Παπασυμεών ν. Χατζημιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:2483/2018, 6/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B180 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2483/2018 XXXXX Παπασυμεών Παραπονούμενος -εναντίον- XXXXX XXXXX Χατζημιχαήλ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 06 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: Λ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ορφανίδης μαζί με κα. Γαβριηλίδου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή O Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της βίαιης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 87 του Κεφ. 154, στις λεπτομέρειες της οποίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος στις 31/10/2017 στην XXXXX εισήλθε βίαια στην κατοικία που κατοικούσε ο Παραπονούμενος στην οδό XXXXX 12 (στο εξής η «Οικία») για να αποκτήσει κατοχή αυτής αφού εισήλθε βιάζοντας και σπάζοντας τα παράθυρα της Οικίας. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 Κεφ. 154, στις λεπτομέρειες των οποίων αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, έκλεψε από την προαναφερόμενη Οικία το ποσό των €5.000 που άνηκε στον Παραπονούμενο (2η κατηγορία) και τον σταυρό του πατέρα του Παραπονούμενου αξίας €800 (3η κατηγορία). Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324 Κεφ. 154, στις λεπτομέρειες της οποίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, προέβη σε ζημιά σε περιουσία η οποία ανήκει στον Παραπονούμενο η οποία κάλυπτε αντικείμενα όπως (στο εξής τα «Αντικείμενα»): ένα ψυγείο αξίας €350, σε τηλεόραση αξίας €200, σε σκελετό κρεβατιού αξίας €150, έσπασε γυαλί μιας σιφονιέρας αξίας €150, στο γυαλί της τραπεζαρίας αξίας €100, σε 3 ρολόγια αξίας €50, σε μαγειρικά σκεύη όπως μπριζολιέρα αξίας €50, στον παραστατό της εσωτερικής πόρτας του σαλονιού αξίας €100, ξέσκισε τον χαρτοφύλακα αξίας €150 του αποβιώσαντα πατέρα του Παραπονούμενου σπάζοντας με σφυρί το σύστημα ασφαλείας του και αφαίρεσε το περιεχόμενο αυτού. Όσα από αυτά παρέμειναν κάπως χρησιμοποιήσιμα τα εγκατέλειψε στον δημόσιο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη της παρούσας υπόθεσης, μαρτυρία δόθηκε από τρία πρόσωπα για την πλευρά του Παραπονούμενου. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατά την μαρτυρία του κατέθεσε ένα Τεκμήριο. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο XXXXX Οδυσσέως (Μ.Κ.2) και ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο XXXXX XXXXX Μοριάς (Μ.Κ.3). Αυτή ήταν και η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε ενόρκως στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης εφόσον, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Παραπονούμενου, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος προέβει σε ανώμοτη δήλωση (Έγγραφο Β), ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Η εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, όπως αυτή παρουσιάστηκε κατά την κυρίως εξέταση του, είναι η ακόλουθη: Ο ίδιος είναι XXXXX και κατοικούσε στην Οικία από το
- Μετά την τουρκική εισβολή, ο πατέρας του, που ήταν ιερέας, αποτάθηκε στην Μητρόπολη Μόρφου για βοήθεια επειδή ήταν πρόσφυγες, αφού κατοικούσαν σε περιοχή που περιήλθε στην κατοχή του Τουρκικού στρατού. Η Μητρόπολη απέτρεψε τον πατέρα του και την οικογένεια του να πάρουν προσφυγικό σπίτι διότι θα τους έδινε γη στην οποία θα κατασκεύαζαν οι γονείς του μία κατοικία με έξοδα της Μητρόπολης, όπου θα κατοικούσε εκεί ολόκληρη η οικογένεια του. Ως εκ τούτου, χτίστηκε η Οικία από την οικογένεια του Μ.Κ.1, σε χώρο που προσέφερε η Μητρόπολη, επί θητείας τότε Μητροπολίτη XXXXX, η οποία παραχωρήθηκε από την Μητρόπολη για να διαμένει όλη η οικογένεια του. Όταν απεβίωσε ο Μητροπολίτης XXXXX, ανέλαβε καθήκοντα Μητροπολίτη ο κ. XXXXX, ο οποίος, αρχικά αποδέχτηκε την παραμονή της οικογένειας του στην Οικία. Όμως, μετά από λίγα χρόνια και, συγκεκριμένα, λίγους μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Μητροπολίτης XXXXX αποφάσισε να τερματίσει την πιο πάνω διευθέτηση θέλοντας από τον ίδιο να του παραδώσει την Οικία. Ο Μητροπολίτης έστειλε τον Κατηγορούμενο για να τον διώξει από την Οικία του δια της βίας. Έτσι, στις 31/10/2017 ο Κατηγορούμενος, αφού συνοδευόταν με δύο άλλους μπράβους, έσπασε τα παράθυρα της Οικίας του, μπήκε βίαια σε αυτήν και προέβη σε κακόβουλη βλάβη στην περιουσία του αφού άρπαζε και έριχνε έξω σε δημόσιο χώρο τα αντικείμενα που βρίσκονταν στην Οικία του και γενικά τα περιουσιακά του στοιχεία. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος προέβη σε ζημιά σε αυτά, η οποία κάλυπτε πράγματα όπως τα αναφερόμενα στην 4η κατηγορία Αντικείμενα και έκλεψε το ποσό των €5.000 που άνηκε στον ίδιο (Μ.Κ.1) όπως και τον σταυρό του πατέρα του αξίας €800, τα οποία ήταν στην πιο πάνω Οικία του. Ο Κατηγορούμενος δεν επέτρεψε στον ίδιο ή σε άλλο μέλος της οικογένειας του να εισέλθουν στην Οικία για οποιοδήποτε λόγο μετά που το κατέλαβε με τον πιο πάνω τρόπο, χαρακτηρίζοντας την όλη συμπεριφορά απέναντι του επιθετική, άγρια και προκλητικά παράνομη. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε τα ακόλουθα: Η Οικία ολοκληρώθηκε το 1983 οπότε και εισήλθε σε αυτήν μαζί με τους γονείς του. Προηγουμένως, κατοικούσαν στην Παλλουριώτισσα και ο πατέρας του, ο οποίος ανέλαβε ιερέας στην XXXXX λίγους μήνες μετά την τουρκική εισβολή, πηγαινοερχόταν Παλλουριώτισσα - Ορούντα μέχρις ότου ολοκληρωθεί η Οικία. Στην XXXXX ο πατέρας του εκτελούσε καθήκοντα ιερέα για συνολικά περίπου 42 έτη, μέχρι που απεβίωσε στις 15/06/
- Η μητέρα του απεβίωσε στις 22/11/
- Η Οικία βρίσκεται δίπλα από τον ιερό ναό του XXXXX, ο οποίος εντάσσεται στην μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου και διοικείται από τον εκάστοτε Μητροπολίτη. Η Οικία ανεγέρθηκε με εργασίες του ιδίου και του αποβιώσαντα πατέρα του, σε ιδιοκτησία και με έξοδα της Μητρόπολης, ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου που είναι ο ιδιοκτήτης και συμφώνησε ότι υπάγεται στη διαχείριση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ιερού ναού του XXXXX, της οποίας πρόεδρος είναι ο εκάστοτε ιερέας του ναού. Πριν από την ανέγερση της Οικίας στον τόπο εκείνο βρισκόταν νεκροταφείο και ένας μικρός ναός του XXXXX. Το νεκροταφείο μεταφέρθηκε σε άλλο χώρο και ο εν λόγω ναός κατεδαφίστηκε για να κτιστεί η Οικία και κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός 15 μέτρα πιο πάνω. Αρνήθηκε ότι ο χώρος δόθηκε στον πατέρα του για να διαβιεί ο ίδιος μαζί με την πρεσβυτέρα μέχρι τον θάνατο του, υποστηρίζοντας ότι, με βάση επιστολή που έχει από την Εκκλησιαστική Επιτροπή, υπογραμμένη από τον Κατηγορούμενο, η Οικία δόθηκε για να διαμένει «ο πατέρας μου, η μητέρα μου, με την οικογένεια του στον χώρο αυτόν». Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, η Οικία αποτελούσε την μόνιμη του κατοικία αφού όλα αυτά τα χρόνια κατοικούσε μαζί με τους γονείς του σε αυτήν και, μετά το θάνατο του πατέρα του, συνέχιζε να κατοικεί μόνος του σε αυτήν, πληρώνοντας ο ίδιος τους λογαριασμούς νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, αφού μέχρι σήμερα, σε ηλικία 68 ετών, παραμένει ανύπαντρος. Δεν έχει άλλη κατοικία, σημειώνοντας ότι, μετά το θάνατο του πατέρα του, κληρονόμησε από αυτόν «ένα παλιό σπίτι με πληθάρια», το οποίο όμως δεν μπορεί να κατοικηθεί αφού δεν έχει ούτε κουζίνα ούτε ερμάρια, πόρτες ή παράθυρα. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του σε τρείς διαφορετικές συναντήσεις που είπε ότι είχε με τρείς διαφορετικούς ιερείς μετά το θάνατο του πατέρα του αναφορικά με την παράδοση της Οικίας, αναφέροντας στη συνέχεια τα όσα ακολούθησαν στις 31/10/
- Κατά τον ίδιο, η πρώτη συνάντηση έγινε μετά το θάνατο του πατέρα του (εντός του 2015) με τον πάτερ XXXXX, ο οποίος τον επισκέφθηκε στην Οικία κατόπιν οδηγιών του Μητροπολίτη XXXXX, η δεύτερη έγινε με τον Μητροπολίτη XXXXX, κατόπιν επιπλήξεων και παρατηρήσεων που του έγιναν από τον Κατηγορούμενο ενόσω έψαλλε τον Εξάψαλμο στην εκκλησία κατά την διάρκεια της λειτουργίας, και η τελευταία συνάντηση έγινε με τον Αρχιεπίσκοπο δύο μήνες μετά την εν λόγω συνάντηση που είχε με τον Μητροπολίτη. Από τα όσα είπε ότι του αναφέρθηκαν στο πλαίσιο των εν λόγω συναντήσεων, ανέμενε ότι η υπόθεση θα διευθετούνταν «ομαλά», με την παράδοση της Οικίας όταν θα έβρισκε κάπου αλλού να μείνει. Εντούτοις, όπως είπε, δύο μήνες μετά την συνάντηση που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο, ο Κατηγορούμενος μπήκε ένα πρωί (09:00, 10:00 το πρωί) μαζί με άλλα δύο άτομα στην Οικία, αναφέροντας τα ακόλουθα σε σχέση με όσα, κατά τη θέση του, έγιναν στις 31/10/2017: «έσπασε τα τζάμια του παραθύρου, τα παραθύρκα του μπάνιου, αφού πρώτα προσπάθησαν να παραβιάσουν την πόρτα της κουζίνας και δεν τα κατάφερναν [.] και εσπάσαν τα τζάμια του μπάνιου, μπήκαν μέσα στο σπίτι, έριξαν την μπροστινή πόρτα και πριν μου βγάλουν τα πράγματα έξω, άρχισαν να τα σπάζουν, δεν με άφησαν τίποτε όρθιο και φαίνεται στο βίντεο και στις φωτογραφίες, δεν μου άφησαν τίποτε όρθιο μέσα στο σπίτι και μετά μου τα κουβάλησαν έξω στον δρόμο, μου ετηλεφώναν ένας γείτονας "XXXXX" μου λέει "ο XXXXX βγάζει σου τα πράγματα έξω", του λέω "Αφού κλειδί δεν βαστά" του λέω "Μου λέεις ψέματα", "Δεν είναι Πρωταπριλιά, έλα να δεις την Πρωταπριλιά ποια εν που ένει". Ήρθα εγώ πάνω και όντως ο παπάς μαζί με άλλα 2 άτομα είδα να μου βγάζουν τα πράγματα έξω και να μου τα πετάνε στον δρόμο. Και μάλιστα αυτό ήταν και προγραμματισμένη αυτή η κίνηση να γίνει γιατί έβαλε λουκέτα και κλείδωσε τα κάγκελα για να μην μπορώ να μπω μέσα και έβαλε και ανακοίνωση που γράφει απαγορεύεται η είσοδος χωρίς άδεια του ιδιοκτήτη, που σημαίνει αυτό το πράγμα ήταν προμελετημένο να γίνει και αυτά καταγράφονται στο DVD και στις φωτογραφίες. Προσπάθησα να μπω μέσα στο σπίτι, δεν με άφηνε, "XXXXX μου", του λέω "έχω λεφτά μέσα στο σπίτι, τι είναι αυτά που κάμνεις, έχεις ένταλμα Δικαστηρίου; Γιατί ήρθες και έκαμες αυτήν την πράξη; Μπορούσες να με πάρεις Δικαστήριο και άμα μου πει το Δικαστήριο να φύγω από το σπίτι εγώ σέβουμαι τους νόμους της δικαιοσύνης, θα φύγω από το σπίτι, εσύ γιατί έκαμες αυτήν τη βέβηλη πράξη;" Ο χαρτοφύλακας του πατέρας μου τι έχει μέσα δεν ξέραμε και τον εσπάσαν με σκεπάρνι, με σφυρί και επιάσαν το περιεχόμενο, χωρίς να ξέρουμε τι έχει μέσα. Και είναι καταγραμμένα όλα, εσπάσαν αυτόν τον παραστατό της πόρτας στο χωλ, δεν ξέρω για ποιο λόγο και τι εμπόδιζε, τόση μανία και τι λύσσα τον τράβηξε και τον έριξε κάτω, φαίνεται στα βίντεο, στις φωτογραφίες, έσπασε τη σιφονιέρα, έσπασε το κρεβάτι της μάνας μου, έσπασε το ψυγείο, έσπασε το γυάλινο πάνω στο τραπέζι που έτρωγα, έσπασε την τηλεόραση, τον αποκωδικοποιητή, έσπασε πολλά πράγματα, δεν άφησε τίποτε όρθιο. Και έτσι μετά που αυτούς όλους τους βανδαλισμούς, επιάσαν τα πράγματα και τα έβγαζαν έξω, όταν προσπάθησα να μπω στο σπίτι μου, το αυτοκίνητο το έβαλα μπροστά από τα κάγκελα για να μην μπορούν να βγάλουν άλλα πράγματα έξω και κάλεσα την Αστυνομία και όταν ήρθε η Αστυνομία μου λέει έχεις ένταλμα; Έχεις εντολή; Όχι, δεν δικαιούται να μπαίνει μέσα στο σπίτι, απαγορεύεται, είναι της εκκλησίας, του στείλαμε επιστολές, δεν φεύγει, ε καλά του λέει γιατί δεν πάεις με τον νόμο της δικαιοσύνης; Τι είναι αυτή η πράξη που έκαμες; Και μάλιστα κάποιον Λοχία XXXXX ονόματι XXXXX, όταν ρώτησε παπά μου όλα αυτά που έκαμες, τα έκαμες από μόνος σου ή μήπως πίσω από όλα αυτιά κρύβεται κάποιος άλλος; Δεν θα σου απαντήσω. Όχι θα απαντήσεις. Δεν θα σου απαντήσω. Όχι θα απαντήσεις. Είμαι υπόχρεος; Ναι. Ωραία. Μάθετε ότι εγώ δεν ενεργώ ποτέ από μόνος μου για κάτι, αν δεν πάω πρώτα να πάρω ευλογία από τον πανιερότατο γι' αυτό που θα κάμω. Έλεος. Και ευτυχώς ευχαριστώ τον Θεό που συγκρατήθηκα και δεν έκαμα καμιά χειρωνακτική κίνηση. [.] Ούτε τον έβρισα, ούτε τον χτύπησα, το μόνο που έκαμα σε δημόσιο χώρο έξω στον δρόμο γύριζα βίντεο το σπίτι μου και μέσα στο σπίτι που γύριζα βίντεο, έμπαινε και έβγαινε ο ιερέας, κουβαλούσε τα πράγματα έξω, φαίνονται στα βίντεο όλα.» Και στη συνέχεια, ανέφερε τα ακόλουθα όσον αφορά τον τρόπο που, κατά την εκδοχή του, επιχείρησαν να εισέλθουν στην Οικία: «Η πίσω πόρτα της κουζίνας ήταν παραβιασμένη πόρτα, γιατί δοκίμασαν να μπουν και δεν τα κατάφεραν, μετά ήρθαν στο υπνοδωμάτιο, άνοιξαν τα παραθύρκα απ' έξω τα ξύλινα τζιαί δεν εσπάσαν το τζάμι εκεί για να ανοίξουν από εκεί και να μπουν από το δωμάτιο και οι κύριοι θεώρησαν καλό να σπάσουν τα τζάμια του αποχωρητηρίου, να τα βγάλουν και να μπει ένα λεπτόσωμο άτομο, διότι τον ιερέα σίγουρα δεν τον χωράει αυτός ο χώρος να μπει, ένας από αυτούς που έφερε, να μπει μέσα στο σπίτι, να ανοίξει την μπροστινή πόρτα και να βγάλουν τα πράγματα μου έξω.» Εκτός από τις προαναφερόμενες τρείς συναντήσεις, ο Μ.Κ.1 έκανε αναφορά και σε άλλες δύο συναντήσεις που είπε ότι είχε, αυτή τη φορά, με τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, η πρώτη συνάντηση έγινε στο ιατρείο του στην Περιστερώνα, στην παρουσία της επιτρόπου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, στο πλαίσιο της οποίας του ζήτησαν να επιστρέψει την προαναφερόμενη επιστολή της Εκκλησιαστικής Επιτροπής που έχει αναφορικά με την Οικία. Η δεύτερη, την οποία τοποθετεί πριν τις 31/10/2017 αλλά μετά τις πιο πάνω αναφερόμενες επιπλήξεις και παρατηρήσεις που είπε ότι του έγιναν από τον Κατηγορούμενο, έγινε και πάλι στο ιατρείο του όπου τον επισκέφθηκε ο Κατηγορούμενος ο οποίος, φωνάζοντας και κτυπώντας με δυνατό τρόπο το χέρι του στο ιατρείο του, του είπε ότι πρέπει να φύγει από την Οικία. Δεν θυμόταν όμως αν η πρώτη επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο (ως πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής) για την εξεύρεση λύσης αναφορικά με την Οικία ήταν στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συνομιλίας μεταξύ τους στις 30/11/2015, όπως του υπεβλήθη. Όμως, όπως ανέφερε, ο ίδιος δεν έφευγε από την Οικία διότι ανέμενε να τον πάρουν νομικά και αν η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν να εγκαταλείψει την Οικία, τότε θα συμμορφωνόταν με αυτήν. Συνέχισε αναφέροντας ότι μετά τις αναφερόμενες «λεηλασίες» στην Οικία του και πριν ο ίδιος προχωρήσει στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, υπέβαλε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Επειδή, όμως, αποφασίστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα να μην ασκηθεί ποινική δίωξη από την Αστυνομία με την αιτιολογία ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν επρόκειτο για υπόθεση ποινικής φύσεως παρά μάλλον για αστική διαφορά, προχώρησε ο ίδιος στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης προωθώντας, όπως είπε, το μεγάλο παράπονο και την αδικία που τον πνίγει. Ανέφερε επίσης ότι μέσω των προηγούμενων δικηγόρων του είχε καταχωρίσει και αγωγή για αποζημιώσεις εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 1), η οποία όμως αποσύρθηκε μετά από δύο χρόνια και πλήρωσε τα έξοδα των δικηγόρων του Κατηγορούμενου. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του σε κάποια από τα Αντικείμενα που είπε ότι υπέστησαν ζημιά ως αποτέλεσμα των πράξεων του Κατηγορούμενου καθώς και στον σταυρό και στο ποσό των €5.000 που είπε ότι κλάπηκαν από τον Κατηγορούμενο στις 31/10/
- Συγκεκριμένα: · σε σχέση με τον χαρτοφύλακα του πατέρα του, ανέφερε ότι δεν τον είχε ανοίξει προηγουμένως ούτε γνώριζε το περιεχόμενο του αφού από τότε που πέθανε ο πατέρας του ο χαρτοφύλακας βρισκόταν εντός της Οικίας κλειδωμένος με κωδικό ασφαλείας, τον οποίο δεν γνώριζε και ούτε πήγε σε κάποιον για να τον ανοίξει, προσθέτοντας ότι «όταν μπήκαν αυτοί οι κύριοι μέσα στο σπίτι μαζί με τον XXXXX διαλύσαν μου τον χαρτοφύλακα τζιαί πετάξαν μου τον έξω μέσα στην αυλή τζιαί φαίνεται και στο βίντεο» και ότι αυτός τώρα είναι «μέσα στο σπίτι μου σπασμένος», · σε σχέση με το ψυγείο αξίας €350 δεν θυμόταν ούτε γνώριζε αν το επιδιόρθωσε και ούτε είχε πάει σε κάποιον εκτιμητή για την αξία του. Αρνήθηκε ότι το ψυγείο δεν είχε υποστεί ζημιά, αναφέροντας ότι, λόγω της ζημιάς που έπαθε, αγόρασε άλλο ψυγείο αλλά δεν είχε απόδειξη για την αγορά του νέου ψυγείου επειδή δεν την φύλαξε, · σε σχέση με την ζημιά στην τηλεόραση αξίας €200 ανέφερε ότι την επιδιόρθωσε αλλά δεν είχε την απόδειξη επιδιόρθωσης, · αναφορικά με τον παραστατό αξίας €100 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τον έβγαλε με δύναμη και πέταξε το ξύλο κάτω, σημειώνοντας επίσης ότι δεν τον έχει ακόμα επιδιορθώσει, · αναφορικά με την σιφονιέρα επανέλαβε ότι έσπασαν το γυαλί της, το οποίο δεν έχει ακόμα επιδιορθώσει, · αναφορικά με τον σκελετό του κρεβατιού ανέφερε ότι το πήρε σε πελεκάνο στην Περιστερώνα ο οποίος το επιδιόρθωσε, · σε σχέση με τον σταυρό του πατέρα του, ανέφερε ότι αυτός χάθηκε μετά τις «λεηλασίες» που έγιναν στην Οικία του, αφού έψαξε παντού αλλά δεν τον βρήκε. Δεν θυμόταν όμως να πει αν είχε αναφέρει ξανά το ίδιο παράπονο στον Κατηγορούμενο κατά την κηδεία του πατέρα του το 2015, ότι δηλαδή κάποιος έπιασε τον σταυρό του πατέρα του, · αναφορικά με το ποσό των €5.000, ανέφερε πως δεν έχει αποδείξεις ότι τα πήρε ο Κατηγορούμενος αλλά έψαξε εκεί που τα είχε μαζί με τον αστυνομικό και δεν τα βρήκε, ενώ δεν γνώριζε αν η αστυνομία έκανε έρευνα στην οικία και στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου για να τα βρει. Ανέφερε επίσης ότι όταν έφθασε στην Οικία είδε ότι είχαν ήδη βγάλει σχεδόν τα μισά πράγματα από αυτήν και τα είχαν αφήσει σε ένα χωματόδρομο, σε μια χωμάτινη πεδιάδα, απέναντι από την εκκλησία. Τότε είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται τροχάδην από την μπροστινή πόρτα (κύρια είσοδο) μέσα στην Οικία και επίσης τον είδε μαζί με τα άλλα δύο πρόσωπα που μπαινόβγαιναν στην Οικία για να μεταφέρουν έξω στο δρόμο και άλλα πράγματα του που βρίσκονταν εντός της Οικίας. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο να σπάζει κάτι, ούτε είπε ότι τον είδε να σπάζει τα τζάμια του αποχωρητηρίου για να εισέλθει στην Οικία. Είδε όμως τα γυαλιά του σπασμένα και τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται τροχάδην στην Οικία και να εξέρχεται από αυτήν με το πάπλωμα, τις κουβέρτες, τον ανεμιστήρα και να τα αφήνει έξω στο δρόμο καθώς και να παίρνει τον σκελετό του κρεβατιού και να τον βάζει μπροστά στα κάγκελα της Οικίας. Τέλος, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε κακόβουλη πράξη ή ζημιά στην κινητή του περιουσία και αρνήθηκε ότι δεν έγιναν στην πραγματικότητα αυτά που ανέφερε και αρνήθηκε επίσης ότι η παρούσα προωθείται από τον ίδιο εκδικητικά. Ο Μ.Κ.2 μαρτύρησε για τα όσα είπε ότι είδε μόλις πήγε στην Οικία περί τα τέλη Οκτωβρίου
- Είπε ότι μόλις έφθασε στην Οικία είδε τα πράγματα του Μ.Κ.1, όπως ψυγείο, τηλεόραση, γκάζι, διάφορα έπιπλα και βιβλία και, γενικά, ό,τι μπορεί να έχει μέσα ένα σπίτι, να είναι πεταμένα σε ένα κενό οικόπεδο απέναντι. Περαιτέρω, είδε το κάγκελο κλειστό με αλυσίδες να γράφει πάνω απαγορεύεται η είσοδος και ότι επιτρέπεται μόνο από τον ιδιοκτήτη. Είπε επίσης ότι είδε τον Κατηγορούμενο να πετάει πράγματα έξω από το κάγκελο μέσα στον δρόμο όπως ρούχα, εσώρουχα και ότι είδε ρούχα του πρώην Πάτερ, όπως το καλιμαύχι και το ράσο του να ήταν πεταμένo στον δρόμο καθώς και άλλα διάφορα πράγματα όπως αεριστήρες. Ανέφερε ότι μαζί με τον Κατηγορούμενο ήταν άλλα δύο νεαρά παιδιά, τα οποία έφυγαν από το μέρος όταν έγινε φασαρία και μαζεύτηκε κόσμος από το χωριό. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι είδε εκεί δύο αστυνομικούς που στέκονταν έξω και περίμεναν έναν άλλο αστυνομικό να έρθει, κάποιον XXXXX με αριθμό XXXXX, ο οποίος, όταν έφθασε στο μέρος, πλησίασε το κάγκελο, μίλησε με τον Κατηγορούμενο ζητώντας του να ανοίξει για να εισέλθει και αφού ο αστυνομικός επέμενε να του πει ποιος του είπε να κάνει αυτό το πράγμα ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι «δεν ενεργώ μόνος μου χωρίς να πάρω την άδεια του πανιερότατου», εννοώντας τον Μητροπολίτη XXXXX. Στη συνέχεια, είπε ότι ο αστυνομικός οδήγησε τον Κατηγορούμενο στο αστυνομικό τμήμα και, ακολούθως, ο Κατηγορούμενος πλήρωσε κάποιον ο οποίος τον βοήθησε να μεταφέρει τα πράγματα εντός της Οικίας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1, ο οποίος πέραν από κουνιάδος (αδερφός της συζύγου του) είναι και φίλος του, του τηλεφώνησε εκείνη την ημέρα και του ζήτησε να πάει εκεί διότι του έβγαλαν τα πράγματα έξω και ήταν εντελώς μόνος του. Γι' αυτό, όπως είπε, δεν ήταν από την αρχή εκεί αλλά πήγε αργότερα, «προς το τέλος», μαζί με την σύζυγο του. Επανέλαβε ότι όταν πήγε στο μέρος είδε τον Κατηγορούμενο να πετάει ρούχα στην παρουσία των δύο αστυνομικών που ήταν εκεί, οι οποίοι, όπως είπε, αν και έβλεπαν τι γινόταν, δεν έκαναν οτιδήποτε, περιμένοντας τον αστυνομικό Αλέξη να έρθει. Ανέφερε επίσης ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται στην Οικία, τον είδε, όπως είπε, να ήταν μέσα σε αυτήν και να ρίχνει τα πράγματα έξω ενώ όταν τελείωσε κάθισε προς το κάγκελο, μπροστά από την Οικία, χωρίς να αφήνει κανένα να εισέλθει σε αυτήν. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να μπαίνει και να βγαίνει από την Οικία και να ρίχνει πράγματα έξω, δεν τον είδε όμως όταν εισήλθε μόνος του σε αυτήν την πρώτη φορά. Απ' όσα είπε ότι είδε εκ των υστέρων, όταν βοήθησε τον Μ.Κ.1 να μεταφερθούν τα πράγματα μέσα στην Οικία, όλα τα πράγματα ήταν πεταμένα έξω και εντός της Οικίας υπήρχαν πράγματα σπασμένα όπως οι παραστατοί και τα τζάμια του μπάνιου από το οποίο ισχυρίστηκε ότι εισήλθαν μέσα τα δύο άλλα πρόσωπα που ήταν λεπτοί. Ανέφερε στη συνέχεια ότι όταν έφτασε εκεί είδε τον Κατηγορούμενο να περιμένει καθιστός να έρθει κάποιος από την Αστυνομία να αναλάβει την υπόθεση και μετά ήρθε ο XXXXX. Αρνήθηκε ότι έχει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον για την μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο και αρνήθηκε επίσης ότι ήρθε να μαρτυρήσει εναντίον του Κατηγορούμενου εκδικητικά λόγω της μακροχρόνιας σχέσης που είπε ότι έχει με τον Μ.Κ.1, προσθέτοντας ότι τον Κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε προηγουμένως ούτε θυμόταν να τον είδε πριν από την ημέρα του συμβάντος. O M.K.3 είπε ότι είναι γείτονας του Μ.Κ.1 και την ημέρα του συμβάντος, 31/10/2017, είχε πάρει το τρακτέρ του για να πάει στο χωράφι του να οργώσει. Τότε, είδε έξω από την Οικία τον Κατηγορούμενο μαζί με δύο άλλους άγνωστους κυρίους οι οποίοι έβγαζαν από αυτήν «διάφορα πλυντήρια, ψυγεία, βαλίτσες» και να τα πετάνε στο διπλανό οικόπεδο και στο δρόμο. Όταν το είδε αυτό, πήγε σε έναν άλλο γείτονα τους και τον ενημέρωσε. Ο τελευταίος, μόλις είδε τι συνέβαινε, τηλεφώνησε του Μ.Κ.1, ο οποίος στη συνέχεια ήρθε στην Οικία, ακολούθησε λογομαχία με τον Κατηγορούμενο και μετά ήρθε και η Αστυνομία. Είπε ότι είχαν μαζί τους μια αλυσίδα με την οποία κλείδωσαν το εξωτερικό κάγκελο της εισόδου της Οικίας και δεν άφηναν κανένα να εισέλθει σε αυτήν. Ο ίδιος κάθισε στο απέναντι πεζοδρόμιο μαζί με τον γείτονα του και παρακολουθούσαν την κατάσταση ενώ στη συνέχεια μαζεύτηκαν στο μέρος και άλλοι χωριανοί. Όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να αναφέρει σαν τι πράγματα είδε να βγάζουν απάντησε: «Είδα ψυγεία, είδα βαλίτσες να ρίχνονται απ' έξω τζιαί να πάν, βαλίτσες να πέφτουν, ράσα για Παπάδες, δεν ξέρω σοβαρά νάμπου είχε, εν ξέρω τι πράγματα είχε, άλλα σκεύη, μαγείρισσες, ποτούτα τελοσπάντων ποούλλα ό,τι έχει ένα σπίτι μέσα εσύρναν τα εξω στο οικόπεδο και στο δρόμο». Και όταν ερωτήθηκε αν τα έβγαζαν με προσοχή απάντησε: «Όχι με προσοχή, με βία, τάκκα έξω.» Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος είναι προσωπικός ιατρός και φίλος του, γι' αυτό και θυμόταν την συγκεκριμένη ημερομηνία του συμβάντος αφού αυτό μάλιστα έγινε στην γειτονιά του. Όπως είπε, το συμβάν έγινε πρωινές ώρες (γύρω στις 09:00 με 11:00) και ήταν ο πρώτος που το αντιλήφθηκε, προσθέτοντας ότι, όταν πήγε, είδε τα μισά πράγματα να ήταν έξω στο οικόπεδο και συνέχιζαν ακόμα να βγάζουν πράγματα. Ερωτούμενος αν υπήρχε κάποιος άλλος την ώρα που είπε ότι τους είδε να πετάνε πράγματα έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις: «Α. Όχι, εγώ την ώρα που τους είδα δεν είχε κανέναν, αλλά συνάμα είχε κάποιο χωριανό μας που ήταν μέσα που το κάγκελο. Ε. Α, είχε και άλλο; Α. Είχε τζιαί άλλο που εθώρεν την κατάσταση. Μετά ξεκίνησαν τζιαί συνάουνταν περαστικοί, περνούσαν τζιαμέ με τα τρακτέρ, σταματούσαν τζιαμέ τζαί θωρούσαν, οι γειτόνισσες ακούσαν τη φασαρία, σταμάτησαν.» Δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα σε ποιον ανήκει η Οικία ούτε ποιος την έκτισε, εκείνο όμως που γνώριζε είναι ότι κατοικούσε σε αυτήν ο πατέρας του Μ.Κ.1 με την οικογένεια του. Ανέφερε ότι συνέχισαν να βγάζουν πράγματα έξω και μετά που ήρθε ο Μ.Κ.1, ο οποίος στεκόταν στο δρόμο και λογομαχούσε με τον Κατηγορούμενο που ήταν μέσα από το κάγκελο, δεν άκουσε όμως τι του έλεγε επειδή καθόταν μακριά, σε ένα πεζούλι κάποιου άλλου σπιτιού απέναντι, και τους έβλεπε που φωνάζαν. Αρνήθηκε ότι ήρθε στο Δικαστήριο απλώς για να υποστηρίξει τη θέση του Μ.Κ.1 χωρίς να γνωρίζει τι έγινε, προσθέτοντας ότι δεν έχει προηγούμενα εναντίον του Κατηγορούμενου, αντιθέτως τον θαυμάζει για το κήρυγμα του και ότι είναι άριστος στη δουλεία του, όμως σε αυτή την περίπτωση είναι εναντίον διότι πήρε το νόμο στα χέρια του. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν πέταξε οτιδήποτε με βία αναφέροντας συγκεκριμένα ότι: «Άμα πετάς μια βαλίτσα που μέσα στο κάτζιελο τζιαί πετάς την μέσα στη μέση του δρόμου τζιαί σπάζει τζιαί φέφκουν τα αντικείμενα που μέσα, τα ράσα και τα εσώρουχα του.δεν είναι με βία που την πετάς;» Όπως είπε, η Αστυνομία δεν του έλαβε κατάθεση για το συμβάν και ούτε αποτάθηκε από μόνος του στην Αστυνομία για να δώσει τέτοια κατάθεση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από αυτά που άκουγε να λέγονται στο χωριό, γνώριζε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ της εκκλησίας και του Μ.Κ.1, αλλά δεν τον ενδιέφερε ούτε θέλει να γνωρίζει για αυτές. Ο Κατηγορούμενος, μέσω της ανώμοτης του δήλωσης (Έγγραφο Β), αναφέρθηκε αρχικά στις ανεπιτυχείς προσπάθειες που ξεκίνησαν να γίνονται με τον Μ.Κ.1 λίγο καιρό μετά τον Ιούνιο του 2015 που απεβίωσε ο προηγούμενος ιερέας του Ιερού Ναού του XXXXX (πάτερ XXXXX) για να παραδώσει την Οικία στην Εκκλησιαστική Επιτροπή, η οποία, όπως είπε, έχει υπό την ευθύνη της τη διοίκηση της περιουσίας του εν λόγω ναού, στην οποία περιλαμβάνεται και η Οικία. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος και η οικογένεια του είχαν αρχίσει εργασίες για ανέγερση ιδιόκτητης οικίας και κανένα προσωπικό όφελος δεν έχει ή θα έχει από την χρήση της Οικίας. Πρόσθεσε ότι ο Μ.Κ.1 ήταν απρόθυμος να παραδώσει την Οικία παρά το ότι έχει ικανά εισοδήματα για να ενοικιάσει κάπου αλλού να μείνει ή ακόμη να προέβαινε σε εργασίες ανακαίνισης της οικίας που διατηρεί ο ίδιος στο χωριό. Αντιθέτως, όπως είπε, ο Μ.Κ.1 ήταν ερειστικός και προσπαθούσε σε κάθε ευκαιρία να δημιουργήσει προβλήματα στην εκκλησία, αναφέροντας ένα περιστατικό που έγινε με τον Εξάψαλμο κατά τη διάρκεια μιας κυριακάτικης λειτουργίας και την εχθρική και επιθετική συμπεριφορά που είχε απέναντι του όταν τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του μετά το περιστατικό με τον Εξάψαλμο όπου είχε πάει να τον συναντήσει για να βρεθεί μια λύση. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν και τα ισχυριζόμενα αδικήματα, ανέφερε ότι κανένας από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν τον είδε να εισέρχεται βίαια εντός της Οικίας και ούτε τον είδαν να σπάζει τζάμια, απλά γιατί ουδέποτε χρησιμοποίησε βία και ούτε έσπασε τα τζάμια που ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.
- Ούτε τον είδε κάποιος να μεταφέρει αντικείμενα για τα οποία τον κατηγορούν ότι έχουν υποστεί ζημιά. Ανέφερε, επιπλέον, ότι καμία ζημιά δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για τον απλό λόγο ότι καμία ζημιά δεν προκλήθηκε στα αντικείμενα που επικαλέστηκε ο Μ.Κ.
- Όσον αφορά το ποσό των €5.000 και τον σταυρό του αποβιώσαντα πατέρα του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Αστυνομικός που τον μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση δεν εντόπισε οτιδήποτε πάνω του για τον λόγο ότι ουδέποτε έκλεψε οποιοδήποτε ποσό ούτε πήρε τον σταυρό. Ούτε εντόπισε οτιδήποτε η Αστυνομία σε έρευνα που προέβη στην οικία του και στο αυτοκίνητο του. Σημείωσε επίσης ότι κατά την κηδεία του πατέρα του Μ.Κ.1, ο τελευταίος είχε κατηγορήσει τον ίδιο και τους ιερείς που ήταν παρόντες στην κηδεία ότι πήραν τον σταυρό του πατέρα του. Αρνήθηκε επίσης ότι εισήλθε βίαια εντός της Οικίας, ότι προκάλεσε τις ζημιές που επικαλείται ο Μ.Κ.1 και ότι έκλεψε οτιδήποτε από τον Μ.Κ.
- Ανέφερε επίσης ότι, σε σχέση με την παράδοση της Οικίας εκκρεμεί εναντίον του Μ.Κ.1 η αγωγή 288/2018, την οποία καταχώρισε η Εκκλησιαστική Επιτροπή την 01/02/2018, ενώ η αγωγή 1919/2018 που ο Μ.Κ.1 καταχώρισε εναντίον του προσωπικά 5 μήνες αργότερα (την 17/07/2018) αποσύρθηκε ανεπιφύλαχτα στις 23/11/
- Πρόσθεσε τέλος ότι η παρούσα προωθείται από τον Μ.Κ.1 εκδικητικά για να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνει εντός της Οικίας και για να προξενήσει κακό στον ίδιο και στην υπόληψη του. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Ο Μ.Κ.1 υπήρξε σταθερός και πειστικός στα όσα ανέφερε αναφορικά με την ανέγερση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Οικίας καθώς και στο ότι κατοικούσε σε αυτήν από το
- Δεν δίστασε περαιτέρω να αναφέρει ότι μετά το θάνατο του πατέρα του (15 Ιουνίου 2015) και πριν την επίδικη ημερομηνία (31/10/2017) του ζητήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις από την Μητρόπολη να παραδώσει την Οικία, όμως δεν το έπραξε επειδή πιστεύει ότι δικαιωματικά διαμένει σε αυτήν, στηριζόμενος κυρίως στο περιεχόμενο μίας επιστολής που έχει από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Η εκδοχή αυτή της μαρτυρίας του είναι σαφής, πειστική και επί της ουσίας της παρέμεινε αναντίλεκτη, γι' αυτό και την αποδέχομαι για την εξαγωγή ευρημάτων. Ο Μ.Κ.1 παρέμεινε επίσης συνεπής στη θέση του ότι μετά το θάνατο του πατέρα του και πριν την επίδικη ημερομηνία υπήρξαν δύο τουλάχιστον περιστατικά με τον Κατηγορούμενο, στα οποία αναφέρθηκε δίδοντας πειστικές και αληθοφανείς απαντήσεις. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, το πρώτο αφορούσε την ανάγνωση του Εξάψαλμου κατά τη διάρκεια μίας λειτουργίας στην εκκλησία και το δεύτερο έγινε ένα πρωϊνό στο ιατρείο του και αφορούσε την παράδοση της Οικίας στην Μητρόπολη. Αποδέχομαι συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, επί του οποίου κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή ευρημάτων. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την ουσία της εκδοχής που παρουσίασε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τα όσα ανέφερε ότι διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο (31/10/2017). Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, στο βαθμό που αφορά τις αποδιδόμενες πράξεις του Κατηγορούμενου, χαρακτηρίζεται από εικασίες, ασαφείς, γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις αλλά και ουσιώδεις αντιφάσεις, στις οποίες υπέπεσε, προδήλως, θέλοντας να καλύψει δυσαναπλήρωτα κενά της υπόθεσης του. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε κατά τρόπο θετικό και άμεσο ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε συγκεκριμένες πράξεις στην Οικία του (βλ. παράγραφο 5 Εγγράφου Α), δίδοντας έτσι την εντύπωση πως ο ίδιος ήταν παρών και είδε τον Κατηγορούμενο να προβαίνει σε αυτές τις πράξεις, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι έφθασε στην Οικία κάποια στιγμή αργότερα, μετά από τηλεφώνημα ενός γείτονα του, και όταν είχαν ήδη βγάλει σχεδόν τα μισά πράγματα έξω, χωρίς να έχει δει τον Κατηγορούμενο να σπάζει κάτι ούτε είπε ότι τον είδε να σπάζει παράθυρα της Οικίας. Έτσι, η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε βίαια στην Οικία σπάζοντας παράθυρα και ότι έκλεψε το ποσό των €5.000 και τον σταυρό του πατέρα του όπως και τα όσα στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκαν της προαναφερόμενης εισόδου («προσπάθησαν να παραβιάσουν την πόρτα της κουζίνας και δεν τα κατάφεραν [.] μετά ήρθαν στο υπνοδωμάτιο, άνοιξαν τα παραθύρκα απ' έξω τα ξύλινα») δεν στηρίζονται σε γεγονότα που είδε να συμβαίνουν αλλά σε δικές του εικασίες και συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στηριζόμενος σε σπασμένα γυαλιά του μπάνιου που είπε ότι είδε, χωρίς να προσδιορίζει πότε τα είδε, καθώς και στο ότι είδε τον Κατηγορούμενο να μπαίνει και να βγαίνει από την μπροστινή πόρτα της Οικίας μεταφέροντας κάποια πράγματα του (πάπλωμα, κουβέρτες, ανεμιστήρα, ξύλινο του κρεβατιού) αλλά και στο ότι έψαξε μετά και δεν εντόπισε το ισχυριζόμενο χρηματικό ποσό και τον σταυρό που είπε ότι βρίσκονταν στην Οικία, χωρίς, αφενός, να προσδιορίζει πότε ήταν που έψαξε και δεν τα βρήκε και όταν, αφετέρου, δεν θυμόταν να πει αν τον σταυρό είχε ισχυριστεί στο μακρινό παρελθόν (δύο περίπου χρόνια προηγουμένως, κατά την κηδεία του πατέρα του) ότι κάποιος τον πήρε. Πέραν από αυτά, η εκδοχή του Μ.Κ.1 καταλήγει στα πιο πάνω συμπεράσματα, παρόλο που όταν έφθασε στην Οικία είπε ότι είδε σε αυτήν, εκτός από τον Κατηγορούμενο, και άλλα δύο πρόσωπα, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι τον Κατηγορούμενο σίγουρα δεν τον χωρούσε να εισέλθει από το παράθυρο του αποχωρητηρίου που είπε ότι ήταν σπασμένο. Έτσι, οι πιο πάνω, συμπερασματικές, θέσεις του Μ.Κ.1, καθίστανται τρωτές, παρουσιάζοντας δυσαναπλήρωτα κενά, αφού τα όσα είπε τελικά ότι είδε όταν έφθασε στην Οικία δεν συνδέουν ευθέως τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη των πράξεων που αρχικά του απέδωσε και αποδυναμώνονται ακόμη περισσότερο εφόσον απουσιάζουν από την μαρτυρία του οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες που να συνδέουν κατά τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία τον Κατηγορούμενο με την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων (όπως μαρτυρία για το πότε ο Μ.Κ.1 έφυγε από την Οικία πριν την φερόμενη βίαιη είσοδο του Κατηγορούμενου, σε ποια ακριβώς πραγματική κατάσταση την άφησε πριν φύγει και πού ακριβώς μέσα στην Οικία βρίσκονταν τα αντικείμενα που ισχυρίστηκε ότι κλάπηκαν, αν τότε που έφυγε από την Οικία τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν όλα κλειδωμένα, πόσος χρόνος παρήλθε από τότε μέχρι την ισχυριζόμενη βίαιη είσοδο του Κατηγορούμενου στην Οικία, με ποιο τρόπο έσπασε το παράθυρο του αποχωρητηρίου, πότε το είδε σπασμένο και πότε αντιλήφθηκε ότι χάθηκαν τα εν λόγω αντικείμενα, πώς αποκλείεται οι προαναφερόμενες ενέργειες να έγιναν από κάποιον από εκείνους που είπε ότι είδε τη δεδομένη χρονική στιγμή που έφθασε στην Οικία και πώς προκύπτει ότι το παράθυρο του αποχωρητηρίου δεν έσπασε από τις υπόλοιπες φερόμενες ενέργειες άλλων προσώπων που είπε ότι ήταν εντός της Οικίας). Ενδεικτικά, είναι τα ακόλουθα παραδείγματα από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του: (α) ενώ ισχυρίστηκε αρχικά ότι ο Κατηγορούμενος έσπασε τα παράθυρα του σπιτιού του και μπήκε βίαια στο σπίτι του, αποδέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο να σπάζει οτιδήποτε ενώ δεν ανέφερε πότε είδε το παράθυρο του μπάνιου σπασμένο, (β) ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ευθέως ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε το ποσό των €5.000 και τον σταυρό του αποβιώσαντα πατέρα του, κατά την αντεξέταση του ανέφερε γενικά ότι αυτά χάθηκαν, αφού δεν ανευρέθηκαν μετά τις «λεηλασίες», χωρίς να ήταν σε θέση να αναφέρει αν τα πήρε ο Κατηγορούμενος και χωρίς να αναφέρει πότε και πού ήταν η τελευταία φορά που τα είδε, πότε και πού έψαξε για να τα εντοπίσει καθώς και πότε αντιλήφθηκε ότι χάθηκαν. Μάλιστα, άφησε να αιωρείται το ενδεχόμενο ο σταυρός του πατέρα του να «χάθηκε» σε πολύ προγενέστερο χρόνο, αφού, όπως είπε, δεν θυμόταν αν είχε αναφέρει ξανά στον Κατηγορούμενο κατά την κηδεία του πατέρα του το 2015 ότι κάποιος πήρε τον σταυρό του, (γ) κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε κακόβουλη ζημιά στην περιουσία του αφού άρπαζε και έριχνε έξω σε δημόσιο χώρο τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο σπίτι του και γενικά τα περιουσιακά του στοιχεία (ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα περιγραφόμενα στην 4η κατηγορία Αντικείμενα). Εντούτοις, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι, όταν έφθασε στην Οικία είχαν ήδη βγάλει σχεδόν τα μισά πράγματα έξω στο δρόμο, χωρίς να αναφέρει ποια ακριβώς ήταν αυτά τα πράγματα καθώς και ποια από αυτά είχαν υποστεί τις ισχυριζόμενες ζημιές αλλά και πότε και πώς τις αντιλήφθηκε. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει αν τα εν λόγω πράγματα μεταφέρθηκαν εκεί από τον Κατηγορούμενο ή από κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνους που είπε ότι είδε στην Οικία όταν έφθασε εκεί καθώς και αν ήταν ο Κατηγορούμενος που τους προκάλεσε τις φερόμενες ζημιές (όπως του καταλόγισε κατά την κυρίως εξέταση του), περιοριζόμενος απλώς να αναφέρει ότι είδε τον Κατηγορούμενο να βγάζει το πάπλωμα, τις κουβέρτες και τον ανεμιστήρα (για τα οποία δεν ισχυρίστηκε ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά) και να τα βάζει έξω στο δρόμο καθώς και να παίρνει το ξύλινο του κρεβατιού και να το βάζει μπροστά στα κάγκελα της Οικίας, (δ) ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέτρεψε καθόλου στον ίδιο ή σε άλλο μέλος της οικογένειας του να εισέλθουν στην Οικία για οποιοδήποτε λόγο μετά που το κατέλαβε, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι είδε τα γυαλιά του μπάνιου σπασμένα και άλλες ζημιές εντός της Οικίας, χωρίς παράλληλα να αναφέρει πότε ήταν που είδε για πρώτη φορά τις εν λόγω ισχυριζόμενες ζημιές. Εφόσον, όμως, δεν του επιτράπηκε, όπως ισχυρίστηκε, να εισέλθει στην Οικία μετά που αυτή «καταλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο», δεν εξήγησε πώς και πότε είδε τα γυαλιά του μπάνιου σπασμένα καθώς και τις ζημιές που ανέφερε ότι έγιναν στο εσωτερικό της Οικίας. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν αποδέχομαι την θέση που εξέφρασε μέσω της μαρτυρίας του ότι στις 31/10/2017 ο Κατηγορούμενος έσπασε τα παράθυρα του σπιτιού του και μπήκε βίαια στην Οικία ή ότι έκλεψε το ποσό των €5.000 και τον σταυρό του αποβιώσαντα πατέρα του. Ούτε αποδέχομαι την θέση του Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος «άρπαζε και έριχνε έξω σε δημόσιο χώρο τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο σπίτι του και γενικά τα περιουσιακά του στοιχεία», προβαίνοντας σε ζημιά σε αυτά η οποία κάλυπτε πράγματα όπως τα Αντικείμενα. Τούτο διότι, ο εν λόγω ισχυρισμός, δεν έχει λογική συνοχή με τα όσα στη συνέχεια ανέφερε, ότι δηλαδή, αφενός, δεν ήταν παρών κατά την φερόμενη διάπραξη των επιζήμιων πράξεων που απέδωσε στον Κατηγορούμενο και ότι, αφετέρου, τη δεδομένη χρονική στιγμή είδε να μπαινοβγαίνουν στην Οικία, εκτός από τον Κατηγορούμενο, και άλλα δύο πρόσωπα. Ούτε δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία μέσω της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 (όπως για παράδειγμα αυτές που προαναφέρθηκαν ανωτέρω αλλά και ποια ήταν η πραγματική κατάσταση της αναφερόμενης περιουσίας του πριν τις φερόμενες ενέργειες του Κατηγορούμενου που οδήγησαν στην ισχυριζόμενη ζημιά της) ώστε να προκύπτει το συμπέρασμα, αποκλείοντας κάθε άλλη λογική πιθανότητα ή εξήγηση, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που προκάλεσε τις ισχυριζόμενες ζημιές επί της περιουσίας του ή αν ήταν οι φερόμενες πράξεις του Κατηγορούμενου που προκάλεσαν την ισχυριζόμενη ζημιά στα Αντικείμενα. Δέχομαι όμως από την μαρτυρία του ότι στις 31/10/2017 έφθασε στην Οικία μετά από τηλεφώνημα ενός γείτονα του και ότι είδε τότε σχεδόν τα μισά πράγματα έξω, σε μια χωμάτινη πεδιάδα. Δέχομαι περαιτέρω ότι ο Μ.Κ.1 δεν είδε τον Κατηγορούμενο να σπάζει κάτι αλλά τον είδε μαζί με δύο άλλα πρόσωπα να μπαινοβγαίνουν από την μπροστινή πόρτα της Οικίας και είδε τον Κατηγορούμενο να βγάζει έξω στο δρόμο ένα πάπλωμα, κουβέρτες και έναν ανεμιστήρα καθώς και να παίρνει το ξύλινο του κρεβατιού και να το βάζει μπροστά στα κάγκελα της Οικίας. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι όταν έφθασε στην Οικία τα κάγκελα της ήταν κλειδωμένα με λουκέτο, δεν του επιτράπηκε να εισέλθει σε αυτήν και ότι ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία η οποία στη συνέχεια έφθασε στο μέρος. Τούτο διότι οι θέσεις του αυτές επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκαν, έχουν λογική συνοχή με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία και είναι αληθοφανείς. Συνεπώς, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 (στην έκταση που αναφέρθηκε ανωτέρω) για την εξαγωγή ευρημάτων. Ο Μ.Κ.2 δεν προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα προσώπου ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο επιτηδευμένα και καθοδηγούμενα, για να μαρτυρήσει με τρόπο που θεωρούσε ότι θα βοηθούσε την υπόθεση του Παραπονούμενου παρά για να αναφερθεί σε γεγονότα ως προς τις αμφισβητούμενες πτυχές της παρούσας υπόθεσης, στο βαθμό που ο ίδιος τα έζησε. Στην προσπάθεια του αυτή, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις στην εκδοχή της μαρτυρίας που παρουσίασε, κυρίως ως προς τη χρονική στιγμή που ισχυρίστηκε ότι έφθασε στην Οικία αλλά και ως προς αυτά που είπε ότι είδε όταν έφθασε εκεί, προβάλλοντας, παράλληλα, θέσεις που στηρίζονται απλώς σε εικασίες ή χαρακτηρίζονται από κενά και ασάφειες. Συγκεκριμένα: (α) ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι όταν έφθασε στην Οικία είδε σε αυτήν, εκτός από τον Κατηγορούμενο, και δύο νεαρά πρόσωπα καθώς και δύο αστυνομικούς να στέκονται έξω από την Οικία (της οποίας, όπως είπε, το κάγκελο ήταν κλειστό με αλυσίδες), χωρίς να προσδιορίζει τι έκαναν στην Οικία τα εν λόγω δύο νεαρά πρόσωπα όταν είπε ότι τους είδε καθώς και από πού, πώς και πότε τα εν λόγω πρόσωπα έφυγαν από την Οικία ή αν έφυγαν πριν ή μετά την άφιξη της αστυνομίας στο μέρος, (β) ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι όταν έφθασε στην Οικία είδε τον Κατηγορούμενο να πετάει πράγματα έξω από το κάγκελο μέσα στο δρόμο, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτό γινόταν στην παρουσία δύο αστυνομικών που ήταν εκεί, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι όταν έφθασε στο μέρος είδε τον Κατηγορούμενο που «περίμενε εκεί καθισμένος να έρθει κάποιος να αναλάβει την υπόθεση», (γ) δεν ήταν σαφής ούτε σταθερός στη θέση του ως προς το τι είδε να κάνει ο Κατηγορούμενος όταν είπε ότι έφθασε στο μέρος. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται στην Οικία, αμέσως μετά ισχυρίστηκε ότι εκείνο που εννοούσε ήταν ότι δεν τον είδε την πρώτη φορά που εισήλθε μόνος του στην Οικία αλλά τον είδε να μπαινοβγαίνει στην Οικία και να ρίχνει τα πράγματα έξω, για να αναφέρει στο τέλος ότι όταν έφθασε εκεί είδε τον Κατηγορούμενο καθισμένο να περιμένει κάποιον να αναλάβει την υπόθεση, (δ) ενώ η θέση του ήταν ότι πήγε στην Οικία «προς το τέλος», αναφέροντας ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο όταν εισήλθε για πρώτη φορά σε αυτήν ούτε είδε ποιος έριξε τα πράγματα στο οικόπεδο, προέβη σε ισχυρισμούς γεγονότων που δεν συνιστούν παρά εικασίες για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα εκείνη την ημέρα, λέγοντας ότι: «εσπάσαν, μπήκαν μέσα, εσπάσαν τι εκάμασιν, διότι έχει και σπασμένα πράγματα μέσα, εσπάσαν τους παραστατούς, αυτά όλα που είδα εκ των υστέρων διότι βοήθησα μετά που πήραμε τα πράγματα μέσα και είδα τα σπασμένα, τα τζιάμια σπασμένα του μπάνιου που μπήκαν από το μπάνιο μέσα οι 2 λεπτοί, οι 2 νέοι ήταν λεπτοί αυτοί διότι τον XXXXX δεν τον χωρεί να μπει από εκεί και τον είδα μετά που έμπαινε και έβγαινε και έριχνε πράγματα έξω». Τα πιο πάνω χαρακτηρίζουν την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, η εκδοχή του οποίου, συναφώς, δεν γίνεται αποδεχτή στην ολότητα της και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο Μ.Κ.3 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρά την μακροχρόνια γνωριμία και φιλική σχέση που είπε ότι έχει με τον Μ.Κ.1, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Μαρτύρησε με απλότητα για όσα είπε ότι είδε κατά τον επίδικο χρόνο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σταθερότητα και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής, χωρίς παράλληλα να έχω διαπιστώσει ουσιώδεις αντιφάσεις στο περιεχόμενο της. Συνεπώς, κρίνω ότι ο Μ.Κ.3 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ προς διατύπωση των αναγκαίων ευρημάτων. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, στην οποία είχε την επιλογή αλλά και αναφαίρετο δικαίωμα να προβεί, το Δικαστήριο θα την προσεγγίσει με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί σε μια ανώμοτη δήλωση[2]. Συνοψίζοντας, μια ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη ούτε μπορεί να υποστηρίξει θέσεις ή να αποδείξει γεγονότα εκεί που δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία σχετική με αυτά. Δεν είναι όμως χωρίς καμία απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ αφού μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από μια διαφορετική σκοπιά, έχοντας πειστική παρά αποδεικτική αξία, αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη βάσανο της αντεξέτασης. Εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση. Εξετάζοντας, λοιπόν, την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα επί του προκειμένου ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκαν της 31/10/2017 αναφορικά με την παράδοση της Οικίας, το λόγο που ανεγέρθηκε και τα πρόσωπα που διέμεναν σε αυτήν, ως επίσης και το περιεχόμενο των συζητήσεων που είπε ότι έγιναν από πλευράς Μητρόπολης με τον Μ.Κ.1 αλλά και στα όσα έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο, στην έκταση που αυτά συγκρούονται ή δεν συνάδουν με αξιόπιστη μαρτυρία. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε αναφορικά με τα όσα διαμείφθησαν μεταξύ τους σε σχέση με το περιστατικό που αφορούσε τον Εξάψαλμο ή κατά την επίσκεψη του Κατηγορούμενου στο ιατρείο του Μ.Κ.
- Ούτε μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα προέβαλε αναφορικά με τις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν από πλευράς Εκκλησιαστικής Επιτροπής, εφόσον αυτά αποτελούν θέσεις που δεν υποστηρίζονται ούτε αποδεικνύονται από αξιόπιστη μαρτυρία. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα σε σχέση με τα επίμαχα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση: Η Οικία χτίστηκε από την οικογένεια του Μ.Κ.1 το 1983 σε ιδιοκτησία και με έξοδα της Ιεράς Μητρόπολης Μόρφου, στην περιφέρεια της οποίας εντάσσεται ο Ιερός Ναός του XXXXX (στο εξής ο «Ναός»). Έκτοτε ο Μ.Κ.1 κατοικούσε στην Οικία μαζί με την μητέρα του και τον πατέρα του, που ήταν ο ιερέας του Ναού, και συνέχισε να κατοικεί σε αυτήν μόνος του μετά το θάνατο των γονέων του. Η Οικία ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου και υπάγεται στην διοίκηση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ναού, της οποίας πρόεδρος είναι ο εκάστοτε ιερέας του Ναού. Μετά το θάνατο του πατέρα του Μ.Κ1, ο οποίος επήλθε στις 15/06/2015, του ζητήθηκε από πλευράς Μητρόπολης Μόρφου να παραδώσει την Οικία στην Εκκλησιαστική Επιτροπή, όμως ο ίδιος αρνήθηκε να το πράξει. Μεσολάβησαν δύο τουλάχιστον περιστατικά μεταξύ του Μ.Κ.
- και του Κατηγορούμενου, ο οποίος εν τω μεταξύ ανέλαβε καθήκοντα ιερέα στο Ναό μετά το θάνατο του πατέρα του Μ.Κ.
- Το πρώτο αφορούσε επιπλήξεις και παρατηρήσεις που ο Κατηγορούμενος έκανε στον Μ.Κ.1 όταν ο τελευταίος έψαλλε τον Εξάψαλμο κατά την διάρκεια μίας λειτουργίας στην εκκλησία και το δεύτερο έγινε ένα πρωϊνό στο ιατρείο του Μ.Κ.1 όπου τον επισκέφθηκε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, με έντονο ύφος (φωνάζοντας και κτυπώντας με δυνατό τρόπο το χέρι του στο ιατρείο του), του ανέφερε ότι πρέπει να φύγει από την Οικία. Ακολούθως, το πρωϊνό της 31/10/2017, μεταξύ των ωρών 09:00 - 11:00 περίπου, ο Κατηγορούμενος εθεάθη από τον Μ.Κ.3 έξω από την Οικία μαζί με δύο άλλα άγνωστα πρόσωπα, τα οποία έβγαζαν από την Οικία διάφορα πλυντήρια, ψυγεία, βαλίτσες και ό,τι άλλο μπορεί να έχει μέσα ένα σπίτι και τα πετούσαν χωρίς προσοχή σε ένα διπλανό οικόπεδο. Όταν ο Κατηγορούμενος εθεάθη για πρώτη φορά από τον Μ.Κ.3, τα μισά πράγματα ήταν έξω στο οικόπεδο. Στην εσωτερική πλευρά του καγκέλου της εξωτερικής εισόδου της Οικίας βρισκόταν και κάποιο άλλο πρόσωπο (χωριανός) που έβλεπε την κατάσταση. Τότε, ο Μ.Κ.3 πήγε και ενημέρωσε έναν άλλο γείτονα τους, ο οποίος όταν βγήκε έξω και είδε την κατάσταση τηλεφώνησε του Μ.Κ.1 για να έρθει. Με τη χρήση αλυσίδας κλείδωσαν το κάγκελο της εξωτερικής εισόδου της Οικίας (του κήπου) και δεν επέτρεπαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να εισέλθει στην Οικία, ούτε στον Μ.Κ.1, ο οποίος έφθασε κάποια στιγμή αργότερα στο μέρος εκείνο, όταν ήδη σχεδόν τα μισά πράγματα βρίσκονταν στο προαναφερόμενο οικόπεδο. Ακολούθησε λογομαχία μεταξύ του Κατηγορούμενου, ο οποίος βρισκόταν μέσα από το κάγκελο της εξωτερικής εισόδου της Οικίας, και του Μ.Κ.1, ο οποίος στεκόταν στο δρόμο, και ο Μ.Κ.1 κάλεσε την Αστυνομία, μέλη της οποίας έφθασαν την ίδια ημέρα στο μέρος εκείνο. Ο Μ.Κ.3 είδε τον Κατηγορούμενο να πετάει μία βαλίτσα από την εσωτερική πλευρά του καγκέλου της Οικίας προς τα έξω, στη μέση του δρόμου, και είδε να φεύγουν μέσα από αυτήν αντικείμενα, ράσα και εσώρουχα. Περαιτέρω, όταν ο Μ.Κ.1 έφθασε στο μέρος είδε τα άλλα δύο πρόσωπα να μπαινοβγαίνουν από την μπροστινή (κύρια) είσοδο της Οικίας βγάζοντας και άλλα πράγματα έξω και επίσης είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται τρέχοντας από την κύρια είσοδο της Οικίας και να βγάζει έξω στο δρόμο ένα πάπλωμα, κουβέρτες και έναν ανεμιστήρα καθώς επίσης και να παίρνει το ξύλινο του κρεβατιού και να το τοποθετεί μπροστά στα κάγκελα της Οικίας. Γ. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195) H πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της βίαιης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 87 του Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος με σκοπό απόκτησης κατοχής αυτών, εισέρχεται βίαια σε οποιαδήποτε γη ή ακίνητο, είτε η βία συνίσταται στην άσκηση πραγματικής βίας πάνω σε άλλο είτε με απειλές είτε στη διάρρηξη οποιασδήποτε κατοικίας είτε στη συγκέντρωση ασυνήθιστου αριθμού ανθρώπων, είναι ένοχος πλημμελήματος το οποίο καλείται βίαιη είσοδος. Όλα τα πιο πάνω ισχύουν και αν ακόμη αυτός έχει το δικαίωμα εισόδου σε τέτοια γη ή όχι, νοουμένου ότι ο εισερχόμενος σε γη ή ακίνητα που ανήκουν σε αυτόν, βρίσκονται όμως κάτω από τη φύλαξη του υπηρέτη ή επιστάτη, δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της βίαιης εισόδου.» Έπεται, συναφώς, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της βίαιης εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 87 Κεφ. 154 θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι κάποιος, με σκοπό την απόκτηση της κατοχής οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, εισέρχεται με βίαιο τρόπο σε αυτήν, είτε η βία συνίσταται στην άσκηση πραγματικής βίας πάνω σε άλλο είτε με απειλές είτε στη διάρρηξη οποιασδήποτε κατοικίας είτε στη συγκέντρωση ασυνήθιστου αριθμού ανθρώπων. Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος είναι αδιάφορο αν ο εισερχόμενος με βία στην ακίνητη ιδιοκτησία έχει δικαίωμα εισόδου σε αυτήν, εκτός αν η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία ανήκει σε αυτόν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη υπηρέτη ή επιστάτη του, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν διαπράττεται το ποινικό αδίκημα της βίαιης εισόδου. Είναι επίσης αδιάφορο αν ο παραπονούμενος/κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είναι ο ιδιοκτήτης (Archbold Pleading, Evidence and Practice, 34η έκδ., σελ. 1349, παρ. 3605). Όπως σχετικά αναφέρεται στο σύγγραμμα των H.A. Palmer και H. Palmer, Harris's Criminal Law 19th edn Sweet & Mxwell, London 1954, σελ. 176: «An indictment for a forcible entry cannot be supported by evidence of a mere trespass, but there must be some actual force, as by breaking doors or windows or doing personal violence to the prosecutor or his family or servants, or there must be at least some show of force which is calculated to intimidate the prosecutor and prevent resistance. An entry by an open window or by some artifice or trick does not, therefore, constitute a forcible entry.» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι το αδίκημα του άρθρου 87 Κεφ.154 δεν στοιχειοθετείται αφού δεν έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η είσοδος του Κατηγορούμενου στην Οικία έγινε με βίαιο τρόπο, κάτι που αποτελεί συστατικό στοιχείο για την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Συγκεκριμένα, ουδεμία άμεση μαρτυρία έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι στις 31/10/2017 ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία, συνιστάμενη στο σπάσιμο παραθύρων της Οικίας (ως οι λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, οι οποίες αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου[3]) ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή βίας από εκείνες που παρατίθενται στις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου (άσκηση πραγματικής βίας πάνω σε άλλο είτε με απειλές είτε στη διάρρηξη οποιασδήποτε κατοικίας είτε στη συγκέντρωση ασυνήθιστου αριθμού ανθρώπων), για να εισέλθει στην Οικία. Ούτε έχει παρουσιαστεί ισχυρή περιστατική μαρτυρία που να οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε με βίαιο τρόπο στην Οικία[4], ιδιαιτέρως αφού, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, θεάθηκαν εξ αρχής μαζί του εντός της Οικίας ακόμα δύο άγνωστα πρόσωπα καθώς και ένας τρίτος (χωριανός), των οποίων μάλιστα η σχέση τους με τον Κατηγορούμενο παρέμεινε απροσδιόριστη. Έτσι, δεν παρουσιάστηκε τέτοια περιστατική μαρτυρία που να μπορεί να συνδέσει ευθέως και κατά τρόπο ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία τον Κατηγορούμενο με την πράξη που του αποδίδεται με την 1η κατηγορία όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στην Οικία, αφού, μέσω της αξιόπιστης προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν μπορεί επί παραδείγματι να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το ισχυριζόμενο σπάσιμο του παραθύρου και η είσοδος στην Οικία μέσω αυτού να έγιναν από τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα, όπως από τον χωριανό ή από τα άλλα δύο άγνωστα πρόσωπα που επίσης θεάθηκαν τη δεδομένη χρονική στιγμή στην Οικία (των οποίων η σχέση τους με τον Κατηγορούμενο παρέμεινε άγνωστη), ή ακόμη και το ενδεχόμενο αυτά να προηγήθηκαν της άφιξης ή της εισόδου του Κατηγορούμενου στην Οικία. Απλή επέμβαση (mere trespass) του Κατηγορούμενου στην Οικία, όπως είναι ουσιαστικά που υποδηλώνεται μέσω της αποδεκτής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα του άρθρου 87 του Κεφ. 154 (βλ. Harris's Criminal Law, ανωτέρω). Συνεπώς, και συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 Κεφ. 154, στο οποίο ως κλοπή ορίζεται: «Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό [.]» Στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 46 αναφέρθηκαν αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής τα ακόλουθα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το TheftAct 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο TheftAct της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Στην μεταγενέστερη Κουλέρμου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2018:B372, Ποιν. Έφεση 179/2015 ημ. 20/07/2018 που υιοθέτησε την Ανδρονίκου ανωτέρω, αναφέρονται, επιπροσθέτως, τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής είναι ο δόλος και η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης περιουσίας που ανήκει σε άλλο. Τούτο εξάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας, καθώς επίσης και από τη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, που συνήθως έχουν το χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Σύμφωνα με τον Blackstone΄s Criminal Practice, 2016, σελ. 404, παρ. Β 4.10: ″Theft consists of five elements: (
- i)dishonest (
- ii)appropriation (iii) property (
- iv)belonging to another (
- v)with the intention of permanently depriving the other of it.″» Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής εφόσον ουδεμία άμεση ή ισχυρή περιστατική μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, υπήρχαν στην Οικία €5.000 και ο σταυρός του αποβιώσαντα πατέρα του Μ.Κ.1 και ότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του Κατηγορούμενου (και όχι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου που τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν στην Οικία) με σκοπό την μόνιμη αποστέρηση τους από τον Μ.Κ.1. Συναφώς, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης και 3ης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324 Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις.» Σύμφωνα, λοιπόν, με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 θα πρέπει να αποδεχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι: (α) ο κατηγορούμενος καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά σε περιουσία και (β) η ενέργεια του κατηγορουμένου είναι εσκεμμένη και παράνομη. Ως περιουσία, ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154 κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Η ιδιοκτησία της περιουσίας που υπέστη καταστροφή ή ζημιά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 324
(1)Κεφ. 154 (Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255), θα πρέπει, ωστόσο, να αποδειχθεί ότι η εν λόγω περιουσία δεν ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου (Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Περαιτέρω, η ζημιά σε περιουσία δεν χρειάζεται να είναι μόνιμη (Roe v. Kingerlee [1986] Crim LR 735) ούτε χρειάζεται να αποδειχθεί το ύψος ή η ακριβής της αξία (R. v. Whiteley
(1991)155 JP 917, 93 Cr App R 25). Σύμφωνα δε με την R v Zischke [1983] 1 Qd R 240, μία περιουσία θεωρείται ότι έχει υποστεί ζημιά αν έχει καταστεί ατελής (imperfect) ή μη λειτουργική (inoperable)[5]. Όσον αφορά το ζήτημα του όρου «εσκεμμένη», εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι η εσκεμμένη, δηλαδή η ηθελημένη πρόκληση της ζημιάς, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent) για την πρόκληση της συγκεκριμένης ζημιάς. Η απόδειξη του αδικήματος συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168)[6]. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα του όρου «παράνομη», αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί πως η πρόκληση της ζημιάς δεν ήταν νόμιμη, δεν είχε νόμιμη αιτία (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Στο πλαίσιο αυτό και νοουμένου ότι αποδειχθούν από την κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εξετάζεται από το Δικαστήριο αν υπάρχει επιτυχής επίκληση της νομοθετικής υπεράσπισης που προκύπτει από την συνδυασμένη εφαρμογή του άρθρου 8 Κεφ. 154[7] και της επιφύλαξης του άρθρου 324
(1)Κεφ. 154, την οποία ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[8]. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα το Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος εθεάθη να πετάει μία βαλίτσα από την εσωτερική πλευρά του καγκέλου της Οικίας προς τα έξω, στη μέση του δρόμου, και να φεύγουν μέσα από αυτήν αντικείμενα, ράσα και εσώρουχα. Περαιτέρω, εθεάθη να βγάζει έξω στο δρόμο ένα πάπλωμα, κουβέρτες και έναν ανεμιστήρα καθώς επίσης και να παίρνει το ξύλινο του κρεβατιού και να το τοποθετεί μπροστά στα κάγκελα της Οικίας. Δεν προκύπτει, όμως, από την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι αυτός που προκάλεσε τις ισχυριζόμενες ζημιές στα Αντικείμενα ήταν ο Κατηγορούμενος, για τον οποίο ό,τι προκύπτει μέσω της μαρτυρίας σε σχέση με τα αναφερόμενα στην 4η κατηγορία Αντικείμενα (με τα οποία άλλωστε συνδέθηκαν οι ισχυριζόμενες ζημιές, ως η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε αποδεκτή) είναι απλώς ότι πήρε και τοποθέτησε το ξύλινο του κρεβατιού μπροστά στα κάγκελα της Οικίας, χωρίς να προκύπτει ότι ενήργησε με τρόπο που προκάλεσε (και δη ηθελημένα) σε αυτό οποιαδήποτε ζημιά. Ούτε, περαιτέρω, προκύπτει ότι το πάπλωμα, οι κουβέρτες, ο ανεμιστήρας καθώς και τα ράσα, εσώρουχα ή άλλα αντικείμενα της βαλίτσας (για τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας) υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 4ης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Δ. Κατάληξη Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη, ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν.΄Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 23/10/2015 Alibrahim Muhy Iddin v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B125, Ποιν. Έφεση 47/2014 ημ. 29/02/2016 και Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018. [3] Βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776. [4] Όπως αναφέρθηκε στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2015/2012 ημ. 06/04/2015 «Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Αντίθετα, όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119 - 120 και επαναλήφθηκε στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 748 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525, όταν η μαρτυρία «... είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ...». Αυτό, διότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου με τους κρίκους της αλυσίδας της να είναι τόσο συνεκτικά στερεωμένους μεταξύ τους ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός του ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος του αδικήματος. Με την περιστατική μαρτυρία πρέπει το αδίκημα να συνδέεται με τον κατηγορούμενο και την ενοχή του κατά τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία, (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Η περιστατική μαρτυρία πρέπει ταυτόχρονα, κατά τη νομολογία, (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου - πιο πάνω -), να μην περιέχει κενά στην πορεία της ώστε να παρέχεται η αναγκαία ασφάλεια στην απόφαση περί ενοχής.» [5] Αναφορικά με την έννοια της ζημιάς, στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Prqctice 2003, σελ. 341, στο οποίο αναλύονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971, αναφέρεται ότι: «'Damage' is left undefined in the Criminal Damage Act 1971. The courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v. Kingerlee [1986] Crim LR 735, where it was also said that: 'What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether what occurred was damage or not'.» [6] Στο σύγγραμμα Russel on Crime, (2ος τόμος), 12η έκδοση, σελ. 1326-27, στο οποίο παρατίθεται η ερμηνεία του όρου «εσκεμμένη» για το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861, που επίσης ήταν πανομοιότυπο με το άρθρο 324
(1)του Κεφ.154, αναφέρεται ότι με αυτόν τον όρο εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημιάς. Η λέξη εκούσια, προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (βλ. R. v. Piche [1967] 10 Crim. LQ 107 και Hull v. Jordan [1947] 1 All ER 826) και περιλαμβάνει, ακόμη, την περίπτωση που η ενέργεια του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (βλ. R. v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's Judicial Dictionary, (5ος τόμος), 4η έκδοση σελ. 2877). [7] Το άρθρο 8 Κεφ. 154 προβλέπει ότι: «Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης». [8] Βλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 177, στο οποίο γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Public Prosecutor v. Yuvaraj
(1970)2 WLR 226, R v. Dunbar
(1957)2 All ER 737 και R v. Carr-Braint
(1943)2 All ER 156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο