ΚΑΡΑΟΛΗ ν. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1049/2019, 13/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B186 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1049/2019 XXXXX ΚΑΡΑΟΛΗ Παραπονούμενος -εναντίον- XXXXX ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Α. Ελευθερίου Για Κατηγορούμενη: κ. Σπύρου Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, μετά από δική της παραδοχή, στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει, η οποία αφορά το αδίκημα της έκδοσης μίας επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Σημειώνεται ότι η δίωξη στην 1η κατηγορία διακόπηκε την 01/07/2021, έπειτα από απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με επιστολή του ημερομηνίας 29/06/2021 που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε την εν λόγω κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX1556, ύψους €85.000, που εκδόθηκε με δικαιούχο τον Παραπονούμενο και ήταν πληρωτέα στις 16/05/2019, η οποία, όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, ο συνήγορος του Παραπονούμενου, πέραν των πιο πάνω γεγονότων, ανέφερε πως, μέχρι σήμερα έχει καταβλήθηκε το ποσό των €15.000 έναντι του χρέους της πιο πάνω επιταγής, με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται πλέον στο ποσό των €70.000. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα καθώς και στις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που ακολούθησαν από την Κατηγορούμενη προς τον Παραπονούμενο για την αποπληρωμή του χρέους της επιταγής. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η Κατηγορούμενη είναι σήμερα ηλικίας 49 ετών και μητέρα δύο ενήλικων τέκνων τα οποία απέκτησε από τον 1ο της γάμο. Προηγουμένως, εργαζόταν για πολλά χρόνια ως XXXXX όμως, από την άνοιξη του 2020, δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει (XXXXX και άλλες XXXXX παθήσεις που άρχισαν με XXXXX επεισόδιο που υπέστη τον Μάρτιο του 2016 μετά που απεβίωσε ο 2ος της σύζυγος), για τα οποία παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (ως το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 21/12/2020). Διαμένει σε ένα ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με τον σύντροφο της που είναι συνταξιούχος, δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και στηρίζεται οικονομικά από αυτόν. Ως κινητή περιουσία διατηρεί ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιείται από την μεγαλύτερη θυγατέρα της και, επίσης, διατηρεί ένα πολύ μικρό ποσό αποταμιεύσεων σε τραπεζικό λογαριασμό. Ως ακίνητη περιουσία διατηρεί ένα ιδιόκτητο σπίτι στο οποίο διαμένει η μεγαλύτερη της θυγατέρα και το οποίο είναι υποθηκευμένο ενώ, επίσης, διατηρεί χρέη προς Τράπεζες και τρίτα πρόσωπα, συνολικού ύψους €57.000 περίπου. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης, χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, αναφέρθηκε, για σκοπούς μετριασμού, στους ακόλουθους παράγοντες: (α) στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, (β) στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία, βάσει πρόσφατου ιατρικού πιστοποιητικού που παρουσίασε, ημερομηνίας 11/10/2021, εξακολουθούν να παραμένουν τα ίδια, (γ) στην παραδοχή της Κατηγορούμενης, (δ) στην απουσία προηγούμενων καταδικών κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης, (ε) στην μερική συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα με την καταβολή του ποσού των €15.000 έναντι του χρέους της επιταγής και (στ) στην μεταμέλεια και απολογία της Κατηγορούμενης για το αδίκημα που διέπραξε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την Κατηγορούμενη με κάθε δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής. Έχω ακούσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον συνήγορο του Παραπονούμενου, καθώς επίσης και όλα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενης, για μετριασμό της ποινής της, στα οποία δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο (ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και με τις αυτές δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι το εν λόγω αδίκημα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B120, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 25/2/2016). Υποσκάπτει την εμπιστοσύνη που θα πρέπει να υπάρχει στις εμπορικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις συναλλαγές με την έκδοση επιταγών, στο πλαίσιο των οποίων όσοι συναλλάσσονται με επιταγές θα πρέπει να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη ότι οι επιταγές, όταν θα καταστούν πληρωτέες και θα παρουσιαστούν, θα τιμηθούν (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020). Περαιτέρω, το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη βρίσκεται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα (βλ. και την Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη αυτού του αδικήματος είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Ωστόσο το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ ανωτέρω). Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, το ύψος του ποσού της επιταγής που παραμένει οφειλόμενο (€70.000), που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη του αδικήματος της υπό κρίση περίπτωσης. Προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες: (α) την παραδοχή της στην κατηγορία που κρίθηκε ένοχη, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση εφόσον η Κατηγορούμενη δήλωνε μέχρι τις 20/05/2020 μη παραδοχή στην εν λόγω κατηγορία. Επομένως, η παραδοχή της, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50), (β) ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Όπως μνημονεύεται στην Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, προηγούμενη καταδίκη μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής στην μεταγενέστερη υπόθεση αν η διάπραξη του πρώτου αδικήματος λάβει χώρα πριν την διάπραξη του δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν την δεύτερη καταδίκη. Τέτοια δεδομένα δεν ετέθηκαν στην υπό κρίση περίπτωση ώστε να θεωρηθεί πως η Κατηγορούμενη βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, (γ) την μερική συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα από πλευράς Κατηγορούμενης έναντι του συνολικού χρέους της επιταγής, (δ) την μεταμέλεια της Κατηγορούμενης για το αδίκημα που διέπραξε, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου της ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Όπως προκύπτει από την Φλωρεντίνου (ανωτέρω) σε αδικήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης, η έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου αναφύεται μέσα από την αποζημίωση του παραπονούμενου, δικαιούχου της επιταγής, με την πλήρη εξόφληση του χρέους που αυτή αφορά και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση. Εν προκείμενω, είναι γεγονός ότι πέραν του ποσού των €15.000, ουδέν άλλο ποσό καταβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένης, (ε) τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και ως αναπτύχθηκαν από πλευράς της μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της, τα οποία, σημειώνω ότι, είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά (όπως αυτό της υπό κρίση περίπτωσης), όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής και ότι δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης του και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το ύψος του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η επιταγή και το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης αποζημίωση του Παραπονούμενου, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Φλωρεντίνου ανωτέρω), καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την Κατηγορούμενη είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στην Κατηγορούμενη θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης επτά
(7)μηνών στην 2η κατηγορία που κρίθηκε ένοχη. Παρά το ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση από πλευράς Κατηγορούμενης, έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019 και Φλωρεντίνου ανωτέρω). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών της Κατηγορούμενης κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης (περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, σε σχέση με τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν διαπιστώνω, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς του συνηγόρου της, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε προκύπτει ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών) όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη του, δεν υπήρξε από πλευράς της οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια με την πλήρη εξόφληση του ποσού της επιταγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στην Κατηγορούμενη όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων (Άρθρο 168 Κεφ. 155, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)Γ. Πική, σελ.366-367, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2016:B64, Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016). (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο