← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ, Αρ. Υπόθεσης:861/20, 21/12/2021

ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ, Αρ. Υπόθεσης:861/20, 21/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B191 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:861/20 XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ Παραπονούμενη ν. XXXXX ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα. Ρ. Μάρκου Κατηγορούμενη παρούσα, εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δοθείσα αυθημερόν, μετά από διάλειμμα) Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για την έκδοση ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις πιο πάνω κατηγορίες ως ο εκδότης δύο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας, η πρώτη με αριθμό XXXXX3184, ύψους €200 (1η κατηγορία) και η δεύτερη με αριθμό XXXXX 3191, ύψους €375 (2η κατηγορία), οι οποίες αναφέρεται ότι εκδόθηκαν, αντιστοίχως, προς όφελος της Παραπονούμενης κατά ή περί την 29/07/2019 και 29/08/2019 (στο εξής οι «επίδικες Επιταγές») και οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν στην οικεία Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους, ήτοι οι επίδικες Επιταγές επιστράφηκαν πίσω με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Η Κατηγορούμενη, η οποία επέλεξε να χειριστεί μόνη της την υπεράσπισή της, δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κάθε κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.2016):
  1. η έκδοση επιταγής[2],
  2. η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
  3. η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα,
  4. η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Προκύπτει από την πιο πάνω παράθεση των συστατικών στοιχείων ότι ο χρόνος έκδοσης μίας επιταγής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα αναφέρθηκαν στην (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B707, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, στην οποία αποφασίστηκε ότι: «Ο χρόνος υπογραφής των επιταγών από τον εφεσείοντα δεν ταυτίζεται με το χρόνο έκδοσης των επιταγών επ΄ ονόματι της εφεσίβλητης. Για την εφεσίβλητη οι επιταγές εκδόθηκαν με τη συμπλήρωση τους από το Χαραλάμπους, η οποία αντιστοιχούσε στο χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων που ήταν οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών. Το ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα εν λευκώ σε προγενέστερο χρόνο δεν αφορούσε την εφεσίβλητη, αλλά επρόκειτο για θέμα που αφορούσε τη σχέση εφεσείοντα και Χαραλάμπους και ως τέτοια δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της Υπεράσπισης του εφεσείοντα έναντι των κατηγοριών που του προσήψε η εφεσίβλητη.[.] Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών εφόσον ο χρόνος υπογραφής τους δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση που έκδωσε το παρόν Εφετείο στην Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 253/14 ημερ. 15.10.15, όπου αναλύεται η σχετική επί του θέματος νομολογία.» Παρομοίως, ούτε το αντάλλαγμα μίας επιταγής συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[3], όμως, όπως, ενδεικτικά, αναφέρθηκε στην Δρούγκα ν. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, μαρτυρία δόθηκε στο Δικαστήριο από δύο μάρτυρες. Η πρώτη ήταν η ίδια η Παραπονούμενη (Μ.Κ.1), η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), και η δεύτερη ήταν η XXXXX Γεωργιάδη, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας (Μ.Κ.2), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 1: τιμολόγιο υπ' αριθμό 35451, ημερομηνίας 06/05/2019, · Τεκμήριο 2: τιμολόγιο υπ' αριθμό 35453, ημερομηνίας 15/05/2019, · Τεκμήριο 3: πρωτότυπο της επίδικης Επιταγής υπ' αριθμό XXXXX3184, · Τεκμήριο 4: πρωτότυπο της επίδικης Επιταγής υπ' αριθμό XXXXX3191, · Τεκμήριο 5: αντίγραφο απόδειξης του Travel Express, · Τεκμήριο 6: κατάσταση λογαριασμού στην Ελληνική Τράπεζα, · Τεκμήριο 7: αντίγραφο δείγματος υπογραφής του τραπεζικού λογαριασμού. Αυτή ήταν και η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε ενόρκως στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης εφόσον, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Παραπονούμενης, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η Κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση της. Η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία της στις συνθήκες και στο αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων Επιταγών, ως επίσης και σε ζητήματα που αφορούν την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αναφέρονται στις υπό κρίση κατηγορίες. Μαρτύρησε, συγκεκριμένα, ότι η ίδια διατηρεί εδώ και περίπου τριάντα
(30)χρόνια κατάστημα πώλησης γυναικείων ρούχων, στο οποίο η Κατηγορούμενη ήταν πελάτισσα της από το 2014 περίπου. Ανέφερε ότι οι σχέσεις της με την Κατηγορούμενη ήταν πολύ καλές και φιλικές, η τελευταία ερχόταν στο κατάστημα της ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ψώνιζε εκδίδοντας επιταγές τις οποίες έλεγε στην ίδια να μην καταθέτει και ότι θα ερχόταν πριν ή και μετά την ημερομηνία τους για να τις εξοφλήσει με μετρητά. Συνέχισε αναφέροντας ότι, περί τον Μάιο του 2019, η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε το κατάστημα της και ψώνισε εμπορεύματα αξίας €1.841,78, για τα οποία εξέδωσε τα τιμολόγια που κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και
  1. Έναντι του πρώτου τιμολογίου (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη της κατέβαλε ποσό €240 και έναντι του δεύτερου τιμολογίου (Τεκμήριο 2) της κατέβαλε ποσό €330, με αποτέλεσμα να παραμείνει συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση και με τα δύο τιμολόγια το ποσό των €1.
  2. Ακολούθως, είπε ότι η Κατηγορούμενη της εξέδωσε στο κατάστημα, συμπληρώνοντας τις επίδικες Επιταγές και, ως εκ τούτου, παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο στο κατάστημα το ποσό των €695, για το οποίο την διαβεβαίωσε ότι θα το εξοφλούσε όταν θα επέστρεφε από το ταξίδι που θα πήγαινε. Επίσης, είπε ότι η Κατηγορούμενη την διαβεβαίωσε πως πριν την ημερομηνία πληρωμής της κάθε επίδικης Επιταγής, θα της εξοφλούσε το ποσό που η κάθε μία αφορά και αυτή θα της παρέδιδε πίσω τις ρηθείσες Επιταγές. Πριν καταθέσει τις επίδικες Επιταγές, θεώρησε σωστό να επικοινωνήσει με την Κατηγορούμενη για να ενημερωθεί πότε θα της πλήρωνε τα χρήματα. Όμως, όπως είπε, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της, δεν κατέστη δυνατή οποιαδήποτε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη, η οποία δεν της απαντούσε στις συνεχείς οχλήσεις της μέχρι που τελικά η Κατηγορούμενη της έστειλε μήνυμα μέσω τηλεφώνου αναφέροντας της ότι δεν την ξέχασε και ότι θα εξοφλούσε τα ποσά απλά ο τραπεζικός λογαριασμός της είχε πρόβλημα, ήταν μπλοκαρισμένος και δεν ήταν πρόθεση της να την ταλαιπωρήσει. Ανέφερε, επίσης ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, η Κατηγορούμενη της απέστειλε το ποσό των €500 με το Travel Express (Τεκμήριο 5), ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από το υπόλοιπο που είχε αφήσει στο κατάστημα και έτσι παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €195 καθώς και οι επίδικες Επιταγές, τις οποίες τελικά κατέθεσε όμως αυτές δεν εξαργυρώθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - ανεπαρκή υπόλοιπα να παρουσιαστεί ξανά». Πρόσθεσε ότι, η Κατηγορούμενη τόσο πριν όσο και μετά την κατάθεση των επίδικων Επιταγών, της ζητούσε επανειλημμένα πίστωση χρόνου δηλώνοντας της ότι θα της κατέβαλλε το ποσό που αυτές αφορούν πλην όμως ουδέποτε το έπραξε και συνεχίζει να οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό για το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές. Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το πρώτο τιμολόγιο (Τεκμήριο 1) το εξέδωσε στις 06 Μαΐου και το δεύτερο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) το εξέδωσε στις 15 Μαΐου και, αμφότερα, τα παρέδωσε δια χειρός στην Κατηγορούμενη, δεν της ζήτησε όμως όταν της τα παρέδωσε να τα υπογράψει διότι υπήρχε μεταξύ τους φιλία αρκετών χρόνων και της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ανέφερε επίσης ότι, αφότου παρέλαβε το ποσό των €500 μέσω του Travel Express προσπάθησε να επικοινώνησε αρκετές φορές με την Κατηγορούμενη, χωρίς η τελευταία να ανταποκριθεί στα μηνύματα της. Η Μ.Κ.2 εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και προΐσταται ομάδας λειτουργών στην υπηρεσία υποστήριξης χορηγήσεων. Ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη είναι πελάτιδα της Ελληνικής Τράπεζας και διατηρεί σε αυτήν έναν τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX7601, την κατάσταση του οποίου εκτύπωσε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Με αναφορά τόσο στις σφραγίδες που εμφαίνονται στις επίδικες Επιταγές όσο και στο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού που παρουσίασε (Τεκμήριο 6), μαρτύρησε πως η πρώτη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 3) παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 27/01/2020 και επιστράφηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στις 28/01/2020 και η δεύτερη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 4) παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα τέσσερις φορές, μεταξύ των οποίων στις 05/02/2020 και επιστράφηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στις 06/02/2020[4]. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο δείγματος υπογραφής όσον αφορά τον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό, αναφέροντας επίσης ότι οι επίδικες Επιταγές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη και μαρτύρησε πως, κατά το χρόνο πληρωμής των ρηθέντων Επιταγών (δηλαδή στις 29/07/2019 και 29/08/2019), δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό. Η Κατηγορούμενη, μέσω της ανώμοτης της δήλωσης, συμφώνησε πως είχε αρκετά φιλικές σχέσεις με την Παραπονούμενη και ότι εξέδωσε τις επίδικες Επιταγές με μεταγενέστερη της έκδοσης τους ημερομηνία πληρωμής (ένα μήνα μετά), οι οποίες, γνώριζε από την Παραπονούμενη, ότι επιστράφηκαν. Ανέφερε, όμως, ότι τα πιο πάνω τιμολόγια (Τεκμήρια 1 και 2) τα είδε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, δεν γνώριζε προηγουμένως για την ύπαρξη τους και ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό των επίδικων Επιταγών έχει σε μεγάλο βαθμό αποπληρωθεί με τα χρήματα (€500) που απέστειλε έναντι αυτού στην Παραπονούμενη μέσω του Travel Express. Έτσι, σε σχέση με τις επίδικες Επιταγές, πιστεύει ότι παραμένει σήμερα οφειλόμενο το ποσό των €75, για το οποίο είπε ότι, μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, πρότεινε στην πλευρά της Παραπονούμενης να της το επιστρέψει ώστε το χρέος των επίδικων Επιταγών να διευθετηθεί, όμως η Παραπονούμενη δεν το αποδέχθηκε. Επανέλαβε, τέλος, ότι το υπόλοιπο του χρέους των επίδικων Επιταγών ανέρχεται σε €75, το οποίο είναι πρόθυμη να αποπληρώσει προς την Παραπονούμενη. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[5] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Η Μ.Κ.1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα η ίδια γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξε. Η μαρτυρία της έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς της για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις της. Παρέμεινε συνεπής και σταθερή στις θέσεις της καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης της, απαντώντας ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς η μαρτυρία της να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της περιθωριακής και περιορισμένης αντεξέτασης της, κατά την οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η ουσία της εκδοχής της όσον αφορά την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αφορούν οι υπό κρίση κατηγορίες, ενώ, επίσης, παρέμεινε συνεπής και σταθερή στη θέση της όσον αφορά το αντάλλαγμα των επίδικων Επιταγών. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσε σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία της και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσε με ηρεμία, αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε ως εκ της άμεσης εμπλοκής της στην έκδοση των επίδικων Επιταγών, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούμενη, εξιστορώντας γεγονότα όπως η ίδια βίωσε, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι η Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης στην ολότητα της την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία και αυτή προκάλεσε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αναφέρθηκε σε ζητήματα που αφορούν την παρουσίαση και το λόγο μη τίμησης των επίδικων Επιταγών, με αναφορά τόσο στο περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται σε αυτές όσο και στο περιεχόμενο της κατάστασης του λογαριασμού (Τεκμήριο 6) από τον οποίο εκδόθηκαν, απαντώντας με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία της ουδόλως αμφισβητήθηκε και χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Συνεπώς, κρίνω ότι η Μ.Κ.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης, στην οποία είχε την επιλογή αλλά και αναφαίρετο δικαίωμα να προβεί, το Δικαστήριο θα την προσεγγίσει με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί σε μια ανώμοτη δήλωση[6]. Συνοψίζοντας, μια ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη ούτε μπορεί να υποστηρίξει θέσεις ή να αποδείξει γεγονότα εκεί που δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία σχετική με αυτά. Δεν είναι όμως χωρίς καμία απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ αφού μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από μια διαφορετική σκοπιά, έχοντας πειστική παρά αποδεικτική αξία, αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη βάσανο της αντεξέτασης. Εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση. Εξετάζοντας, λοιπόν, την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της ότι είδε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας τα τιμολόγια, Τεκμήρια 1 και 2, μη γνωρίζοντας προηγουμένως την ύπαρξη τους, ούτε αποδέχομαι ότι το ποσό των €500 καταβλήθηκε έναντι του συνολικού χρέους των επίδικων Επιταγών. Τούτο διότι, αφενός, η εκδοχή της αυτή δεν υποστηρίζεται ούτε αποδεικνύεται από αξιόπιστη μαρτυρία αλλά, αντιθέτως, συγκρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.1, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν από την ίδια αναφορικά με εμπορεύματα που η Κατηγορούμενη αγόρασε από το κατάστημα της (θέση που, ειρήσθω εν παρόδω, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούμενη) και παραδόθηκαν σε αυτήν δια χειρός, ενώ το ποσό των €500 που της αποστάληκε με Travel Express καταβλήθηκε έναντι του χρέους που παρέμενε οφειλόμενο βάσει των ρηθέντων τιμολογίων, μετά την έκδοση των επίδικων Επιταγών, και όχι έναντι της οφειλής για την οποία αυτές εκδόθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν ευσταθούσε η πιο πάνω γενικόλογη αναφορά της Κατηγορούμενης ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε έναντι του χρέους των επίδικων Επιταγών (που δεν ευσταθεί εφόσον ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο), αυτό δεν αναιρεί, άνευ ετέρου, την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[7]. Εν προκειμένω, εκείνο που προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία (και όχι οτιδήποτε άλλο το οποίο, ανεπίτρεπτα, επιχειρήθηκε να εισαχθεί ως μαρτυρία από την Κατηγορούμενη στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων[8]) είναι πως η Κατηγορούμενη απέστειλε προς την Παραπονούμενη περί τον Δεκέμβριο του 2019 το ποσό των €500 με Travel Express[9] ενώ ουδεμία συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς της που να πείθει ότι το προαναφερόμενο ποσό πράγματι καταβλήθηκε (και σε ποιο βαθμό) έναντι του χρέους της κάθε επίδικης Επιταγής και όχι έναντι της εναπομείνασας (μετά την έκδοση των ρηθέντων Επιταγών) οφειλής της Κατηγορούμενης προς την Παραπονούμενη, βάσει των Τεκμηρίων 1 και 2, ως η αξιόπιστη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Παραπονούμενης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη με δικαιούχο την Παραπονούμενη έναντι του χρέους που αναφέρεται στα τιμολόγια (Τεκμήρια 1 και 2), το οποίο η Κατηγορούμενη όφειλε στην Παραπονούμενη για εμπορεύματα που η Κατηγορούμενη αγόρασε από το κατάστημα της Παραπονούμενης. Η πρώτη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 3) ήταν πληρωτέα στις 29/07/2019 και η δεύτερη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 4) ήταν πληρωτέα στις 29/08/2019, πλην όμως, όταν παρουσιάστηκαν, μετά την ημερομηνία πληρωμής τους, στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν (δηλαδή στην Ελληνική Τράπεζα), δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της Κατηγορούμενης, ούτε εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Δ. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί εν προκειμένω, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154. Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη και έτσι αυτή βρίσκεται ένοχη στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Ο ορισμός πλέον της επιταγής, ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/2003, καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή, επίσης, υποστηρίζεται από τον ορισμό της «επιταγής» που προβλέπεται το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία που ξεκαθάρισε το θέμα αυτό (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29). [3] Σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα μίας επιταγής βλ. επίσης την Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/12 ημερομηνίας 16.4.14 και Κυριάκου ν. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018. [4] Όπως προκύπτει από τις σφραγίδες του Τεκμηρίου 4 (οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους) σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, η δεύτερη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 4) παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 03/02/2020, 05/02/2020, 10/02/2020 και 12/02/2020 και επιστράφηκε, αντιστοίχως, στις 04/02/2020, 06/02/2020, 11/02/2020 και 13/02/2020, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. [5] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [6] Βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη, ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν.΄Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 23/10/2015 Alibrahim Muhy Iddin v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B125, Ποιν. Έφεση 47/2014 ημ. 29/02/2016 και Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018. [7] Βλ. την Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019, ημ. 22/06/2020, στην οποία κρίθηκε ότι αν κατά το χρόνο παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή έχει εξοφληθεί μέρος του ποσού για το οποίο αυτή εκδόθηκε και παραμένει κάποιο υπόλοιπο, διαπράττεται το αδίκημα του άρθρου 305 (Α)
(1)όταν αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότης της και ο τελευταίος παρέλειψε να την εξοφλήσει μέσα σε 15 μέρες από της εν λόγω παρουσιάσεως. Και τούτο, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια και νοουμένου ότι η επιταγή πληρωνόταν θα είχε αξίωση από τον δικαιούχο της επιταγής για να του επιστρέψει το επιπλέον του οφειλόμενου ποσού που ο τελευταίος θα είχε εισπράξει. Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε ότι: «με δεδομένο το δανεισμό και την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής, το βάρος δεν ήταν στον Εφεσείοντα [δικαιούχο της επιταγής] να αποδείξει ότι παρέμενε ανεξόφλητο κάποιο ποσό και το ύψος του, αλλά στον Εφεσίβλητο [εκδότη της επιταγής] να πείσει για το τί είχε πληρώσει.» [8] Όπως προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στις Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 739 και Ησαΐας Ανδρέας κ.α. (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1966), μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί μέσω αγορεύσεων δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. [9] Βλ. Τεκμήριο 5. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.