← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. K & M (TRANSPORT) FUEL TANKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2691/17, 16/6/2021

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. K & M (TRANSPORT) FUEL TANKERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2691/17, 16/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2691/17 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. K & M (TRANSPORT) FUEL TANKERS LTD
  2. XXXXX ΜΑΡΚΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενη 1: κ. Κακουλλής Κατηγορούμενος 2 εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/01/2019 και 22/03/2019, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 7 κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση της Περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για τις φορολογικές περιόδους 01/06/2007 - 31/8/2007 (2η κατηγορία) και 01/06/2016 - 31/08/2016 (3η κατηγορία), κατά παράβαση του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος του 2000) και των σχετικών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002). Οι κατηγορίες 4 μέχρι 8 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενων ποσών ΦΠΑ για τις φορολογικές περιόδους 01/07/2000 - 30/11/2000 (4η κατηγορία), 01/12/2000 - 28/02/2001 (5η κατηγορία), 01/03/2001 - 31/05/2001 (6η κατηγορία), 01/06/2001 - 31/08/2001 (7η κατηγορία) και 09/09/2001 - 30/11/2001 (8η κατηγορία) που βεβαιώθηκαν με ειδοποίηση ημερομηνίας 7/8/2007, κατά παράβαση του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν.246/90)(ο Νόμος του 1990) και των σχετικών Κανονισμών του 1991 (Κ.Δ.Π. 206/91). Σημειώνεται ότι η 1η κατηγορία που προσάφθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων με το υπό κρίση κατηγορητήριο διακόπηκε από τον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με απόφασή του ημερομηνίας 8/2/2019, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να απαλλαχθούν από αυτήν στις 18/3/
  3. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες που παραμένουν, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε σχέση με αυτές για ακρόαση. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία, Αξιολόγηση και Ευρήματα Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον XXXXX Σταύρου (Μ.Κ.1) λειτουργό στην υπηρεσία ΦΠΑ, ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 -
  4. Αυτή ήταν και η μοναδική μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης εφόσον, μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι, αν και δήλωσαν αρχικά ότι επρόκειτο να παρουσιάσουν μαρτυρία προς υπεράσπισή τους, δεν το έπραξαν κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για αυτό το σκοπό. Ο Μ.Κ.1, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX2Η, εγγραφή η οποία έγινε με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 01/07/2000 και παρέμεινε εγγεγραμμένη από τότε μέχρι σήμερα. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1
(1)- 1
(10), δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, στα οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω εταιρεία προηγουμένως ονομαζόταν CYPOIL FUEL TANKERS LIMITED και ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από την 01/01/2000, αδιάλειπτα, μέχρι και τις 22/08/2018 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών. Κατέθεσε επίσης το πιστοποιητικό ημερομηνίας 22/03/2019 που ετοίμασε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου του 2000 και του άρθρου 51
(1)του Νόμου του 1990 (Τεκμήριο 2) αναφορικά με τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των ποσών Φ.Π.Α που βεβαιώθηκαν και τα οποία αναφέρονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 4 - 8, καθώς και την παράλειψη καταβολής της χρηματικής επιβάρυνσης για το ποσό που αναφέρεται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 2 και 3, που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων Φ.Π.Α. Όπως είπε, μέχρι σήμερα, δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι των αναφερόμενων στις κατηγορίες ποσών. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε διαδικασίες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τις επίδικης βεβαίωσης φόρου, καταθέτοντας τα σχετικά τεκμήρια. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, ως αποτέλεσμα φορολογικού ελέγχου που έγινε στην Κατηγορούμενη 1, εκδόθηκε μια βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 25/07/2002 (Τεκμήριο 4), η οποία επιδόθηκε αυθημερόν από τον ίδιο στον Κατηγορούμενο
  1. Η εν λόγω βεβαίωση φόρου ακυρώθηκε με απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/03/2007 (Τεκμήριο 5), στο πλαίσιο της προσφυγής υπ' αριθμό 853/2002 που ασκήθηκε από την Κατηγορούμενη
  2. Λόγω της ακύρωσης αυτής και συμμορφούμενοι με την απόφαση του Δικαστηρίου, προέβηκαν σε έκδοση νέας βεβαίωσης φόρου, ημερομηνίας 19/07/2007 (Τεκμήριο 6), την οποία άφησε στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 στις 06/08/
  3. Επειδή διαπιστώθηκε ένα λάθος στην ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 19/07/2007, επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 στις 07/08/2007 και άφησε μια επιστολή ημερομηνίας 07/08/2007 που αναφέρει ότι η προηγούμενη βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 19/07/2007 περείχε λάθος (Τεκμήριο 7) καθώς και την επίδικη βεβαίωση φόρου, ημερομηνίας 07/08/2007, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αναφέροντας ότι στο Παράρτημα αυτής φαίνεται το ποσό που βεβαιώνεται ως οφειλόμενος ΦΠΑ ανά καθορισμένο φορολογική περίοδο. Εναντίον της επίδικης βεβαίωσης φόρου καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 στις 02/10/2007 η προσφυγή υπ' αριθμό 1396/2007 (Τεκμήριο 9), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/12/2010, επικυρώνοντας έτσι την επίδικη ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου. Κατά της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 η έφεση υπ' αριθμό 12/11 (Τεκμήριο 11), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/10/2016 (Τεκμήριο 12), με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης, μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω μέτρων και την τελική επικύρωση, όπως είπε, της ειδοποίησης βεβαίωσης ΦΠΑ ημερομηνίας 07/08/
  4. Η αντεξέταση του Μ.Κ.1 τόσο από πλευράς Κατηγορούμενης 1 όσο και, κυρίως, από τον Κατηγορούμενο 2 (ο οποίος επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπόθεση, στο στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Κ.1), επεκτάθηκε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, σε ερωτήσεις και ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, όπως στην ορθότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, στον τρόπο που προέκυψαν και πώς υπολογίστηκαν τα ποσά φόρου που βεβαιώθηκαν με αυτήν και αν είχε δικαίωμα η υπηρεσία Φ.Π.Α. να προχωρήσει στην έκδοση νέας βεβαίωσης φόρου, χωρίς, από την άλλη, να αμφισβητηθούν επί της ουσίας τα όσα μαρτύρησε ο Μ.Κ.1 στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του. Υποβλήθηκε δε, από πλευράς Κατηγορούμενης 1, ότι δεδομένης της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την επιβολή της φορολογίας, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να προωθεί την ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων, ζήτημα σε σχέση με το οποίο ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον Μ.Κ.1 ενώ κατέθετε ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφερε, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Ο Μ.Κ. 1 έκανε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ η μαρτυρία του όχι μόνο δεν κλονίστηκε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης αλλά αντίθετα παρέμεινε επί της ουσίας της αδιαμφισβήτητη και αναντίλεκτη. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του ούτε έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε ως εκ της θέσης του και των καθηκόντων του, της εμπλοκής που είχε στην έκδοση και επίδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου καθώς και των εγγράφων που είχε στην κατοχή του και τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια, αναφερόμενος παράλληλα στο περιεχόμενό τους, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός ή να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της εργοδότριας του. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, περιλαμβανομένων των κατατεθειμένων Τεκμηρίων, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα[2], μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: 1. Η Κατηγορούμενη 1 (η οποία προηγουμένως ονομαζόταν CYPOIL FUEL TANKERS LIMITED[3]) είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX2Η από την 01/07/2000 αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα[4] και αποτελεί υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 5
(2)του Νόμου του 1990 και του άρθρου 6 του Νόμου του
  1. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από την 01/01/2000, αδιάλειπτα, μέχρι και τις 22/08/2018 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1
(9).
  1. Ως αποτέλεσμα φορολογικού ελέγχου που έγινε στην Κατηγορούμενη 1, βεβαιώθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α. (στη συνέχεια Έφορος Φορολογίας[5]) ποσό οφειλόμενου φόρου από την Κατηγορούμενη 1, δυνάμει μιας βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 25/07/2002 (Τεκμήριο 4), η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε με απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/03/2007 (Τεκμήριο 5), στο πλαίσιο της προσφυγής υπ' αριθμό XXXXX/2002 που ασκήθηκε από την Κατηγορούμενη
  2. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, ο Έφορος Φ.Π.Α., συμμορφούμενος με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, προέβηκε σε έκδοση νέας βεβαίωσης φόρου προς την Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 19/07/2007 (Τεκμήριο 6), η οποία παραδόθηκε από τον Μ.Κ.1 στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 στις 06/08/
  3. Επειδή διαπιστώθηκε ένα λάθος στην ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 19/07/2007, ο Μ.Κ.1 επισκέφθηκε ξανά τα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 στις 07/08/2007 και παρέδωσε τα ακόλουθα: (α) μια επιστολή ημερομηνίας 07/08/2007 στην οποία αναφέρεται το λάθος της προηγούμενης βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 19/07/2007 και ότι επιδίδεται διορθωμένη επιστολή βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 07/08/2007 (Τεκμήριο 7) και (β) την επίδικη βεβαίωση φόρου, ημερομηνίας 07/08/2007 (Τεκμήριο 8).
  4. Ο Έφορος Φ.Π.Α., δυνάμει του άρθρου 34
(1)του Νόμου του 1990, βεβαίωσε με την επίδικη βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 8) ως οφειλόμενο ποσό Φ.Π.Α. από την Κατηγορούμενη 1 το συνολικό ποσό των £73381,36 (αντίστοιχο ποσό σε ευρώ €125.379,47[6]), το οποίο αφορά συνολικά 5 φορολογικές περιόδους, οι οποίες ξεκινούν από 01/07/2000 μέχρι 30/11/2001 (βλ. Τεκμήριο 2). Συγκεκριμένα, με την επίδικη βεβαίωση φόρου βεβαιώθηκαν ως οφειλόμενα από την Κατηγορούμενη 1 τα πιο κάτω αναφερόμενα ποσά φόρου για τις πιο κάτω, αντίστοιχα αναφερόμενες, φορολογικές περιόδους[7]: 4.
  1. για την περίοδο 01/07/2000 - 30/11/2000, ποσό £24.002,85 (€41.011,30), 4.
  2. για την περίοδο 01/12/2000 - 28/02/2001, ποσό £7.906,73 (€13.509,45), 4.
  3. για την περίοδο 01/03/2001 - 31/05/2001, ποσό £12.524,38 (€21.399,17), 4.
  4. για την περίοδο 01/06/2001 - 31/08/2001, ποσό £14.282,63 (€24.403,32), 4.
  5. για την περίοδο 01/09/2001 - 30/11/2001, ποσό £14.664,77 (€25.056,25).
  6. Εναντίον της επίδικης βεβαίωσης φόρου καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 στις 02/10/2007 η προσφυγή υπ' αριθμό XXXXX/2007 (Τεκμήριο 9), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/12/2010, επικυρώνοντας παράλληλα την επίδικη βεβαίωση φόρου. Κατά της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 η έφεση υπ' αριθμό 12/11 (Τεκμήριο 11), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/10/2016 (Τεκμήριο 12), με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης.
  7. Η Κατηγορούμενη 1 δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα τις φορολογικές δηλώσεις για δύο φορολογικές περιόδους, την 01/06/2007 - 31/08/2007 και την 01/06/2016 - 31/08/2016, με αποτέλεσμα να της επιβληθεί από τον Έφορο Φορολογίας, δυνάμει του άρθρου 45
(2)του Νόμου του 2000, χρηματική επιβάρυνση ύψους €51,26 (για την πρώτη) και €51,00 (για τη δεύτερη). 7. Δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω οφειλόμενων ποσών φόρου και χρηματικών επιβαρύνσεων. Γ. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 3, οι οποίες εξετάζονται υπό το πρίσμα των προνοιών του Νόμου του 2000, το άρθρο 45
(2)του ρηθέντος Νόμου προβλέπει ότι ένα υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο (όπως η Κατηγορούμενη 1) υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ύψους €51,26 (£30) σε περίπτωση που παραλείψει να υποβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο[8]. Περαιτέρω, στο άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου του 2000, προνοείται ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης και 3ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει το ποσό της χρηματικής επιβάρυνσης που αναφέρεται στην κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, το οποίο της επιβλήθηκε λόγω της μη εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής δήλωσης για την καθορισμένη φορολογική περίοδο που αναφέρεται, αντίστοιχα, σε έκαστη των εν λόγω κατηγοριών. Αυτά, επιβεβαιώνονται και από το Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2)[9], το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2 και 3. Όσον αφορά τις κατηγορίες 4 - 8, οι οποίες εξετάζονται υπό το πρίσμα των προνοιών του Νόμου του 1990 εφόσον αφορούν φορολογικές περιόδους που ανατρέχουν πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου του 2000[10] (βλ. σημείο 4 των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ανωτέρω), το άρθρο 53
(8)του Νόμου του 1990 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο ή να υποβάλει φορολογική δήλωση στον τύπο και με τον τρόπο καθώς και στο χρόνο που καθορίζονται στα εδάφια
(1)και
(12)του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου και σε οποιουσδήποτε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των προνοιών των εδαφίων
(1),
(2)και
(12)του ίδιου άρθρου, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες (£1,000) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα
(12)μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Στην Λίνος Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, η οποία αφορούσε κατηγορίες για παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. για 14 περιόδους που ξεκινούσαν από 1/7/1992 μέχρι 31/12/1996 που βεβαιώθηκε με βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 12/11/1997, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου του 1990 και των σχετικών Κανονισμών, επικυρώθηκε η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αναφορά στο άρθρο 53
(8)του Νόμου του 1990 σε καθυστέρηση στην καταβολή του «οφειλόμενου φόρου» καλύπτει και τον οφειλόμενο φόρο που προκύπτει μετά από βεβαίωση του, δυνάμει του άρθρου 34
(1). Στην ίδια απόφαση, αφού έγινε αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 59
(4)του Νόμου του 2000 και στη σχετική νομολογία (Φραγκής (Εστιατόρια Λτδ) ν. Δημοκρατίας υποθ. 65/2004 ημ. 16/03/2005 και Αντωνίου (ανωτέρω)), κρίθηκε ότι «παλαιές οφειλές φόρου, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην μεταβατική διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου ρυθμίζονται με βάση τον καταργηθέντα Νόμο 246/90», απορρίπτοντας, συναφώς, το επιχείρημα των εκεί εφεσειόντων ότι καταδικάστηκαν με βάση Νόμο ο οποίος καταργήθηκε. Στο άρθρο 34
(7)του Νόμου του 1990 προβλέπεται ότι: «Όταν οποιοσδήποτε φόρος βεβαιώνεται από τον Έφορο σύμφωνα με τα εδάφια
(1),
(2),
(3)και
(6)πιο πάνω και ειδοποιείται σχετικά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, τότε το ποσό της βεβαίωσης θεωρείται, χωρίς να θίγονται οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως φόρος που οφείλεται και μπορεί να εισπραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, εκτός εάν ο Έφορος αποσύρει τη βεβαίωση του φόρου ή αναθεωρήσει το σχετικό ποσό.» Στο άρθρο 25
(1)του Νόμου του 1990 προβλέπεται ότι: «Το κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο οφείλει, το αργότερο τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου, ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε με κανονισμούς καθορίσει σε ειδικές περιπτώσεις [.] (β) να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο [.]» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 53
(8)του Νόμου του 1990 που αφορά τις κατηγορίες 4 - 8 είναι: (α) η παράλειψη πληρωμής ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)του Νόμου του 1990 και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας, όπως αυτή προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 25
(1)του Νόμου του 1990 (βλ. Λίνος Μελάς, ανωτέρω). Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως, της οποίας η εγκυρότητα και νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας που καθορίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Προϋπόθεση, βεβαίως, για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις σχετικές με καταβολή φορολογίας είναι το ανέκκλητο της εν λόγω φορολογίας, η οποία προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την προσβολή της ενώπιον του Δικαστηρίου Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ. 612). Σε σχέση με τις κατηγορίες 4 - 8, αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης από πλευράς Κατηγορούμενης 1 ότι αυτές θα πρέπει να απορριφθούν εφόσον στηρίζονται σε βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 07/08/2007 η οποία έγινε εκπρόθεσμα, κατά παράβαση του άρθρου 34
(5)του Νόμου του 1990 αλλά και των προνοιών του άρθρου 50
(1)και
(2)του Νόμου του
  1. Η εισήγηση αυτή είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Αφενός, δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 50 του Νόμου του 2000 εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω κατηγορίες εξετάζονται υπό το πρίσμα του Νόμου του
  2. Ούτε βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 34
(5)του Νόμου[11] αφού, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, η πρώτη βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 4) έγινε στις 25/07/2002 (δηλαδή μέσα στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 34
(5)του Νόμου του 1990), ακολούθησε νέα (δεύτερη) βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 19/07/2007 (Τεκμήριο 6) η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/03/2007 (Τεκμήριο 5) και, στη συνέχεια, ακολούθησε η επίδικη βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 07/08/2007 (Τεκμήριο 8), η οποία εκδόθηκε σε αντικατάσταση της δεύτερης λόγω ενός λάθους που εντοπίστηκε σε αυτήν. Και οι τρείς αυτές βεβαιώσεις αφορούν τις ίδιες φορολογικές περιόδους για τα ίδια ποσά φόρου ανά φορολογική περίοδο, με την τελευταία από αυτές να επικυρώνεται τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Τεκμήριο 12). Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, βοηθητικά είναι τα όσα αποφασίστηκαν στην Αντωνίου (ανωτέρω), στην οποία είχε αρχικά εκδοθεί μια βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 25.7.02 ύψους ΛΚ34.272,08 για φορολογικές περιόδους από 1.1.1993 μέχρι 31.12.2001, η οποία στη συνέχεια αναθεωρήθηκε από τον Έφορο, κατόπιν επανεξέτασης, με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέα βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 03/09/2004 ύψους ΛΚ28.012,79 για τις ίδιες φορολογικές περιόδους. Το Δικαστήριο στην Αντωνίου (ανωτέρω) έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι: «[.]Στην προκειμένη περίπτωση το τέλος των συνδυασμένων φορολογικών περιόδων ήταν το 2001 και η αρχική βεβαίωση στάληκε στις 25.7.02, συνεπώς δεν συντρέχει λόγος παραγραφής.». Έτσι και εδώ, εφόσον η αρχική βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 4) επιδόθηκε στις 25/07/2002 αναφορικά με φορολογικές περιόδους οι οποίες ξεκινούν από 01/07/2000 μέχρι 30/11/2001 και δεδομένου μάλιστα ότι οι μεταγενέστερες δύο βεβαιώσεις φόρου (Τεκμήρια 6 και 8) - η κάθε μία από τις οποίες εκδόθηκε για το λόγο που προαναφέρθηκε -, αφορούν στον ίδιο οφειλόμενο φόρο που βεβαιώθηκε, για τις ίδιες φορολογικές περιόδους, δεν συντρέχει λόγος παραγραφής ή εκπρόθεσμης (όπως ήταν η εισήγηση) απόφασης βεβαίωσης φόρου. Εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 που προκύπτει από το Τεκμήριο 8 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας των ποσών Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκαν έχει οριστικοποιηθεί και η νομιμότητα και εκτελεστότητα της εξακολουθεί να υφίσταται, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, εφόσον όχι μόνο δεν ακυρώθηκε από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος αλλά, αντίθετα, επικυρώθηκε τελεσίδικα ως το Τεκμήριο 12[12]. Για τους πιο πάνω λόγους, η εισήγηση της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου συνιστά εκπρόθεσμη απόφαση του Εφόρου είναι αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Εξίσου αβάσιμα είναι και τα όσα προβλήθηκαν μέσω των αγορεύσεων του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με την επίδικη βεβαίωση φόρου. Ο τελευταίος, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, αν όχι περιφρονητικό προς την ορθότητα των προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκαν σε σχέση με την επίδικη βεβαίωση φόρου, έκανε αναφορά σε ζητήματα που άπτονται της ορθότητας των ποσών που βεβαιώθηκαν με αυτήν, τα οποία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να εξεταστούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, επισύναψε στην αγόρευση του και διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων του ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου εκδόθηκε εσφαλμένα, τα οποία, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαν να ληφθούν βεβαίως υπόψη αφού συνιστούν μαρτυρία, η οποία δεν μπορεί να παρουσιάζεται μέσω αγορεύσεων (βλ. Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 739, Ησαΐας Ανδρέας κ.α. (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 1966). Κατά συνέπεια, οι επί του προκειμένου θέσεις του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου δεν γίνονται αποδεκτές και απορρίπτονται. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της παραγραφής των κατηγοριών 4 - 8, το οποίο σχολιάστηκε αποδοκιμαστικά μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, αυτό θεωρώ ότι εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 88 του Κεφ.155, ως ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης (21/03/2017) και όχι στο πλαίσιο της μεταγενέστερης τροποποίησης του, η οποία έγινε στις 26/10/2018 με τον Ν.129(Ι)/2018. Τούτο διότι, η τροποποίηση που εισήχθη στο άρθρο 88 του Κεφ.155 με τον πιο πάνω τροποποιητικό νόμο έχει κριθεί ότι είναι ουσιαστικού περιεχομένου[13] και, εν πάση περιπτώσει, αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον θα οδηγούσε στον επηρεασμό της αρξάμενης από τις 21/03/2017 νομικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση αλλά και της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να επιληφθεί της εν λόγω υπόθεσης και να προχωρήσει στην εκδίκαση των ποινικών αδικημάτων προς το σκοπό διατύπωσης δικαστικής κρίσης αναφορικά με τη διάπραξή τους[14]. Περαιτέρω, δεν εντοπίζεται η αναγκαία πρόθεση του νομοθέτη περί αναδρομικής εφαρμογής του πιο πάνω τροποποιητικού νομοθετήματος κατά τρόπο ώστε το νέο πλαίσιο παραγραφής κατηγοριών που εισήχθη με αυτόν να εφαρμόζεται αναδρομικά και δη σε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες όπως η παρούσα (βλ. άρθρο 10
(2)(γ) και (ε) Κεφ. 1 και Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337). Συναφώς, και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 88 του Κεφ.155, ως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης[15] σε συσχετισμό με την προβλεπόμενη ποινή των υπό κρίση αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 4 - 8, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των εν λόγω κατηγοριών. Ενόψει των ανωτέρω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 4ης μέχρις και της 8ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας τα ποσά Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκαν, από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 07/08/2007 (Τεκμήριο 8). Αυτό επιβεβαιώνεται και από το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 4 - 8. Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 για τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αυτή ρυθμίζεται από το 48 του Νόμου του 2000 (αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3) και από το άρθρο 54 του Νόμου του 1990 (αναφορικά με τις κατηγορίες 4 - 8). Το άρθρο 48 του Νόμου του 2000 προνοεί ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Το άρθρο 54 του Νόμου του 1990, προνοεί ότι: «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον παρόντα Νόμο αδικήματα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν, εκτός από τα ίδια τα νομικά πρόσωπα- (α) Όλα τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται της υποθέσεις του νομικού προσώπου (β) ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής ή ο διευθύνων σύμβουλος του νομικού προσώπου, και η ποινική δίωξη για το αδίκημα μπορεί να στραφεί εναντίον της εταιρείας και εναντίον όλων ή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.» Από το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του διευθυντή ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του διευθυντή του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται, αντίστοιχα, στο Νόμο, χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς διευθυντή στη διάπραξη αδικήματος που προνοείται σε οποιοδήποτε από τους πιο πάνω Νόμους ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται σε οποιοδήποτε από τους πιο πάνω Νόμους από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του διευθυντή του νομικού προσώπου που διέπραξε το ρηθέν αδίκημα (βλ. Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολωμονίδη ECLI:CY:AD:2018:B546, Ποιν. Έφεση 323/2015 ημ. 18/12/2018). Ενόψει των ανωτέρω και έχοντας υπόψη ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 και δεδομένου επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον η πλευρά της Κατηγορούμενης 1 ήγειρε μέσω των αγορεύσεων του συνηγόρου της ζήτημα κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας βρίσκεται ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 4 - 8 μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης σε συσχετισμό με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα, με υπόβαθρο το χρόνο που τροποποιήθηκαν οι λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 - 8 (η οποία έγινε στις 22/03/2019 και όχι στις 18/03/2019, ως λανθασμένα αναφέρεται στην αγόρευση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1), ο οποίος, κατά την εισήγηση, συνιστά και το χρόνο καταχώρισης του κατηγορητηρίου αναφορικά με τις εν λόγω κατηγορίες, αποτέλεσε ουσιαστική θέση της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 ότι η πάροδος 19 περίπου ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων που προσάπτονται με τις κατηγορίες 4 - 8 και ενώ μεσολάβησαν 2 περίπου έτη από την καταχώριση του αρχικού κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση και 2,5 περίπου έτη από την περάτωση της έφεσης 12/2011 (Τεκμήριο 12), διαφοροποιούν την παρούσα περίπτωση από την υπόθεση Λίνος Μελάς (ανωτέρω). Καταλήγει η εισήγηση ότι, ως αποτέλεσμα της αντικειμενικά παρατηρηθείσας καθυστέρησης των 19 ετών σε συνδυασμό με την πιο πάνω αδράνεια της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία συνέβαλε με τις ενέργειες της στην εν λόγω καθυστέρηση τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογούν την απόρριψη της λόγω κατάχρησης. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω, Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, ECLI:CY:AD:2020:B216, Ποιν. Έφεση 104/2019 ημ. 3/7/2020 και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Στην Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, η οποία αφορούσε αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά του υπό κρίση κατηγορητηρίου που είχαν διαπραχθεί το 2002 και η ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 6/12/2007, μετά την απόρριψη στις 6/9/2005 σχετικής προσφυγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας το χρόνο που μεσολάβησε για να αποφασίσει αν η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και αφού έλαβε υπόψη του την εκκρεμοδικία που υπήρχε στην προσφυγή, ανέφερε σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα της καθυστέρησης στη δίωξη πως: «Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί. Μετά, όπως προκύπτει από όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα πρωτοδίκως, μέχρι και την 6.9.2005 εκκρεμούσε η προσφυγή που ασκήθηκε κατά του κύρους της φορολογίας και, επομένως, το ζήτημα της οφειλής, μέχρι την απόρριψη της προσφυγής ως εκπρόθεσμης, στις 6.9.05, ήταν εκκρεμές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Η Λίνος Μελάς (ανωτέρω), αφορούσε βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 12/11/1997 αναφορικά με 14 περιόδους που ξεκινούσαν από 1/7/1992 μέχρι 31/12/1996. Το κατηγορητήριο εκείνης της υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 22/10/2004, αφού ολοκληρώθηκε στις 04/05/2004 (σε πρώτο και δεύτερο βαθμό) η αναθεωρητική διαδικασία προσβολής της σχετικής βεβαίωσης φόρου, στο πλαίσιο της οποίας η τελευταία επικυρώθηκε. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ουσιαστικά την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν ετίθετο ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος των εκεί κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ανέφερε ότι: «Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, με αναφορά σε υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιώνεται η δικαστική διαδικασία, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Όμως για τον καθορισμό του λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του διαδίκου, καθώς και αυτή των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στη διαδικασία αμφισβήτησης του φόρου από τους Εφεσείοντες, με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κακώς παραπονούνται οι Εφεσείοντες ότι η Υπηρεσία Φ.Π.Α. λανθασμένα ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής. Η διαδικασία εκείνη από μόνη της δεν αναστέλλει την είσπραξη του φόρου. Μπορεί τυπικά να είναι ορθό ότι η διαδικασία είσπραξης δεν αναστέλλεται αυτόματα με την καταχώρηση προσφυγής, αλλά εάν η διοίκηση εκκρεμούσης της αμφισβήτησης του φόρου με προσφυγή, προωθούσε ένδικα μέτρα για είσπραξη του φόρου, είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα περνούσε απαρατήρητο από τους Εφεσείοντες, εάν συνέβαινε. Μετά την έκδοση απόφασης στις 4.5.2004 στην αναθεωρητική έφεση που άσκησαν οι Εφεσείοντες, σε διάστημα 5 περίπου μηνών, ο εφεσίβλητος καταχώρησε το επίδικο κατηγορητήριο. Θεωρούμε ότι ο χρόνος που παρήλθε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι παράλογος.» Τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, καθ' όσον αφορά το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων της 4ης - 8ης κατηγορίας, προσομοιάζουν με τα δεδομένα της υπόθεσης Λίνος Μελάς (ανωτέρω). Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτος 2007, μετά την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 07/08/2007 και την κοινοποίηση της αυθημερόν στην Κατηγορούμενη 1, και όχι κατά το χρόνο που αφορούν οι φορολογικές περίοδοι της εν λόγω βεβαίωσης όπως φαίνεται να εκλαμβάνει ως δεδομένο η εισήγηση της πλευράς της Κατηγορούμενης 1[16]. Περαιτέρω, η ημερομηνία καταχώρισης του υπό κρίση κατηγορητηρίου αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που παραμένουν, περιλαμβανομένων των κατηγοριών 4 - 8, είναι η 21/03/2017 και όχι η 22/03/2019 αφού, σύμφωνα με το άρθρο 83
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και την Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, του Γ. Πική, σελ. 127, η τροποποίηση κατηγορίας έχει αναδρομική ισχύ, ανατρέχοντας στην ημέρα καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία της επίδικης βεβαίωσης φόρου (07/08/2007) μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης (21/03/2017) μεσολάβησαν δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 5/10/2016 με την τελική επικύρωση της εν λόγω βεβαίωσης φόρου (Τεκμήριο 12). Υπό αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη την επί του προκειμένου σχετική νομολογία (περιλαμβανομένων των όσων αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Λίνος Μελάς και Κωνσταντίνου, ανωτέρω), ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία της επίδικης βεβαίωσης φόρου μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται δικαιολογημένος και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε αδράνεια ή ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής. Παρομοίως, ούτε ο χρόνος που προηγήθηκε της επίδικης βεβαίωσης φόρου δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε αδράνεια ή ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής η οποία, συμμορφούμενη με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/03/2007, με την οποία ακυρώθηκε η πρώτη βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 25/07/2002 (Τεκμήριο 5), προχώρησε στην έκδοση και επίδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου τέσσερις περίπου μήνες μετά (07/08/2007). Ως εκ τούτου, o χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης επεξηγήθηκε επαρκώς και δεν θεωρώ ότι η στάση και η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ώστε να εγείρεται, στο πλαίσιο αυτό, ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου ή ζήτημα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών ή όχλησης του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης. Ούτε διαπιστώνω ότι υπάρχει οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ή όχληση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης ως αποτέλεσμα της τροποποίησης που έγινε σε σχέση τις κατηγορίες 4 - 8. Η προσθήκη των εν λόγω κατηγοριών έγινε κατόπιν αιτήματος της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε δικαιολογημένο από το Δικαστήριο με την έκδοση σχετικής διαταγής, αφού λήφθηκε υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα (14/01/2019) καθώς και η θέση των Κατηγορουμένων επί του εν λόγω αιτήματος, οι οποίοι δήλωσαν στις 23/01/2019 ότι δεν είχαν ένσταση, αποδεχόμενοι έτσι την αιτούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Επιπρόσθετα, η τροποποίηση που έγινε στη συνέχεια στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 - 8 ήταν το αποτέλεσμα ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/03/2019, στο πλαίσιο της οποίας το σχετικό αίτημα κρίθηκε δικαιολογημένο αφού προηγουμένως εξετάστηκαν οι θέσεις που προβλήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε συσχετισμό και με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου που προηγήθηκε. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξετάστηκαν από το Δικαστήριο οι προαναφερόμενες θέσεις των Κατηγορουμένων ουδόλως διαφοροποιήθηκαν με το πέρας της δίκης ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν, βασίμως, ζήτημα κατάχρησης ή όχλησης του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης λόγω καθυστέρησης στην τροποποίηση, όπως ήταν η εισήγηση που προβλήθηκε μέσω των αγορεύσεων της πλευράς της Κατηγορούμενης 1, ιδιαιτέρως αν ληφθούν υπόψη τα όσα προηγήθηκαν της καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης (τα οποία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δικαιολογούν τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης) και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεχτή μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση επηρεάστηκε δυσμενώς ως αποτέλεσμα της προβαλλόμενης καθυστέρησης[17]. Τέλος, παρόλο που δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης, θεωρώ ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης δεν είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων ή ζήτημα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, είναι η 21/03/2017, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Έκτοτε, αφότου ολοκληρώθηκε η διαδικασία επίδοσης του κατηγορητηρίου στους Κατηγορούμενους (14/11/2017) και απάντησης των τελευταίων στις κατηγορίες τόσο του αρχικού (27/11/2017) όσο και του τροποποιημένου κατηγορητηρίου (23/01/2019 και 22/03/2019), η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, κατά τις οποίες τις περισσότερες φορές αναβλήθηκε για λόγους που αφορούσαν την πλευρά των Κατηγορουμένων και κυρίως του Κατηγορούμενου 2 λόγω απουσίας του από το Δικαστήριο για λόγους υγείας, με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία να ξεκινήσει στις 29/03/2021 και να ολοκληρωθεί στις 12/04/2021, αφού προηγουμένως αναβλήθηκε η συνέχιση της δύο φορές (στις 29/03/2021 και 06/04/2021), για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την πλευρά των Κατηγορουμένων, στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο τους έδωσε ικανοποιητικό χρόνο για να προετοιμαστούν ώστε να προωθήσουν κατά τη δίκη την υπεράσπιση τους. Συναφώς, οι Κατηγορούμενοι έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσμετρήσει υπέρ τους κατά τρόπο που να οδηγούσε στην απαλλαγή τους από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405 και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ ECLI:CY:AD:2021:B235, Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021). Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει πώς πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την διαπίστωση κατάχρησης με συνεπακόλουθο την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ούτε εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη με αναφορά στο χρόνο που παρήλθε, που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, των όσων μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της όποιας μεταβολής των περιστάσεων των Κατηγορουμένων είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης και της ισχυριζόμενης κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Δ. Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, καταλήγω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 2ης μέχρι και 8ης κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, αυτοί κρίνονται ένοχοι στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, για παράδειγμα, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση 335/2009 ημ. 17/10/2014 και Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας ECLI:CY:AD:2014:B272, Ποιν. Έφεση 68/11, ημ. 16/04/2014. [3] Βλ. Τεκμήριο 1
(2). [4] Βλ. το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου του 2000, οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. [5] Βλ. άρθρο 2 και 4
(1)και 59 του Νόμου του 2000 και άρθρα 4
(13)(β) (γ) και 9 του Ν.70(Ι)/
  1. [6] Βλ. το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. [7] Βλ. το Παράρτημα του Τεκμηρίου 8 και τις παραγράφους 3 - 7 του Πιστοποιητικού, Τεκμήριο
  3. [8] Η προθεσμία υποβολής φορολογικών δηλώσεων προβλέπεται στους σχετικούς Κανονισμούς και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 17
(1)της Κ.Δ.Π.314/2001, όπου προνοείται ότι: «Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του ΦΠΑ. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης» [9] Το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 2, ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου του 2000 και του άρθρου 51
(1)του Νόμου του 1990, οι πρόνοιες των οποίων δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή/ικανοποιητική απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. [10] Βλ. την Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 1073/2004 ημ. 06/02/2007 όπου αναφέρθηκε ότι: «Στην υπό εξέταση υπόθεση, τόσο η αρχική βεβαίωση φόρου όσο και η επίδικη, μετά την επανεξέταση, αφορούσαν στη φορολογική περίοδο 1.1.93-31.12.01, δηλαδή, εξ ολοκλήρου περίοδο, πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 95(Ι)/2000 ήτοι πριν από την 1.2.02. Συνεπώς, δεν υπήρχε θέμα εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης 59
(4)του Ν. 95(Ι)/2000 αφού ο νόμος που τύγχανε εξ ολοκλήρου εφαρμογής, ήταν ο νόμος 246/90.» [11] Το άρθρο 34
(5)του Νόμου προβλέπει ότι: «Οποιαδήποτε βεβαίωση με βάση τα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου για το ποσό του φόρου που οφείλεται αναφορικά με οποιαδήποτε φορολογική περίοδο πρέπει να γίνεται το αργότερο- (α) Δύο χρόνια μετά το τέλος της εν λόγω φορολογικής περιόδου, ή (β) ένα χρόνο αφότου περιήλθαν σε γνώση του Εφόρου στοιχεία αποδεικτικά των γεγονότων και ικανοποιητικά, κατά την κρίση του, ώστε να δικαιολογείται η πράξη της βεβαίωσης· ο Έφορος όμως μπορεί, εάν περιέλθουν σε γνώση του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία μετά την πιο πάνω βεβαίωση του φόρου, να προβεί σε επιπρόσθετη βεβαίωση, το αργότερο μέσα σ' ένα χρόνο από την ημέρα που περιέρχονται σε γνώση του τα άλλα αυτά αποδεικτικά στοιχεία.» [12] Βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω, JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω. [13] Βλ. Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση του Δήμου Αγλαντζιάς, Ποιν. Αίτηση 23/2019, ημ. 30/09/2019. [14] Βλ. κατ' αναλογία την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιάγκου
(1992)2 Α.Α.Δ. 254 και την Ιωάννης Παπαπαύλου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B252, Ποιν. Έφεση 320/2015 ημ. 25/05/2016. [15] Το άρθρο 88 του Κεφ. 155, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί, προνοούσε ότι: «Εκτός όπου ειδικά επιτρέπεται μεγαλύτερος χρόνος από οποιοδήποτε Νόμο που ισχύει εκάστοτε, καμιά κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή δεν υπερβαίνει φυλάκιση τριών μηνών ή πρόστιμο εκατόν είκοσι πέντε λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές, εκτός αν η κατηγορία προσαφθεί εντός περιόδου έξι μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.» [16] Βλ. και την Λίνος Μελάς (ανωτέρω), με την οποία επιβεβαιώθηκε η πρωτόδικη κρίση ότι μια βεβαίωση φόρου, έστω και αν αφορά περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας που φέρει, δεν συνιστά αναδρομική επιβολή φόρου και ότι το αδίκημα του άρθρου 53
(8)του Νόμου του 1990 (περιλαμβανομένης της ποινικής ευθύνης των αξιωματούχων ενός νομικού προσώπου δυνάμει του άρθρου 54 του ρηθέντος Νόμου) διαπράττεται με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας θα έπρεπε να εξοφληθεί ο οφειλόμενος φόρος που βεβαιώθηκε. [17] Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/2019), η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο (Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175) και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.