← Κύπρος

ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1246/17, 30/11/2021

ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1246/17, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B189 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1246/17 XXXXX ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Παραπονούμενος ν. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Μάμαντος μαζί με κ. Καύκαρο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πιο πάνω κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, υπ' αριθμό XXXXX3017, ύψους €18.000, η οποία αναφέρεται ότι εκδόθηκε προς όφελος του Παραπονούμενου κατά ή περί την 13/03/2017 (στο εξής η «επίδικη Επιταγή») και η οποία, αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του Κατηγορούμενου και/ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του υπ' αριθμόν XXXXX5785 ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπεράσπισή του, δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.2016):
  1. η έκδοση επιταγής,
  2. η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
  3. η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα,
  4. η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Προκύπτει από την πιο πάνω παράθεση των συστατικών στοιχείων ότι ο χρόνος έκδοσης μίας επιταγής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα αναφέρθηκαν στην (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B707, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, στην οποία αποφασίστηκε ότι: «Ο χρόνος υπογραφής των επιταγών από τον εφεσείοντα δεν ταυτίζεται με το χρόνο έκδοσης των επιταγών επ΄ ονόματι της εφεσίβλητης. Για την εφεσίβλητη οι επιταγές εκδόθηκαν με τη συμπλήρωση τους από το Χαραλάμπους, η οποία αντιστοιχούσε στο χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων που ήταν οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών. Το ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα εν λευκώ σε προγενέστερο χρόνο δεν αφορούσε την εφεσίβλητη, αλλά επρόκειτο για θέμα που αφορούσε τη σχέση εφεσείοντα και Χαραλάμπους και ως τέτοια δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της Υπεράσπισης του εφεσείοντα έναντι των κατηγοριών που του προσήψε η εφεσίβλητη.[.] Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών εφόσον ο χρόνος υπογραφής τους δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση που έκδωσε το παρόν Εφετείο στην Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 253/14 ημερ. 15.10.15, όπου αναλύεται η σχετική επί του θέματος νομολογία.» Παρομοίως, ούτε το αντάλλαγμα μίας επιταγής συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[2], όμως, όπως, ενδεικτικά, αναφέρθηκε στην Δρούγκα ν. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας, μαρτυρία δόθηκε στο Δικαστήριο από δύο μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), και ο δεύτερος ήταν η XXXXX Καϊλά, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (Μ.Κ.2), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 1: αντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό XXXXX9148 της Συνεργατικής Οικοδομικής Εταιρείας Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, ύψους €2.000, ημερομηνίας 16/06/2014, · Τεκμήριο 2: αντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό XXXXX9602 της Συνεργατικής Οικοδομικής & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, ύψους €1.000 ημερομηνίας 28/02/2015, · Τεκμήριο 3: αντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό XXXXX9603 της Συνεργατικής Οικοδομικής & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, ύψους €1.000 ημερομηνίας 30/03/2015, · Τεκμήριο 4: αντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό XXXXX9604 της Συνεργατικής Οικοδομικής & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, ύψους €1.000, ημερομηνίας 30/04/2015, · Τεκμήριο 5: αντίγραφο επιταγής υπ' αριθμό XXXXX9605 της Συνεργατικής Οικοδομικής & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, ύψους €1.000, ημερομηνίας 30/05/2015, · Τεκμήριο 6: πρωτότυπο της επίδικης Επιταγής. · Τεκμήριο 7: αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του Μ.Κ.1 στην Τράπεζα Κύπρου υπ' αριθμό XXXXX8185 · Τεκμήριο 8: αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του Κατηγορούμενου στην Τράπεζα Κύπρου, υπ' αριθμό XXXXX5785. Με το πέρας της μαρτυρίας από πλευράς Παραπονούμενου, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του σε ζητήματα που αφορούν την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Μαρτύρησε, συγκεκριμένα, ότι η επίδικη Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος την υπόγραψε στην παρουσία του και του την παρέδωσε στις 13/03/
  1. Αφού έλαβε την επίδικη Επιταγή από τον Κατηγορούμενο, την κατέθεσε αυθημερόν στον λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή, κάτι που, όπως είπε, επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού του (Τεκμήριο 7), πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη στις 14/03/2017 με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου από τον οποίο εκδόθηκε ήταν κλειστός, ένδειξη η οποία φαίνεται και από την σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος που υπάρχει στην επίδικη Επιταγή. Μόλις ενημερώθηκε για την εξέλιξη αυτή, επικοινώνησε αμέσως με τον Κατηγορούμενο αναφέροντας του ότι η επίδικη Επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί επειδή ο λογαριασμός του ήταν κλειστός και ότι ένοιωθε πως τον έχει εξαπατήσει οπότε και ο Κατηγορούμενος του απάντησε πως δεν τον ενδιαφέρει και να κάνει ότι καταλαβαίνει. Σημείωσε, περαιτέρω, ότι η επίδικη Επιταγή δεν έχει μέχρι σήμερα τιμηθεί, αφού από την ημερομηνία που παρουσιάστηκε στην Τράπεζα παραμένει απλήρωτη. Όσον αφορά το αντάλλαγμα της επίδικης Επιταγής, ο Μ.Κ.1 μαρτύρησε ότι αυτή του παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο για την εξόφληση χρέους ύψους €18.000 που του όφειλε με βάση χρήματα που του είχε δανείσει στο παρελθόν, στο πλαίσιο προφορικών μεταξύ τους συμφωνιών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, περί το έτος 2011, ο Κατηγορούμενος, τον οποίο γνώριζε για αρκετό καιρό και με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, τον προσέγγισε ζητώντας του να του δανείσει το ποσό των €16.000, το οποίο χρειαζόταν άμεσα προς αντιμετώπιση κάποιων οικονομικών του δυσκολιών. Επειδή ο ίδιος γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος εργαζόταν σε τραπεζικό ίδρυμα έχοντας ένα σταθερό εισόδημα, δάνεισε σε αυτόν το ποσό των €16.000, συμφωνώντας παράλληλα μαζί του όπως το εν λόγω ποσό πλέον €2.000 τόκοι (συνολικά δηλαδή €18.000) του επιστραφεί εντός 18 μηνών. Ακολούθως, περί τον Μάιο του 2014, δάνεισε στον Κατηγορούμενο ακόμα €6.000 αλλά επειδή ουδέν ποσό είχε καταβληθεί μέχρι τότε έναντι του αρχικού δανεισμού, ζήτησε προς εξασφάλισή του και έλαβε αυτή τη φορά από τον Κατηγορούμενο τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 - 5, εκδότης των οποίων, όπως τον είχε ενημερώσει τότε ο Κατηγορούμενος, ήταν η σύζυγος του. Από αυτές τις επιταγές εξαργυρώθηκαν μόνο οι τέσσερεις (Τεκμήρια 2 - 5) ενώ η πέμπτη που αφορούσε και το μεγαλύτερο ποσό (Τεκμήριο 1) δεν εξαργυρώθηκε επειδή ο Κατηγορούμενος παρότρυνε τον Μ.Κ.1 να μην το πράξει. Όπως είπε, ενώ παρέμενε σε εκκρεμότητα το συνολικό ποσό των €20.000 και έπειτα από πάρα πολλές οχλήσεις που έκανε στον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος του πρότεινε να του παραδώσει την επίδικη Επιταγή με εκδότη τον ίδιο προς πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του απέναντι του, κάτι που ο ίδιος αποδέχθηκε αφού τουλάχιστον έτσι θα έπαιρνε πίσω το ποσό που είχε τελικά δανείσει στον Κατηγορούμενο αλλά και επειδή γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης από το τραπεζικό ίδρυμα που εργαζόταν λαμβάνοντας ένα πολύ μεγάλο ποσό ως εφάπαξ. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης ότι η επίδικη Επιταγή του δόθηκε από τον Κατηγορούμενο έπειτα από πολλές οχλήσεις που του έκανε, προσθέτοντας ότι μέχρι τότε ο Κατηγορούμενος του υποσχόταν ότι θα εξοφλούσε ολόκληρη την οφειλή με τα χρήματα που ανέμενε να λάβει από το σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης από το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο εργαζόταν, οπότε και του παρέδωσε την επίδικη Επιταγή στις 13/03/
  2. Η Μ.Κ.2 εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου εδώ και 21 χρόνια και το 2017 ήταν στο τμήμα χορηγήσεων του καταστήματος Αγίου Ελευθερίου στα Λατσιά. Αναφερόμενη στις σφραγίδες που εμφαίνονται στην επίδικη Επιταγή και στηριζόμενη στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Τράπεζα Κύπρου από τον οποίο αυτή εκδόθηκε (Τεκμήριο 8), μαρτύρησε πως η εν λόγω Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 13/03/2017 αλλά δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ήταν ήδη κλειστός από τις 05/07/
  3. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι όταν κλείσει ένας λογαριασμός ζητείται το αντίγραφο του βιβλιαρίου επιταγών, σημειώνοντας όμως ότι η ίδια δεν ήταν υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού όταν αυτός έκλεισε και, συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν ακολουθήθηκαν άλλες διαδικασίες κατά το κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού. Ούτε γνώριζε να αναφέρει τι είναι εκείνο που ζητά η Κεντρική Τράπεζα ή τι γίνεται σε περίπτωση που ο λογαριασμός τεθεί στο ΚΑΠ. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση διαδραματίστηκαν το έτος
  4. Αποδέχθηκε ότι έλαβε το 2011 το ποσό των €16.000 συμφωνώντας να πληρώσει τόκο €2.000, ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι η επίδικη Επιταγή εκδόθηκε και έγινε αποδεχτή τότε (δηλαδή το 2011) προς εξόφληση των εν λόγω ποσών, γι' αυτό και, όπως είπε, η ημερομηνία που αναγράφεται στην εν λόγω Επιταγή δεν έχει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι το συνολικό ποσό του αρχικού δανεισμού (των €18.000) έχει αποπληρωθεί στον μεγαλύτερο βαθμό, δεν έχει όμως οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία διότι ο Μ.Κ.1 απέφευγε να του δώσει. Δεν αμφισβήτησε την έκδοση των επιταγών της συζύγου του (Τεκμήρια 1 - 5), υποστήριξε, εντούτοις, ότι αυτές εκδόθηκαν κατόπιν πιέσεων του Μ.Κ.1 και όχι προς εξόφληση του ισχυριζόμενου νέου δανεισμού ύψους €6.000, τον οποίο αρνήθηκε ότι έλαβε από τον Μ.Κ.
  5. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η ημερομηνία που αναφέρεται στην επίδικη Επιταγή αναγράφηκε από τον Μ.Κ.1 μετά που εκδόθηκαν και τιμήθηκαν όλες οι επιταγές της συζύγου του (Τεκμήρια 1 - 5), ισχυριζόμενος ότι το σημερινό υπόλοιπο του χρέους είναι μικρότερο των €18.
  6. Αποδέχθηκε επίσης ότι εξέδωσε την επίδικη Επιταγή, αρνήθηκε όμως ότι την εξέδωσε και την παρέδωσε στον Μ.Κ.1 στις 13/03/2017, ισχυριζόμενος ότι αυτό έγινε κατά το χρόνο είσπραξης των €16.000 (δηλαδή περί το έτος 2011) και όχι τον Μάρτιο του 2017 εφόσον, όπως υποστήριξε, ο λογαριασμός του ήταν κλειστός από τον Ιούνιο του 2016 και από τότε δεν είχε βιβλιάριο επιταγών. Συνέχισε υποστηρίζοντας ότι η επίδικη Επιταγή δόθηκε στον Μ.Κ.1 το 2011 ως εξασφάλιση του ποσού που είχε δανειστεί από αυτόν, σε χρόνο που ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε ήταν ανοικτός και λειτουργούσε κανονικά. Δεν γνώριζε όμως να αναφέρει για ποιο λόγο η επίδικη Επιταγή δεν παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.1 νωρίτερα (κατά το χρόνο που του παραδόθηκε) στην Τράπεζα προς εξαργύρωση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο λογαριασμός του εντάχθηκε στο ΚΑΠ από το 2017 και ότι είχε παγοποιηθεί από το 2013 οπότε και δεν δικαιούτο να κατέχει βιβλιάριο επιταγών βάσει σχετικού διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας. Ανέφερε επίσης ότι ο εν λόγω λογαριασμός, παρά το ότι παγοποιήθηκε από το 2013, παρέμενε σε ισχύ επειδή είχε χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επειδή δεν είχε βιβλιάριο επιταγών, και έκλεισε στις 04/07/2016 όταν αποπληρώθηκε εκείνη την ημέρα το χρεωστικό του υπόλοιπο με την αποχώρηση του από την Τράπεζα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας όσο και τον Κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο Μ.Κ.1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα ο ίδιος γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξε. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ παράλληλα απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της περιθωριακής και περιορισμένης αντεξέτασης του, κατά την οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η ουσία της εκδοχής του όσον αφορά την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ως επίσης και το αντάλλαγμα για το οποίο η επίδικη Επιταγή εκδόθηκε. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσε σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσε με ηρεμία, αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε ως εκ της άμεσης εμπλοκής του στην έκδοση της επίδικης Επιταγής, εξιστορώντας γεγονότα όπως ο ίδιος βίωσε, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης στην ολότητα της την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία και αυτή προκάλεσε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αναφέρθηκε σε ζητήματα που αφορούν την παρουσίαση και το λόγο μη τίμησης της επίδικης Επιταγής, με αναφορά τόσο στο περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται σε αυτήν όσο και στο περιεχόμενο της κατάστασης του λογαριασμού (Τεκμήριο 8) από τον οποίο εκδόθηκε, απαντώντας με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και παρέμεινε επί της ουσίας της αδιαμφισβήτητη. Συνεπώς, κρίνω ότι η Μ.Κ.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αξιολογώντας την μαρτυρία του στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι μέσω της μαρτυρίας του προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Η ουσία της εκδοχής του Κατηγορούμενου είναι άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, στερείται πειστικότητας και χαρακτηρίζεται από κενά, ασάφειες, εικασίες, γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις ενώ παράλληλα δεν συνάδει με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.1, στον οποίο ουδέποτε ετέθηκαν ευθέως τα όσα εκ των υστέρων προβλήθηκαν ως υπεράσπιση μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου όσον αφορά την έκδοση της επίδικης Επιταγής[4]. Θα δώσω στη συνέχεια κάποια παραδείγματα ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου: (α) ενώ σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι εξέδωσε την επίδικη Επιταγή, ισχυρίστηκε, εκ των υστέρων, στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας, ότι αυτή παραδόθηκε στον Μ.Κ.1 το έτος 2011. Η εκδοχή του αυτή δεν έχει λογική συνοχή με την εκδοχή που εξέφρασε στη συνέχεια ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε νέο δανεισμό από τον Μ.Κ.1, (ύψους €6.000) και ότι οι επιταγές της συζύγου του (Τεκμήρια 1 - 5) εκδόθηκαν και πληρώθηκαν στο σύνολο τους έναντι του χρέους που αφορά η επίδικη Επιταγή. Αν πράγματι εξέδωσε την επίδικη Επιταγή το 2011, ως ισχυρίστηκε, για ποιο λόγο τότε να εκδοθούν μεταγενέστερα οι επιταγές της συζύγου του (Τεκμήρια 1 - 5) για το ίδιο (κατ' ισχυρισμό) χρέος που αφορούσε η επίδικη Επιταγή; Τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης της επίδικης Επιταγής στερούνται πειστικότητας, είναι αναληθοφανή και στηρίζονται σε δικές του εικασίες αλλά και σε γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή του Κατηγορούμενου όσον αφορά το χρόνο έκδοσης της επίδικης Επιταγής δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον, αφενός, αντίκειται στην επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος, όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ευθέως πως η επίδικη Επιταγή του παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 13/03/2017, θέση η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε στο στάδιο εκείνο από τον Κατηγορούμενο. Αφετέρου, εφόσον ο χρόνος έκδοσης της επίδικης Επιταγής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 ούτε ταυτίζεται με τον χρόνο που υπογράφηκε από τον εκδότη της (βλ. (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ανωτέρω), η εκδοχή αυτή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, πέραν του ότι διαψεύδεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης εφόσον δεν επηρεάζει την διάπραξη του αδικήματος, ως η κατηγορία που του προσάφθηκε, (β) ισχυρίστηκε κατά την μαρτυρία του ότι η ημερομηνία πληρωμής της επίδικης Επιταγής δεν φέρει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Τέτοια θέση ουδέποτε ετέθη στον Μ.Κ.1 δίδοντας του την ευκαιρία να απαντήσει και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, η θέση αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης δεδομένου ότι η υπογραφή της επίδικης Επιταγής από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) με δικαιούχο τον Μ.Κ.1 και η παράδοση της σε αυτόν αποτελούν αδιαμφισβήτητο γεγονός. Έπεται, συναφώς, ότι ακόμα και αν ευσταθούσε η θέση του Κατηγορούμενου πως η ημερομηνία πληρωμής της επίδικης Επιταγής συμπληρώθηκε από τον Μ.Κ.1 μεταγενέστερα της παράδοσης της σε αυτόν, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο (βλ. την (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ανωτέρω) και η εν λόγω Επιταγή δεν παύει να είναι «επιταγή» εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.154 για μόνο το λόγο ότι η ημερομηνία πληρωμής της συμπληρώθηκε (κατ' ισχυρισμό) μεταγενέστερα από τον Μ.Κ.1 εφόσον ο Μ.Κ.1 αδιαμφισβήτητα ήταν ο κάτοχος της επίδικης Επιταγής εν τη εννοία του Κεφ. 262 (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. kikkos Developers Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 30/01/2015), (γ) προέβαλε ότι το χρέος που αφορά η επίδικη Επιταγή αποπληρώθηκε, στον μεγαλύτερο βαθμό, χωρίς να παρουσιάσει όμως οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, ισχυριζόμενος ότι ο Μ.Κ.1 απέφευγε να του τα δώσει. Η θέση του αυτή, πέραν από γενική και αόριστη, ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1, ο οποίος κατά την μαρτυρία του ανέφερε (και δεν αμφισβητήθηκε) ότι η επίδικη Επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια θέση δεν γίνεται αποδεκτή και για το λόγο ότι ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης[5], (δ) ενώ αρχικά ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη Επιταγή εντάχθηκε στο ΚΑΠ από το 2017, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός του παγοποιήθηκε από το 2013. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Παραπονούμενου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: η επίδικη Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο με δικαιούχο τον Παραπονούμενο στις 13/03/2017 για την εξόφληση χρέους ύψους €18.000 που ο Κατηγορούμενος όφειλε στον Παραπονούμενο με βάση χρήματα που ο τελευταίος είχε δανείσει στον Κατηγορούμενο στο παρελθόν, στο πλαίσιο προφορικών μεταξύ τους συμφωνιών. Η επίδικη Επιταγή ήταν πληρωτέα στις 13/03/2017 και όταν παρουσιάστηκε εκείνη την ημέρα για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε (δηλαδή στην Τράπεζα Κύπρου) δεν τιμήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του Κατηγορούμενου ήταν κλειστός[6] κατά το χρόνο παρουσιάσεως της και δεν εξοφλήθηκε εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Δ. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί εν προκειμένω, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154. Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και έτσι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα μίας επιταγής βλ. επίσης την Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/12 ημερομηνίας 16.4.14 και Κυριάκου ν. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018. [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας εκ των βασικών πυλώνων του αντιπαραθετικού μας συστήματος είναι ότι πρέπει να δίδεται η ευκαιρία σε ένα μάρτυρα, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και εκλαμβάνεται ότι είναι παραδεκτή (βλ. Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138, Μαρσέλο κ.α. ν. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013 ημ. 18/01/2017, Νεόφυτος Πιριλλίδη ν. Δήμος Λεμεσού ανωτέρω και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018). [5] Βλ. την Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019, ημ. 22/06/2020, όπου κρίθηκε ότι αν κατά το χρόνο παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή έχει εξοφληθεί μέρος του ποσού για το οποίο αυτή εκδόθηκε και παραμένει κάποιο υπόλοιπο, διαπράττεται το αδίκημα του άρθρου 305 (Α)
(1)όταν αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότης της και ο τελευταίος παρέλειψε να την εξοφλήσει μέσα σε 15 μέρες από της εν λόγω παρουσιάσεως. Και τούτο, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια και νοουμένου ότι η επιταγή πληρωνόταν θα είχε αξίωση από τον δικαιούχο της επιταγής για να του επιστρέψει το επιπλέον του οφειλόμενου ποσού που ο τελευταίος θα είχε εισπράξει. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι: «με δεδομένο το δανεισμό και την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής, το βάρος δεν ήταν στον Εφεσείοντα [δικαιούχο της επιταγής] να αποδείξει ότι παρέμενε ανεξόφλητο κάποιο ποσό και το ύψος του, αλλά στον Εφεσίβλητο [εκδότη της επιταγής] να πείσει για το τί είχε πληρώσει.» [6] Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σφραγίδα του Τεκμηρίου 6, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.