ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΣΑΤ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:21810/17, 27/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B200 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:21810/17 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- ΣΑΤ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΛΤΔ
- XXXXX ΒΟΥΡΟΣ
- XXXXX ΒΟΥΡΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Αθανασιάδου Για Κατηγορούμενη 1, 2 και 3: Ρ. Βραχίμης με κα. Μ. Λοΐζου Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν επτά κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη πληρωμής εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1η κατηγορία), πρόσθετου τέλους εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (2η κατηγορία), εισφορών ετήσιων αδειών (3η κατηγορία), εισφορών Πλεονάζοντος Προσωπικού (4η κατηγορία), τέλους Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (5η κατηγορία), εισφοράς Κοινωνικής Συνοχής (6η κατηγορία) και πρόσθετου τέλους αναφορικά με εισφορά Κοινωνικής Συνοχής (7η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι, μεταξύ των ημερομηνιών 01/08/2017 και 11/12/2017, στη Λευκωσία, παρέλειψαν να πληρώσουν τις ως άνω αναφερόμενες εισφορές που όφειλαν για τους μήνες Ιανουαρίου 2015 μέχρι Ιουνίου 2017, οι οποίες ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά: στο ποσό των €205.746,69 αναφορικά με την 1η κατηγορία, στο ποσό των €97.695,52 αναφορικά με την 3η κατηγορία, στο ποσό των €15.826,67 αναφορικά με την 4η κατηγορία, στο ποσό των €6.594,55 αναφορικά με την 5η κατηγορία και στο ποσό των €26.377,78 αναφορικά με την 6η κατηγορία. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι από την 01/08/2017 και μετέπειτα παρέλειψαν να πληρώσουν τα ως άνω αναφερόμενα πρόσθετα τέλη. Οι Κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν και δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Β. Προσαχθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Ο πρώτος ήταν ο XXXXX Σωκράτους (Μ.Κ.1), δεύτερη ήταν η XXXXX Ιωάννου (Μ.Κ.2), τρίτη ήταν η XXXXX Σκούρου (Μ.Κ.3) και τέταρτος ήταν ο XXXXX Ανδρέου (Μ.Κ.4). Με το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως, ενώ κλήθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ο XXXXX Δρουσιώτης (Μ.Υ.1) και ο XXXXX Αλεξάνδρου (Μ.Υ.2). Ο Μ.Κ.1 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Α) είναι Ανώτερος Ασφαλιστικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας. Μαρτύρησε ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι εγγεγραμμένη ως εργοδότης στο μητρώο εργοδοτών του αρχείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων από την 01/04/2008 (Τεκμήριο 3), έχοντας αριθμό μητρώου εγγραφής (Α.Μ.Ε) XXXXX69/1/XXXXX και, με βάση τα έγγραφα από το Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 4
(1)- 4
(5)), είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης από τις 12/12/2006 με αριθμό εγγραφής
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5 τις καταστάσεις αποδοχών και εισφορών για την περίοδο Ιανουαρίου 2015 - Ιουνίου 2017, οι οποίες ανέφερε ότι υποβλήθηκαν από τους Κατηγορούμενους στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού προηγουμένως ετοιμάστηκαν και υπογράφηκαν σύμφωνα με τα δικά τους αρχεία. Δεν γνώριζε όμως, όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος, από ποιο πρόσωπο υπογράφηκαν και υποβλήθηκαν οι εν λόγω καταστάσεις (Τεκμήριο 5) εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, σημειώνοντας περαιτέρω ότι, βάσει καθιερωμένου ελέγχου που έγινε στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών πριν την δίωξη στην παρούσα υπόθεση (η καταχώριση της οποίας, όπως είπε, έγινε κατόπιν δικού του ελέγχου και έγκρισης), προέκυψε πως διευθυντής και γραμματέας της εν λόγω εταιρείας ήταν, αντιστοίχως, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και όχι οι εταιρείες που σήμερα εμφανίζονται στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Όπως είπε, οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων που όφειλαν για την προαναφερόμενη περίοδο με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση, στις κατηγορίες της οποίας αναφέρθηκε εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν τα ποσά ή πρόσθετα τέλη που αναφέρονται στην κάθε μία από αυτές. Ανέφερε επίσης ότι, όπως προκύπτει από το αρχείο της υπηρεσίας του, ο Κατηγορούμενος 2 υπέβαλε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 στις 08/08/2016 αίτηση για αποπληρωμή με δόσεις των Ληξιπρόθεσμων Κοινωνικών Εισφορών σύμφωνα με τον Ν. 76(Ι)/2016 (Τεκμήριο 6). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την ένσταση που υποβλήθηκε από τους Κατηγορούμενους στις 19/01/2017 έναντι της απόρριψης της ως άνω αίτησης λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της αποδοχής της εγκριθείσας ρύθμισης και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 την επιστολή ημερομηνίας 20/02/2017 με την οποία εγκρίθηκε η προαναφερόμενη ένσταση. Όπως είπε, νέο αίτημα των Κατηγορουμένων για ένταξη τους σε πρόγραμμα αποπληρωμής βάσει της προαναφερόμενης νομοθεσίας στάληκε στις 28/06/2018 (Τεκμήριο 9) αλλά απορρίφθηκε με επιστολή ημερομηνίας 22/08/2018 (Τεκμήριο 10) λόγω της ύπαρξης τρεχουσών οφειλών. Τέλος, ανέφερε ότι, μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, καταβλήθηκε το ποσό των €49.000 και παραμένει συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €365.914,83, ως αυτό αναλύεται στην κατάσταση οφειλών της υπό κρίση υπόθεσης, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 και η οποία, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ετοιμάστηκε βάσει των καταστάσεων αποδοχών, Τεκμήριο
- Η Μ.Κ.2 είναι λειτουργός στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και έδωσε μαρτυρία σχετική με την Κατηγορούμενη 1 με αναφορά σε έγγραφα που τηρούνται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, ανέφερε ότι αυτή εγγράφηκε στις 12/12/2006 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με την ονομασία A. VOUROS WASTE MANAGEMENT CO. LIMITED και, ακολούθως, στις 28/03/2012, μετονομάστηκε, κατόπιν ψηφίσματος της, με το σημερινό της όνομα (ΣΑΤ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΛΤΔ), χωρίς να επηρεαστεί η φύση των εργασιών της αφού δεν έγινε οποιαδήποτε τροποποίηση του ιδρυτικού της εγγράφου. Σε σχέση με τους διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι με βάση έντυπο που παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 09/11/2015 (Τεκμήριο 12), κοινοποιήθηκε ο διορισμός του κ. XXXXX Βούρου στη θέση του διευθυντή, με ημερομηνία διορισμού του την 15/09/
- Με το ίδιο έντυπο κοινοποιήθηκε η παραίτηση των εταιρειών BALBINA TRADING LIMITED (η «BALBINA») και V - ORG CMS LIMITED (η «V - ORG») από τις θέσεις των διευθυντών με ημερομηνία παραίτησης την 15/09/
- Περαιτέρω, με έντυπο που παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 30/09/2019 (Τεκμήριο 13), κοινοποιήθηκε ο διορισμός της εταιρείας AIUMATE TRADING INC από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (η «AIUMATE») στη θέση του διευθυντή, με ημερομηνία διορισμού την 15/09/2015 και με το ίδιο έντυπο κοινοποιήθηκε η παραίτηση του κ. Βούρου, με ημερομηνία παραίτησης την 15/09/
- Έτσι, όπως είπε, για την περίοδο από 09/11/2015 μέχρι 30/09/2019 ως διορισμένος διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 φαινόταν στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ο κ. Βούρος, σημειώνοντας επίσης ότι στο έντυπο με το οποίο κοινοποιήθηκε στις 09/11/2015 η παραίτηση των εταιρειών BALBINA και V - ORG (Τεκμήριο 12) θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η παραίτηση του κ. Βούρου, εφόσον αυτή είναι ίδιας ημερομηνίας με τις προαναφερόμενες εταιρείες. Σε σχέση με τον γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι, με βάση έντυπο που παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 13/04/2016 (Τεκμήριο 14) κοινοποιήθηκε ο διορισμός της κα. Μαρίας Βούρου στη θέση του γραμματέα, με ημερομηνία διορισμού της την 01/04/
- Με το ίδιο έντυπο κοινοποιήθηκε η παραίτηση της εταιρείας V - ORG από τη θέση του γραμματέα με ημερομηνία παραίτησης την 01/04/
- Περαιτέρω, με έντυπο που παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 30/09/2019 (Τεκμήριο 15), κοινοποιήθηκε ο διορισμός της εταιρείας JAIDARY BUSINESS CORP. από το Ντουμπάι (η «JAIDARY») στη θέση του γραμματέα, με ημερομηνία διορισμού την 12/04/2016 και με το ίδιο έντυπο κοινοποιήθηκε η παραίτηση της κα. Βούρου από τη θέση του γραμματέα, με ημερομηνία παραίτησης την 12/04/
- Διευκρίνισε επίσης ότι στο Τεκμήριο 14 θα μπορούσε να περιληφθεί η παραίτηση της κα. Βούρου αφού η παραίτηση της έγινε την 12/04/2016 και το έντυπο αυτό (Τεκμήριο 14) κοινοποιήθηκε στις 13/04/
- Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Έφορος Εταιρειών παραλαμβάνει και καταχωρεί στο μητρώο του τα πιο πάνω έντυπα που κατέθεσε ως Τεκμήρια 12 - 15 προκειμένου να επικαιροποιείται το μητρώο του ώστε να αντικατοπτρίζει το μητρώο μίας εταιρείας. Συμφώνησε ότι η ημερομηνία ισχύς των αλλαγών στους αξιωματούχους της Κατηγορούμενης 1 είναι εκείνη που αναφέρεται στα Τεκμήρια 12 - 15, ανεξαρτήτως του πότε αυτά κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών, επισημαίνοντας περαιτέρω ότι, με βάση το άρθρο 192 του Περί Εταιρειών Νόμου, οι αλλαγές στους αξιωματούχους πρέπει να κοινοποιούνται στο τμήμα εντός 14 ημερών από την αλλαγή ώστε το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, το οποίο είναι προσβάσιμο στο κοινό, να είναι ενημερωμένο. Εν προκειμένω, αυτό δεν έγινε, όμως ο Έφορος προχώρησε και καταχώρισε τις αλλαγές προκειμένου να έχει ένα επικαιροποιημένο μητρώο. Δεν γνώριζε το λόγο που έγιναν αυτές οι αλλαγές στους αξιωματούχους της Κατηγορούμενης 1 και αν αυτός ήταν επειδή, όπως της υποβλήθηκε, δεν ήθελε η Κατηγορούμενη 1 να γνωρίζουν οι προηγούμενοι αξιωματούχοι της ποιοι θα ήταν οι νέοι, αναφέροντας ότι στο τμήμα γίνεται κοινοποίηση μόνο των αλλαγών στους αξιωματούχους. Ανέφερε επίσης ότι οι μέτοχοι (ιδιοκτήτες) της Κατηγορούμενης 1 ήταν και παραμένουν ο Αντώνης Βούρος και η Μαρία Βούρου. Η Μ.Κ.3 είναι Α΄ Ασφαλιστική Λειτουργός στην υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι η τμηματική διευθέτηση αποπληρωμών ή παροχή διευκολύνσεων στους οφειλέτες στην προσπάθεια τους να εξοφλήσουν τα ποσά. Ανέφερε ότι γνωρίζει τους Κατηγορούμενους 2 και 3 μέσω των συναντήσεων που έγιναν στο γραφείο της, όπου την επισκέφθηκαν για τη διευθέτηση αποπληρωμής των καθυστερημένων εισφορών διαφόρων εταιρειών που ανήκουν στον όμιλο εταιρειών τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Κατηγορούμενη
- Όπως είπε, ο Κατηγορούμενος 2 την επισκέφθηκε μία φορά μαζί με την Κατηγορούμενη 3 και η Κατηγορούμενη 3 την επισκέφθηκε, εξ όσων θυμόταν, άλλες τρείς φορές ενώ, πέραν των επισκέψεων αυτών, η Κατηγορούμενη 3 της τηλεφώνησε κάποιες φορές για να έβλεπαν πώς θα διευθετούνταν η πληρωμή των οφειλών. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στις 20/06/2019 την επισκέφθηκε η Κατηγορούμενη 3 με σκοπό τη διευθέτηση της αποπληρωμής των οφειλών των διαφόρων εταιρειών, περιλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 1 και, συγκεκριμένα, για την διευθέτηση των οφειλών της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνάντησης είχαν συμφωνήσει σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 ότι, λόγω του μεγάλου ύψους της οφειλής, θα κατέβαλλε μέχρι τις 10/10/2019 ποσό €40.000, κάτι που δεν έγινε. Επειδή, όπως είπε, επιθυμία της Κατηγορούμενης 3 ήταν να συμμορφωθεί έναντι των οφειλόμενων εισφορών, τους είχε διαβεβαιώσει ότι έχει μια άλλη εταιρεία του συγκροτήματος, την VITAEMED LTD (η «VITAEMED»), η οποία είχε να λαμβάνει ποσά από το Υπουργείο Υγείας και δεν είχε οποιεσδήποτε οφειλές προς το κράτος, και θα ζητούσε με επιστολή της, την οποία θα της κοινοποιούσε, να εμβάσει το ποσό αυτό στις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων έναντι των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 και μίας άλλης εταιρείας (της W2E1), όπως και έπραξε με επιστολή ημερομηνίας 20/01/2020, η οποία κοινοποιήθηκε με φαξ στην Μ.Κ.3, και την οποία η τελευταία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 3 λάμβανε σε κάθε συνάντηση κατάσταση της οφειλής που αφορά η παρούσα υπόθεση, την οποία αναγνώρισε και ουδέποτε αμφισβήτησε. Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, υπέθεσε ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ενδιαφέρονταν για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 είτε ως ιδιοκτήτες (εξ ημισείας μέτοχοι) της είτε ως κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να της παρουσιαστούν ως κάτι άλλο. Ανέφερε επίσης ότι, μέσα από τις συναντήσεις που έγιναν σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, τα φυσικά πρόσωπα που γνωρίζει ότι ενεργούσαν εκ μέρους της είναι τους Κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι την επισκέφθηκαν και συζητούσαν μαζί της για να διευθετηθούν οι οφειλές της. Ο Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στα καθήκοντα που εκτελούσε κατά την διάρκεια της εργοδότησης του στις εταιρείες των Κατηγορουμένων 2 και 3, μεταξύ των οποίων ήταν και η Κατηγορούμενη
- Όπως είπε, εργαζόταν ως υπάλληλος του ομίλου εταιρειών τους για 12 χρόνια (από το έτος 2005 μέχρι το 2017), εκτελώντας καθήκοντα λογιστή του ομίλου. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι για τα έτη 2015 - 2017 είχε σταλεί στο σφαγείο όπου ήταν οι εργασίες της εν λόγω εταιρείας και εργαζόταν αποκλειστικά ως λογιστής της εκείνο το διάστημα μέχρι που ανέλαβε καθήκοντα λογιστή στην εταιρεία η XXXXX Χαραλάμπους. Κατά τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος λάμβανε ως επί τω πλείστον οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 2 για ό,τι είχε σχέση με πληρωμές ή οτιδήποτε άλλο, καθώς και από τον τότε υπεύθυνο παραγωγής του σφαγείου, τον Μ.Υ.2, για ό,τι αφορούσε την παραγωγή και, πολύ σπάνια, αν έτυχε, από την Κατηγορούμενη
- Μεταξύ των καθηκόντων του στην Κατηγορούμενη 1 ήταν η έκδοση τιμολογίων, αποδείξεων, καταστάσεων μισθοδοσίας (payroll) υπαλλήλων, καταστάσεων αποδοχών, χειρισμός οποιωνδήποτε υποθέσεων μαζί με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και οτιδήποτε άλλο σχετικό με το λογιστήριο. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του είδε πολλές φορές τους Κατηγορούμενους 2 και 3 να υπογράφουν ενώπιον του διάφορα έγγραφα ως διευθυντές της εταιρείας, μεταξύ των οποίων επιστολές και επιταγές για πληρωμές μισθών και για ελεγκτές, αφού ήταν οι υπογράφοντες του λογαριασμού της. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως επίσης και την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 που φαίνεται σε αυτό. Αναγνώρισε περαιτέρω το Τεκμήριο 5 ως επίσης και την υπογραφή του στο τέλος της κάθε κατάστασης αποδοχών και εισφορών για κάθε μήνα που αυτές αφορούν, εκτός από τους μήνες Μαΐου 2016, Ιουνίου 2016, Ιανουαρίου 2017 - Ιουνίου 2017 σε σχέση με τους οποίους ανέφερε ότι οι αντίστοιχες καταστάσεις αποδοχών και εισφορών εκδόθηκαν από την Σύλβια Χαραλάμπους, η οποία δούλευε και εκείνη τότε στην εταιρεία ως λογιστής και ήταν η μόνη που είχε πρόσβαση στο λογιστικό πρόγραμμα για να τις εκδώσει. Όπως είπε, ετοίμασε και υπέγραψε τις προαναφερόμενες καταστάσεις αποδοχών και εισφορών κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 και εξήγησε την διαδικασία με την οποία αυτές ετοιμάστηκαν είτε από τον ίδιο είτε από την Σύλβια Χαραλάμπους, αναφέροντας ότι στη συνέχεια παραδόθηκαν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και διευκρινίζοντας ότι η κατάσταση που αποδίδεται για κάθε μήνα στο Τεκμήριο 5 ήταν αυτή που ίσχυε στην εταιρεία τη δεδομένη χρονική περίοδο. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 επανέλαβε κατά την αντεξέταση του ότι σπάνια είχε επαφές μαζί της σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1, σημειώνοντας περαιτέρω ότι τα οικονομικά της Κατηγορούμενης 1 (όπως και των υπόλοιπων εταιρειών του ομίλου) τα διαχειρίζονταν ο Κατηγορούμενος 2, από τον οποίο λάμβανε σχετικές οδηγίες αναφορικά με πληρωμές ή υπογραφές. Ανέφερε επίσης ότι συζήτησαν μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 το Τεκμήριο 6, ο τελευταίος του είπε ποιες εταιρείες του ομίλου να ενταχθούν στο σχέδιο ληξιπρόθεσμων οφειλών και αφού το συμπλήρωσαν μαζί στο γραφείο του, το έδωσε στον Κατηγορούμενο 2 να το υπογράψει επειδή γνώριζε ότι ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, όπως και έπραξε. Ο Κατηγορούμενος 2 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Β) ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ούτε έχει σχέση με την διοίκηση και διεύθυνση της Κατηγορούμενης 1, καταλογίζοντας ευθύνες σε τρίτους για το πρόβλημα που προέκυψε με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Όπως είπε, είναι μέτοχος στην Κατηγορούμενη 1 αλλά δεν ασχολείται με την διαχείριση της και ουδέποτε ήταν υπάλληλος της ή έλαβε χρήματα από αυτήν. Εκείνο που γνωρίζει σε γενικές γραμμές είναι ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει ένα σφαγείο ζώων αλλά τίποτε άλλο ειδικά για τις εργασίες της και τον τρόπο λειτουργίας του. Στις 15/09/2015 διετέλεσε για κάποιες ώρες διευθυντής της, εξηγώντας ότι αυτό έγινε για να μην γνωρίζει ο προηγούμενος διευθυντής τον επόμενο, γι' αυτό και, όπως είπε, μεσολάβησε προσωρινά ο διορισμός του, κατόπιν παράκλησης των νέων διευθυντών προς τον ίδιο, ως μετόχου της Κατηγορούμενης
- Όπως ανέφερε, γνωρίζει πως οι εισφορές είναι πληρωτέες στο τέλος κάθε μήνα για τον προηγούμενο μήνα, ισχυρίστηκε όμως ότι ο πιο πάνω σύντομος διορισμός του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δεν σημαίνει ούτε αποδεικνύει ότι η μη πληρωμή των εισφορών για την περίοδο Ιανουαρίου 2015 - Ιουνίου 2017 διαπράχθηκε με την συγκατάθεση, συνενοχή ή αμέλεια του. Ανέφερε επίσης ότι η επίσκεψη του στην Μ.Κ.3 δεν αποδεικνύει οτιδήποτε αφού προέβη σε αυτήν ως μέτοχος των εταιρειών του ομίλου. Πρόσθεσε ότι οι εργασίες του στον όμιλο είναι σχετικές με το επενδυτικό τους πλάνο και την στρατηγική αυτών των επενδύσεων, αναφέροντας επίσης ότι η κάθε εταιρεία του ομίλου έχει τους διευθυντές της που ασχολούνται με την διαχείριση τους και τη λήψη αποφάσεων, περιλαμβανομένης της πρόσληψης και απόλυσης προσωπικού, της διαχείρισης των ταμειακών εισροών και εκροών και τις πληρωμές και εισπράξεις της εταιρείας. Εν προκειμένω, τη διαχείριση της Κατηγορούμενης 1 την είχε για την περίοδο 2015 - 2017 ο Μ.Υ.2 ενώ διευθυντής και γραμματέας της είναι οι εταιρείες που φαίνονται στον Έφορο Εταιρειών, αξιωματούχος των οποίων είναι κάποιος XXXXX Στέφεν. Ο ίδιος υπέγραφε τις επιταγές που εξέδιδε το λογιστήριο του ομίλου, ούτως ώστε να ελέγχει αν αυτές ανταποκρίνονταν σε πραγματικές οφειλές και αυτό αποφάσισαν ως μέτοχοι να γίνεται διότι στο παρελθόν είχαν θέματα με πληρωμές και απώλεια χρημάτων και εσόδων αλλά και υπερπληρωμές από υπαλλήλους που ήταν είτε διευθυντές είτε στο λογιστήριο. Έτσι, αυτό που έκανε ήταν να υπογράφει τις επιταγές αφού προηγουμένως έλεγχε αν αυτές έφεραν το ορθό ποσό και την ορθή αιτιολογία (π.χ. για Φ.Π.Α., για Κοινωνικές Ασφαλίσεις κλπ). Δεν έλεγχε όμως την συχνότητα αυτών των πληρωμών ούτε αν αυτές γίνονταν εγκαίρως επειδή δεν ήταν αυτός που αποφάσιζε ποιες πληρωμές θα γίνονταν και ποιες όχι αλλά διασφάλιζε ότι οι πληρωμές γίνονται έναντι πραγματικών υποχρεώσεων των εταιρειών και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την κάλυψη τους. Ουδέποτε είπε σε κάποιον να μην πληρώσει κοινωνικές ασφαλίσεις ούτε του έφεραν οποτεδήποτε επιταγή για κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν την υπέγραψε. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.4 εργαζόταν στα κεντρικά γραφεία και, ακολούθως, αποφάσισαν να αναλάβει καθήκοντα λογιστηρίου και οικονομικής διεύθυνσης στο σφαγείο, στην Κατηγορούμενη 1, γι' αυτό και μεταφέρθηκε εκεί από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι αρχές του
- Υποστήριξε επίσης ότι οι ψηλοί μισθοί που λάμβαναν οι Μ.Κ.4 και Μ.Υ.2, όπως αυτοί φαίνονται στις δηλώσεις που έκανε η Κατηγορούμενη 1 προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, επιβεβαιώνουν ότι αυτοί εκτελούσαν καθήκοντα διεύθυνσης (Γενικής Διαχείρισης και Οικονομικής Διεύθυνσης) στην Κατηγορούμενη 1 και αυτοί, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να ήταν κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ήταν ο Μ.Υ.2 προσθέτοντας στη συνέχεια ότι η εν λόγω εταιρεία είχε δύο διευθυντές και έναν οικονομικό διευθυντή. Όπως ανέφερε, οικονομικός διευθυντής της ήταν ο Μ.Κ.4 και ο ένας εκ των δύο διευθυντών της ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος εργαζόταν στο εργοστάσιο και ήταν διευθυντής και επιβλέπων της επιχείρησης της Κατηγορούμενης
- Αμφότεροι, όπως είπε, διαχειρίζονταν την Κατηγορούμενη
- Ο δεύτερος διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ήταν η εταιρεία που φαίνεται εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών ως το Τεκμήριο 4
(5). Αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 6, το οποίο, κατά την επανεξέταση του, ανέφερε ότι υπέγραψε ως εκπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1, και όχι ως διευθυντής, επειδή έπρεπε να σταλεί επειγόντως εκείνη την ημέρα αλλά απουσίαζε ο διευθυντής του εργοστασίου καθώς και ο διευθυντής που φαίνεται στον Έφορο Εταιρειών. Αναγνώρισε, επίσης, την επιστολή της VITAEMED, Τεκμήριο 16, στην οποία ανέφερε ότι είναι μέτοχος. Επέμεινε όμως στη θέση του ότι ουδεμία σχέση έχει με την διοίκηση της Κατηγορούμενης 1, αναφέροντας ότι η πρόταση αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 (ως το Τεκμήριο 16) έγινε σε μια προσπάθεια τους, ως Κατηγορουμένων, να εξευρεθεί μια λύση για να αποφύγουν ποινικές διώξεις. Δεν θυμόταν πότε έλαβαν, ως μέτοχοι, την απόφαση να υπογράφει ο ίδιος όλες τις επιταγές του λογιστηρίου και επανέλαβε ότι αυτό το έκαναν για να ελέγχει ότι οι πληρωμές γίνονται σωστά και έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων ή αποδείξεων, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα που είχαν στο παρελθόν ως αποτέλεσμα λανθασμένης οικονομικής διαχείρισης, όπως ελλείμματα μετρητών, διπλές και τριπλές πληρωμές. Διαφώνησε όμως ότι ενημερωνόταν από τον Μ.Κ.4 για τα έσοδα και έξοδα της Κατηγορούμενης 1, διότι αυτά, όπως είπε, ήταν αποκλειστικά ευθύνη του Μ.Κ.4 και του Μ.Υ.
- Ανέφερε επίσης ότι στις γενικές συνελεύσεις της Κατηγορούμενης 1 για τα έτη 2015 - 2017 παρευρίσκονταν ο οικονομικός διευθυντής, ο διευθυντής του εργοστασίου και ο διευθυντής και γραμματέας που αναφέρονται στον Έφορο Εταιρειών. Ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που είναι μέτοχος της Κατηγορούμενης 1, δεν γνώριζε ότι η τελευταία διατηρούσε τις επίδικες οφειλές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 3 κατά την κυρίως εξέτασης της (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Γ), διαφέρει περιθωριακά από εκείνη του Κατηγορούμενου
- Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ούτε έχει σχέση με την διοίκηση και διεύθυνση της Κατηγορούμενης 1, στην οποία, όπως είπε, είναι μέτοχος αλλά δεν ασχολείται καθόλου με τις δραστηριότητες της ή τη διαχείριση της ούτε γνωρίζει ειδικά για τις εργασίες της. Επισκέφθηκε, όπως είπε, την Μ.Κ.3 το έτος 2019 επειδή ήταν κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση και ανησυχούσε αλλά και επειδή ήθελε να μάθει περί τίνος πρόκειται και επιθυμούσε να διευθετηθεί οποιαδήποτε οφειλή της Κατηγορούμενης 1 ούτως ώστε να μην κατηγορείται, έστω και αν κατηγορούνταν άδικα. Δεν γνώριζε όμως τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1, γι' αυτό και η Μ.Κ.3 την εφοδίασε με κατάσταση λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες της στον όμιλο εταιρειών σχετίζονται με την VITAEMED. Επειδή ανησυχούσε για την παρούσα υπόθεση, ζήτησε από την εν λόγω εταιρεία να εκχωρήσει οφειλόμενες εισπράξεις από το κράτος σε όφελος της Κατηγορούμενης 1, όμως αυτό δεν συνεπάγεται αποδοχή των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 ούτε ότι γνωρίζει για τις εν λόγω οφειλές ή για το πώς αυτές προέκυψαν αλλά ούτε και ότι είναι υπεύθυνη για αυτές τις οφειλές εφόσον ουδεμία σχέση έχει με την διαχείριση της Κατηγορούμενης
- Ανέφερε επίσης ότι ίσως να έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.4 σχετικά με το λογιστήριο και αυτό ενδεχομένως να έγινε επειδή εργάζεται στον ίδιο χώρο και αν χρειαζόταν να γίνει κάποια επείγουσα ενέργεια και ο Κατηγορούμενος 2 απουσίαζε, πιθανόν να την ρώτησε αν θα την έκανε επειδή είναι μέτοχος της Κατηγορούμενης 1 και όχι επειδή έχει σχέση με την διεύθυνση της. Αντεξεταζόμενη, δεν γνώριζε να απαντήσει για ποιο λόγο η παραίτηση της από γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 έγινε 12 ημέρες μετά τον διορισμό της, αναφέροντας ότι αυτά τα ζητήματα καθορίζονται από το νομικό τμήμα της εταιρείας και ότι για να έγινε τότε η διαδικασία σημαίνει ότι τότε μπορούσε να αναλάβει ο νέος γραμματέας της εταιρείας. Σε σχέση με το μητρώο της Κατηγορούμενης 1, ανέφερε ότι αυτό τηρείται από τον εκάστοτε υπεύθυνο, αλλά δεν ήταν στην κατοχή της ούτε για εκείνες τις 12 ημέρες που ανέφερε ότι διορίστηκε ως γραμματέας της Κατηγορούμενης
- Παρά το ότι είναι μέτοχος της Κατηγορούμενης 1, δεν γνώριζε πού αυτή στεγάζεται ούτε γνώριζε τα έσοδα, τα έξοδα και τις οφειλές της, ενώ όταν ερωτήθηκε για το τι γινόταν στις γενικές συνελεύσεις της εν λόγω εταιρείας ανέφερε γενικά ότι: «[.] έρχονται διάφορα άτομα, παρουσιάζουν τα διάφορα οικονομικά των εταιρειών, αν έχει κέρδος ή όχι, και αποφασίζεται αν θα μείνει, αν θα συνεχίσει η εταιρεία να εργάζεται ή αν θα κλείσει.» και ανέφερε ότι σε αυτές τις συνελεύσεις παρευρίσκονταν «Οι διευθυντές, ο plan manager, οι λογιστές και 2 ‑ 3 άλλοι και o αδελφός μου και εγώ.». Ανέφερε ότι ο μόνος λόγος που στάληκε η επιστολή της VITAEMED (Τεκμήριο 16), στην οποία είναι διευθύντρια, ήταν επειδή η ίδια και ο αδερφός της (Κατηγορούμενος 2) είναι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση και ήθελαν αυτή η υπόθεση να διευθετηθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έμαθε για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις με την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης και ανέφερε ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε αν οι υπάλληλοι της Κατηγορούμενης 1 πληρώνονταν διότι είναι απλώς μέτοχος σε αυτήν και δεν ασχολούνταν με τις εργασίες της εν λόγω εταιρείας. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι εργάζεται στον όμιλο εταιρειών Βούρος περίπου από το 2010 και κατά τα έτη 2018 έως 2019 εργαζόταν ως διευθυντής του σφαγείου Αγίων Τριμιθιάς που άνηκε στον όμιλο των εν λόγω εταιρειών. Ανέφερε ότι προηγούμενος διευθυντής του σφαγείου ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος του παρέδωσε την διεύθυνση του εργοστασίου τον Ιανουάριο του 2018 και, κατά την παράδοση αυτή, τον ενημέρωσε για τον τρόπο λειτουργίας του σφαγείου καθώς και για τα καθήκοντα που θα αναλάμβανε ως διευθυντής, στα οποία αναφέρθηκε. Ανάμεσα σε αυτά είπε ότι ήταν η επίβλεψη και οι προσλήψεις προσωπικού, η παράδοση εντύπων στον λογιστή (που τότε ήταν η XXXXX Χαραλάμπους) με τα ονόματα και τις ώρες εργασίας των εργαζομένων για την ετοιμασία των μηνιαίων καταστάσεων μισθοδοσίας ως επίσης και η παράδοση στον λογιστή των ημερήσιων εισπράξεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο λογιστής έπρεπε να συμπληρώσει επιταγές για να πληρωθούν οι εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, το Φ.Π.Α. και οι μισθοί των υπαλλήλων και να τις πάρει στα κεντρικά γραφεία τα εταιρείας για υπογραφή. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Υ.2, κατά την ενημέρωση των καθηκόντων του, του είπε ότι ακριβώς τα ίδια καθήκοντα έκανε και αυτός προηγουμένως όταν εργαζόταν εκεί από το 2015 έως το
- Εν πάση περιπτώσει, όπως είπε, δεν υπήρχε κανένα άλλο άτομο υπεύθυνο εκτός του διευθυντή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος υπέγραφε τις επιταγές για τις πληρωμές των μισθών των υπαλλήλων του εργοστασίου ούτε θυμόταν το όνομα του διευθυντή προσωπικού από τον οποίο λάμβανε τηλεφωνικώς οδηγίες για τις μετακινήσεις του από το ένα εργοστάσιο του ομίλου στο άλλο. Ήταν όπως είπε διευθυντής του σφαγείου για την περίοδο από αρχές Ιανουαρίου 2018 έως τα τέλη Ιανουαρίου 2019, όμως δεν ήταν υπεύθυνος για οποιεσδήποτε οφειλές της εταιρείας προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την εν λόγω περίοδο εφόσον, όπως είπε, κάτι τέτοιο εμπίπτει αποκλειστικά στα καθήκοντα του λογιστή. Ούτε γνώριζε ποια είναι η σχέση του σφαγείου με την Κατηγορούμενη 1 όπως ούτε γνώριζε και την διαδικασία που ακολουθείτο για την έκδοση επιταγών σε σχέση με τις υποχρεώσεις των εταιρειών προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και το Φ.Π.Α., εφόσον, όπως είπε, αυτό γίνεται μέσω του λογιστηρίου της εταιρείας με το κεντρικό λογιστήριο. Ο Μ.Υ.2 μαρτύρησε ότι γνωρίζει τον Μ.Υ.1 από την εργασία τους στις εταιρείες του κ. Βούρου. Αρνήθηκε όμως ότι κατά τον Ιανουάριο του 2018 ενημέρωσε τον Μ.Υ.1 για τα καθήκοντα του στην Κατηγορούμενη 1, αναφέροντας περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν ήταν τότε στο σφαγείο και δεν γνώριζε αν ο Μ.Υ.1 ήταν στο σφαγείο στην Κατηγορούμενη
- Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν ως επίσης και τους Κατηγορούμενους 2 και 3, ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να την αξιολογήσω, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Οι μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ4) και ο Μ.Υ.2 έκαναν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων, οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια όσα γνωρίζουν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξαν. Οι μεν Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 έδωσαν μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας τους παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια, οι δε Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Υ.2 μαρτύρησαν για γεγονότα όπως αυτοί τα έζησαν, χωρίς να προσπαθήσουν να επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της Κατηγορούσας Αρχής, και όλοι τους απαντούσαν ευθέως και χωρίς δισταγμό στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία τους να έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Περαιτέρω, η μαρτυρία τους έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και συνάδει σε μεγάλο βαθμό με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Το Δικαστήριο καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι όλοι τους είπαν την αλήθεια και μετέφεραν στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως αυτά επεσυνέβησαν. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τους Κατηγορούμενους 2, 3 και τον Μ.Υ.1, οι οποίοι δεν προκάλεσαν καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Αξιολογώντας την μαρτυρία τους στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι η εκδοχή που παρουσίασαν ήταν επιτηδευμένη και προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων, με σκοπό να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσαν ότι θα οδηγούσε στην απαλλαγή των Κατηγορουμένων από την ποινική τους ευθύνη. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 προσπάθησαν μέσω της μαρτυρίας τους να προωθήσουν μια εκδοχή που θεωρούσαν ότι θα τους βοηθούσε να πείσουν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1, ότι είχαν πλήρη άγνοια για τη διαχείριση της, ότι δεν γνώριζαν για τις οφειλές της προς την Κατηγορούσα Αρχή και ότι άλλα πρόσωπα θα έπρεπε να ήταν υπόλογοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Στο πλαίσιο αυτό, προέβαλαν θέσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες, υπέπεσαν σε αντιφάσεις και σε πολλά σημεία της μαρτυρίας τους δεν απαντούσαν ευθέως ή απέφευγαν να απαντήσουν προβάλλοντας γενικές, ασαφείς και ατεκμηρίωτες θέσεις. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 έδωσε την εικόνα προσώπου εντελώς καθοδηγούμενου, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να μαρτυρήσει κατά τρόπο ώστε να βοηθήσει την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Εν κατακλείδι, ήταν εμφανής η προσπάθεια τους να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας τους είναι τα όσα στη συνέχεια αναφέρονται. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ισχυρίστηκαν ότι διορίστηκαν για σύντομο χρονικό διάστημα σε θέση αξιωματούχου της Κατηγορούμενης 1 (διευθυντής και γραμματέας, αντίστοιχα) ώστε να μην γνωρίζουν οι προηγούμενοι αξιωματούχοι τους επόμενους. Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν πλήρως για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την Κατηγορούσα Αρχή και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή ή ρόλο στην διοίκηση και διαχείριση της Κατηγορούμενης 1 εφόσον αυτά ενέπιπταν στα καθήκοντα του «οικονομικού διευθυντή» και «διευθυντή του εργοστασίου» της Κατηγορούμενης 1, εναντίον του οποίου ή των οποίων θα έπρεπε να στρέφονταν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν και τον πυρήνα της εκδοχής που προβλήθηκε από πλευράς τους ως υπεράσπιση κατά τη δίκη. Η εκδοχή τους όμως αυτή στερείται πειστικότητας, είναι αναληθοφανής και χαρακτηρίζεται από εικασίες, αντιφάσεις, κενά, ασάφειες και γενικότητες. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η πιο πάνω εκδοχή τους επρόκειτο για ψευδές σενάριο που επινοήθηκε από τους Κατηγορούμενους, κατά πάσα πιθανότητα από τον Κατηγορούμενο 2, ως μέρος του ευρύτερου κακόπιστου σχεδιασμού του. Μόνο με την παράθεση συγκεκριμένων παραδειγμάτων από την μαρτυρία τους μπορεί αυτό να καταδειχθεί: (α) ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι στις 15/09/2015 διετέλεσε για κάποιες ώρες διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 για να μην γνωρίζει ο προηγούμενος διευθυντής τον επόμενο. Ως όμως προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, προηγούμενοι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 ήταν μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία οι εταιρείες BALBINA και V - ORG, με την τελευταία να ήταν και ο γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 μέχρι την 01/04/
- Εφόσον, λοιπόν, η V - ORG συνέχιζε να κατέχει μέχρι τότε τη θέση του γραμματέα της Κατηγορούμενης 1, η αιτιολογία που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 για τον ισχυριζόμενο σύντομο διορισμό του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική αφού η V - ORG (η οποία ήταν μία εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1) προδήλως θα γνώριζε, ως εκ του ρόλου που θα συνέχιζε να διαδραματίζει στην Κατηγορούμενη 1, το πρόσωπο του νέου διευθυντή που θα διοριζόταν στην Κατηγορούμενη 1 κάποιες ώρες μετά την ισχυριζόμενη παραίτηση του Κατηγορούμενου 2 στις 15/09/
- Περαιτέρω, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 για το λόγο που δεν παρέμεινε ως μοναδικός διευθυντής και αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1 η V - ORG, παρά να διοριστεί ο ίδιος διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 «για κάποιες ώρες στις 15/09/2015». Ούτε εξήγησε κατά τρόπο πειστικό για το λόγο που η ισχυριζόμενη παραίτηση του στις 15/09/2015 κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 30/09/2019 (βλ. Τεκμήριο 13 και την μαρτυρία της Μ.Κ.2) και όχι εντός της προβλεπόμενης νομοθετικής προθεσμίας (δηλαδή εντός 14 ημερών από την αλλαγή[2]) ή έστω στις 09/11/2015, ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών ο διορισμός του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 12 και την μαρτυρία της Μ.Κ.2), ενώ απέφυγε να απαντήσει για το πότε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καταχωρηθεί στον Έφορο Εταιρειών η αλλαγή όσον αφορά τη θέση του διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, προβάλλοντας ασαφείς και ακατανόητες θέσεις, (β) με πανομοιότυπο τρόπο, η Κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι διορίστηκε για 12 ημέρες γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 για να μην γνωρίζει ο προηγούμενος γραμματέας τον επόμενο. Δεδομένου όμως ότι η V - ORG συνέχιζε να ήταν γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 μέχρι την 01/04/2016 και εφόσον, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2, διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 διορίστηκε στις 15/09/2015 η εταιρεία AIUMATE, ο λόγος διορισμού της Κατηγορούμενης 3 στη θέση του γραμματέα για 12 ημέρες δεν έχει λογική συνοχή με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 2 ότι αξιωματούχος τόσο της AIUMATE όσο και της εταιρείας που διορίστηκε μετά την Κατηγορούμενη 3 ως γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 ήταν το ίδιο πρόσωπο (κάποιος XXXXX Στέφεν), τον οποίο προδήλως θα γνώριζε η V - ORG (ως γραμματέας της Κατηγορούμενης 1) από την ημερομηνία του ισχυριζόμενου διορισμού της AIUMATE (15/09/2015) στη θέση του διευθυντή της Κατηγορούμενης
- Περαιτέρω, όπως ο Κατηγορούμενος 2, έτσι και η Κατηγορούμενη 3, δεν εξήγησε κατά τρόπο πειστικό για ποιο λόγο η ισχυριζόμενη παραίτηση της στις 12/04/2016 κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 30/09/2019 (βλ. Τεκμήριο 15 και την μαρτυρία της Μ.Κ.2) και όχι την επομένη της ισχυριζόμενης παραίτησης της, δηλαδή στις 13/04/2016, ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών ο διορισμός της ως γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 14 και την μαρτυρία της Μ.Κ.2) κάτι που, αν γινόταν, θα ήταν και εντός της προβλεπόμενης νομοθετικής προθεσμίας. Ούτε ήταν σε θέση η Κατηγορούμενη 3 να εξηγήσει για ποιο λόγο τα ισχυριζόμενα καθήκοντα της ως γραμματέας στην Κατηγορούμενη 1 διήρκησαν 12 ημέρες ή γιατί, ενώ υπογράφει την βεβαίωση ημερομηνίας 12/04/2016 (μέρος του Τεκμηρίου 14) με την οποία βεβαιώνει ότι οι αλλαγές στη θέση του γραμματέα (ως αυτές κοινοποιήθηκαν την επομένη στον Έφορο Εταιρειών) είναι σύμφωνα με το μητρώο της Κατηγορούμενης 1, στις 30/09/2019 κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών αλλαγή στη θέση του γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 από τις 12/04/2016, δηλαδή μία ημέρα πριν κοινοποιηθεί στον Έφορο Εταιρειών ο διορισμός της στη θέση του γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 (βλ. Τεκμήρια 14 και 15 καθώς και την μαρτυρία της Μ.Κ.2), (γ) εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η αναφερόμενη κοινοποίηση της αλλαγής του προσώπου του διευθυντή και γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 στον Έφορο Εταιρειών (30/09/2019), δηλαδή ένα περίπου έτος μετά την εμφάνιση των Κατηγορουμένων δια δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου (28/06/2018) και 3 περίπου μήνες μετά την αναφερόμενη συνάντηση της Κατηγορούμενης 3 με την Μ.Κ.3 (20/06/2019), αποτελεί επιπλέον στοιχείο το οποίο συνηγορεί στο ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ενήργησαν επιτηδευμένα και κακόπιστα θέλοντας να δώσουν υπόσταση στην υπεράσπιση που τελικά προώθησαν κατά τη δίκη περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε εμπλοκής τους στη διοίκηση και διαχείριση της Κατηγορούμενης 1, σε μια προσπάθεια τους να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση, (δ) ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε αρχικά ότι το μόνο που γνωρίζει για την Κατηγορούμενη 1 είναι σε γενικές γραμμές ότι έχει ένα σφαγείο και τίποτε άλλο ειδικά για τις εργασίες της και τον τρόπο λειτουργίας του, σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του διεφάνη ακριβώς το αντίθετο. Γνώριζε, όπως είπε, πού στεγάζεται η Κατηγορούμενη 1, το σφαγείο της οποίας επισκεπτόταν, όπως είπε, πολύ σπάνια, και ενημερωνόταν από τον «διευθυντή» της ως προς το τι γινόταν στην εταιρεία, λαμβάνοντας οποιεσδήποτε πληροφορίες χρειαζόταν σε σχέση με τις επενδύσεις που έκαναν. Γνώριζε επίσης ποιοι, κατά τον ίδιο, είχαν, τον ουσιώδη χρόνο που αφορούν οι κατηγορίες, την διαχείριση της εταιρείας (Μ.Κ.4 και Μ.Υ.2), καθώς και ποια ήταν τα καθήκοντα τους σε αυτήν (όπως είπε, ο Μ.Κ.4 ανέλαβε καθήκοντα λογιστηρίου και την οικονομική διεύθυνση της Κατηγορούμενης 1 και ετοίμαζε και έστελνε δηλώσεις στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ο Μ.Υ.2 είχε καθήκοντα διεύθυνσης και γενικής διαχείρισης και επίβλεψης της επιχείρησης Κατηγορούμενης 1) αλλά και το ύψος των μισθών τους όπως και το λόγο που τους «πληρώνανε», όπως είπε, τέτοιους υψηλούς μισθούς, αναφέροντας μάλιστα για τον Μ.Κ.4 ότι «αποφασίσαμε να αναλάβει καθήκοντα στο σφαγείο στην εταιρεία την κατηγορούμενη 1, να αναλάβει καθήκοντα του λογιστηρίου και της οικονομικής διεύθυνσης της εταιρείας». Περαιτέρω, όπως είπε, υπέγραψε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 το Τεκμήριο 6 για την υποβολή αιτήματος προς την Κατηγορούσα Αρχή για πληρωμή με δόσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών και υπέγραφε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 οποιεσδήποτε επιταγές του παρουσιάζονταν από το λογιστήριο για την διενέργεια πληρωμών, (ε) ενώ η Κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι διορίστηκε γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 για περίοδο 12 ημερών και ενώ ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν είχε στην κατοχή της το μητρώο της εν λόγω εταιρείας, δεν εξήγησε πώς με βάση την βεβαίωση που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 14 επιβεβαίωσε ότι οι αλλαγές που έγιναν είναι σύμφωνα με το μητρώο που τηρείται στο εγγεγραμμένο γραφείο της Κατηγορούμενης 1, εικάζοντας απλώς ότι «θα εφέραν τις 2 ΗΕ μπροστά μου, είδα τι έγραφε η μια, είδα τι έγραφε η άλλη, είδα την επιστολή που πρέπει να υπογράψω ότι έγιναν οι αλλαγές που αναφέρονται και την υπέγραψα.» (στ) ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 3 ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη διεύθυνση και τη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1, δεν συνάδει με τη θέση που η ίδια ουσιαστικά εξέφρασε στη συνέχεια, ότι, δηλαδή, εάν χρειαζόταν να γίνει κάποια επείγουσα ενέργεια και απουσίαζε ο Κατηγορούμενος 2, σχετικές οδηγίες δίδονταν από την ίδια, όπως, κατά τα λεγόμενα της, πιθανόν να έγινε με τον Μ.Κ.4 όσον αφορά το λογιστήριο. Δηλαδή, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ουδεμία σχέση είχε με την διοίκηση και διαχείριση της Κατηγορούμενης 1, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι, στην απουσία του Κατηγορούμενου 2, η διεκπεραίωση επειγουσών ενεργειών από πλευράς οποιασδήποτε εταιρείας του ομίλου, περιλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 1, γινόταν βάσει δικών της οδηγιών, (ζ) ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 3 ότι αγνοούσε τα έσοδα, τα έξοδα και τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 δεν συνάδει με το ότι, όπως η ίδια ανέφερε, «Στις γενικές συνελεύσεις έρχονται διάφορα άτομα, παρουσιάζουν τα διάφορα οικονομικά των εταιρειών, αν έχει κέρδος ή όχι, και αποφασίζεται αν θα μείνει, αν θα συνεχίσει η εταιρεία να εργάζεται ή αν θα κλείσει.». Εφόσον ήταν, όπως είπε, παρούσα στις γενικές συνελεύσεις, προδήλως γνώριζε για την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1, περιλαμβανομένων των οφειλών της, (η) οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ισχυρίστηκαν ότι δεν ευθύνονται οι ίδιοι, αλλά τρίτα πρόσωπα, για την παράλειψη πληρωμής των αναφερόμενων στις κατηγορίες ποσών. Η θέση αυτή δεν έχει λογική συνοχή με την όλη συμπεριφορά τους, στο πλαίσιο της οποίας, όπως αμφότεροι αποδέχθηκαν, επισκέφθηκαν την Μ.Κ.3 στο γραφείο της για να εξεύρουν λύση όσον αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την Κατηγορούσα Αρχή, προτείνοντας στη συνέχεια την καταβολή από την VITAEMED, στην οποία, όπως ανέφεραν, είναι εξ ημισείας μέτοχοι, ενός χρηματικού ποσού έναντι των οφειλών της Κατηγορούμενης
- Προδήλως, δεν θα έπρατταν κάτι τέτοιο, προκαλώντας μάλιστα αντίστοιχου ύψους χρηματική ζημιά σε μια τρίτη εταιρεία τους (την VITAEMED), με την αποστέρηση ενός σημαντικού ποσού (περί τις €155.000) που η τελευταία είχε να λαμβάνει, αν πράγματι πίστευαν τότε αυτά που ισχυρίστηκαν τώρα, στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη όσον αφορά τις αναφερόμενες στις κατηγορίες παραλείψεις της Κατηγορούμενης 1 προς το κράτος, (θ) ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε αρχικά ότι «διευθυντής της εταιρείας ήταν ο XXXXX Αλεξάνδρου», αμέσως μετά ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία έχει δύο διευθυντές, τον διευθυντή του εργοστασίου που έχει και την διαχείριση της Κατηγορούμενης 1 (που τότε, όπως είπε, ήταν ο Μ.Υ.2) και τον διευθυντή που είναι εγγεγραμμένος στον Έφορο Εταιρειών, χωρίς να εξηγήσει το λόγο που ο πρώτος δεν ήταν και ο εγγεγραμμένος διευθυντής στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Περαιτέρω, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ισχυρίστηκαν ότι, ως εκ των καθηκόντων που είχε τότε ο Μ.Υ.2 στην Κατηγορούμενη 1, αυτός θα έπρεπε να ήταν κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, παρά οι ίδιοι. Η θέση τους όμως αυτή δεν συνάδει με την εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος ανέφερε ότι, βάσει των καθηκόντων που ισχυρίστηκε ότι εκτελούσε στην Κατηγορούμενη 1 από τις αρχές Ιανουαρίου 2018 έως τα τέλη Ιανουαρίου 2019 (τα οποία, όπως είπε, ήταν τα ίδια με εκείνα που εκτελούσε αμέσως προηγουμένως ο Μ.Υ.2), δεν ήταν υπεύθυνος ή υπόλογος για οποιεσδήποτε οφειλές της προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με την προαναφερόμενη περίοδο εργασίας του σε αυτήν, (ι) ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι υπέγραφε τις επιταγές της Κατηγορούμενης 1 ώστε να ελέγχει και να διασφαλίζει αν οι πληρωμές αυτές γίνονταν έναντι πραγματικών υποχρεώσεων και αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την κάλυψη τους και ενώ κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε αρχικά ότι γνώριζε τα έσοδα και τα έξοδα της Κατηγορούμενης 1, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερωνόταν για τα έσοδα και τα έξοδα της ούτε για το «τι είχε να πάρει, τι πήρε, τι πλήρωσε» η εταιρεία. Αυτά δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική εφόσον πώς θα μπορούσε να ελέγχει ότι οι επιταγές εκδίδονταν έναντι πραγματικών πληρωμών ή ότι τα έσοδα της εταιρείας ήταν τέτοια ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για την κάλυψη τους όταν, όπως ισχυρίστηκε, υπέγραφε τις επιταγές χωρίς να έβλεπε όλα τα στοιχεία που του παρουσιάζονταν μαζί με τις επιταγές για υπογραφή; Και πώς μπορούσε να παρέχει τις ισχυριζόμενες εργασίες του για επενδυτικά πλάνα και στρατηγικές επενδύσεων των εταιρειών του (περιλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 1) αν δεν γνώριζε την οικονομική τους κατάσταση, όπως και οποιεσδήποτε οφειλές τους προς τρίτους (μεταξύ των οποίων και οποιεσδήποτε οφειλόμενες εισφορές προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τους υπαλλήλους που εργοδοτούνταν σε αυτές); Όλα αυτά καθιστούν τρωτή την θέση του ότι αγνοούσε για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την Κατηγορούσα Αρχή, θέση η οποία δεν συνάδει και με πολλά άλλα σημεία της υπόλοιπης μαρτυρίας του. Επί παραδείγματι, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, λάμβανε λογαριασμούς (accounts) της εταιρείας από τους ελεγκτές, από τα οποία αρκετές φορές είχε διαπιστώσει, ως ισχυρίστηκε, «ελλείματα μετρητών» και «μη σωστή οικονομική διαχείριση» και συμμετείχε στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας. Περαιτέρω, ενώ γνώριζε, όπως είπε, ότι οι εισφορές είναι πληρωτέες τέλος κάθε μήνα για τον προηγούμενο και εφόσον υπέγραφε, όπως είπε, όλες τις επιταγές της Κατηγορούμενης 1 ώστε να ελέγχει αν αυτές ανταποκρίνονταν σε πραγματικές οφειλές, προδήλως γνώριζε ότι οι εισφορές αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 δεν πληρώνονταν κανονικά όταν μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε, ποτέ δεν του έφεραν επιταγή για κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν την υπέγραψε. Περαιτέρω, αν δεν γνώριζε ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Κατηγορούσα Αρχή, δεν θα υπέγραφε το Τεκμήριο 6 ώστε να υποβληθεί εκ μέρους της αίτημα για αποπληρωμή τους με δόσεις. Ο δε ισχυρισμός που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 2 κατά την επανεξέταση του ως προς το λόγο που ο ίδιος υπέγραψε το Τεκμήριο 6 σαν εκπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ουδέποτε ετέθη στον Μ.Κ.4 όπως δεν του ετέθη ότι αυτός εκτελούσε καθήκοντα «οικονομικού διευθυντή» στην Κατηγορούμενη 1), ουδόλως πείθει ενώ δεν εξηγήθηκε από τον ίδιο για ποιο λόγο δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 6 ο Μ.Κ.4, ως ο «οικονομικός διευθυντής» της Κατηγορούμενης
- Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 χαρακτηρίζεται από ασάφειες και ουσιαστικές εγγενείς αντιφάσεις ενώ ήταν εμφανές μέσα από την μαρτυρία του ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των Κατηγορουμένων, στις επιχειρήσεις των οποίων, όπως είπε, συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργάζεται. Σε αρκετά σημεία της αντεξέτασης του δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ή απέφευγε να απαντήσει δίδοντας γενικές και αόριστες απαντήσεις. Αν και, όπως είπε, εργαζόταν ως διευθυντής του σφαγείου Αγίων Τριμιθιάς τα έτη 2018 - 2019, δεν γνώριζε ποια ήταν η σχέση του εν λόγω σφαγείου με την Κατηγορούμενη
- Επίσης ισχυρίστηκε ότι προηγούμενος διευθυντής του εν λόγω σφαγείου για τα έτη 2015 - 2017 ήταν ο Μ.Υ.2, από τον οποίο είπε ότι ενημερώθηκε για τα καθήκοντα που θα αναλάμβανε ως διευθυντής, θέσεις οι οποίες διαψεύδονται τόσο από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, όσο και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, βάσει του οποίου προκύπτει ότι ο Μ.Υ.2 εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη 1 από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι Σεπτέμβριο 2015, τον Δεκέμβριο 2015, τον Μάρτιο 2016 και τον Ιούνιο 2016 μέχρι Ιούλιο
- Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τους Κατηγορούμενους 2, 3 και τον Μ.Υ.1, την οποία απορρίπτω στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Γ. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Εγείρεται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης ζήτημα λανθασμένου κατηγορητηρίου, αναγόμενο σε ασάφεια και πολλαπλότητα κατηγοριών, το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα. Συγκεκριμένα, προβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι λανθασμένα στο κατηγορητήριο αναφέρεται πως οι οφειλόμενες εισφορές της περιόδου Ιανουαρίου 2015 με Ιουνίου 2017 δεν καταβλήθηκαν από την 01/08/2017 έως 11/12/2017 αφού, με βάση την νομοθεσία, αυτές πρέπει να καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα που ακολουθεί τον μήνα εισφορών για τον οποίο οφείλονται. Η αναφορά λανθασμένης περιόδου αδικοπραγίας όπως και η συμπερίληψη περισσότερων πράξεων στην κάθε κατηγορία αποτελούν, κατά την υπεράσπιση, ουσιαστική παρατυπία του κατηγορητηρίου εφόσον οι Κατηγορούμενοι προώθησαν την υπεράσπιση τους, αφενός, ισχυριζόμενοι ότι ουδεμία υποχρέωση είχαν για την περίοδο από 01/08/2017 έως 11/12/2017 και, αφετέρου, χωρίς να έχουν την δυνατότητα να αντικρούσουν την κάθε πράξη που τους αποδίδεται στην κάθε κατηγορία με αναφορά σε αντίστοιχες ημερομηνίες, χρονικά διαστήματα ή γεγονότα, τα οποία διαφέρουν από μήνα σε μήνα (π.χ. διαφορετικό ύψος εισφορών κάθε μήνα, διαφορετικές περιστάσεις/λόγοι διάπραξης αδικήματος ανά μήνα κλπ). Καταλήγει η εισήγηση πως τέτοια διατύπωση κατηγορητηρίου αποστέρησε από τους Κατηγορούμενους να έχουν μια δίκαιη δίκη λόγω πολλαπλότητας και ασάφειας κατηγοριών και, ως εκ τούτου, η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί. Η πιο πάνω εισήγηση δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Πράγματι, οι εισφορές προς τα διάφορα ταμεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων πρέπει να καταβάλλονται από τον εργοδότη όχι αργότερα από το τέλος του μήνα που ακολουθεί τον μήνα εισφορών για τον οποίο αυτές οφείλονται[3]. Εν προκειμένω, κάθε κατηγορία αφορά την παράλειψη πληρωμής εισφορών για τους μήνες Ιανουάριο 2015 - Ιούνιο 2017 και προσδιορίζεται στην κάθε μία από αυτές το συνολικό ύψος των οφειλόμενων εισφορών προς το κάθε ταμείο, ως ίσχυε την περίοδο από 01/08/2017 (που είναι η επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που ακολουθεί τον τελευταίο μήνα της περιόδου εισφορών που καθορίζεται στην κάθε κατηγορία) μέχρι και τις 11/12/2017, που είναι ημερομηνία λίγο πριν την καταχώριση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης (η οποία έγινε στις 15/12/2017). Περαιτέρω, με την κάθε κατηγορία αποδίδεται στους Κατηγορούμενους η διάπραξη αδικήματος το οποίο συντελείται με την ίδια την παράλειψη ή αμέλεια καταβολής των οφειλόμενων εισφορών και τελών προς το κάθε ταμείο[4], ως η έκθεση αδικήματος επί της οποίας η κάθε κατηγορία στηρίζεται. Με αυτά τα δεδομένα, δεν διαπιστώνω ότι τέτοια διατύπωση κατηγορητηρίου υπολείπεται σαφήνειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καθιστά λανθασμένο, καταπιεστικό ή στερούμενο ερείσματος. Οι λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας αποκαλύπτουν αδίκημα που αναγνωρίζεται στο νόμο και αυτές έχουν διατυπωθεί επαρκώς και με την απαραίτητη φραστική σαφήνεια ώστε να δίδουν την αναγκαία ενημέρωση στους Κατηγορούμενους για τη φύση και τους λόγους της κάθε κατηγορίας αλλά και το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών, προσδιορίζοντας παράλληλα τα ουσιώδη στοιχεία (βλ. Reiz
(1989)1 (E) A.A.Δ. 776 και Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778), όπως την παράλειψη που συνιστά το αδίκημα της κάθε κατηγορίας σε συνδυασμό με το ύψος της συνολικής οφειλής εισφορών που αντιστοιχεί στην περίοδο των παραλείψεων που καθορίστηκε στην κάθε κατηγορία καθώς και το χρόνο ως προς τον οποίο οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να υπερασπιστούν. Από την άλλη, η απομόνωση κάθε παράλειψης σε μία κατηγορία για κάθε μήνα οφειλόμενων εισφορών δεν διαπιστώνω ότι θα εξυπηρετούσε ο,τιδήποτε υπό τις περιστάσεις παρά μόνο θα οδηγούσε στην καταχώρηση ενός κατηγορητηρίου με ένα τεράστιο αριθμό κατηγοριών, κάτι που, ενδεχομένως, να καθιστούσε το κατηγορητήριο καταπιεστικό, καταχρηστικό και ενοχλητικό (Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). Εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων ή ότι αυτοί δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν δεόντως τον εαυτό τους κατά τη δίκη λόγω του τρόπου με τον οποίο διατυπώθηκαν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Ξυδιάς κ.α. v. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Χατζηφοράδος v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167, Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249 και Παπαδόπουλος v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111). Παρά τα όσα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ισχυρίστηκαν σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέταση τους, διαφαίνεται από όλη την υπόλοιπη μαρτυρία τους και προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτοί γνώριζαν εξ αρχής και πολύ καλά τα αδικήματα που αντιμετώπιζαν στην παρούσα υπόθεση, σε σχέση με τα οποία προέβηκαν πριν από τη δίκη σε διάφορες συναντήσεις και επικοινωνία με την Κατηγορούσα Αρχή, επιχειρώντας έτσι να εξεύρουν λύση στον τρόπο διευθέτησης της αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 και για τα οποία προώθησαν προς υπεράσπιση τους κατά τη διάρκεια της δίκης μια συγκεκριμένη εκδοχή, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη. Κατά συνέπεια, η εισήγηση της υπεράσπισης ως προς το ζήτημα της πολλαπλότητας ή ασάφειας των κατηγοριών δεν βρίσκει εν προκειμένω έρεισμα και απορρίπτεται. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι, κατά την περίοδο εισφορών και τελών που αφορούν οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης (Ιανουαρίου 2015 - Ιουνίου 2017), η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοδότη των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι αυτή εργοδοτούσε αριθμό υπαλλήλων, όπως αυτοί δηλώθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 μαζί με τις αντίστοιχες αποδοχές τους στις μηνιαίες καταστάσεις αποδοχών και εισφορών, Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε είτε κατά την δίκη, είτε, προηγουμένως, κατ' επίκληση της προβλεπόμενης από τα άρθρα 81 - 83 του Ν.59(Ι)/2010 διαδικασίας. Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν βάσει των αρχείων της Κατηγορούμενης 1 και υποβλήθηκαν από πλευράς της στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αντιθέτως, αυτά επί της ουσίας θεωρήθηκαν ως δεδομένα από τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος μάλιστα επικαλέστηκε τις εν λόγω καταστάσεις αποδοχών κατά την μαρτυρία του θέλοντας να δώσει έρεισμα στους υστεροκατασκευασμένους ισχυρισμούς του, αναφέροντας κατά την κυρίως εξέταση του ότι: «Α. Και θα ήθελα να αναφέρω ότι και αυτό φαίνεται από τις δηλώσεις που έκαμε η εταιρεία στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ότι ο XXXXX Αλέξανδρου έπαιρνε περίπου €3.000 τον μήνα και ο μάρτυρας κατηγορίας 4 €2.000 τον μήνα. Ε. Από ποιον; A. Από την εταιρεία και o λόγος που είχαν ψηλούς μισθούς σε σύγκριση με όλους τους άλλους υπαλλήλους ήταν ότι εκτελούσαν καθήκοντα διεύθυνσης της εταιρείας του σφαγείου, General Management και Οικονομικής Διεύθυνσης.» Και κατά την αντεξέταση του ότι: «Α. Πώς ξέρετε κύριε Βούρο ότι ο μάρτυρας κατηγορίας 4 και o Νίκος Αλέξανδρου έπαιρναν αυτούς τους μισθούς που μας αναφέρετε και προηγουμένως; A. Τους διάβασα στα Τεκμήρια της υπόθεσης. Αναφέρονται καθαρά μέσα. E. Δηλαδή θέλετε να μας πείτε ότι ήσασταν μέτοχος αυτής της εταιρείας και τους μισθούς τους διαβάσετε τώρα στα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης; A. Ναι, διότι δεν έψαξα πίσω το 2015, 2016 να θυμηθώ πόσα λεφτά έπιανε ο καθένας και αν δείτε εδώ τα στοιχεία, τα πιο επίσημα στοιχεία τα είδα.» Ούτε αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι, αναφορικά με την εργοδότηση των αναφερόμενων στο Τεκμήριο 5 υπαλλήλων της Κατηγορούμενης 1, οφείλονταν κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης οι εισφορές και τέλη στα διάφορα ταμεία που διαχειρίζονται οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ως οι λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας, και ότι σήμερα οφείλεται το ποσό των €365.914,83 (ως το Τεκμήριο 11), μετά την καταβολή ποσού ύψους €49.000 κατά την εκκρεμοδικία της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, η επιβολή των επίδικων εισφορών και τελών όπως και η υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή του ύψους που αυτές αφορούν όχι μόνο δεν προκύπτει να έχουν αμφισβητηθεί μέσω της προβλεπόμενης νομοθετικής διαδικασίας[5] αλλά φαίνεται πως έγινε αποδεχτή από πλευράς Κατηγορουμένων μέσω, αφενός, των αιτημάτων από πλευράς Κατηγορούμενης 1 προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας με δόσεις (βλ. Τεκμήρια 6, 7 και 9 - τα οποία υποβλήθηκαν κατά ή κάποιους μήνες μετά την περίοδο που αφορούν οι επίδικες εισφορές και τέλη) και, αφετέρου, μέσω της προσπάθειας που έγινε από πλευράς Κατηγορουμένων 2 και 3 για εξεύρεση λύσης όσον αφορά τις εν λόγω οφειλές για τις οποίες, ως η αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Κ.3, η Κατηγορούμενη 3 λάμβανε σε κάθε συνάντηση τους κατάσταση της οφειλής που αφορά την παρούσα υπόθεση, την οποία αναγνώρισε και ουδέποτε αμφισβήτησε, προτείνοντας μάλιστα τρόπους διευθέτησης της. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 1. η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών από τις 12/12/2006, 2. κατά την χρονική περίοδο των επίδικων εισφορών και τελών (Ιανουάριο 2015 - Ιούνιο 2017), η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοδότη των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εργοδοτώντας μηνιαίως αριθμό υπαλλήλων, ως αυτοί δηλώθηκαν από πλευράς της μαζί με τις μηνιαίες αποδοχές τους μέσω των Καταστάσεων Αποδοχών και Εισφορών, Τεκμήριο 5, οι οποίες ετοιμάστηκαν και υποβλήθηκαν εκ μέρους της στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων βάσει των δικών της αρχείων, 3. βάσει της σχετικής νομοθεσίας[6], η Κατηγορούμενη 1 είχε υποχρέωση καταβολής αντίστοιχων εισφορών προς τα διάφορα ταμεία που διαχειρίζονται οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με τους υπαλλήλους που εργοδοτούσε για την περίοδο από Ιανουάριο 2015 μέχρι Ιούνιο 2017, ως το Τεκμήριο 5, το ύψος των οποίων ανερχόταν κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης σε: (α) €205.746,69 προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1η κατηγορία), (β) €97.695,52 προς το Ταμείο Ετήσιων Αδειών (3η κατηγορία), (γ) €15.826,67 προς το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (4η κατηγορία), (δ) €6.594,55 προς το Ταμείο Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (5η κατηγορία) και (ε) €26.377,78 προς το Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής (6η κατηγορία), 4. η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα τις πιο πάνω εισφορές προς τα προαναφερόμενα ταμεία και, επίσης, παρέλειψε να πληρώσει πρόσθετο τέλος αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων (2η κατηγορία)[7] και εισφορά Κοινωνικής Συνοχής (7η κατηγορία) που όφειλε για τους μήνες Ιανουάριο 2015 μέχρι Ιούνιο 2017[8], 5. μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, καταβλήθηκε έναντι των προαναφερόμενων οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων τελών το ποσό των €49.000, με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €365.914,83, στο οποίο περιλαμβάνεται ποσό εισφορών συνολικού ύψους €310.296,65 πλέον ποσό πρόσθετου τέλους αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύψους €49.297,92 και ποσό πρόσθετου τέλους αναφορικά με εισφορά Κοινωνικής Συνοχής ύψους €6.320,26 (βλ. Τεκμήριο 11). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η Κατηγορούμενη 1 (εργοδότης) διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 6 που αντιμετωπίζει[9], εφόσον παρέλειψε να καταβάλει τις εισφορές που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 3, 4 και 6, το τέλος Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού που αναφέρεται στην 5η κατηγορία καθώς επίσης και το πρόσθετο τέλος αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αναφέρεται στην 2η κατηγορία, ως όφειλε για τους μήνες Ιανουάριο 2015 μέχρι Ιούνιο 2017. Δεν είναι όμως ίδια η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την 7η κατηγορία εφόσον η παράλειψη πληρωμής πρόσθετου τέλους αναφορικά με εισφορά Κοινωνικής Συνοχής δεν συνιστά αδίκημα με βάση την σχετική νομοθεσία, η οποία (σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται στο άρθρο 85
(1)του Ν.59(Ι)/2010 αναφορικά με το πρόσθετο τέλος για εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων) ποινικοποιεί μόνο την παράλειψη καταβολής «εισφοράς κοινωνικής συνοχής» (η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 2% στο ποσό των αποδοχών του μισθωτού - βλ. άρθρα 2
(1)και 3
(1)Ν.124(Ι)/2002)και όχι οποιουδήποτε πρόσθετου τέλους επιβάλλεται συνεπεία της εν λόγω παράλειψης (βλ. άρθρα 2
(1)και 5
(1)Ν.124(Ι)/2002). Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, παραμένει προς εξέταση αν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες ως αξιωματούχοι της Κατηγορούμενης 1 (διευθυντής και γραμματέας, αντίστοιχα), ευθύνονται ποινικά για τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Όπως, μεταξύ άλλων, προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία επί της οποίας εδράζονται οι πιο πάνω κατηγορίες, όταν αποδεικνύεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση της εν λόγω νομοθεσίας, από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια διευθυντή, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου παρόμοιου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του εν λόγω αδικήματος[10]. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 2 και 3 ότι διορίστηκαν για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ως αξιωματούχοι της Κατηγορούμενης 1 και δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στη διοίκηση και διαχείριση της εν λόγω εταιρείας ούτε γνώριζαν τις οφειλές της προς της Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Δικαστήριο, έχοντας απορρίψει στην ολότητα της την εκδοχή αυτή της υπεράσπισης και έχοντας αποδεχτεί εξ ολοκλήρου την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και του Μ.Υ.2, προβαίνει στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: ο Κατηγορούμενος 2 εμφανιζόταν ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 09/11/2015 μέχρι τις 30/09/2019, ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε η παραίτηση του από τη θέση αυτή στον Έφορο Εταιρειών. Η Κατηγορούμενη 3 εμφανιζόταν ως γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 13/04/2016 μέχρι τις 30/09/2019, ημερομηνία κατά την οποία επίσης κοινοποιήθηκε η παραίτηση της από τη θέση αυτή στον Έφορο Εταιρειών. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν από την σύσταση της Κατηγορούμενης 1 (12/12/2006) οι μοναδικοί μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας σε ποσοστό 50% έκαστος. Αυτοί ήταν και τα πρόσωπα που υπέγραφαν εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 διάφορα έγγραφα ως διευθυντές της, όπως επιστολές και επιταγές για την πληρωμή μισθών στους υπαλλήλους της Κατηγορούμενης 1 εφόσον ήταν και οι υπογράφοντες του λογαριασμού της. Επίσης, εμφανίζονταν προς τον Μ.Κ.4 (υπάλληλο της Κατηγορούμενης 1 για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 2015 - Απριλίου 2016 και Ιουνίου 2016 - Ιανουαρίου 2017[11], ο οποίος εκτελούσε σε αυτήν καθήκοντα λογιστή) ως αρμόδιοι να δίδουν οδηγίες εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 αναφορικά με οποιαδήποτε ζητήματα του λογιστηρίου της. Ο δε Κατηγορούμενος 2 διαχειριζόταν τα οικονομικά όλων των εταιρειών του ομίλου, στον οποίο περιλαμβάνεται τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και η VITAEMED, ήταν ο ίδιος που, όταν προέκυψε το ζήτημα με την μη υποβολή των Καταστάσεων Αποδοχών και Εισφορών από πλευράς Κατηγορούμενης 1, έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία και υποβολή τους προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, όπως και έγινε (ως το Τεκμήριο 5), και ήταν εκείνος που έδωσε οδηγίες για την συμπλήρωση και υποβολή της αίτησης για αποπληρωμή με δόσεις των ληξιπρόθεσμων κοινωνικών εισφορών της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 6), την οποία στη συνέχεια υπέγραψε εκ μέρους της και η οποία, ακολούθως, υποβλήθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συναντήθηκαν με την Μ.Κ.3 με σκοπό την εξεύρεση τρόπου διευθέτησης της αποπληρωμής των καθυστερημένων εισφορών διαφόρων εταιρειών του ομίλου τους, περιλαμβανομένων των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ακολούθησαν περαιτέρω συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες της Κατηγορούμενης 3 με την Μ.Κ.3 για τον ίδιο σκοπό, μεταξύ των οποίων ήταν και μία συνάντηση της Κατηγορούμενης 3 στο γραφείο της Μ.Κ.3 που έγινε στις 20/06/2019, στο πλαίσιο της οποίας η Κατηγορούμενη 3 πρότεινε όπως η VITAEMED εμβάσει ένα ποσό που είχε να λαμβάνει από το Υπουργείο Υγείας προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων έναντι των οφειλών της Κατηγορούμενης 1 και μίας άλλης εταιρείας (της W2E1) και ότι θα της κοινοποιούσε με φαξ σχετική επιστολή της VITAEMED, όπως και έγινε (ως το Τεκμήριο 16). Καθ' όλη την επικοινωνία των Κατηγορουμένων 2 και 3 με την Μ.Κ.3, οι πρώτοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την επίδικη οφειλή της Κατηγορούμενης 1 προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ήταν τα πρόσωπα που η Μ.Κ.3 γνώριζε ότι ενεργούσαν εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 σε μια προσπάθεια εξεύρεσης τρόπου διευθέτησης της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής. Μετά και την απόρριψη της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων 2 και 3 ως αναξιόπιστης και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία ότι η Κατηγορούμενη 1 τελούσε ανέκαθεν υπό την διοίκηση, τον απόλυτο έλεγχο και εντολή των Κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι, εμφανίζονταν προς τρίτους και ενεργούσαν ως αξιωματούχοι αυτής και οι οποίοι, προδήλως, γνώριζαν ή εθελοτυφλούσαν (willful blindness)[12] για το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν καταβάλλει προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις τις εισφορές και τέλη που όφειλε για τους υπαλλήλους που εργοδοτούσε την περίοδο Ιανουαρίου 2015 - Ιουνίου
- Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 διορίστηκαν ως αξιωματούχοι της Κατηγορούμενης 1 βάσει της γνωστοποίησης που παραδόθηκε εκ μέρους της στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήρια 12 - 15) ουδεμία σημασία έχει[13] και, εν πάση περιπτώσει, δεν επηρεάζει εν προκειμένω την διαπιστωθείσα ιδιότητα με την οποία τα εν λόγω πρόσωπα ενεργούσαν εκ μέρους της Κατηγορούμενης
- Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Vouros Protein Industries Ltd, ECLI:CY:AD:2017:B84, Ποιν. Έφεση 56/2014 ημ. 15/03/2017, στην οποία εξετάστηκε ίδιο ζήτημα με παρεμφερή δεδομένα: «Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι ναι μεν η Εταιρεία είχε ως διευθύντρια την εταιρεία του ομίλου V-Org Commercial Management Services Ltd, αλλά τα μόνα φυσικά πρόσωπα που ήταν ιδιοκτήτες και είχαν τον απόλυτο έλεγχο των εταιρειών του ομίλου μέσω της Α. Vouros Investments ltd - μέτοχοι και διευθυντές της οποίας ήταν ο εφεσείων και η αδελφή του - ήταν ο εφεσείων και η αδελφή του. Περαιτέρω, όπως ορθώς επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τις επίδικες παραβάσεις των όρων της Άδειας ανταλλάγησαν επιστολές μεταξύ του Τμήματος και της Εταιρείας, τις οποίες εκ μέρους της Εταιρείας υπογράφει ο εφεσείων ως «διευθυντής» ή ως «διευθύντων σύμβουλος» και ο ισχυρισμός του ότι δεν ήταν ο υπεύθυνος της Εταιρείας και δεν είχε γνώση για τις υπό αναφορά παραβάσεις, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να γίνει αποδεκτός.» Περαιτέρω, στην Αναφορικά με την Αίτηση της TMC Trade Mark AG εκ Λιχτενστάϊν, Πολ. ECLI:CY:AD:2021:D153, Αίτηση 110/2020 ημ. 14/04/2021 αναφέρθηκε ότι: «Εν προκειμένω, όπως και στις προαναφερθείσες υποθέσεις, η εγγραφή των λεπτομερειών και/ή της γνωστοποίησης [στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών] δεν ήταν πράξη που δημιουργούσε από μόνη της οποιαδήποτε δικαιώματα ή προσέδιδε την ιδιότητα του διευθυντή. Η γνωστοποίηση αυτή δεν είναι διαπλαστική ή συστατική δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ή νομικών καταστάσεων. Όπως ορθά το έθεσε η κα Σωτηρίου: «Το Τμήμα του Εφόρου δεν έχει την εξουσία να κατοχυρώνει τη διοικητική ή μετοχική δομή των εταιρειών αλλά να καταχωρεί στο μητρώο του στοιχεία και αλλαγές που είναι ήδη καταχωρημένα στο μητρώο της εταιρείας και κοινοποιούνται στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών» Πράγματι, η ιδιότητα ενός προσώπου ως αξιωματούχος της εταιρείας, του προσδίδεται με βάση τις διαδικασίες της εταιρείας και η εγγραφή δεν αλλοιώνει οτιδήποτε. Σχετικά είναι τα ακόλουθα από τον Palmer's Company Law, Vol.2, Chapter 8, 8.707: «Register does not determine directors' status On the other hand, the registration does not determine whether a person is in fact a director of a company: it is the company, following its own proper procedure, that appoints and removes directors. However, registration as a director may operate as a representation to third parties by the company that the person is a director.» [.] Η κοινοποίηση προς τον Έφορο και η εγγραφή της γνωστοποίησης δεν δημιουργεί ιδιωτικά δικαιώματα ή νομικές ιδιότητες αλλά πρόκειται για απλή καταχώριση αποφάσεων της εταιρείας που προηγήθηκαν. Αφορούν δε σε αστικής φύσης δικαιώματα, σχέσεις και ιδιότητες που επηρεάζουν άμεσα μόνο τους εμπλεκόμενους.» Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 6 έχουν διαπραχθεί από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία με την συναίνεση και συνενοχή των Κατηγορούμενων 2 και 3, οι οποίοι ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως αξιωματούχοι της εν λόγω εταιρείας. Δ. Κατάληξη Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, τις κατηγορίες 1 έως 6 και έτσι οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται ένοχοι σε αυτές. Δεν έχει όμως αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή η διάπραξη αδικήματος ως η 7η κατηγορία και, ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την εν λόγω κατηγορία. (Υπ.) .................................... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. Άρθρο 192
(4)και
(5)(β) Κεφ. 113. [3] Βλ. το άρθρο 11 των Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών του 2010 (1η κατηγορία), άρθρο 11
(1)των Περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Κανονισμών (3η κατηγορία), άρθρο 9 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών (4η κατηγορία), άρθρο 6 των Περί της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού (Τέλος Καταβλητέον υπό Εργοδοτών) Κανονισμών (5η κατηγορία), άρθρο 3
(2)Ν.124(Ι)/2002και άρθρο 11 των Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών του 2010 (6η κατηγορία). [4] Βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235. Βλ. επίσης άρθρο 85
(1)και
(9)του Ν.59(Ι)/2010 (1η και 2η κατηγορία), άρθρο 14
(1)(β) του Ν.8/1967 και άρθρο 18 των Περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Αδειών Κανονισμών (3η κατηγορία), άρθρα 19 και 22 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών (4η κατηγορία), άρθρα 8 και 11 των Περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (Τέλος Καταβλητέον υπό Εργοδοτών) Κανονισμών (5η κατηγορία) και άρθρο 5
(1)και
(2)Ν.124(Ι)/2002(6η και 7η κατηγορία). [5] Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, η ποινική διαδικασία δεν προσφέρεται για έλεγχο της πράξης επιβολής εισφορών και τελών. Αν η ορθότητα της επιβολής αυτών δεν αμφισβητήθηκε κατ' ακολουθία των προβλεπόμενων διαδικασιών, είτε βάσει των άρθρων 81 - 83 του Ν.59(Ι)/2010 είτε σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, θεωρείται ότι έχει οριστικοποιηθεί και εκείνο που το ποινικό Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι η καταβολή ή μη των αναφερόμενων στις κατηγορίες εισφορών, επιβαρύνσεων και τελών, χωρίς να υπεισέρχεται στην ορθότητα του ύψους αυτών (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 και Παντελή Κυριάκος ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2006)2 Α.Α.Δ. 22). [6] Βλ. άρθρο 4, 5
(1)και
(5)Ν.59(Ι)/2010(1η κατηγορία), άρθρα 9 και 11 των Περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Κανονισμών (3η κατηγορία), άρθρα 7 και 10 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών (4η κατηγορία), άρθρο 20
(1)του Ν. 125(Ι)/1999 (5η κατηγορία), άρθρο 3
(1)Ν.124(Ι)/2002(6η κατηγορία). [7] Βλ. άρθρο 21
(1)των Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών του 2010. [8] Βλ. άρθρο 3
(2)Ν.124(Ι)/2002και άρθρο 21
(1)και των Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών του 2010. [9] Βλ. άρθρο 85
(1)του Ν.59(Ι)/2010 (1η και 2η κατηγορία), άρθρο 14
(1)(β) του Ν.8/1967 (3η κατηγορία), άρθρο 19 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών (4η κατηγορία), άρθρο 8 των Περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (Τέλος Καταβλητέον υπό Εργοδοτών) Κανονισμών (5η κατηγορία) και άρθρο 5
(1)Ν.124(Ι)/2002(κατηγορία 6). [10] Βλ. άρθρο 85
(9)Ν.59(Ι)/2010(1η και 2η κατηγορία), άρθρο 18 των Περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Αδειών Κανονισμών (3η κατηγορία), άρθρο 22 των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό) Κανονισμών (4η κατηγορία), άρθρο 11 των Περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (Τέλος Καταβλητέον υπό Εργοδοτών) Κανονισμών (5η κατηγορία) και άρθρο 5
(2)Ν.124(Ι)/2002(κατηγορίες 6 και 7). [11] Βλ. Τεκμήριο 5. [12] Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, ECLI:CY:AD:2020:B173, Ποιν. Έφεση 253/18 ημ. 01/06/2020 «Η εθελοτυφλία (willful blindness) δεν παύει να αποτελεί εκδήλωση του νοητικού στοιχείου της γνώσης». [13] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, σελ. 511: «Every company must keep at its registered office a register of its directors and secretaries, showing. Every company must send a return to the Registrar of Companies within fourteen days after any change in its directors or the particulars registered in respect of them. The Registrar must advertise in the London Gazette the delivery to him of a return of any change among a company's directors, and until this has been done the company may not rely on any such change having been made as against any person who at the material time is unaware of the change. Consequently, if any person (including a member of the company) enters into a transaction with the directors whose names appear in the most recently advertised returns and he is unaware that they have ceased to hold office or have been replaced, he may treat the company as bound by the transaction.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο