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης, ο Μ.Υ.1 έλαβε στις 22/05/2017 δείγματα του προϊόντος "qwell" και περαιτέρω είχαν ετοιμαστεί από πλευράς Κατηγορούμενης 1 ένα επιχειρηματικό σχέδιο επένδυσης και προώθησης του προϊόντος "qwell" στην αγορά (Τεκμήρια 12 και 13), αναφορικά με τα οποία κατέθεσε σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία (Τεκμήρια 11 και 14). Ανέφερε επίσης ότι στις 19/06/2017 υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1 παρέλαβε από αποθήκη της GAP VASILOPOULOS (στο εξής η «GAP») τα Προϊόντα και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 η Επιταγή για την εξόφληση του σχετικού τιμολογίου της Παραπονούμενης ημερομηνίας 14/06/2017 (Τεκμήριο 4) που αφορούσε την πώληση των εν λόγω Προϊόντων. Η Επιταγή παραλήφθηκε αυθημερόν από τον XXXXX Koshaya (Τεκμήριο 6), διευθυντή της εταιρείας IZAK CONSULTANCY LIMITED, η οποία συμφώνησε να παρέχει στην Παραπονούμενη συμβουλευτικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 22/03/2017 (Τεκμήριο 2). Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, η παραλαβή των Προϊόντων από την Κατηγορούμενη 1 έγινε χωρίς κανένα παράπονο και επιφύλαξη. Ανέφερε επίσης ότι, περί τις αρχές Αυγούστου 2017 μεταφέρθηκε στις αποθήκες της Κατηγορούμενης 1 και δεύτερη δόση προϊόντων "qwell". Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 επεκτάθηκε και στα όσα ακολούθησαν της παραλαβής των προϊόντων από την Κατηγορούμενη
- Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι διενήργησε συνάντηση με τον Μ.Υ.1 και την Κατηγορούμενη 3 στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1, στο πλαίσιο της οποίας ο Μ.Υ.1 προσπάθησε να επαναδιαπραγματευτεί την τιμή των προϊόντων της δεύτερης δόσης, κάτι που, όπως είπε, δεν αποδέχτηκε. Ανέφερε επίσης ότι περί τα τέλη Αυγούστου 2017 παρέλαβαν επιστολή της Κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 20/08/2017, που υπογράφεται από την Κατηγορούμενη 3 (Τεκμήριο 10), σύμφωνα με την οποία η Κατηγορούμενη 1 απέδωσε στην Παραπονούμενη παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά κυρίως διότι (α) τα Προϊόντα που της παραδόθηκαν δεν έφεραν ημερομηνία λήξης ενός έτους από την ημερομηνία της αγοράς τους από την Παραπονούμενη, ως ο όρος 21 της Συμφωνίας Πώλησης, κάτι που διαπίστωσαν όταν προσπάθησαν να τα αποθηκεύσουν καταλλήλως αφότου ολοκληρώθηκε η αποθήκη τους τον Αύγουστο του 2017, και (β) απρόθυμα η Κατηγορούμενη 1 αποδέχθηκε τα Προϊόντα εκδίδοντας εις ένδειξη καλής θελήσεως την Επιταγή επειδή, παρά το ότι η αποθήκη της δεν είχε ολοκληρωθεί και η Κατηγορούμενη 1 δεν ήταν έτοιμη να τα αποδεχθεί, η Παραπονούμενη οργάνωσε την μεταφορά και αποστολή των Προϊόντων από την αποθήκη της στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1, χωρίς να είχε συμφωνηθεί η ημερομηνία παραλαβής τους. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τους εν λόγω ισχυρισμούς, ο Μ.Κ.1 υποστήριξε ότι η παράδοση των Προϊόντων έγινε σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης και την μεταξύ τους ρητή και ξεκάθαρη συνεννόηση, οι Κατηγορούμενοι παρέλαβαν τα Προϊόντα ανεπιφύλακτα χωρίς να παραπονεθούν είτε για την ποσότητα είτε για τις προδιαγραφές των Προϊόντων, δείγματα των οποίων είχαν παραλάβει από τις 22/05/2017 και άρα ήταν πλήρως ενήμεροι για την ημερομηνία λήξης τους ένα σχεδόν μήνα πριν τα παραλάβουν, και ουδέποτε τους ανέφεραν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς την παραλαβή των Προϊόντων ούτε τους κάλεσαν να καθυστερήσουν την παράδοση. Σε ό,τι αφορά τον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης υποστήριξε ότι από αυτόν προκύπτει πως ημερομηνία λήξης τους είναι ένας χρόνος από την παραγωγή των Προϊόντων, σημειώνοντας ότι τα προϊόντα τύπου Daily έχουν ημερομηνία λήξης 12 μήνες από την παραγωγή τους και τα προϊόντα Beauty και Shape έχουν ημερομηνία λήξης 14 μήνες από την παραγωγή τους. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 χρεωστική σημείωση της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 02/10/2017, αναφέροντας ότι, αφότου η Επιταγή κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 29/09/2017 όμως επιστράφηκε απλήρωτη στις 02/10/2017 με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT» και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων της Παραπονούμενης ημερομηνίας 18/12/2017 (την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 8), σύμφωνα με την οποία η Παραπονούμενη τερμάτισε τη Συμφωνία Πώλησης και κάλεσε την Κατηγορούμενη 1 όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό για το οποίο εκδόθηκε η Επιταγή. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο της αγωγής υπ' αριθμό 1986/2020 που εκκρεμεί στο Ε.Δ. Λευκωσίας, την οποία καταχώρισε η Κατηγορούμενη 1 εναντίον της Παραπονούμενης στις 31/07/2020 και δια της οποίας αξιώνεται μεταξύ άλλων η έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων με τις οποίες να δηλώνεται ότι η Παραπονούμενη παραβίασε τη Συμφωνία Πώλησης, ότι παράνομα την τερμάτισε και ότι ορθώς η Κατηγορούμενη 1 ανακάλεσε την πληρωμή της Επιταγής λόγω παραβίασης της Συμφωνίας Πώλησης. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Koshaya ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Παραπονούμενης, είχε εξουσιοδότηση να δίνει κάρτες με το όνομα της Παραπονούμενης και το δικό του (όπως το Τεκμήριο 15), ανέλαβε να εξεύρει εταιρεία για την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης και ήταν το πρόσωπο που του γνώρισε τους Κατηγορούμενους. Ανέφερε επίσης ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης η πλευρά της Κατηγορούμενης 1 τους ζήτησε λίγο χρόνο για την παραλαβή προϊόντων διότι έκαναν ανακαίνιση της αποθήκης τους και όταν μετά από λίγες βδομάδες τους είπανε ότι είναι έτοιμοι να παραλάβουν τα προϊόντα, τους τα παραδώσανε και αυτοί τα παρέλαβαν χωρίς να εκφράσουν οποιαδήποτε διαφωνία και εξέδωσαν την Επιταγή. Όπως είπε, τα Προϊόντα βρίσκονταν σε αποθήκη ιδιωτικής εταιρείας στην Κύπρο πριν παραδοθούν στην Κατηγορούμενη 1 και, συγκεκριμένα, το προϊόν "qwell" τύπου Daily βρισκόταν για δύο μήνες στην αποθήκη και τα προϊόντα "qwell" τύπου Beauty και Shape βρίσκονταν για πέντε μήνες στην αποθήκη. Αρνήθηκε την υποβολή που του έγινε ότι τα Προϊόντα που παραδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 είχαν ξεμείνει σε αποθήκες ιδιωτικής εταιρείας και ανέφερε ότι τα Προϊόντα βρίσκονταν σε αποθήκες της GAP που ειδικεύεται στην αποθήκευση εμπορευμάτων, στην οποία πλήρωναν μηνιαίως ένα ποσό για το χώρο, και ήταν αποθηκευμένα και έτοιμα προς πώληση. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι βάσει του όρου 21 της Συμφωνίας Πώλησης συμφωνήθηκε ότι η ημερομηνία λήξης των Προϊόντων θα ήταν ένα έτος από την ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας και αρνήθηκε ότι η Παραπονούμενη παραβίασε τον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης, αναφέροντας ότι αυτό δεν είναι δυνατόν αφού τα προϊόντα παρασκευάζονται στην Ιταλία και μέχρι να φθάσουν Κύπρο, να εκτελωνιστούν και να είναι έτοιμα για πώληση, χρειάζεται περίπου ένας μήνας. Σημείωσε επίσης ότι ο όρος 21 της Συμφωνίας Πώλησης τέθηκε υπό τύπο γνωστοποίησης ότι η ημερομηνία λήξης του προϊόντος "qwell" θα είναι ένα έτος από την ημερομηνία παρασκευής του και διευκρίνισε ότι τα Προϊόντα που παραδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 έφεραν την ίδια ημερομηνία λήξης με τα δείγματα που της παραδόθηκαν πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η συνάντηση με τον Μ.Υ.1 έγινε μετά την παραλαβή της επιστολής της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 10, δεν θυμόταν όμως αν έγινε στις 29/09/2017 όπως του υποβλήθηκε και αρνήθηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση αποδέχθηκε ότι τα Προϊόντα είχαν πρόβλημα με την ημερομηνία λήξης τους. Ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του τόσο στις σφραγίδες που εμφαίνονται επί της Επιταγής όσο και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο της Επιταγής και της χρεωστικής σημείωσης (Τεκμήριο 7) μαζί με την κατάσταση του λογαριασμού που διατηρεί η Παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου για την περίοδο από 29/09/2017 μέχρι 29/12/
- Με βάση τα έγγραφα αυτά, ανέφερε ότι η Επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 29/09/2017 και επιστράφηκε απλήρωτη από την Astrobank με την αιτιολογία ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη της, δηλαδή από την Κατηγορούμενη
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιο άτομο κατέθεσε την Επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής και υπεύθυνος του υποκαταστήματος Κολωνακίου της Astrobank (προηγουμένως Τράπεζα Πειραιώς) που βρίσκεται στη Λεμεσό, όπου η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε τον τραπεζικό λογαριασμό XXXXX75 από τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού και, με αναφορά στα δείγματα υπογραφών και στα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, ανέφερε ότι η Επιταγή υπογράφηκε από τον Μ.Υ.1 και κάποιον XXXXX Σάββα, οι οποίοι ήταν οι δύο εκ των τριών εξουσιοδοτημένων προσώπων να υπογράφουν σε σχέση με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης
- Ανέφερε, επίσης, ότι η Επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα που εργάζεται και επιστράφηκε απλήρωτη στις 2/10/2017 λόγω του ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε κατόπιν οδηγιών της Κατηγορούμενης 1 που δόθηκαν στις 07/08/2017 μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking) που διατηρεί η Κατηγορούμενη 1 με την Τράπεζα, στην οποία η Κατηγορούμενη 3 από τις 19/07/2017 είχε, με βάση τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήριο 19, πλήρη και αποκλειστική πρόσβαση για να κάνει οποιεσδήποτε συναλλαγές, ως ο μόνος εξουσιοδοτημένος κάτοχος και δικαιούχος χρήστης της ηλεκτρονικής τραπεζικής σε σχέση με τον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 20 έγγραφα αναφορικά με τον τρόπο που έγινε η ανάκληση της Επιταγής, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι η ανάκληση έγινε στις 07/08/2017 από το λογαριασμό χρήστη (user id) της Κατηγορούμενης 3 μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 την κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, η οποία αφορά την περίοδο από 30/05/2017 μέχρι 22/04/
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εργάζεται στο πιο πάνω υποκατάστημα της Astrobank για περίπου 8 έτη και ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι πελάτης της Τράπεζας από τις 30/05/2017 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι σήμερα. Σε ό,τι αφορά τον λόγο που δόθηκε στην Τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής παρέπεμψε στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 20, αναφέροντας ότι εκεί φαίνεται ως λόγος ανάκλησης «Other - GOODS NOT SOLD YET», δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει τι άλλο αναγράφηκε και συμφώνησε ότι υπάρχει και συνέχεια στην αιτιολογία ανάκλησης πλην όμως αυτή δεν παρουσιάζεται πλέον πουθενά στο σύστημα της Τράπεζας αφού, όπως συγκεκριμένα ανέφερε: «Εξ' όσων γνωρίζω όταν παρέλθουν 3 χρόνια τα αρχεία της τράπεζας γίνονται backup, αρχειοθετούνται και είναι σαν φωτογραφία και γι' αυτό δεν μπορώ να δω αυτή τη στιγμή τη συνέχεια της.». Δεν γνώριζε αν η Κατηγορούμενη 3 επισκέφθηκε την ημέρα της ανάκλησης το υποκατάστημα Κολωνακίου δίδοντας σε συγκεκριμένο τραπεζικό λειτουργό την επιστολή ημερομηνίας 07/08/2017 για την ανάκληση της Επιταγής, ούτε αναγνώρισε την εν λόγω επιστολή και απέκλεισε το ενδεχόμενο η επιστολή αυτή να υπήρχε στο αρχείο της Τράπεζας εφόσον, όπως είπε, όλα τα έγγραφα αρχειοθετούνται. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 3 επεκτάθηκε κατά την κυρίως εξέταση της σε ζητήματα που αφορούν στην ίδρυση της Κατηγορούμενης 1, στα καθήκοντα που είχε σε αυτήν και στα όσα μεσολάβησαν μέχρι την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Είπε ότι από την 01/06/2017 διορίστηκε ως μια εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, η οποία άρχισε τις εργασίες της την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου αφού από τις αρχές Ιουνίου γίνονταν κατασκευαστικές εργασίες στην αποθήκη και γενικότερα στον επικείμενο χώρο εργασίας της. Ανέφερε επίσης ότι οι ευθύνες της στην εταιρεία είχαν κυρίως να κάνουν με γραφειακή εργασία και επισκέψεις σε δημόσιες υπηρεσίες και Τράπεζα, δεν συμμετείχε σε συναντήσεις με υποψήφιους προμηθευτές και καταστηματάρχες αφού αυτά τα θέματα τα χειρίζονταν οι άλλοι διευθυντές της εταιρείας, ενώ για κάθε ενέργεια της που αφορούσε την Κατηγορούμενη 1 ενημέρωνε και λάμβανε οδηγίες πάντα από τους υπόλοιπους διευθυντές, επειδή η ίδια δεν είχε εμπειρία σε παρόμοια επιχείρηση. Όταν προέκυψε το θέμα με την επιστροφή των προϊόντων "qwell" ήταν αρκετά ανήσυχη. Ο λόγος της επιστροφής τους ήταν επειδή αυτά θα έληγαν μεταξύ άλλων τους επόμενους 4 μήνες. Καθησυχάστηκε από τον έτερο διευθυντή και σύζυγο της, XXXXX Σάββα, ο οποίος την ενημέρωσε ότι είχαν επικοινωνήσει τις αμέσως επόμενες ημέρες της επιστροφής των προϊόντων με τους αντιπροσώπους της Παραπονούμενης και τους ενημέρωσε ότι μέχρι να βρεθεί λύση στο θέμα που προέκυψε, θα προχωρούσαν σε ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Επειδή δεν γνώριζε πώς γίνεται η ανάκληση μιας επιταγής, ο σύζυγος της, σε συνεννόηση με την Τράπεζα που συνεργάζονταν ως εταιρεία (Τράπεζα Πειραιώς) της υπαγόρευσε την επιστολή που κατέθεσε ως Τεκμήριο 22, την οποία αφού υπέγραψε της την παρέδωσε για να την προσκομίσει στην εν λόγω Τράπεζα, όπως και έπραξε. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, το πρωί της 7ης Αυγούστου 2017, λίγες ημέρες μετά που ενημέρωσαν τους προμηθευτές για την ανάκληση της Επιταγής, επισκέφθηκε το υποκατάστημα Κολωνακίου της Τράπεζας Πειραιώς, όπου την εξυπηρέτησε ο τότε διευθυντής του καταστήματος XXXXX Tohme. Πριν του δώσει την επιστολή (Τεκμήριο 22), τον ενημέρωσε ότι είναι η πρώτη φορά που κάνει ανάκληση επιταγής, δεν γνωρίζει τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθήσει και το μόνο που έχει είναι την επιστολή Τεκμήριο 22 που αναφέρει τον λόγο που δεν ήθελαν να γίνει η πληρωμή της Επιταγής. Τότε ο κ. Tohme της είπε να μην ανησυχεί και ότι θα ήταν προτιμότερο να κάνει την ανάκληση ηλεκτρονικά, γι' αυτό και της γύρισε την οθόνη του υπολογιστή του, την βοήθησε να συνδεθεί με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στο διαδίκτυο και να προχωρήσει με την ανάκληση της επιταγής ηλεκτρονικά. Όπως ανέφερε, θυμάται ότι ο λόγος ανάκλησης που έβαλαν ήταν το κείμενο που αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 22 και πιστεύει ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της Επιταγής αφού η Παραπονούμενη παραβίασε τον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης. Σημείωσε τέλος ότι η μόνη επαφή που είχε με τον Μ.Κ.1 ήταν όταν σέρβιρε καφέδες κατά την επίσκεψη του στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 και σε καμία περίπτωση δεν συζήτησε μαζί του. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη 3 ανέφερε ότι ήταν μια εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 από την 01/06/2017 μέχρι και την 16/02/
- Συμφώνησε ότι εκδότης της Επιταγής είναι η Κατηγορούμενη 1 και αποδέχθηκε ότι γνώριζε τότε για την έκδοση της Επιταγής και ότι αυτή εκδόθηκε για την εξόφληση του τιμολογίου που αφορούσε τα Προϊόντα (Τεκμήριο 4). Συμφώνησε επίσης ότι, κατά τον επίδικο χρόνο της ανάκλησης, είχε αποκλειστική πρόσβαση για όλες τις συναλλαγές στην ηλεκτρονική τραπεζική (e-banking) του λογαριασμού που διατηρούσε η Κατηγορούμενη 1 στην Astrobank (Winbank) και επανέλαβε ότι στις 07 Αυγούστου προχώρησε σε ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής εφόσον είχε πρόσβαση στην Τράπεζα μέσω Winbank και μόνο αυτή μπορούσε να το κάνει, προσθέτοντας ότι αυτό το έπραξε κατόπιν συζητήσεων και αφού το αποφάσισαν μαζί με τους άλλους διευθυντές, γνωρίζοντας πως μετά την ανάκληση δεν θα πληρωνόταν η Παραπονούμενη. Αναφορικά με τα Προϊόντα, δεν γνώριζε αν είχαν παραλάβει δείγματα τους στις 22/05/2017 ούτε γνώριζε αν η Κατηγορούμενη 1 είχε με βάση την Συμφωνία Πώλησης την υποχρέωση να επιθεωρήσει τα Προϊόντα κατά την παραλαβή τους ή αν αναφέρεται κάπου σε αυτήν ότι τα Προϊόντα θα έπρεπε να φέρουν ημερομηνία λήξης ένα έτος μετά την υπογραφή της, αναφέροντας ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της. Δεν γνώριζε επίσης αν ο χρόνος που αναφέρεται στον όρο 21 της Συμφωνία Πώλησης δεν σημαίνει ότι είναι ένας χρόνος από την πώληση και ανέφερε περαιτέρω ότι διαπίστωσαν την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων όταν άνοιξαν το εμπόρευμα και είδαν ότι έληγε σε σύντομο χρονικό διάστημα οπότε προσπάθησαν να το πωλήσουν όμως επειδή η ημερομηνία λήξης ήταν πολύ κοντινή (4 μήνες), τους επιστράφηκαν πίσω από τους πελάτες τους. Δεν γνώριζε όμως αν η Κατηγορούμενη 1 τερμάτισε τη Συμφωνία Πώλησης, αναφέροντας ότι η ίδια δεν ασχολούνταν με την πώληση των Προϊόντων αλλά με γραφειακές εργασίες. Ανέφερε επίσης ότι οι εργασίες για την ολοκλήρωση της αποθήκης της Κατηγορούμενης 1 ξεκίνησαν από τον Ιούνιο και ολοκληρώθηκαν περίπου τέλος Ιουνίου, όταν όμως παρέλαβαν τα Προϊόντα η αποθήκη δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, ήταν υπό κατασκευή. Επειδή όμως επέμενε η πλευρά της Παραπονούμενης να τους στείλει τα Προϊόντα, αυτοί τα παρέλαβαν και τα έβαλαν σε μια γωνιά προσπαθώντας να ολοκληρώσουν το συντομότερο τις εργασίες στην αποθήκη. Ακολούθως, παρέλαβαν όπως είπε την δεύτερη δόση των προϊόντων "qwell" χωρίς να το θέλουν, δεν θυμόταν όμως την ημερομηνία που τα παρέλαβαν και ανέφερε ότι τους τα έστειλαν για να μην πληρώνει η Παραπονούμενη αποθηκευτικούς χώρους κάπου αλλού. Σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 22 δεν θυμόταν αν καταχωρήθηκε στο αρχείο της Τράπεζας ούτε γνώριζε αν υπήρχε στο αρχείο της Τράπεζας. Συμφώνησε ότι η μόνη διατύπωση που υπάρχει σήμερα στο αρχείο της Τράπεζας ως λόγος ανάκλησης είναι η ακόλουθη «goods not sold yet». Ισχυρίστηκε όμως ότι αυτή δεν είναι ολόκληρη η αιτιολογία που δόθηκε ως λόγος ανάκλησης αφού απουσιάζει το υπόλοιπο μέρος που αφορά την παραβίαση της συμφωνίας και ισχυρίστηκε επίσης ότι προσπάθησαν να βρουν από τα αρχεία της Τράπεζας ολόκληρη την αιτιολογία, χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, όταν της υποβλήθηκε ότι η ανάκληση που έγινε δεν ήταν εύλογη ούτε δικαιολογημένη, ανέφερε ότι «Από τη στιγμή που τα προϊόντα τους ήταν ληγμένα δεν μπορούσαμε να τα πληρώσουμε και σε τέσσερεις μήνες έληγαν.» και διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι η ανάκληση δεν έγινε καλόπιστα και για να μην πληρώσουν το τίμημα των Προϊόντων. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 περιστράφηκε κατά την κυρίως εξέταση του στις επαφές που είπε ότι είχε η πλευρά της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης, στη συνεργασία που ακολούθησε μεταξύ τους στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας και στην επικοινωνία που μεσολάβησε πριν και μετά την υπογραφή της. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, στο πλαίσιο συνάντησης που είχε στις 17/05/2017 με αντιπρόσωπο της Παραπονούμενης, τον Koshaya, ο τελευταίος του παρουσίασε δείγματα του προϊόντος "qwell", τα οποία έληγαν μετά από λίγους μήνες, γεγονός που ο ίδιος σχολίασε και ο Koshaya τον διαβεβαίωσε πως τα προϊόντα στη δική τους παραγγελία θα έχουν ημερομηνία λήξης ένα χρόνο μετά. Στις 29/05/2017 προχώρησαν σε συμφωνία ενοικίασης αποθήκης στη Λεμεσό (Τεκμήριο 23) με χρονική διάρκεια ενός έτους, η περίοδος της οποίας θα ξεκινούσε από τον Αύγουστο του 2017 λόγω του ότι θα έπρεπε να γίνουν κάποια έργα και επιδιορθώσεις σε αυτήν για να ήταν έτοιμη και να μπορούσε να λειτουργήσει. Την επομένη, συναντήθηκε με τον Koshaya στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 για την ολοκλήρωση της συμφωνίας αλλά επειδή σε αυτήν δεν υπήρχε πρόνοια για την ημερομηνία λήξης των προϊόντων (Τεκμήριο 24), του ζήτησε να προστεθεί σχετική ρήτρα που να προβλέπει ότι τα προϊόντα θα έχουν ημερομηνία λήξης ενός έτους από την αγορά τους, κάτι με το οποίο, όπως είπε, ο Koshaya συμφώνησε. Ακολούθως, υπογράφηκε η Συμφωνία Πώλησης και στις 12/06/2017 έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Koshaya (Τεκμήριο 25), με το οποίο επιβεβαίωσε την παραγγελία που έγινε με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, ζήτησε να του σταλεί προτιμολόγιο για να ετοιμάσει την επιταγή ως η συμφωνία και του ανέφερε ότι θα τον ενημέρωνε όταν θα ήταν έτοιμοι να παραλάβουν τα Προϊόντα αφού, όπως είπε, η αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 δεν ήταν έτοιμη, όπως αυτό υποστήριξε ότι φαίνεται ξεκάθαρα από τις φωτογραφίες που ο ίδιος είπε ότι έβγαλε με το κινητό του τηλέφωνο από τον εσωτερικό χώρο της αποθήκης, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Εντούτοις, ισχυρίστηκε ότι ο Koshaya επέμενε όπως παραλάβουν τα Προϊόντα πριν η αποθήκη καταστεί έτοιμη για εξοικονόμηση χρημάτων από την Παραπονούμενη ώστε να μην καταβάλλει αποθηκευτικά έξοδα στην GAP. Σε ένδειξη καλή θελήσεως προς την Παραπονούμενη και τον Koshaya, στις 19/06/2017 τους έστειλαν με μεταφορέα τα Προϊόντα, τα οποία στη συνέχεια σκεπάστηκαν με παλιά σεντόνια και τοποθετήθηκαν σε σημείο της αποθήκης που δεν επηρέαζε τα κατασκευαστικά έργα που γίνονταν. Την ίδια ημέρα, εκδόθηκε η Επιταγή, την οποία έλαβε ο Koshaya υπογράφοντας την απόδειξη (Τεκμήριο 27), για την πληρωμή του τιμολογίου που εκδόθηκε έναντι της παραλαβής των Προϊόντων (Τεκμήριο 28), τα οποία μεταφέρθηκαν στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 με δικά της έξοδα (Τεκμήριο 29). Σημείωσε ότι οι εργασίες στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 ολοκληρώθηκαν τέλος Ιουλίου και έτσι οι εργασίες της Κατηγορούμενης 1 ξεκίνησαν αρχές Αυγούστου 2017, όπως αυτό προκύπτει από τα δύο τιμολόγια ημερομηνίας 03/08/2017 που κατέθεσε ως Τεκμήριο 30, στα οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και προϊόντα της Παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λίγες ημέρες μετά την έναρξη των εργασιών της Κατηγορούμενης 1 έλαβαν παράπονα από καταστηματάρχες (πελάτες) τους για την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων της Παραπονούμενης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 δύο πιστωτικές σημειώσεις ημερομηνίας 08/08/2017 οι οποίες εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 μετά την επιστροφή των προϊόντων στην αποθήκη της. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 32 ένα μπουκάλι του προϊόντος "qwell" τύπου Daily με ημερομηνία λήξης 12/2017, ένα μπουκάλι του προϊόντος "qwell" τύπου Beauty με ημερομηνία λήξης 01/2018 και ένα μπουκάλι του προϊόντος "qwell" τύπου Shape με ημερομηνία λήξης 02/2018, τα οποία ανέφερε ότι αποτελούν μέρος των Προϊόντων που έλαβαν στις 19/06/
- Όπως είπε, μόλις αντιλήφθηκαν ότι τα προϊόντα που παρέδωσαν στους καταστηματάρχες δεν ανταποκρίνονταν στην συμφωνία που είχαν με την Παραπονούμενη, κάλεσε στο τηλέφωνο τον Koshaya, του ανέφερε το παράπονο τους και ότι προτίθενται να ανακαλέσουν την πληρωμή της Επιταγής και επιπλέον του εισηγήθηκε τις λύσεις που οι καταστηματάρχες τους πρότειναν. Ισχυρίστηκε ότι ο Koshaya έδειξε να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και ήταν πρόθυμος να βρεθεί λύση κάτι το οποίο του ανέφερε και κατά την παραλαβή των Προϊόντων στις 19/06/2017, όταν αρχικά διατηρούσε τις επιφυλάξεις του στην παραλαβή προϊόντων πριν να λειτουργήσει κανονικά η εταιρεία. Επειδή εκείνη την περίοδο ο Koshaya βρισκόταν για διακοπές στον Λίβανο και θα επέστρεφε Κύπρο τέλος Αυγούστου όπου θα διευθετούσαν συνάντηση για την συζήτηση του θέματος, η Κατηγορούμενη 3 επισκέφθηκε στις 07/08/2017 την Τράπεζα Πειραιώς για να γίνει ανάκληση της Επιταγής με την αιτιολογία της παραβίασης της Συμφωνίας Πώλησης βάσει του ότι τα Προϊόντα είχαν ημερομηνία λήξης πολύ λιγότερη του ενός έτους σε αντίθεση με τον όρο 21 και γι' αυτό παρέμειναν αδιάθετα και επιστράφηκαν πίσω. Λίγες ημέρες μετά την επικοινωνία που είχε με τον Koshaya, ο τελευταίος του τηλεφώνησε και τον παρακάλεσε να παραλάβουν και άλλα προϊόντα από τις αποθήκες της GAP επειδή η Παραπονούμενη ήθελε να σταματήσει να πληρώνει έξοδα αποθήκευσης τους αφ' ης στιγμής είχε πλέον λειτουργήσει η αποθήκη της Κατηγορούμενης 1, όπως και έγινε με την μεταφορά των εν λόγω προϊόντων στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 στις 11/08/2017 (Τεκμήριο 33). Επειδή μετά τις 11/08/2017 δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία με την πλευρά της Παραπονούμενης, αποφάσισαν όπως, πέραν της προφορικής ενημέρωσης, να την ειδοποιήσουν και γραπτώς, αποστέλλοντας την επιστολή ημερομηνίας 20/08/2017 (Τεκμήριο 34) με την οποία υποστήριξε ότι ενημέρωναν την Παραπονούμενη για την ανάκληση της Επιταγής, έθεταν το ζήτημα με την ημερομηνία λήξης του προϊόντος και την καλούσαν να παραλάβει τα εμπορεύματα από τις εγκαταστάσεις της Κατηγορούμενης
- Όπως είπε, τις αμέσως επόμενες ημέρες επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Koshaya με σκοπό να γίνει και κατ' ιδίαν συνάντηση μεταξύ των δύο πλευρών για να βρεθεί λύση στο θέμα που προέκυψε και επειδή δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση στην επιστολή ημερομηνίας 20/08/2017 απέστειλαν στον Koshaya μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την επιστολή ημερομηνίας 11/09/2017 (Τεκμήριο 35) εκφράζοντας την πρόθεση τους να συνεχίσουν την συνεργασία με την Παραπονούμενη και προτείνοντας εναλλακτικές μεθόδους για την καλύτερη προώθηση του προϊόντος, την ημερομηνία λήξης του οποίου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, ανακάλυψαν 3 εβδομάδες μετά την παραλαβή των Προϊόντων. Ακολούθως, στις 29/09/2017 διευθετήθηκε όπως είπε συνάντηση με τον Μ.Κ.1 και τον Koshaya, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και ο τότε διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, XXXXX Σάββα, στο πλαίσιο της οποίας τους πρότειναν τα όσα τους παρέθεσαν γραπτώς με την επιστολή Τεκμήριο 35 και ανέφερε ότι η πλευρά της Παραπονούμενης φαινόταν να κατανοεί πως τα Προϊόντα ήταν αδύνατο να πωληθούν λόγω του ότι η ημερομηνία λήξης τους ήταν πολύ σύντομη και λόγω του ότι το προϊόν ήταν άγνωστο στην αγορά και θα έπρεπε να γίνουν ενέργειες προώθησης του. Προς επιβεβαίωση των θεμάτων που συζητήθηκαν κατά την εν λόγω συνάντηση, στάληκε στις 02/10/2017 ένα ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Μ.Κ.1 με τις εισηγήσεις τους για την προώθηση των Προϊόντων. Ακολούθησε, όπως είπε, και δεύτερη συνάντηση με την πλευρά της Παραπονούμενης, αυτή τη φορά μόνο με τον Koshaya ο οποίος τους καθησύχασε πως όλα θα διευθετούνταν, με το πέρας της οποίας του αποστάληκε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 09/10/2017 με το οποίο συνοψίζονταν η πρόταση τους για την προώθηση των Προϊόντων (Τεκμήριο 38). Στη συνέχεια ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στη ρήξη που επήλθε στη συνεργασία των δύο πλευρών αναφερόμενος στην αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ της πλευράς της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1 ως επίσης και των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 38 - 45), η οποία οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και στην καταχώριση της αγωγής 1986/20 από πλευράς Κατηγορούμενης 1 εναντίον της Παραπονούμενης. Εξέφρασε τέλος τη θέση ότι η Παραπονούμενη, παρά το ότι παραβίασε τη Συμφωνία Πώλησης, εκμεταλλεύτηκε την καλή τους πρόθεση αλλά και την εξυπηρέτηση που της παρείχαν με σκοπό να τους φορτώσει με προϊόντα τα οποία φαίνεται να προορίζονταν για άλλο αγοραστή και, ως εκ των ανωτέρω, εξέφρασε επίσης την πεποίθηση ότι υπάρχει εύλογη αιτία ανάκλησης της Επιταγής. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι κατά τη συνάντηση που είχε με τον Koshaya στις 17/05/2017 ζήτησε να του φέρει περισσότερα δείγματα του προϊόντος "qwell" για να τα δοκιμάσουν οπότε και έλαβε στις 22/05/2017 δώδεκα δείγματα (ένα πακέτο με δώδεκα μπουκάλια του προϊόντος), για τα οποία γνώριζε πλήρως την ημερομηνία λήξης τους δεν γνώριζε όμως ότι τα Προϊόντα θα έφεραν την ίδια ημερομηνία. Συμφώνησε ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν καλώς προετοιμασμένη πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης ώστε να προχωρούσε στη συνεργασία με την Παραπονούμενη, προσθέτοντας ότι ο ίδιος προετοιμάστηκε με τα πρότυπα μεγάλης εταιρείας λόγω της πολυετής πείρας που είχε σε άλλες μεγάλες εταιρείες στις οποίες είχε εργαστεί κατέχοντας διευθυντική θέση. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης έστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12/06/2017 (Τεκμήριο 25), επιβεβαιώνοντας έτσι την παραγγελία των Προϊόντων, παρόλο που στη Συμφωνία Πώλησης υπήρχε σχετική πρόνοια (όρος 21), και αυτό το έκανε διότι, όπως είπε, δεν μπορούσε η Παραπονούμενη να του στείλει τα Προϊόντα αυθαίρετα αλλά αυτό θα έπρεπε να γίνει κατόπιν συνεννοήσεως, αναλόγως του πότε θα ήταν έτοιμοι κάθε φορά. Εξ' ου και, όπως είπε, έστειλε την πρώτη παραγγελία αναφέροντας ότι μπορούσαν να ξεκινήσουν. Ανέφερε επίσης στη συνέχεια ότι έστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 25) επειδή η αποθήκη της Κατηγορούμενης δεν ήταν τότε έτοιμη, κάτι που γνώριζε ο Koshaya, στον οποίο έλεγε συνεχώς τηλεφωνικά ότι έπρεπε να καθυστερήσουν, γι' αυτό και έστειλε το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ώστε να επιβεβαιώσει την παραγγελία των Προϊόντων αλλά και επειδή ήθελε περισσότερο να του αναφέρει ότι δεν ήταν έτοιμοι και ότι θα του έλεγε πότε να έφερνε τα Προϊόντα στην αποθήκη. Ακολούθως, έπειτα από τηλεφωνικές παρακλήσεις του Koshaya, αποδέχθηκε να τους σταλούν τα Προϊόντα πριν την ολοκλήρωση της αποθήκης για να μην πληρώνει η Παραπονούμενη άλλο ενοίκιο στην GAP. Παρόλο που, όπως ισχυρίστηκε, δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν τα Προϊόντα στις 19/06/2017 το έκαναν και εξέδωσαν την Επιταγή διότι, αν δεν το έκαναν αυτό θα σήμαινε ότι «διαλύαμε τη συμφωνία πριν ξεκινήσουμε». Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι στη συμφωνία δεν υπάρχει όρος που να προνοεί ότι η παράδοση των Προϊόντων θα γινόταν κατόπιν ειδοποίησης, όταν θα ήταν έτοιμοι να τα παραλάβουν, αναφέροντας, αφενός, ότι «ήταν ιδιάζουσα περίπτωση ότι δεν ήμασταν έτοιμοι [.] εμείς υπολογίζαμε έναν μήνα θα πάρει, αλλά πήραμε τρείς ας πούμε» και, αφετέρου, ότι κάποια πράγματα λέγονταν προφορικά και ότι δεν γνώριζε πως θα έπρεπε να τεθεί ένας τέτοιος όρος στην Συμφωνία Πώλησης. Σημείωσε περαιτέρω ότι: «[.]όπως και τη μέρα που ήρθε να του δώσω την επιταγή δυσανασχέτησα, διότι είπα του 3 μήνες που μου δίδεις, αφού δεν ήμουν έτοιμος, εγώ σε 2 μήνες θα βγω στην αγορά και μου είπε θυμούμαι χαρακτηριστικά, όταν ζήτησα εγώ να μην δώσω στις 90 μέρες την επιταγή, γιατί ουσιαστικά οι 2 μήνες είμαστε κλειστοί και ζήτησα του λίγο παράταση, μου είπε μην σε προβληματίζει η επιταγή, θα την έχω εδώ στην Κύπρο, εγώ χειρίζομαι τον λογαριασμό και αν δεν είσαι έτοιμος θα την βάλω πιο πέρα[.]» Μετά την παραλαβή των Προϊόντων, δεν τα επιθεώρησαν διότι, όπως είπε, αυτό δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να γίνει αφού τα Προϊόντα ήταν σε παλέτα με νάυλον και ήταν δύσκολο να τα δουν ενώ από την άλλη δεν υπολόγιζαν ότι μια συμφωνία που έγινε πριν 10 ημέρες δεν θα τηρούνταν. Έτσι, όπως είπε, τα Προϊόντα κατέβηκαν και τοποθετήθηκαν σε μια γωνιά της αποθήκης και σκεπάστηκαν για να μην λερωθούν, αναφέροντας επίσης ότι υπό κανονικές συνθήκες αυτά θα έπρεπε να εξεταστούν αλλά λόγω πίεσης που είχαν το τελευταίο διάστημα για να κλείσουν την συμφωνία και μπορεί λόγω απειρίας βιάστηκαν επειδή ήθελαν να συνεργαστούν για να φθάσουν σε ένα καλό σημείο. Δεν διατύπωσαν κατά την ημερομηνία παραλαβής των Προϊόντων οποιαδήποτε επιφύλαξη για την ποιότητα ή τη διάρκεια τους και ότι η επιφύλαξη που έκανε ήταν σε σχέση με την Επιταγή λόγω του ότι αυτή θα ήταν πληρωτέα σε ενάμιση μήνα μετά που θα ήταν έτοιμοι για να τα προωθήσουν στην αγορά. Ανέφερε ότι είχε άμεση εμπλοκή και αποφασιστικό ρόλο στην κατάρτιση της Συμφωνίας Πώλησης και γνώριζε ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν αυτή που παρήγαγε τα Προϊόντα αλλά ότι αυτά παρασκευάζονταν στην Ιταλία. Δεν του αναφέρθηκε όμως, όπως είπε, ότι τα Προϊόντα ήταν εδώ και έξι μήνες στην GAP ισχυριζόμενος μάλιστα ότι «Δηλαδή εγώ την ώρα που μιλούσα, μιλούσα ότι ήταν να έρθει μια παραγγελία για εμάς». Υποστήριξε περαιτέρω ότι, βάσει της εμπειρίας του, εκείνο που ενδιαφέρει σε τέτοιες συμφωνίες είναι η ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος και όχι η ημερομηνία παραγωγής του. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που, όπως είπε, ζήτησε πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης να προστεθεί σχετική ρήτρα που θα προέβλεπε ότι τα προϊόντα θα έφεραν ημερομηνία λήξης ένα έτος από την αγορά τους. Γι' αυτό και, όπως ισχυρίστηκε, ο όρος 21 της Συμφωνίας Πώλησης που προβλέπει ότι «The expiry date of the PRODUCTS is one year» εννοεί ότι τα Προϊόντα θα έπρεπε να φέρουν ημερομηνία λήξης ένα έτος από την παράδοση τους για να μπορούσε να τα διαθέσει στην αγορά. Δεν ζήτησε όμως πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης να προστεθεί κάτι άλλο στον όρο 21 αναφορικά με την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων διότι δεν γνώριζε ότι θα μπορούσε να εννοηθεί κάτι άλλο από εκείνο που είδε στο παρελθόν σε παρά πολλές άλλες συμφωνίες, ότι δηλαδή η χρονική διάρκεια που ενδιαφέρει μέχρι τη λήξη ενός προϊόντος ξενικά από την παράδοση του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τις 19/06/2017 που παρέλαβαν τα Προϊόντα αντιλήφθηκαν το ζήτημα με την ημερομηνία λήξης τους μετά τις 03/08/2017, αφότου δηλαδή τα προώθησαν σε πελάτες τους για να διατεθούν στην αγορά. Δεν ήταν όμως σε θέση να εξηγήσει γιατί στο ηλεκτρονικό μήνυμα του XXXXX Σάββα, ημερομηνίας 11/09/2017 (Τεκμήριο 35), αναφέρεται ότι αντιλήφθηκαν το ζήτημα της ημερομηνίας λήξης των Προϊόντων 3 εβδομάδες μετά την παραλαβή τους, υποθέτοντας ότι ο XXXXX Σάββα ίσως να μην υπολόγισε σωστά τις βδομάδες, δεν νομίζει να άνοιξε και να έλεγξε τα Προϊόντα και ότι αν το γνώριζε νωρίτερα θα του το έλεγε και δεν θα προωθούσαν εξ αρχής τα Προϊόντα στην αγορά. Ήθελαν, όπως είπε, να συνεχιστεί η συνεργασία τους με την Παραπονούμενη, παρά το πρόβλημα που προέκυψε με την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων, γι' αυτό και δεν τερμάτισαν την Συμφωνία Πώλησης αλλά, απεναντίας, προσπάθησαν να προτείνουν τρόπους για την διάθεση των Προϊόντων στην αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο και για να διευκολύνουν την Παραπονούμενη να μην πληρώνει άλλα έξοδα αποθήκευσης στην GAP, παρέλαβαν την δεύτερη δόση προϊόντων, χωρίς όμως να τα χρεωθούν και χωρίς να αναλάβουν οποιαδήποτε δέσμευση αφού δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο ούτε πλήρωσαν οποιαδήποτε μεταφορικά ή την αξία τους. Ανακάλεσαν, όπως ισχυρίστηκε, την Επιταγή μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είπε ότι είχε με τον Koshaya αρχές Αυγούστου, αφότου δηλαδή τον ενημέρωσε για το πρόβλημα με την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων και ότι θα προχωρούσαν σε ανάκληση. Η ανάκληση έγινε, όπως είπε, ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία πληρωμής της διότι ο Koshaya βρισκόταν στο εξωτερικό, θα ερχόταν Κύπρο τέλος του μήνα και δεν θα μπορούσε να γίνει άμεσα συνάντηση με την πλευρά της Παραπονούμενης, κάτι που τους φόβισε αφού περιορίζονταν ο χρόνος μέχρι την πληρωμή της Επιταγής και φοβήθηκαν μην απωλέσουν το ποσό για το οποίο αυτή εκδόθηκε. Έτσι, η απειρία τους και ο φόβος απώλειας του ποσού της Επιταγής ήταν οι λόγοι για τους οποίους, όπως είπε, δεν περίμεναν περισσότερο πριν προχωρήσουν στην ανάκληση της Επιταγής. Συνέχισε επίσης αναφέροντας ότι παρόλο που περί τις 08 Αυγούστου με 10 Αυγούστου του 2017 είπε στον Koshaya ότι θα ανακαλούσαν την Επιταγή, μετά από 10 - 15 ημέρες τους έστειλε την 2η δόση προϊόντων. Διαφώνησε με τη θέση ότι ενήργησαν κακόπιστα και ότι η Επιταγή ανακλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία αναφέροντας ότι υπήρχε εύλογη αιτία η οποία συνίστατο στο ότι «ξεγελάστηκαν πάνω στη συμφωνία, δεν ήταν όπως υπογράψαμε». Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, περιλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 3, ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) η Παραπονούμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασχολείται με την πώληση και προμήθεια του προϊόντος "qwell" και η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία επίσης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το εμπόριο ποτών. Διευθυντής της Παραπονούμενης είναι ο Μ.Κ.1 και διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 ήταν ο Μ.Υ.1, ο XXXXX Σάββα και η σύζυγος του, Κατηγορούμενη 3, η οποία διορίστηκε ως μια εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 από την 01/06/2017 μέχρι και τις 16/02/2021, (β) μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1 υπογράφηκε η Συμφωνία Πώλησης με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Παραπονούμενη θα πωλούσε στην Κατηγορούμενη 1 ποσότητες του προϊόντος "qwell" σε συμφωνημένη τιμή. Συμφωνήθηκε επίσης όπως, με την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης, η Κατηγορούμενη 1 παραγγείλει από την Παραπονούμενη τα Προϊόντα, για τα οποία η Παραπονούμενη θα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένη επιταγή μετά την παράδοση τους από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη
- Με βάση την Συμφωνία Πώλησης, η ημερομηνία λήξης των Προϊόντων είναι ένας χρόνος («The expiry date of the PRODUCTS is one year»), (γ) για την πώληση των Προϊόντων στην Κατηγορούμενη 1, η Παραπονούμενη εξέδωσε το τιμολόγιο ημερομηνίας 14/06/2017, τα οποία στις 19/06/2017 μεταφέρθηκαν από την αποθήκη της GAP - όπου ήταν αποθηκευμένα για λογαριασμό της Παραπονούμενης - στην αποθήκη της Κατηγορούμενης 1, με έξοδα της τελευταίας, οπότε και παραλήφθηκαν εκείνη την ημέρα από την Κατηγορούμενη 1, (δ) προς εξόφληση του πιο πάνω τιμολογίου (Τεκμήριο 4), η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε στις 19/06/2017 την Επιταγή, με δικαιούχο την Παραπονούμενη, η οποία ήταν πληρωτέα στις 19/09/2017, (ε) η Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 29/09/2017 αλλά επιστράφηκε απλήρωτη στις 02/10/2017 με την ένδειξη ««Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - STOP PAYMENT»[3] και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Οι εν λόγω οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 (εκδότη της Επιταγής) από την Κατηγορούμενη 3 στην Τράπεζα Πειραιώς (που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Astrobank) στις 07/08/2017 μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking) που διατηρούσε η Κατηγορούμενη 1 στο εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα (Winbank) αναφορικά με τον τραπεζικό λογαριασμό XXXXX75 από τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή (Τεκμήρια 20 και 21), στην οποία η Κατηγορούμενη 3 είχε από τις 19/07/2017 πλήρη και αποκλειστική πρόσβαση για να εκτελεί οποιεσδήποτε συναλλαγές, ως ο μόνος εξουσιοδοτημένος κάτοχος και δικαιούχος χρήστης του Winbank της Κατηγορούμενης
- Ως λόγος ανάκλησης που φαίνεται καταχωρημένος στο σύστημα της Astrobank είναι: «GOODS NOT SOLD YET» (Τεκμήριο 20). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Έπεται από τα πιο πάνω ότι η έκδοση της Επιταγής από την Κατηγορούμενη 1 (1ο συστατικό στοιχείο) και η από αυτήν πρόκληση της μη εξόφλησης της με πράξη της πριν την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (2ο συστατικό στοιχείο) όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων αλλά αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων των Κατηγορουμένων να αποδείξουν, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω), Δαμιανού ν. Κανάρη ανωτέρω και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ ανωτέρω). Συναφώς, ό,τι παραμένει ως επίδικο ζήτημα και θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης είναι αν, υπό τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη 1 απέσεισε το βάρος που είχε να δείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική της ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει και, στην περίπτωση που απέτυχε να το πράξει, αν η Κατηγορούμενη 3 είναι νομικά υπεύθυνη ως συνεργός της Κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του προαναφερόμενου άρθρου, ως η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) προκάλεσαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων, οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια όσα γεγονότα γνωρίζουν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξαν. Η μαρτυρία τους έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται, στην μεγαλύτερη της έκταση, από τα Τεκμήρια που κατέθεσαν, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς τους για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Παρέμειναν συνεπείς και σταθεροί στις θέσεις τους καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους ενώ παράλληλα απαντούσαν ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία τους να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης τους. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσαν σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία τους και να μην μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Κατηγορούμενη 3 και τον Μ.Υ.
- Αξιολογώντας την μαρτυρία τους στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι η εκδοχή που παρουσίασαν αναφορικά με τον λόγο ανάκλησης της Επιταγής είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων, με σκοπό να παρουσιάσουν τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσαν ότι θα οδηγούσε στην απαλλαγή των Κατηγορουμένων από την ποινική τους ευθύνη. Προσπάθησαν μέσω της μαρτυρίας τους να προωθήσουν μια εκδοχή που θεωρούσαν ότι θα τους βοηθούσε να πείσουν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Θέλοντας να πείσουν για την εκδοχή τους αυτή, προέβαλαν θέσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες, υπέπεσαν σε αντιφάσεις και σε πολλά σημεία της μαρτυρίας τους δεν απαντούσαν ευθέως ή απέφευγαν να απαντήσουν προβάλλοντας γενικές, ασαφείς και ατεκμηρίωτες θέσεις. Εν κατακλείδι, ήταν εμφανής η προσπάθεια τους να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια εκδοχή σε σχέση με το ζήτημα της εύλογης αιτίας, η οποία δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Θα δώσω στη συνέχεια κάποια παραδείγματα, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας τους. Η Κατηγορούμενη 3 προέβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς και ατεκμηρίωτες θέσεις ως προς το λόγο που ισχυρίστηκε ότι δόθηκε στην Τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ως λόγο ανάκλησης θυμάται πως έβαλαν το κείμενο που αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 07/08/2017, Τεκμήριο 22[4], καταλήγοντας πως πιστεύει ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης εφόσον η Παραπονούμενη παραβίασε τον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης[5], κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε αν στην Συμφωνία Πώλησης προνοείται ότι τα Προϊόντα θα είχαν ημερομηνία λήξης ένα χρόνο από την ημερομηνία της εν λόγω συμφωνίας και όταν στην συνέχεια της υποδείχθηκε η αναφορά που έκανε κατά την κυρίως εξέταση της στον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις: «E. Άρα κυρία Σάββα έχετε εικόνα της συμφωνίας για να αναφερθείτε και στη γραπτή σας δήλωση. A. Ε στα ελληνικά, στα αγγλικά επειδή, είναι αγγλικά ή είναι ελληνικά; E. Είτε στα αγγλικά είτε τζιαί ελληνικά; A. Μάλιστα. Όπως έχω πει στη γραπτή μου δήλωση τα εμπορεύματα ήταν μέσα σε τέσσερεις μήνες μετά που τα είχαμε παραλάβει. E. Και αναφερθήκατε στον όρο 21 στη δήλωση σας. Θέλετε να δείτε τον όρο 21; A. Είναι the expiry date of the product is one year. E. Αναφέρει πούποτε στον όρο 21 ότι είναι expiry date ημερομηνίας λήξης έναν χρόνο από την υπογραφή της συμφωνίας; A. Δεν γνωρίζω. E. Σας υποβάλλω ότι πουθενά στον όρο 21 και στο υπόλοιπο περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 31/5 δεν υπάρχει ο όρος ότι τα προϊόντα που πουλήθηκαν θα είχαν μονοετή διάρκεια από την ημερομηνία υπογραφής της. Τι απαντάτε; A. Δεν γνωρίζω.» Και πιο κάτω: «Ε. Σας υποβάλλω ότι ο όρος 21 της συμφωνίας που αναφέρει ότι η ημερομηνία λήξης των προιόντων είναι ένας χρόνος, σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν σημαίνει ότι είναι ένας χρόνος από την πώληση. A. Δεν γνωρίζω. E. Ήταν ξεκάθαρο από την υπογραφή της συμφωνίας, σας υποβάλλω, ότι η ημερομηνία λήξης των προϊόντων θα ήταν έναν χρόνο από την παραγωγή τους. A. Δεν το γνωρίζω.» Όταν στην συνέχεια της υποβλήθηκε ότι η ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής δεν ήταν εύλογη και ότι έγινε με σκοπό να αποφύγουν τα συμφωνηθέντα απάντησε πως «Από τη στιγμή που τα προϊόντα τους ήταν ληγμένα δεν μπορούσαμε να τα πληρώσουμε και σε τέσσερεις μήνες έληγαν.» Ενώ λοιπόν η Κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε αρχικά ότι η Παραπονούμενη παραβίασε τον όρο 21 της Συμφωνίας Πώλησης, υποστηρίζοντας ότι αυτό συνιστούσε εύλογη αιτία για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς εν προκειμένω παραβιάστηκε ο όρος 21 από την Παραπονούμενη και στην προσπάθεια της να απεγκλωβιστεί από την προηγούμενη τοποθέτηση της έδωσε απαντήσεις γενικές, αόριστες και αναληθοφανείς, ισχυριζόμενη τελικά άγνοια των όρων της Συμφωνίας Πώλησης. Περαιτέρω, η εκδοχή που παρουσίασε αναφορικά με το περιεχόμενο της αιτιολογίας που ισχυρίστηκε ότι καταχωρήθηκε για την ανάκληση της Επιταγής δεν πείθει. Αφενός, ενώ η Κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι ως λόγος ανάκλησης της Επιταγής θυμάται πως ήταν το κείμενο που είχε η επιστολή (Τεκμήριο 22), στην πρώτη παράγραφο της οποίας αναφέρεται ως λόγος ανάκλησης η παραβίαση της Συμφωνίας Πώλησης, στο σύστημα της Τράπεζας φαίνεται ότι καταχωρήθηκε ως λόγος ανάκλησης ότι τα Προϊόντα δεν πωλήθηκαν ακόμα («GOODS NOT SOLD YET»), ζήτημα για το οποίο γίνεται αναφορά στην δεύτερη παράγραφο της προαναφερόμενης επιστολής. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι στην επιστολή (Τεκμήριο 22) η αναφορά σε παραβίαση της Συμφωνίας Πώλησης προηγείται της αναφοράς σε εμπορεύματα που παρέμεναν αδιάθετα, αν η Κατηγορούμενη 3 είχε πράγματι καταχωρήσει ηλεκτρονικά ως λόγο ανάκλησης το κείμενο της επιστολής (Τεκμήριο 22), όπως ισχυρίστηκε, το αναμενόμενο θα ήταν ότι ο λόγος ανάκλησης με αναφορά στην φερόμενη παραβίαση της Συμφωνίας Πώλησης δεν θα έπρεπε να συνιστούσε το υπόλοιπο μέρος (την συνέχεια) της διατυπωθείσας αιτιολογίας που τελικά δεν διασώθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας λόγω του χρόνου που παρήλθε, όπως ουσιαστικά ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη 3, αλλά την αρχή αυτής της αιτιολογίας, η οποία, προδήλως, και θα φαινόταν σε τέτοια περίπτωση στο σύστημα της Τράπεζας. Αφετέρου, η Κατηγορούμενη 3 δεν έδωσε σαφείς και θετικές απαντήσεις για το αν τελικά παρέδωσε την επιστολή, Τεκμήριο 22, στην Τράπεζα, αναφέροντας απλώς ότι δεν θυμόταν αν επέμεινε αυτή να καταχωρηθεί στο αρχείο της Τράπεζας και ότι δεν γνωρίζει αν αυτή υπάρχει στο αρχείο της Τράπεζας, χωρίς από την άλλη να ισχυριστεί ότι ζήτησε να καταχωρηθεί στο αρχείο της Τράπεζας ή ότι την παρέδωσε στην Τράπεζα για να καταχωρηθεί. Όταν περαιτέρω ερωτήθηκε για το ποιες ενέργειες έγιναν από πλευράς Κατηγορούμενης 1 μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με το λόγο που δηλώθηκε στην Τράπεζα για την ανάκληση της Επιταγής απάντησε γενικά και αόριστα ότι «Προσπαθήσαμε να δούμε τον λόγο όλο, διότι έχει κάποιο κομμάτι που δεν φαίνεται. Δηλαδή γράψαμε τον λόγο. Ήταν ότι έσπασε τη συμφωνία στα ελληνικά, είχε παραβιάσει τη συμφωνία, το υπόλοιπο κομμάτι. Προσπαθήσαμε να βρούμε από τα αρχεία της τράπεζας αν το έγραφε όλο για να το αποδείξουμε στο Δικαστήριο.», χωρίς να δώσει, αφενός, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το πότε και ποιες ακριβώς ήταν οι αυτές οι προσπάθειες αλλά και γιατί δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν στο αρχείο της Τράπεζας το υπόλοιπο μέρος της φερόμενης αιτιολογίας, έχοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.3, αυτά τηρούνται σε πλήρη μορφή περί τα 3 χρόνια, και παραλείποντας, αφετέρου, να αναφερθεί στις συζητήσεις που είχαν με τον Μ.Κ.3 και να τοποθετηθεί στη θέση που ο τελευταίος εξέφρασε ότι, αν έγιναν όσα ισχυρίζεται η πλευρά των Κατηγορουμένων, αυτά θα έγιναν σε άλλο υποκατάστημα της Astrobank και όχι στο υποκατάστημα Κολωνακίου που ο ίδιος εργάζεται τα τελευταία περίπου 8 έτη. Το ότι τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 18 φαίνεται να εγκρίθηκαν από τον XXXXX Tohme στις 30/05/2017 ουδόλως ενισχύει ή επιβεβαιώνει τη θέση της Κατηγορούμενης 3 ότι δύο και πλέον μήνες μετά (07/08/2017) η τελευταία εξυπηρετήθηκε από το εν λόγω πρόσωπο στο υποκατάστημα Κολωνακίου, όπως ήταν η εισήγηση των δικηγόρων υπεράσπισης μέσω της γραπτής τους αγόρευσης. Ενδεικτικό επί του προκειμένου είναι άλλωστε και το ότι στα έγγραφα που ακολούθησαν στις 19/07/2017, με τα οποία δόθηκε πλήρης και αποκλειστική πρόσβαση στην Κατηγορούμενη 3 για να διενεργεί οποιεσδήποτε συναλλαγές στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 19), δεν εντοπίζεται κάπου το όνομα του προαναφερόμενου προσώπου. Συναφώς, η εκδοχή που παρουσίασε η Κατηγορούμενη 3 ως προς το λόγο που καταχωρήθηκε για την ανάκληση της Επιταγής δεν είναι καθόλου πειστική και αισθάνομαι ότι έγινε επιτηδευμένα, σε μια προσπάθεια να δοθεί υπόβαθρο στη θέση της πλευράς των Κατηγορουμένων περί της ύπαρξης εύλογης αιτίας για την ανάκληση της Επιταγής με αναφορά σε λόγο διαφορετικό από εκείνον που δηλώθηκε γραπτώς κατά τον χρόνο ανάκλησης. Γενικότερα, η Κατηγορούμενη 3 απαντούσε με δισταγμό και επιφυλακτικότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, δίδοντας την εντύπωση ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο θέλοντας να δώσει την εικόνα προσώπου που ασχολούνταν μόνο με γραφειακές εργασίες της Κατηγορούμενης 1 και ότι εκτός από την διαδικασία καταχώρισης του λόγου ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής αγνοούσε ή δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο όσον αφορά την συνεργασία της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη. Όμως, το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 20/08/2017, την οποία όπως είπε έγραψε και υπόγραψε ως διευθύντρια, επιμαρτυρεί ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η Κατηγορούμενη 3 πρόκειται για πρόσωπο που γνώριζε για τις συζητήσεις, την επικοινωνία και το περιεχόμενο της συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης
- Περαιτέρω, στην προσπάθεια της να πείσει ότι αγνοούσε για οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που αφορούν το πλαίσιο της συνεργασίας με την Παραπονούμενη δεν έδωσε σταθερές απαντήσεις, όπως ενδεικτικά έγινε με το επιχειρηματικό σχέδιο επένδυσης (Τεκμήριο 12), σε σχέση με το οποίο ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν γνώριζε για την ετοιμασία του ούτε θυμόταν κάτι για αυτό, στη συνέχεια ανέφερε ότι έμαθε για το επιχειρηματικό σχέδιο κατά την ακροαματική διαδικασία και, ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι άκουσε ότι είχε γίνει ένα επιχειρηματικό σχέδιο από τον Μ.Υ.1, καταλήγοντας ότι δεν πληροφορήθηκε πρώτη φορά για αυτό κατά την ακροαματική διαδικασία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 χαρακτηρίζεται από ασάφειες, κενά, ουσιώδεις αντιφάσεις και θέσεις που, σε μεγάλο βαθμό, δεν συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Παρόλο που αποδέχθηκε ότι ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι για την έναρξη της συνεργασίας τους με την Παραπονούμενη, ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι δεν ήταν έτοιμοι να παραλάβουν τα Προϊόντα στις 19/06/2017 επειδή η αποθήκη της Κατηγορούμενης 1 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί και ισχυρίστηκε επίσης ότι αυτή ολοκληρώθηκε τέλος Ιουλίου 2017, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Κατηγορούμενης 3 ότι η αποθήκη ολοκληρώθηκε τέλος Ιουνίου
- Ο δε ισχυρισμός του ότι δεν ήταν έτοιμοι να παραλάβουν τα Προϊόντα στις 19/06/2017 και ότι το έπραξαν εις ένδειξη καλής θέλησης δεν συνάδει με την όλη συμπεριφορά τους να αποδεχθούν εκείνη την ημέρα τα Προϊόντα, καταβάλλοντας όπως είπε τα έξοδα μεταφοράς τους (βλ. Τεκμήριο 29) και εκδίδοντας την Επιταγή για την εξόφληση του σχετικού τιμολογίου (Τεκμήριο 4), την αποστολή του οποίου είχε ζητήσει ο Μ.Υ.1 από τις 12/06/2017 ώστε να ετοιμαζόταν η Επιταγή (βλ. Τεκμήριο 25). Άλλωστε, με βάση την Συμφωνία Πώλησης, η παραγγελία των Προϊόντων θα γινόταν από την Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή της, γι' αυτό και η παραλαβή των Προϊόντων στις 19/06/2017 και η έκδοση της Επιταγής έγινε όχι εις ένδειξη καλής θέλησης (όπως αρχικά ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.1) αλλά επειδή (όπως στη συνέχεια ανέφερε ο Μ.Υ.1) θεωρούσαν ότι αν δεν το έκαναν θα σήμαινε ότι «διαλύαμε τη συμφωνία πριν ξεκινήσουμε». Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από την συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο 23), η οποία αναφέρεται ότι συνήφθη στις 29/05/2017 (δηλαδή δύο ημέρες πριν τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία Πώλησης), η περίοδος ενοικίασης του χώρου που θα χρησιμοποιούσε η Κατηγορούμενη 1 ως αποθήκη άρχιζε από την 01/08/
- Συνεπώς, όταν ο Μ.Υ.1 υπέγραφε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 την Συμφωνία Πώλησης (τις πρόνοιες της οποίας προκύπτει με βάση το Τεκμήριο 24 ότι γνώριζε τουλάχιστον από τις 24/05/2017), προδήλως γνώριζε ότι η αποθήκη θα ήταν στην διάθεση της Κατηγορούμενης 1 από την 01/08/
- Επομένως, ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι «ήταν ιδιάζουσα περίπτωση ότι δεν ήμασταν έτοιμοι [.] εμείς υπολογίζαμε έναν μήνα θα πάρει, αλλά πήραμε τρείς ας πούμε» διαψεύδεται από τα πιο πάνω, εφόσον, με βάση τα Τεκμήρια 3, 23 και 24, προκύπτει πως ο Μ.Υ.1 είχε υπόψη του κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης θα έπρεπε να γινόταν η παραγγελία των Προϊόντων και, επίσης, προδήλως είχε υπόψη του κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης ότι η ενοικίαση της αποθήκης θα ξεκινούσε την 01/08/
- Ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν του αναφέρθηκε ότι τα Προϊόντα ήταν εδώ και έξι μήνες στην GAP, προβάλλοντας περαιτέρω ότι «Δηλαδή εγώ την ώρα που μιλούσα, μιλούσα ότι ήταν να έρθει μια παραγγελία για εμάς». Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην Συμφωνία Πώλησης, για την κατάρτιση της οποίας, όπως είπε, είχε ουσιαστική εμπλοκή, εφόσον, βάσει του όρου 3 αυτής, τα προϊόντα βρίσκονταν ήδη σε αποθήκη της Παραπονούμενης στην Κύπρο. Ούτε συνάδει η θέση του αυτή με τα ηλεκτρονικά μηνύματα που έστειλε προς τον Koshaya, ημερομηνίας 20/05/2017 και 22/05/5017 (Τεκμήριο 11), από τα οποία προκύπτει ότι ήταν υπόψη του πως τα προϊόντα ήταν αποθηκευμένα σε αποθήκη στην Λευκωσία, από την οποία μάλιστα ζήτησε να παραλάβει δείγματα, τα οποία, όπως είπε κατά την αντεξέταση του, έλαβε στις 22/05/2017 και για τα οποία γνώριζε την ημερομηνία λήξης τους. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η εκδοχή του Μ.Υ.1 ως προς το χρονικό σημείο που ισχυρίστηκε ότι διαπίστωσαν την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων παρουσιάζει κενά, ασάφειες, δεν έχει λογική συνοχή και είναι αναληθοφανής. Η εκπόνηση επιχειρηματικών πλάνων για την επένδυση και προώθηση των Προϊόντων (Τεκμήρια 12 και 13), η πολυετής πείρα που είπε ότι είχε στο παρελθόν σε άλλες μεγάλες εταιρείες, τα δείγματα που ζήτησε και έλαβε στις 22/05/2017 ενώ, προδήλως, γνώριζε ότι τα προϊόντα της πρώτης παραγγελίας βρίσκονταν ήδη αποθηκευμένα σε αποθήκη της Παραπονούμενης στην Κύπρο, καθιστούν τρωτή την θέση του ότι δεν γνώριζε την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης. Ούτε πείθει η θέση του ότι δεν γνώριζε πως τα δείγματα που παρέλαβε στις 22/05/2017 (την ημερομηνία λήξης των οποίων, όπως είπε, γνώριζε), ήταν δείγματα των Προϊόντων. Όπως χαρακτηριστικά συνάγεται από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, ο Μ.Υ.1 παρέλειψε να αναφερθεί κατά την κυρίως εξέταση του στα δείγματα που παρέλαβε στις 22/05/2017, παρά την επί του προκειμένου θέση του Μ.Κ.1 ότι αυτά ήταν δείγματα των Προϊόντων, ενώ κατά την αντεξέταση του δεν έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις σε σχέση με τα εν λόγω δείγματα, αποφεύγοντας μάλιστα να απαντήσει σε σχετική υποβολή που του έγινε ότι αυτά ήταν από τα Προϊόντα που παραλήφθηκαν στη συνέχεια και ούτε ισχυρίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι εξέφρασε σε σχέση με αυτά οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς την ημερομηνία λήξης τους. Αν άλλωστε ο Μ.Υ.1 δεν γνώριζε, όπως ισχυρίστηκε, την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων και δεν μπορούσε να τα επιθεωρήσει κατά την παραλαβή τους, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να εξέφραζε έστω κάποια επιφύλαξη ως προς την ποιότητα ή την διάρκεια τους, κάτι που, όπως είπε, δεν έπραξε. Ο δε ισχυρισμός του ότι δεν υπολόγιζε πως μια συμφωνία που έγινε πριν 10 ημέρες δεν θα τηρούνταν είναι αναληθοφανής εφόσον, αν πράγματι πίστευε πως εκείνο που συμφωνήθηκε ήταν ότι τα Προϊόντα θα έφεραν ημερομηνία λήξης ενός έτους από την παραλαβή τους, η ενδεχόμενη παραβίαση της συμφωνίας δεν θα έπρεπε να ήταν στο μυαλό του (έχοντας μάλιστα υπόψη και την εμπειρία που είπε ότι είχε) ένα απομακρυσμένο σενάριο που δεν θα μπορούσε ή έπρεπε να υπολόγιζε αλλά το αντίθετο, δεδομένου ότι, όπως είπε, γνώριζε πως τα προϊόντα "qwell" παρασκευάζονταν στην Ιταλία και τα προϊόντα της πρώτης παραγγελίας ήταν ήδη αποθηκευμένα σε αποθήκη της Παραπονούμενης στην Κύπρο (κάτι που προδήλως ήταν υπόψη του αφού αυτό προκύπτει από τον όρο 3 της Συμφωνίας Πώλησης, για την συνομολόγηση της οποίας, όπως είπε, είχε ουσιαστική εμπλοκή) σε συνδυασμό με το ότι ο ίδιος ζήτησε δείγματα των προϊόντων από την αποθήκη της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 11), τα οποία αποδέχθηκε ότι έλαβε στις 22/05/2017 και αφού προηγουμένως, σχολίασε, όπως είπε, το ζήτημα της λήξης των προϊόντων κατά την συνάντηση που έγινε στις 17/05/2017, ζητώντας μάλιστα να προστεθεί σχετικός όρος αναφορικά με την ημερομηνία λήξης τους πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Περαιτέρω, η θέση του ότι διαπίστωσαν την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων μετά τις 03/08/2017 δεν συνάδει με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του XXXXX Σάββα, ημερομηνίας 11/09/2017 (Τεκμήριο 35), στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ανακάλυψαν την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων 3 εβδομάδες μετά την παραλαβή τους. Η διάσταση αυτή στις θέσεις που παρουσιάστηκαν δεν εξηγήθηκε επαρκώς και κατά τρόπο πειστικό από τον Μ.Υ.1, ο οποίος προέβηκε απλώς σε εικασίες προς υποστήριξη της θέσης του ότι διαπίστωσαν το ζήτημα με την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων μετά τις 03/08/
- Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη, αφενός, την πολυετή πείρα που είπε ότι είχε ο Μ.Υ.1 σε τέτοιου είδους συναλλαγές και ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη για να συνεργαστεί με την Παραπονούμενη και, αφετέρου, ότι με βάση τη Συμφωνία Πώλησης (τις πρόνοιες της οποίας ο Μ.Υ.1 προδήλως γνώριζε) ο τίτλος των Προϊόντων μεταβιβάζεται κατά την ημέρα της παράδοσης (όρος 8) και ότι η Κατηγορούμενη 1 θα έπρεπε να παραλάβει και να επιθεωρήσει τα Προϊόντα (όρος 12 b), η εκδοχή του Μ.Υ.1 ότι δεν γνώριζαν την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων και ότι έμαθαν για αυτήν μετά τις 03/08/2017 στερείται πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που ήρθε ο Koshaya για να του δώσει την Επιταγή, δυσανασχέτησε για το χρόνο που θα ήταν πληρωτέα και ισχυρίστηκε ότι εξέφρασε τις επιφυλάξεις του σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η θέση του αυτή (η οποία, κατά τα λεγόμενα του, εκφράστηκε στον Koshaya με αναφορά στο σύντομο χρονικό διάστημα που θα είχαν για να πωλήσουν τα Προϊόντα και σε χρόνο που δεν είχε ακόμα εγερθεί οποιοδήποτε ζήτημα για την ημερομηνία λήξης των Προϊόντων) σε συνδυασμό με το ότι (i) ο χρόνος κατά τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή της Επιταγής (η οποία έγινε μία ημέρα πριν εκδοθούν από την Κατηγορούμενη 1 οι χρεωστικές σημειώσεις για την επιστροφή μέρους των Προϊόντων, Τεκμήριο 31, και ένα και πλέον μήνα πριν η Επιταγή καταστεί πληρωτέα, παρόλο που, κατά τον Μ.Υ.1, προηγήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Koshaya, στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος έδειξε πρόθυμος να βρεθεί λύση και του είπε να διευθετηθεί συνάντηση τέλος Αυγούστου που θα επέστρεφε Κύπρο), (ii) η στάση που τήρησε η πλευρά της Κατηγορούμενης 1 μετά την ανάκληση (αποδέχθηκε στις 11/08/2017 την 2η δόση των προϊόντων "qwell" προτείνοντας στη συνέχεια τρόπους για την διάθεση των Προϊόντων στην αγορά, ως τα Τεκμήρια 35 - 37) και (iii) με δεδομένο ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 δεν παρουσίαζε ικανό διαθέσιμο υπόλοιπο ώστε να πληρωθεί η Επιταγή (βλ. Τεκμήριο 21), αποτελούν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι ο λόγος που οδήγησε την Κατηγορούμενη 1 στην ανάκληση της Επιταγής ήταν επειδή τα Προϊόντα δεν είχαν πωληθεί (όπως αυτός άλλωστε εμφαίνεται στο αρχείο της Τράπεζας) και όχι ό,τι άλλο, εκ των υστέρων, ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.1 στο πλαίσιο της μαρτυρίας του με αναφορά στην φερόμενη παραβίαση της Συμφωνίας Πώλησης, θέλοντας να πείσει ότι δικαιωματικά ανακλήθηκε η πληρωμή της Επιταγής. Ο λόγος όμως αυτός κάθε άλλο παρά εύλογος μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στη Συμφωνία Πώλησης (στην οποία πουθενά δεν προβλέπεται ότι η πληρωμή της Επιταγής θα τελούσε υπό την αίρεση της πώλησης των Προϊόντων σε τρίτους) ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι, βάσει του προαναφερόμενου λόγου, η ανάκληση έγινε καλόπιστα αν, επιπροσθέτως, συνυπολογιστεί στα πιο πάνω στοιχεία ότι πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης ο Μ.Υ.1 ζήτησε και έλαβε δείγματα του προϊόντος "qwell", ετοίμασε σχέδιο επένδυσης και προώθησης του εν λόγω προϊόντος στην αγορά (Τεκμήρια 12 και 13) και, εν συνεχεία, η Κατηγορούμενη 1 προχώρησε στην ενοικίαση αποθήκης και στην υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης έχοντας υπόψη ότι η εν λόγω αποθήκη θα ήταν διαθέσιμη από την 01/08/2017 και ότι με βάση την Συμφωνία Πώλησης, η παραγγελία των Προϊόντων (τα οποία βρίσκονταν ήδη σε αποθήκη της Παραπονούμενης στην Κύπρο) θα γινόταν με την υπογραφή της. Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούμενη 3 και τον Μ.Υ.1 αναφορικά με τον λόγο και την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής, την οποία απορρίπτω στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Δ. Τελικά Συμπεράσματα και Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2). Συνεπώς, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους της Κατηγορούμενης 1 να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής βάσει του λόγου που δηλώθηκε γραπτώς κατά το χρόνο ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η Επιταγή, ο οποίος (έπειτα και από την απόρριψη της μαρτυρίας υπεράσπισης) ήταν ότι τα Προϊόντα δεν πωλήθηκαν ακόμα («GOODS NOT SOLD YET») και όχι οποιοσδήποτε άλλος λόγος (όπως η παραβίαση του όρου 21 της Συμφωνίας Πώλησης) στον οποίο επικεντρώθηκε, ανεπιτυχώς, η υπεράσπιση, επιχειρώντας να τον προωθήσει στο πλαίσιο της δίκης για να πείσει ότι δικαιωματικά ανακλήθηκε η πληρωμή της Επιταγής. Στο πλαίσιο αυτό και δεδομένου ότι η επί του προκειμένου μαρτυρία της υπεράσπισης απορρίφθηκε ολοκληρωτικά ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη 1 απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την πρόκληση μη πληρωμής της Επιταγής (Ν.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2000)2 ΑΑΔ 763 και Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2020:B302, Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020). Συναφώς, καταλήγω ότι η Επιταγή ανακλήθηκε στις 07/08/2017 χωρίς εύλογη αιτία και, ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε ό,τι αφορά τώρα την Κατηγορούμενη 3, αυτή κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. Η νομική ευθύνη συνεργού εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων (Σάββας Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 23.10.15, Vrontis Builders Ltd v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:B291, Ποιν. Εφέσεις 297/2014 και 298/2014 ημ. 17/06/2016, Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd, ECLI:CY:AD:2017:B235, Ποιν. Έφεση 161/2014 ημ. 30/06/2017) με πιο πρόσφατη την Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, ECLI:CY:AD:2020:B173, Ποιν. Έφεση 253/2018 ημ. 01/06/2020 όπου τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η καταδίκη συνεργού προϋποθέτει πρόθεση παροχής βοήθειας στον αυτουργό με γνώση όλων των αναγκαίων στοιχείων που συνιστούν το αδίκημα. Εν προκείμενω, η Κατηγορούμενη 3 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της Επιταγής μία εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1, ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε πλήρη και αποκλειστική πρόσβαση να διαχειρίζεται ηλεκτρονικά τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 από τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή και ήταν αυτή που καταχώρισε ηλεκτρονικά στο σύστημα της Τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η Επιταγή τον λόγο ανάκλησης βάσει του οποίου ανακλήθηκε η πληρωμή της Επιταγής, κάτι που, όπως είπε, έπραξε κατόπιν συζητήσεων και αφού το αποφάσισαν μαζί με τους άλλους διευθυντές, γνωρίζοντας παράλληλα για την έκδοση της Επιταγής από την Κατηγορούμενη 1, ότι αυτή εκδόθηκε για την εξόφληση του τιμολογίου της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 4) και πως μετά την ανάκληση που έκανε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, δεν θα πληρωνόταν η Παραπονούμενη το ποσό της Επιταγής. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη 3 είχε πρόθεση παροχής βοήθειας στην Κατηγορούμενη 1, με γνώση όλων των αναγκαίων στοιχείων που συνιστούν την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ.154 και, δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης αναφορικά με την ενοχή της Κατηγορούμενης 1, η Κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Βλ. τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται επί της Επιταγής (Τεκμήριο 5), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [4] Στην επιστολή Τεκμήριο 22, η οποία φαίνεται να υπογράφεται από τον XXXXX Σάββα εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και να απευθύνεται προς την Τράπεζα Πειραιώς, Κατάστημα Κολωνακίου, αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «Κύριοι, Παρακαλώ όπως προβείτε άμεσα σε ανάκληση της επιταγής μας με αριθμό XXXXX05, καθ' ότι έχει γίνη παραβίαση της συμφωνίας που είχαμε συνάψη την 31ην Μαίου 2017, Όλα τα εμπορεύματα παραμένουν αδιάθετα καθώς φέρουν ημερομηνία λήξις Δεκέμβριος 2017, αντίθετα της συμφωνίας οι οποία προνοει ημερομηνία λήξις ενός χρόνου από την ημερομηνία της αγοράς. Φιλικά,» [5] Ο όρος 21 της Συμφωνίας Πώλησης αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «The expiry date of the PRODUCTS is one year.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο