TAILOR ν. ΓΛΥΚΑΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1099/2017, 10/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B175 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1099/2017 XXXXX TAILOR Παραπονούμενη -εναντίον- XXXXX XXXXX ΓΛΥΚΑΙΝΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα. Σπυρούλλα Χριστοδούλου Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε μία κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της έκδοσης μίας επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την πιο πάνω κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου, ύψους €15.125, που εκδόθηκε με δικαιούχο την Παραπονούμενη και ήταν πληρωτέα στις 31/08/2016, η οποία όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, η συνήγορος της Παραπονούμενης, πέραν των πιο πάνω γεγονότων, ανέφερε πως, ο λόγος που επιστράφηκε απλήρωτη η επιταγή ήταν επειδή ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ήταν παγοποιημένος και ότι μέχρι σήμερα, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της πιο πάνω επιταγής. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών, XXXXX στο επάγγελμα, παντρεμένος και πατέρας δύο τέκνων ηλικίας 27 και 16 αντίστοιχα. Λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.200, διατηρεί χρέος σε Τράπεζα ύψους €75.000, στο οποίο δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση, έχει ως ακίνητη περιουσία την κατοικία που διαμένει μαζί με την οικογένεια του καθώς και ένα χωράφι, δεν διατηρεί αποταμιεύσεις και ως κινητή περιουσία έχει ένα αυτοκίνητο αξίας €2.000. Είναι απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και αφού εξέτισε κανονικά την στρατιωτική του θητεία, συνέχισε να εργάζεται στις οικοδομές. Η σύζυγος του και το μεγαλύτερο του τέκνο εργάζονται ως ιδιωτικοί υπάλληλοι. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, χωρίς να αμφισβητήσει τα πιο πάνω γεγονότα, ανέφερε, για σκοπούς μετριασμού της ποινής του ότι προσπαθεί να ορθοποδήσει οικονομικά και πρόθεση του είναι να πληρώσει το ποσό της επιταγής, όμως εκείνο που χρειάζεται είναι χρόνος. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και, συγκεκριμένα, ότι η μη πληρωμή της επιταγής οφείλεται στις συνέπειες που επέφερε η οικονομική κρίση του 2013 όπου οι Τράπεζες του πήραν τα χρήματα του. Ανέφερε επίσης ότι, στο ενδεχόμενο ποινής φυλάκισης, αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένεια του. Υπό αυτές τις περιστάσεις πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή της ώστε να του δοθεί χρόνος να πληρώσει το χρέος της επιταγής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο (ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και με τις αυτές δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι το εν λόγω αδίκημα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 25/2/2016). Υποσκάπτει την εμπιστοσύνη που θα πρέπει να υπάρχει στις εμπορικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις συναλλαγές με την έκδοση επιταγών, στο πλαίσιο των οποίων όσοι συναλλάσσονται με επιταγές θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη ότι οι επιταγές, όταν θα καταστούν πληρωτέες και θα παρουσιαστούν, θα τιμηθούν (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020). Περαιτέρω, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (βλ. και την Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη αυτού του αδικήματος είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Ωστόσο το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ανωτέρω). Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, το ύψος του ποσού της επιταγής (ύψους €15.125), που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη του αδικήματος της υπό κρίση περίπτωσης. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες: (α) την παραδοχή του στην κατηγορία που κρίθηκε ένοχος, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση και, επομένως, είναι μειωμένης σημασίας σύμφωνα με τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Σημειώνω ότι, εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δήλωνε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετώπιζε από την πρώτη φορά που εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (21/03/2016) μέχρι τις 12/11/2020, (β) την μεταμέλεια του Κατηγορούμενου για το αδίκημα που διέπραξε, όπως αυτή προκύπτει από τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη αφού ουδέν ποσό καταβλήθηκε προς την Παραπονούμενη έναντι του χρέους της επιταγής. Όπως προκύπτει από την Φλωρεντίνου (ανωτέρω) σε αδικήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης, η έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου αναφύεται μέσα από την αποζημίωση του παραπονούμενου, δικαιούχου της επιταγής, με την πλήρη εξόφληση του χρέους που αυτή αφορά και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση, (γ) ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Περαιτέρω, δεν παραβλέπω ότι υπήρξε αρκετή καθυστέρηση από τη διάπραξη του αδικήματος στο οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδίκημα που διαπράχθηκε εντός Σεπτεμβρίου 2016, δηλαδή πριν από σχεδόν 4 έτη και 8 μήνες. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα λαμβάνεται υπόψη για μετριασμό της ποινής, χωρίς από την άλλη να παραγνωρίζεται ότι σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην καθυστέρηση αυτή φέρει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος δήλωνε την μη παραδοχή του στις κατηγορίες μέχρι τις 12/11/2020 και, ακολούθως, ζητούσε χρόνο για να αποζημιώσει την Παραπονούμενη, χωρίς όμως τελικά να το πράξει, ενώ δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι τις πλείστες φορές η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω απουσίας του Κατηγορούμενου από το Δικαστήριο. Υπό αυτές, λοιπόν, τις παραμέτρους και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος φέρει μεγάλο αν όχι αποκλειστικό μερίδιο ευθύνης στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση, θα δοθεί η ανάλογη βαρύτητα στον παράγοντα «χρόνος» για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε αυτόν, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι ικανός να επηρεάσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της. Ως επιπρόσθετους μετριαστικούς παράγοντες, λαμβάνω επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα αναφέρθηκαν κατά το μετριασμό από πλευράς του, αλλά και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα έχει η φυλάκιση στον ίδιο και στην οικογένεια του, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης του και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το ύψους του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η επιταγή και το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης αποζημίωση της Παραπονούμενης, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Φλωρεντίνου ανωτέρω), καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Συνακόλουθα, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενo ποινή φυλάκισης για περίοδο τεσσάρων
(4)μηνών στην κατηγορία που κρίθηκε ένοχος. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019 και Φλωρεντίνου ανωτέρω). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, καθώς και οι συνέπειες που μπορεί να έχει η ποινή φυλάκισης σε αυτόν και στην οικογένεια του, περιλαμβανομένου του ανήλικου τέκνου του (σε σχέση με το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι ο μόνος προστάτης), έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη του, δεν υπήρξε από πλευράς του οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια με την πλήρη εξόφληση του ποσού της επιταγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενου όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, δεύτερη ευκαιρία δεν είναι μόνο η αναστολή ποινής φυλάκισης αλλά και μία επιεικής ποινή, ως είναι αυτή που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενου, και εναπόκειται στον ίδιο να απέχει στο μέλλον από τέτοιες παρόμοιες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων (Άρθρο 168 Κεφ. 155, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)Γ. Πική, σελ.366-367, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016). (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο