← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2540/19, 20/12/2021

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2540/19, 20/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2540/19 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD
  2. XXXXX ΚΑΙΣΗ
  3. XXXXX ΚΑΙΣΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης Για Κατηγορούμενους: κ. Ευαγγέλου μαζί με κ. Γιασίδη Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 27 κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση της Περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας, ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα, οι πρώτες 26 κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενων ποσών ΦΠΑ που βεβαιώθηκαν με βάση τους Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 1990 μέχρι 2000 με ειδοποίηση ημερομηνίας 13/01/2006, για φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/1998 μέχρι 31/07/2004, και η τελευταία κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε λόγω μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Β. Παραδεκτά Γεγονότα και Ευρήματα Δικαστηρίου Όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση όχι μόνο δεν αμφισβητούνται αλλά, αντιθέτως, αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Ως αποτέλεσμα, η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση διεξήχθη εξ ολοκλήρου στη βάση παραδεκτών γεγονότων και εκ συμφώνου εγγράφων που δηλώθηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α. Παραθέτω αυτούσια τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν εκ συμφώνου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα του Δικαστηρίου:
  4. Η Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) έκδωσε βεβαίωση φόρου (Φ.Π.Α) ημερομηνίας 13/1/2006 (η «Βεβαίωση») προς την εταιρεία LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD (Αρ. Εγγραφής Εταιρείας ΗΕ 30657, Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. XXXXX57F - Κατηγορούμενη 1), για τις φορολογικές περιόδους από 1/5/1997 μέχρι 31/07/2004[1].
  5. Με βάση την παράγραφο 6 (γ) της Βεβαίωσης και τον επισυνημμένο σε αυτή Πίνακα 2 το συνολικό ποσό που βεβαίωσε η Έφορος Φ.Π.Α ανέρχεται σε £118.637,
  6. Τα ποσά που αναγράφονται στις κατηγορίες 1 μέχρι 26 του κατηγορητηρίου αντιπροσωπεύουν τα ποσά που η Έφορος Φ.Π.Α βεβαίωσε σε σχέση με κάθε μια από τις επίδικες φορολογικές περιόδους εκτός από το ποσό που αναφέρεται στην κατηγορία 9 όπου υπάρχει μια μικρή απόκλιση. Συγκεκριμένα στο Πίνακα 2 το ύψος του ποσού για την περίοδο 1/2/2000 - 30/4/2000 ανέρχεται σε £14.922,74 αντί £14.911,74 όπως αυτό αναγράφεται στην κατηγορία
  7. Η κατηγορούμενη 1 με επιστολή της ημερομηνίας 7/3/2006, η οποία παραλήφθηκε στις 10/03/2006, υπέβαλε ένσταση στη Βεβαίωση[2].
  8. Η Έφορος Φ.Π.Α με επιστολή της ημερομηνίας 22/5/2006 απέρριψε την ένσταση της κατηγορούμενης 1[3].
  9. Η κατηγορούμενη 1 καταχώρισε την προσφυγή υπ' αριθμό XXXXX/2006 την 1/8/2006 στο Ανώτατο Δικαστήριο, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία και αμφισβήτησε τη Βεβαίωση.
  10. Το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτόδικα) απόρριψε την προσφυγή με απόφαση του ημερομηνίας 24/7/2009 και επικύρωσε τη Βεβαίωση[4].
  11. Η Κατηγορούμενη 1 καταχώρισε την αναθεωρητική έφεση υπ' αριθμό XXXXX/2009 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης.
  12. Το Ανώτατο Δικαστήριο, Δευτεροβάθμια δικαιοδοσία απέρριψε την έφεση με απόφαση του ημερομηνίας 8/4/2013[5].
  13. Η Έφορος Φ.Π.Α καταχώρησε την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εναντίον των πάνω κατηγορούμενων, στις 05/06/
  14. Η πρώτη κατηγορία (από τις 11) στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/2013 αφορούσε την παράλειψη της κατηγορούμενης 1 να καταβάλει εντός της καθορισμένης προθεσμίας τον οφειλόμενο με βάση τη Βεβαίωση Φ.Π.Α[6].
  15. H κατηγορούμενη 1 καταχώρισε ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στις 7/10/2013 και αμφισβήτησε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρου, Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία ημερομηνίας 08/04/2013 και τη Βεβαίωση επικαλούμενη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  16. Με επιστολή του δικηγόρου τους ημ. 23/1/2014 οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν αίτημα στο Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης 10296/
  17. Το αίτημα του δικηγόρου των κατηγορούμενων ικανοποιήθηκε και σχετική είναι η επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 3/2/
  18. Στην εν λόγω επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε και στην Έφορο Φ.Π.Α., αναφέρεται ότι η ποινική δίωξη XXXXX/13 θα ανασταλεί για 3 μήνες από την ημερομηνία της επιστολής και ούτω καθ' εξής, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής από το ΕΔΑΔ. Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι ο Έφορος Φ.Π.Α θα παρακολουθεί ανά τρίμηνο την πορεία της υπόθεσης[7].
  19. Κατά ή περί τις 19/6/2014 το ΕΔΑΔ απέρριψε την ατομική προσφυγή της κατηγορούμενης 1 κατά την προκαταρκτική εξέταση[8].
  20. Κατά ή περί τις 9/5/2019, ο Έφορος Φορολογίας καταχώρισε την παρούσα ποινική υπόθεση όπου οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παράλειψη της καταβολής εντός της καθορισμένης προθεσμίας του οφειλόμενου με βάση τη Βεβαίωση Φ.Π.Α (οι πρώτες 26 από τις 27 κατηγορίες).
  21. Μέχρι και σήμερα, η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα με βάση τη Βεβαίωση ποσά ήτοι τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε ούτε το ποσό της χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €85,00 που αναφέρεται στην 27η κατηγορία.
  22. Η κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. αδιάλειπτα από 01/05/1997 μέχρι και την 31/01/2009 οπότε διαγράφηκε[9].
  23. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αξιωματούχοι της κατηγορούμενης
  24. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 αδιάλειπτα από την 29/10/1987 μέχρι και σήμερα. Η κατηγορούμενη 3 είναι διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 αδιάλειπτα από την 01/03/2001 μέχρι και σήμερα και γραμματέας της κατηγορούμενης 1 αδιάλειπτα από την 20/03/1998 μέχρι και σήμερα.
  25. Κατατίθενται πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 28/07/2020 αναφορικά με την αλήθεια του περιεχομένου τους (τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση πραγμάτων της Εταιρείας κατά το χρόνο εκείνο και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα) ήτοι πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος, πιστοποιητικό εγγραφής της κατηγορούμενης 1 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, πιστοποιητικό ότι η κατηγορούμενη 1 εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου της κατηγορούμενης 1 και πιστοποιητικό με το ιστορικό των διευθυντών / γραμματέα της κατηγορούμενης 1 κατά την περίοδο 06/06/2006 - 28/07/
  26. Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα ως επίσης και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου στη διαδικασία, βρίσκω, περαιτέρω, ότι η Κατηγορούμενη 1 αποτελεί υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, δυνάμει των προνοιών της εκάστοτε ισχύουσας Περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας[10]. Γ. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου

(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως προαναφέρθηκε, οι κατηγορίες 1 - 26 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής στον Έφορο Φορολογίας (προηγουμένως Έφορος Φ.Π.Α.[11]) οφειλόμενων ποσών ΦΠΑ που βεβαιώθηκαν σύμφωνα με τους Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 1990 μέχρι 2000, για φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/1998 μέχρι 31/07/2004. Ειδικότερα, οι κατηγορίες 1 μέχρι 16 αφορούν την παράλειψη καταβολής ποσών ΦΠΑ που βεβαιώθηκαν για φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/1998 μέχρι 31/01/2002, δηλαδή κατά το χρόνο που ήταν σε ισχύ ο Νόμος Ν.246/90(στο εξής ο «Νόμος του 1990»)[12] και οι κατηγορίες 17 - 26 αφορούν την παράλειψη καταβολής ποσών ΦΠΑ που βεβαιώθηκαν για φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/2002 μέχρι 31/07/2004, αφότου, δηλαδή, τέθηκε σε εφαρμογή ο Ν.95(Ι)/2000(στο εξής ο «Νόμος του 2000)». Στην Λίνος Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, η οποία αφορούσε κατηγορίες για παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. για 14 περιόδους που ξεκινούσαν από 1/7/1992 μέχρι 31/12/1996 που βεβαιώθηκε με βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 12/11/1997, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου του 1990 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, επικυρώθηκε η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αναφορά στο άρθρο 53
(8)του Νόμου του 1990 σε καθυστέρηση στην καταβολή του «οφειλόμενου φόρου» καλύπτει και τον οφειλόμενο φόρο που προκύπτει μετά από βεβαίωση του, δυνάμει του άρθρου 34
(1). Στην ίδια απόφαση, αφού έγινε αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 59
(4)του Νόμου του 2000 και στη σχετική νομολογία (Φραγκής (Εστιατόρια Λτδ) ν. Δημοκρατίας υποθ. 65/2004 ημ. 16/03/2005 και Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 1073/2004 ημ. 06/02/2007), κρίθηκε ότι «παλαιές οφειλές φόρου, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην μεταβατική διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου ρυθμίζονται με βάση τον καταργηθέντα Νόμο 246/90», απορρίπτοντας, έτσι, το επιχείρημα των εκεί εφεσειόντων ότι καταδικάστηκαν με βάση Νόμο ο οποίος καταργήθηκε. Προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι κακώς διώκονται για διάπραξη ποινικών αδικημάτων ως οι κατηγορίες 1 - 16 κατά παράβαση Νόμου ο οποίος δεν ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης τους. Εν προκειμένω, τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 16 στηρίζονται σε ποσά Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκαν δυνάμει των προνοιών του Νόμου του 1990[13] αναφορικά με φορολογικές περιόδους που προηγούνται της έναρξης ισχύος του Νόμου του 2000. Συνεπώς, βάσει των προνοιών του άρθρου 59
(4)του Νόμου του 2000[14] αλλά και των όσων αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Αντωνίου (ανωτέρω)[15] και Λίνος Μελάς (ανωτέρω), το νομικό καθεστώς που διέπει τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 16 είναι ο Νόμος του 1990 και, επομένως, οι Κατηγορούμενοι μπορούσαν να διωχθούν δυνάμει αυτού, ανεξαρτήτως του ότι πριν από την δίωξη στην παρούσα υπόθεση ο Νόμος του 1990 καταργήθηκε (βλ. την Λίνος Μελάς, ανωτέρω) και παρόλο που η Βεβαίωση εκδόθηκε σε χρόνο όπου ίσχυε ο Νόμος του 2000 εφόσον η ρηθείσα Βεβαίωση, στην έκταση που αφορά φορολογικές περιόδους μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του τελευταίου (01/02/2002) (ως οι κατηγορίες 1 - 16), εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών του καταργηθέντα Νόμου του 1990. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτεται. Συναφώς, οι κατηγορίες 1 - 16 εξετάζονται υπό το πρίσμα του Νόμου του 1990, στο άρθρο 53
(8)του οποίου προνοείται ότι: «Όποιος παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο ή να υποβάλει φορολογική δήλωση στον τύπο και με τον τρόπο καθώς και στο χρόνο που καθορίζονται στα εδάφια
(1)και
(12)του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου και σε οποιουσδήποτε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των προνοιών των εδαφίων
(1),
(2)και
(12)του ίδιου άρθρου, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες (£1,000) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα
(12)μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Στο άρθρο 34
(7)του Νόμου του 1990 προβλέπεται ότι: «Όταν οποιοσδήποτε φόρος βεβαιώνεται από τον Έφορο σύμφωνα με τα εδάφια
(1),
(2),
(3)και
(6)πιο πάνω και ειδοποιείται σχετικά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τότε το ποσό της βεβαίωσης θεωρείται, χωρίς να θίγονται οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως φόρος που οφείλεται και μπορεί να εισπραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, εκτός εάν ο Έφορος αποσύρει τη βεβαίωση του φόρου ή αναθεωρήσει το σχετικό ποσό.» Στο άρθρο 25
(1)του Νόμου του 1990 προβλέπεται ότι: «Το κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο οφείλει, το αργότερο τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου, ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε με κανονισμούς καθορίσει σε ειδικές περιπτώσεις [.] (β) να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο [.]» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 53
(8)του Νόμου του 1990 που αφορούν οι κατηγορίες 1 - 16 είναι: (α) η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)του Νόμου του 1990 και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας, όπως αυτή προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 25
(1)του Νόμου του 1990 (βλ. την Λίνος Μελάς, ανωτέρω). Αναφορικά δε με τις κατηγορίες 17 - 26, οι οποίες αφορούν ποσά Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκαν δυνάμει των προνοιών του Νόμου του 2000[16], αυτές εξετάζονται υπό το πρίσμα του ρηθέντος Νόμου, στο άρθρο 46
(11)του οποίου προβλέπεται ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(11)του Νόμου του 2000 που αφορούν οι κατηγορίες 17 - 26 είναι: (α) η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης. Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως, της οποίας η εγκυρότητα και νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας που καθορίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Προϋπόθεση, βεβαίως, για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις σχετικές με καταβολή φορολογίας είναι το ανέκκλητο της εν λόγω φορολογίας, η οποία προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την προσβολή της ενώπιον του Δικαστηρίου Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ. 612). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, η υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας των οφειλόμενων ποσών Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκαν με την Βεβαίωση έχει οριστικοποιηθεί και η νομιμότητα και εκτελεστότητα της εξακολουθεί να υφίσταται, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, εφόσον όχι μόνο δεν ακυρώθηκε από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος αλλά, αντίθετα, επικυρώθηκε τελεσίδικα ως η απόφαση που εκδόθηκε στην έφεση υπ' αριθμό 120/2009, ημερομηνίας 08/04/2013[17]. Όσον αφορά, τώρα, την 27η κατηγορία, το άρθρο 45
(5)(α) του Νόμου του 2000 προβλέπει την επιβολή χρηματικής επιβάρυνσης και το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου, προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 46 (10Α) του Νόμου του 2000 είναι: (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου και (β) που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου του 2000 ή των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης μέχρι και της 26ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας, από την λήψη της Βεβαίωσης, τα οφειλόμενα ποσά που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 - 26, τα οποία της βεβαιώθηκαν με την ρηθείσα Βεβαίωση. Δεν είναι όμως ίδια η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την 27η κατηγορία, σε σχέση με την οποία κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 46 (10Α) του Νόμου του 2000. Ό,τι προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα το ποσό χρηματικής επιβάρυνσης που αναφέρεται στην 27η κατηγορία, χωρίς να προκύπτει, όμως, ότι η ρηθείσα επιβάρυνση επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 με βάση τις πρόνοιες του Νόμου του 2000 εξαιτίας του λόγου που προσδιορίζεται στην εν λόγω κατηγορία (ήτοι λόγω μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α.), ως οι λεπτομέρειες αδικήματος που της αποδίδονται (οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου[18]). Όσον αφορά, τώρα, την ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων 2 και 3 για τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 54 του Νόμου του 1990 (αναφορικά με τις πρώτες 16 κατηγορίες) και από το 48 του Νόμου του 2000 (αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες). Το άρθρο 54 του Νόμου του 1990, προνοεί ότι: «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον παρόντα Νόμο αδικήματα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν, εκτός από τα ίδια τα νομικά πρόσωπα- (α) Όλα τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται της υποθέσεις του νομικού προσώπου (β) ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής ή ο διευθύνων σύμβουλος του νομικού προσώπου, και η ποινική δίωξη για το αδίκημα μπορεί να στραφεί εναντίον της εταιρείας και εναντίον όλων ή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.» Το άρθρο 48 του Νόμου του 2000 προνοεί ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Από το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη των αναφερόμενων στα εν λόγω άρθρα προσώπων ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του προσώπου στο νομικό πρόσωπο που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς του εν λόγω προσώπου στη διάπραξη από το νομικό πρόσωπο αδικήματος που προνοείται στο Νόμο ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το εν λόγω πρόσωπο έφερε στο νομικό πρόσωπο την ιδιότητα που προσδιορίζεται στην αντίστοιχη πρόνοια του Νόμου που προβλέπει το αδίκημα που διαπράχθηκε από το ρηθέν νομικό πρόσωπο (βλ. Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολωμονίδη ECLI:CY:AD:2018:B546, Ποιν. Έφεση 323/2015 ημ. 18/12/2018). Ενόψει των ανωτέρω και έχοντας υπόψη ότι έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 - 26 από πλευράς Κατηγορούμενης 1 και δεδομένου επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 - 26, όχι όμως για το αδίκημα της 27ης κατηγορία, η διάπραξη του οποίου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν έχει αποδειχθεί. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 3, προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι αυτή κατέχει την θέση διευθυντή στην Κατηγορούμενη 1 από την 01/03/2001 και τη θέση γραμματέα από την 20/03/
  1. Περαιτέρω, προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 48 του Νόμου του 2000, το άρθρο 54 του Νόμου του 1990 δεν προβλέπει την ύπαρξη ποινικής ευθύνης σε γραμματέα ενός νομικού προσώπου για την διάπραξη αδικήματος που αναφέρεται σε αυτόν. Συναφώς, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 - 12, οι οποίες εξετάζονται υπό το πρίσμα του Νόμου του 1990 και οποίες αφορούν φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/1998 μέχρι 31/01/2001, περίοδος κατά την οποία, βάσει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη 3 είχε μόνο την ιδιότητα του γραμματέα στην Κατηγορούμενη 1, δεν μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε ποινική ευθύνη για τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών. Ομοίως, η Κατηγορούμενη 3 δεν υπέχει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη ούτε για το αδίκημα που της προσάπτεται με την 27η κατηγορία εφόσον αυτό δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί από την Κατηγορούμενη
  2. Ωστόσο, σε σχέση με τις κατηγορίες 13 - 26, οι οποίες αφορούν φορολογικές περιόδους που καλύπτουν χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορούμενη 3 είχε, εκτός από την ιδιότητα του γραμματέα, και εκείνη του διευθυντή στην Κατηγορούμενη 1, ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι αυτή ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης εγείρονται δύο επιμέρους ζητήματα που, κατά την εισήγηση του, θα πρέπει να οδηγήσουν σε αθώωση των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Το πρώτο, αφορά την ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 - 3 και το δεύτερο αφορά την ύπαρξη κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας βρίσκεται ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 - 26 μέχρι την καταχώριση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, σε συσχετισμό με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής. Σε αυτό το πλαίσιο, προβάλλεται, αφενός, ότι, ενώ η υποχρέωση πληρωμής του οφειλόμενου φόρου που βεβαιώθηκε δημιουργήθηκε το έτος 2006, οι Κατηγορούμενοι διώχθηκαν για πρώτη φορά στις 05/06/2013 (με την υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), δηλαδή μετά την πάροδο σχεδόν 7 ετών από την έκδοση της Βεβαίωσης, χωρίς στο μεσοδιάστημα ο Έφορος Φορολογίας να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των Κατηγορουμένων, παρά το ότι η υποβολή ένστασης, προσφυγής ή έφεσης στην απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της προσφυγής δεν αναστέλλει την υποχρέωση πληρωμής της βεβαιωθείσας φορολογίας. Προβάλλεται, αφετέρου, ότι, ενώ η απόρριψη της ατομικής προσφυγής από το ΕΔΑΔ έγινε στις 19/06/2014, η δίωξη στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 09/05/2019, δηλαδή μετά την πάροδο 5 σχεδόν ετών και αφότου παρήλθαν, συνολικά, 13 έτη από την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, παρά το ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, αναστέλλοντας την ποινική δίωξη στην υπόθεση XXXXX/13, έκαμε ξεκάθαρη την πρόθεση του, μέσω της επιστολής του ημερομηνίας 03/02/2014, να παρακολουθεί την πορεία της προσφυγής στο ΕΔΑΔ με σκοπό την καταχώριση νέας ποινικής υπόθεσης σε περίπτωση απόρριψης της. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και με αναφορά σε νομολογία, η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι υπήρξε κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων 1 - 3 για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ως οι πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος επιτάσσουν. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του ευλόγου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων στις οποίες τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω, Κάζανου ανωτέρω και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ ECLI:CY:AD:2021:B235, Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της, δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορουμένου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Στην Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, η οποία αφορούσε αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά του υπό κρίση κατηγορητηρίου που είχαν διαπραχθεί το 2002 και η ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 6/12/2007, μετά την απόρριψη στις 6/9/2005 σχετικής προσφυγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας το χρόνο που μεσολάβησε για να αποφασίσει αν η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και αφού έλαβε υπόψη του την εκκρεμοδικία που υπήρχε στην προσφυγή, ανέφερε σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα της καθυστέρησης στη δίωξη πως: «Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί. Μετά, όπως προκύπτει από όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα πρωτοδίκως, μέχρι και την 6.9.2005 εκκρεμούσε η προσφυγή που ασκήθηκε κατά του κύρους της φορολογίας και, επομένως, το ζήτημα της οφειλής, μέχρι την απόρριψη της προσφυγής ως εκπρόθεσμης, στις 6.9.05, ήταν εκκρεμές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Η Λίνος Μελάς (ανωτέρω), αφορούσε βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 12/11/1997 αναφορικά με 14 περιόδους που ξεκινούσαν από 1/7/1992 μέχρι 31/12/1996. Το κατηγορητήριο εκείνης της υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 22/10/2004, αφού ολοκληρώθηκε στις 04/05/2004 (σε πρώτο και δεύτερο βαθμό) η αναθεωρητική διαδικασία προσβολής της σχετικής βεβαίωσης φόρου, στο πλαίσιο της οποίας η τελευταία επικυρώθηκε. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ουσιαστικά την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν ετίθετο ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος των εκεί κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ανέφερε ότι: «Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, με αναφορά σε υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιώνεται η δικαστική διαδικασία, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Όμως για τον καθορισμό του λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του διαδίκου, καθώς και αυτή των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στη διαδικασία αμφισβήτησης του φόρου από τους Εφεσείοντες, με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κακώς παραπονούνται οι Εφεσείοντες ότι η Υπηρεσία Φ.Π.Α. λανθασμένα ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής. Η διαδικασία εκείνη από μόνη της δεν αναστέλλει την είσπραξη του φόρου. Μπορεί τυπικά να είναι ορθό ότι η διαδικασία είσπραξης δεν αναστέλλεται αυτόματα με την καταχώρηση προσφυγής, αλλά εάν η διοίκηση εκκρεμούσης της αμφισβήτησης του φόρου με προσφυγή, προωθούσε ένδικα μέτρα για είσπραξη του φόρου, είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα περνούσε απαρατήρητο από τους Εφεσείοντες, εάν συνέβαινε. Μετά την έκδοση απόφασης στις 4.5.2004 στην αναθεωρητική έφεση που άσκησαν οι Εφεσείοντες, σε διάστημα 5 περίπου μηνών, ο εφεσίβλητος καταχώρησε το επίδικο κατηγορητήριο. Θεωρούμε ότι ο χρόνος που παρήλθε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι παράλογος.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου που αφορούν οι κατηγορίες 1 - 26 είναι ιδιαίτερα σοβαρά[19]. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτος 2006, μετά την έκδοση της επίδικης Βεβαίωσης ημερομηνίας 13/01/2006[20], ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε τον Μάιο του
  1. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία της επίδικης Βεβαίωσης (13/01/2006) μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης μεσολάβησαν δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησής της από πλευράς Κατηγορούμενης 1 ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 08/04/2013 με την τελική επικύρωση της εν λόγω Βεβαίωσης για να ακολουθήσει, δύο μήνες μετά (στις 05/06/2013), η καταχώριση της ποινικής υπόθεσης XXXXX/13, η οποία αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 03/02/2014 προς ικανοποίηση αιτήματος της πλευράς των Κατηγορουμένων ημερομηνίας 23/01/2014 ενόψει της εκκρεμοδικίας στην ατομική προσφυγή που καταχώρισε η Κατηγορούμενη 1 στις 7/10/2013 στο ΕΔΑΔ. Υπό αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη την επί του προκειμένου σχετική νομολογία (ιδιαιτέρως όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Λίνος Μελάς ανωτέρω και Κωνσταντίνου ανωτέρω) αλλά και χωρίς να μου διαφεύγει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεν σοβαρά αδικήματα αλλά δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την πρώτη ποινική δίωξη στην υπόθεση 10296/13 κρίνεται δικαιολογημένος και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή αδράνεια από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε ο χρόνος που παρήλθε από την απόρριψη της ατομικής προσφυγής από το ΕΔΑΔ στις 19/06/2014 μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι είναι τέτοιος που να αποδίδει, άνευ ετέρου, αδικαιολόγητη αδράνεια στην Κατηγορούσα Αρχή να προχωρήσει στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, εφόσον δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα πότε περιήλθε σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής το γεγονός της απόρριψης της εν λόγω ατομικής προσφυγής και ότι, ενώ ενημερώθηκε για την εξέλιξη αυτή, αδικαιολόγητα καθυστέρησε να εγείρει την παρούσα ποινική δίωξη. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι η στάση και η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ώστε να εγείρεται, στο πλαίσιο αυτό, ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης, γενεσιουργός αιτία της οποίας ήταν, εξάλλου, οι ενέργειες και τα διαβήματα που επέλεξε να καταχωρίσει και να προωθήσει η πλευρά των Κατηγορουμένων για την αμφισβήτηση της επίδικης Βεβαίωσης. Εν πάση περιπτώσει, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων επηρεάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς ως αποτέλεσμα της προβαλλόμενης καθυστέρησης. Περαιτέρω, παρόλο που δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης, θεωρώ ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης δεν είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, έγινε τον Μάιο του 2019, χρόνος κατά τον οποίο καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Οι Κατηγορούμενοι καταχώρισαν μη παραδοχή στις υπό κρίση κατηγορίες στις 05/07/2019 και η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 26/11/2021, αφού προηγουμένως μεσολάβησε αλλαγή στην εκπροσώπηση των Κατηγορουμένων στις 11/10/2019 καθώς και αρκετές αναβολές της ακρόασης λόγω των έκτακτων μέτρων που λαμβάνονταν στη Δημοκρατία ενόψει της πανδημίας του Κορωνοϊού, Covid -
  2. Συναφώς, δεν θεωρώ ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την δίωξη στην παρούσα υπόθεση μέχρι την ολοκληρωτική εκδίκαση της είναι τέτοιος που, υπό τις περιστάσεις, θέτει ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει πώς πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εν κατακείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη με αναφορά στο χρόνο που παρήλθε μέχρι την δίωξη στην παρούσα υπόθεση, που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, των όσων μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της όποιας μεταβολής των περιστάσεων των Κατηγορουμένων είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα (ανωτέρω), αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική επειδή χρησιμοποιείται από την Κατηγορούσα Αρχή ως μοχλός πίεσης προς τους Κατηγορούμενους 2 και 3 για την πληρωμή των ποσών που οφείλει η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Φορολογίας. Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία[21], η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[22] και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Sidorov v. Khovrin κ.α., Ποιν. Έφεση 26/2019 ημ. 09/03/2020). Εν προκειμένω, η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αφού τίποτα δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου από άποψη γεγονότων που να συνηγορεί στο ότι η δίωξη στην παρούσα υπόθεση προωθείται για αλλότριους σκοπούς. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, η ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων 2 και 3, ως ανωτέρω, πρόδηλα προκύπτει από τις πρόνοιες του Νόμου και, συναφώς, η άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καταχρηστικά απλώς και μόνο επειδή υπόλογη για την πληρωμή της βεβαιωθείσας φορολογίας είναι η Κατηγορούμενη
  3. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Δ. Κατάληξη Καταληκτικά, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης μέχρι και της 26ης κατηγορίας, όμως απέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την διάπραξη του αδικήματος της 27ης κατηγορίας. Συναφώς, και κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 μέχρι 26 και αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 27η κατηγορία. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 3 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 13 μέχρι 26 και αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 μέχρι 12 και
  4. (Υπ.) ........................................ Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αντίγραφο της Βεβαίωσης κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [2] Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 7/3/2006 κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [3] Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 22/5/2006 κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [4] Αντίγραφο της απόφασης στην προσφυγή υπ' αριθμό XXXXX/2006, ημερομηνίας 24/07/2009 κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [5] Αντίγραφο της απόφασης στην έφεση υπ' αριθμό XXXXX/2009, ημερομηνίας 08/04/2013 κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [6] Αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό XXXXX/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [7] Αντίγραφο της επιστολής της Νομικής Υπηρεσίας, ημερομηνίας 3/2/2014 κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [8] Αντίγραφο της επιστολής από το ΕΔΑΔ, ημερομηνίας 19/6/2014, κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [9] Αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο Φ.Π.Α., ημερομηνίας 2/11/2021, κατατέθηκε εκ συμφώνου στη διαδικασία (μέρος του Εγγράφου Α). [10] Βλ. άρθρα 2
(1)και 5
(2)του Ν.246/90 και άρθρα 2
(1), 6 και 59
(3)του Ν.95(Ι)/2000. [11] Βλ. άρθρα 2 και 4
(1)του Ν.95(Ι)/2000 και άρθρα 4
(13)(β) και 9 του Ν.70(Ι)/2014. [12] Ο Νόμος του 2000 τέθηκε σε εφαρμογή την 01/02/2000, καταργώντας τις πρόνοιες της προηγούμενης του Νόμου του 1990, ο οποίος εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για φορολογικές περιόδους πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου (βλ. Λίνος Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 και Lanitis Development Public Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2011)3 336). [13] Βλ. παράγραφο 6 (β) (i) της Βεβαίωσης. [14] Το άρθρο 59
(4)του Νόμου του 2000 προνοεί ότι: «Εάν η φορολογική περίοδος οποιουδήποτε υποκειμένου στο φόρο προσώπου, άρχισε πριν και θα συμπληρωθεί μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, τότε οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την εν λόγω φορολογική περίοδο, ρυθμίζεται με βάση τις διατάξεις του καταργηθέντος Νόμου καθόσον αφορά το μέρος της φορολογικής περιόδου που προηγήθηκε της εν λόγω ημερομηνίας.» [15] Στην Αντωνίου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Στην υπό εξέταση υπόθεση, τόσο η αρχική βεβαίωση φόρου όσο και η επίδικη, μετά την επανεξέταση, αφορούσαν στη φορολογική περίοδο 1.1.93-31.12.01, δηλαδή, εξ ολοκλήρου περίοδο, πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 95(Ι)/2000 ήτοι πριν από την 1.2.02. Συνεπώς, δεν υπήρχε θέμα εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης 59
(4)του Ν. 95(Ι)/2000 αφού ο νόμος που τύγχανε εξ ολοκλήρου εφαρμογής, ήταν ο νόμος 246/90.» [16] Βλ. παράγραφο 6 (β) (ii) Νόμου του 2000. [17] Βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω, JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω. [18] Βλ. Rbeiz
(1989)1 (E) A.A.Δ.
  1. [19] Βλ. Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 28/2014 ημ. 24/12/2014 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/
  2. [20] Βλ. και την Λίνος Μελάς (ανωτέρω), με την οποία επιβεβαιώθηκε η πρωτόδικη κρίση ότι μια βεβαίωση φόρου, έστω και αν αφορά περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας που φέρει, δεν συνιστά αναδρομική επιβολή φόρου και ότι το αδίκημα του άρθρου 53
(8)του Νόμου του 1990 (περιλαμβανομένης της ποινικής ευθύνης των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 54 του ρηθέντος Νόμου) διαπράττεται με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας θα έπρεπε να εξοφληθεί ο οφειλόμενος φόρος που βεβαιώθηκε. [21] Βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/2019. [22] Βλ. και την Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.