ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. POLLISTER LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2678/17, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2678/17 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- POLLISTER LTD
- XXXXX ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καρύδης Για Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για Κατηγορούμενο 2: κ. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενος 2 Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν συνολικά τρείς κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών (οι «Κανονισμοί»). Η πρώτη αφορά την παράλειψη καταβολής ποσού Φ.Π.Α. ύψους €18.356,22 εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 20/04/2011, η δεύτερη αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €7.951,23, που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €18.356,22 που βεβαιώθηκε με αντίστοιχη ειδοποίηση ημερομηνίας 20/4/2011, και η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €85,00 που επιβλήθηκε λόγω μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α (6η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που τους προσάπτονται, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση, στο πλαίσιο της οποίας η Κατηγορούμενη 1, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2, παρέμεινε χωρίς εκπροσώπηση και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υπεράσπιση της. Β. Βάρος απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μία κατηγορία που αφορά την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής στον Έφορο Φορολογίας οφειλόμενου ποσού φόρου που βεβαιώθηκε. Πρόκειται για την 1η κατηγορία, στις λεπτομέρειες της οποίας αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 20/04/2011 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €18.356,22. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του Νόμου: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(11)του Νόμου που αφορά την 1η κατηγορία είναι: (α) η παράλειψη πληρωμής ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 49
(8)του Νόμου αναφέρεται ότι: «
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού.» Επίσης, στο άρθρο 57 του Νόμου, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ερμηνείας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολομωνίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 ημ. 18/12/2018, προνοείται ότι: «Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να κοινοποιηθεί με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπο του για σκοπούς Φ.Π.Α. και η οποία αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικώς στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπο του.» Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως, της οποίας η εγκυρότητα και νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας που καθορίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Προϋπόθεση, βεβαίως, για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις σχετικές με καταβολή φορολογίας είναι το ανέκκλητο της εν λόγω φορολογίας, η οποία προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την προσβολή της ενώπιον του Δικαστηρίου Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ. 612). Όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 3, τα άρθρα 45
(3)(γ),
(4)και 5 (α) του Νόμου προνοούν την επιβολή πρόσθετου φόρου, τόκου και χρηματικών επιβαρύνσεων και το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου, προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 46 (10Α) του Νόμου είναι (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Όταν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο (όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 6 του Νόμου) είναι νομικό πρόσωπο, ευθύνη για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις πιο πάνω κατηγορίες φέρει όχι μόνο το εν λόγω νομικό πρόσωπο αλλά και οποιοσδήποτε αξιωματούχος του, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 48 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Από το περιεχόμενο του άρθρου 48 του Νόμου, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής και γραμματέας) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο, χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου ή στη λήψη αποφάσεων από αυτό. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου στη διάπραξη αδικήματος που προνοείται στο Νόμο ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» του νομικού προσώπου που διέπραξε το ρηθέν αδίκημα (βλ. Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολωμονίδη, ανωτέρω). Γ. Προσαχθείσα Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. XXXXX Σταύρου (Μ.Κ.1), λειτουργό Α΄ στην υπηρεσία ΦΠΑ, ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και, κατά τη μαρτυρία του, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 18. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισης του, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 19 -
- Κάλεσε, επίσης, και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, την κα. XXXXX Μακρή, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων (Μ.Υ.1), η οποία, κατά τη μαρτυρία της, κατέθεσε το Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Έφορο Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτόν από τη σχετική νομοθεσία. Αφού έκανε αναφορά στα καθήκοντα του στην υπηρεσία Φ.Π.Α., μαρτύρησε για τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως τα γνώριζε ως εκ των καθηκόντων του στην εν λόγω υπηρεσία, της πρόσβασης που έχει τόσο στο μηχανογραφημένο σύστημα παροχής πληροφοριών Φ.Π.Α. όσο και στο φάκελο διερευνήσεως της Κατηγορούμενης 1 αλλά και ενόψει της προσωπικής εμπλοκής που είχε στο φορολογικό έλεγχο που διενήργησε στην Κατηγορούμενη 1, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η έκδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου ημερομηνίας 20/04/2011 για το ποσό των €18.356,22, Τεκμήριο 1 (εφεξής «η επίδικη βεβαίωση φόρου»). Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX2Ζ, εγγραφή η οποία έγινε με ημερομηνία έναρξης την 15/04/2009 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και την 31/12/2011 οπότε και διαγράφηκε από το σχετικό μητρώο Φ.Π.Α. Ανέφερε, επίσης, ότι επέδωσε αυθημερόν την επίδικη βεβαίωση φόρου στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος την παρέλαβε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, υπογράφοντας για την παραλαβή της. Εναντίον της βεβαίωσης αυτής υποβλήθηκε ένσταση από πλευράς Κατηγορούμενης 1 με επιστολή του Κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 17/06/2011 (Τεκμήριο 2), η οποία απορρίφθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α. με επιστολή του ημερομηνίας 4/10/2011 (Τεκμήριο 3), την οποία ο Μ.Κ.1 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 στις 17/10/
- Ακολούθως, έπειτα από συναντήσεις που είχαν με τον Κατηγορούμενο 2 στις 30/08/2012 και 15/10/2012, ο τελευταίος, ενεργώντας εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, υπέγραψε και παρέδωσε επιστολή απευθυνόμενη προς τον Έφορο Φ.Π.Α., ημερομηνίας 22/10/2012 (Τεκμήριο 4), με την οποία δήλωνε ότι αποδέχεται το ποσό της επίδικης βεβαίωσης φόρου (περιλαμβανομένου του ποσού πρόσθετου φόρου και του μέχρι τις 10/10/2012 υπολογισμένου τόκου), ότι προτίθεται να καταβάλει επιπλέον το ποσό των €5.500 υπό μορφή συμβιβαστικού προστίμου για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του και πρότεινε μάλιστα ένα πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών. Σε απάντηση της επιστολής αυτής, ο Έφορος Φ.Π.Α., με επιστολή του προς την Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 23/10/2012 (Τεκμήριο 5), αποδέχτηκε το προτεινόμενο ποσό συμβιβαστικού προστίμου €5.500 για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη για τη διάπραξη του αδικήματος της δόλιας αποφυγής καταβολής του οφειλόμενου φόρου με βάση το άρθρο 46
(1)του Νόμου, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλετο μέχρι 17/12/2012, και αποδέχτηκε επίσης τον προτεινόμενο τρόπο αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης
- Εντούτοις, όπως είπε, οι Κατηγορούμενοι δεν τήρησαν αυτό που πρότειναν αφού κατέβαλαν μόνο το ποσό των €5.500 στις 21/12/2012 έναντι του συμβιβαστικού προστίμου και το ποσό των €50 στις 10/05/2016 έναντι επιβαρύνσεων της περιόδου 01/05/2009 - 30/09/
- Κατέθεσε, επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή του, το πιστοποιητικό που ετοίμασε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 6) αναφορικά με την εγγραφή της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο Φ.Π.Α. και τη μη καταβολή των ποσών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το περιεχόμενο του οποίου, όπως είπε, έχει διασταυρωθεί με το μηχανογραφημένο σύστημα παροχής πληροφοριών Φ.Π.Α. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, δέσμη πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, σύμφωνα με τα οποία ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 και είναι υπό αυτή την ιδιότητα που, όπως είπε, έχει περιληφθεί στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Πρόσθεσε, επίσης, ότι με βάση ηλεκτρονική έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι ακόμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η βεβαιωθείσα φορολογία έγινε κατ' εκτίμηση. Ανέφερε ότι, όπως γνωρίζει και όπως προκύπτει από το ηλεκτρονικό σύστημα της υπηρεσίας του, όταν διενεργήθηκε ο φορολογικός έλεγχος υπήρχαν φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τον φορολογούμενο με μηδενικά ποσά. Όπως όμως προέκυψε από κατάσταση λογαριασμού που εξασφαλίστηκε τον Νοέμβριο του 2010 από τον υπεύθυνο του λογιστηρίου της ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ (η ΣΠΟΛΠ), η Κατηγορούμενη 1 τιμολογούσε την ΣΠΟΛΠ χρεώνοντας Φ.Π.Α., το οποίο δεν απέδωσε και είναι επί των ποσών που αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις και στα αναφερόμενα σε αυτές τιμολόγια της Κατηγορούμενης 1 που, όπως εξήγησε, υπολογίστηκε ο φόρος εκροών, εξηγώντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε ο φόρος εισροών, ώστε να προκύψει η βεβαιωθείσα φορολογία. Ανέφερε επίσης ότι πριν από την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου και, συγκεκριμένα, στις 26/11/2010 διενεργήθηκε συνάντηση στην παρουσία του με τον Κατηγορούμενο 2 και τον τότε προϊστάμενο του στην υπηρεσία Φ.Π.Α., στο πλαίσιο της οποίας δόθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 όλα τα στοιχεία και καταστάσεις. Όπως είπε, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε αρχικά χρόνο μέχρι τις 10/01/2011 και, στη συνέχεια, μέχρι την 01/03/2011 για να έβλεπε τα εν λόγω στοιχεία με τον λογιστή του, όμως, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατόν να έρθουν σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 2 μέχρι τότε, προχώρησαν στην έκδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου στις 20/04/
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, αναγνώρισε έγγραφα που του υποδείχθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης αναφορικά με φορολογίες που βεβαιώθηκαν σε δύο άλλες, συνδεδεμένες με την Κατηγορούμενη 1, εταιρείες, την Capricorn Trading Ltd (η Capricorn) και την Pallifer Ltd (η Pallifer), τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8 -
- Ανέφερε στη συνέχεια ότι άκουσε πως ασκήθηκε στο παρελθόν ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης 1, δεν γνώριζε όμως για οποιαδήποτε δημοσιεύματα αναφορικά με τον Γενικό Εισαγγελέα ή αν ζητήθηκε αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης, σημειώνοντας ότι η άμεση εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση σταματά στις 20/03/2013, όταν δηλαδή μεταφέρθηκε η υπόθεση για περαιτέρω χειρισμό στην μονάδα λήψης δικαστικών μέτρων. Επομένως, όπως, είπε, δεν ήταν άμεσα ενήμερος ούτε είδε και ούτε του ζητήθηκε από τους δικηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής να ασχοληθεί αναφορικά με ό,τι έγινε μετά την εν λόγω ημερομηνία όσον αφορά την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της Κατηγορούμενης
- Διευκρίνισε ότι στην υπόθεση της Capricorn (2676/17) παρουσίασε απλώς έγγραφα αναφορικά με δικαστικές διαδικασίες που έγιναν εναντίον της μετά την 20/03/2013, σε σχέση με τα οποία δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή, το έπραξε δε κατόπιν πρόσβασης που του δόθηκε στους φακέλους της μονάδας λήψης δικαστικών μέτρων έπειτα από οδηγίες των δικηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής. Τέτοιες οδηγίες, όπως είπε, δεν του δόθηκαν στην υπό κρίση περίπτωση της Κατηγορούμενης 1, αφού δεν του ζητήθηκε να αποκτήσει πρόσβαση και να ερευνήσει τους φακέλους της μονάδας λήψης δικαστικών μέτρων για οποιοδήποτε λόγο και είναι για αυτό που η επί του προκειμένου μαρτυρία του περιορίζεται στα όσα ο ίδιος γνωρίζει και είχε άμεση εμπλοκή ως επίσης και από αυτά που προκύπτουν από τους δικούς του φακέλους. Όπως, περαιτέρω, ανέφερε, δεν προκύπτει από τους εν λόγω φακέλους του και ούτε γνωρίζει να έγινε οποιαδήποτε επανεξέταση της ορθότητας της βεβαιωθείσας φορολογίας μετά την απόρριψη της ένστασης των Κατηγορουμένων (Τεκμήριο 2). Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε αρχικά στις εργασίες τόσο της Capricorn και της Pallifer όσο και της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, στην οποία, όπως είπε, ήταν διευθυντής και εξακολουθεί να είναι τυπικά διευθυντής διότι, η εν λόγω εταιρεία, ανέστειλε τις εργασίες της και είναι ανενεργή από το
- Αναφέρθηκε στη συνέχεια στον έλεγχο που είπε ότι διενεργήθηκε το 2009/2010 από την υπηρεσία Φ.Π.Α. στην Κατηγορούμενη 1 αλλά και στις άλλες δύο εταιρείες (στην Capricorn και στην Pallifer), αναγνωρίζοντας την επιστολή που κατατέθηκε ως το Τεκμήριο 8 και καταθέτοντας επίσης το Τεκμήριο
- Συνέχισε αναφέροντας ότι, τον Σεπτέμβριο του 2010 τον επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 και του έλαβε κατάθεση, στο πλαίσιο της οποίας, έχοντας υπόψη τα όσα του ανέφεραν οι λογιστές του και δεδομένου ότι αμέσως προηγουμένως είχε διάφορα προβλήματα υγείας που τον εμπόδιζαν να ελέγχει κανονικά τις δηλώσεις, παραδέχθηκε «τις παραλείψεις δήλωσης των ορθών ποσών θεωρώντας ότι τα ποσά ήταν τέτοια που διορθώνονταν με επόμενες φορολογικές δηλώσεις που είναι η συνήθης πρακτική [.]». Όπως είπε, μετά από μήνες του παραδόθηκε από τον Μ.Κ.1 το Τεκμήριο 1, το οποίο τον εξέπληξε και υπέβαλε ένσταση (ως το Τεκμήριο 2), αφού δεν μπορούσε να αντιληφθεί πώς προέκυπταν τα ποσά, η οποία απορρίφθηκε ως το Τεκμήριο
- Ακολούθως, αναφέρθηκε στις διάφορες επαφές που είπε ότι είχε στη συνέχεια με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., στο πλαίσιο των οποίων, ισχυρίστηκε ότι, όλοι τον συμβούλευαν πως είναι προτιμότερο να παραδεχθεί τον οφειλόμενο φόρο και να αποδεχθεί την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου ώστε να αποφύγει ποινικές διώξεις και ότι στη συνέχεια θα επανεξετάζονταν το ύψος του φόρου και θα γίνονταν αναπροσαρμογές. Του έδωσαν τότε και πρότυπο επιστολής που θα έπρεπε να αποστείλει, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι πριν την αποστολή του Τεκμηρίου 4 είχε στείλει κάποιο συγγενικό του πρόσωπο να δει τους υπολογισμούς που κατέληξαν στο Τεκμήριο 1 και αυτός τον πληροφόρησε ότι οι φορολογίες ήταν εντελώς αυθαίρετες και αναιτιολόγητες, κάτι που ισχυρίστηκε ότι είπε στους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. πριν την αποστολή του Τεκμηρίου
- Πείσθηκε όμως, όπως ισχυρίστηκε, να προβεί στην παραδοχή και να ζητήσει την επιβολή συμβιβαστικού προστίμου προσβλέποντας στην υποδειχθείσα αναθεώρηση του πληρωτέου ποσού και ιδιαίτερα στην αποφυγή ποινικών διώξεων. Απέστειλε τότε το Τεκμήριο 4, που έγινε αποδεκτό ως το Τεκμήριο 5, αναφέροντας επίσης ότι, όταν υπέβαλε την πρόταση, είχε την ειλικρινή πρόθεση να καταβάλει το πρόστιμο και συν το χρόνο όποιο ποσό φόρου προέκυπτε από την επανεξέταση, γι' αυτό και είχε προτείνει μακροχρόνια αποπληρωμή για να δοθεί χρόνος επανεξέτασης. Εντούτοις, πέραν του ποσού των €30.000 που είπε ότι κατέβαλε έναντι του προστίμου τον Δεκέμβριο του 2012, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί καταβάλλοντας οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ακολούθησε η καταχώριση της ποινικής δίωξης με αριθμό 10237/13 (το κατηγορητήριο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 21), η οποία, όπως είπε, είναι ταυτόσημη με την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση αιτήθηκε μέσω των τότε δικηγόρων του αναστολή της ποινικής δίωξης (ως η επιστολή που κατέθεσε, Τεκμήριο 22), η οποία ανεστάλη και, όπως είπε, οι εν λόγω δικηγόροι του είχαν λάβει σε συνάντηση που είχαν με τη νομική υπηρεσία αντίγραφο της επιστολής του Εφόρου Φορολογίας με τις απόψεις του, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 23, ισχυριζόμενος ότι του είπαν ότι οι φορολογίες θα επανεξεταστούν και ότι δεν ισχύουν αφού υπάρχει παραδοχή ότι υπάρχουν λάθη. Πρόσθεσε ότι η εκπρόσωπος του Φ.Π.Α., κατά την ημέρα που καταχώρισε την αναστολή της ποινικής δίωξης, ανέφερε ότι αυτή γίνεται για ανθρωπιστικούς λόγους αλλά και διότι ο Έφορος θα επανεξέταζε το ύψος του οφειλόμενου φόρου που ενδέχετο να μειωθεί σημαντικά. Έκτοτε, όπως είπε, δεν του επιδόθηκε νέα βεβαίωση φόρου ούτε διερευνήθηκε μέσω του οτιδήποτε και ούτε του ζητήθηκε να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι, με συμβουλή των δικηγόρων του, ανέμενε τότε τη νέα βεβαίωση για να λάβει όλα τα ένδικα μέσα για ακύρωση της. Ακολούθως, έκανε αναφορά σε αποσπάσματα εφημερίδων που δημοσιεύθηκαν το 2017, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 24, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι είναι θύμα διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα και των εν λόγω εφημερίδων καθώς και της παράλειψης του Εφόρου Φορολογίας να διαγράψει τις με το Τεκμήριο 1 επιβληθείσες φορολογίες μέχρι την επανεξέτασή τους, όπως θα έπρεπε. Πρόσθεσε όμως ότι παραμένει γεγονός ότι οι επιβληθείσες με το Τεκμήριο 1 φορολογίες αναιρέθηκαν από τον ίδιο τον Έφορο τόσο με την επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα όσο και με τη δήλωση της εκπροσώπου του Φ.Π.Α. ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων στα οποία λανθασμένα αναφέρεται ότι επανεξετάστηκαν και παραμένουν. Με αναφορά τόσο σε συμφωνίες που είπε ότι είχαν με μια θυγατρική της ΣΠΟΛΠ (την E & S Trading Ltd) όσο και στο περιεχόμενο της επίδικης βεβαίωσης φόρου, ισχυρίστηκε ότι οι φορολογίες που επιβλήθηκαν με την επίδικη βεβαίωση φόρου είναι παράδοξες, προϊόν εκτίμησης και πρόχειρες, προσθέτοντας ότι είναι γι' αυτό που ο Έφορος Φορολογίας ανέλαβε να επανεξετάσει την όλη οφειλή, συμφωνώντας με την αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης και, κατά την άποψη των δικηγόρων του, ανακαλώντας ή αναστέλλοντας την απόφαση Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι αδυνατεί να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής λεπτομερών δηλώσεων για την περίοδο που αφορά το Τεκμήριο 1 τόσο λόγω της παρέλευσης του χρόνου όσο και διότι πλείστα στοιχεία κατέχονται από το τμήμα του Φ.Π.Α ή απωλέσθηκαν. Επίσης, ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε και δυσκολεύεται στην ετοιμασία των θέσεων του λόγω του χρόνου που παρήλθε, της απώλειας μνήμης καθώς και λόγω απώλειας εγγράφων αφού, όπως υποστήριξε, μετά την αναστολή θεώρησαν το ζήτημα λήξαν και οι μεν πρώην δικηγόροι του δεν έχουν πλέον τους φακέλους τους, ο ίδιος δε απώλεσε πολλά έγγραφα σε μετακομίσεις. Όπως ανέφερε, το μόνο που θυμάται είναι ότι μετά την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης οι δικηγόροι του ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι διότι θεωρούσαν ότι ακυρώθηκε και η επιβληθείσα φορολογία. Πρόσθεσε ότι, παρόμοιο αίτημα του για αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης που υπέβαλε μέσω της επιστολής του ημερομηνίας 17/09/2020 (Τεκμήριο 25) απορρίφθηκε με επιστολή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 04/11/2020 (Τεκμήριο 26) και, όπως είπε, αντίστοιχο αίτημα των υφιστάμενων δικηγόρων του, ημερομηνίας 12/04/2021 (Τεκμήριο 27) επίσης απορρίφθηκε με νέα επιστολή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 23/04/2021 (Τεκμήριο 28). Ανέφερε τέλος ότι, εξ όσων θυμάται, δεν είχαν υποβάλει δηλώσεις αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 μέχρι το 2011, ούτε γνωρίζει να είχαν υποβληθεί δηλώσεις μεταγενέστερα. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν έχει οποιεσδήποτε ακαδημαϊκές γνώσεις λογιστικής ή νομικής ή κάποια κατάρτιση αναφορικά με την περί Φ.Π.Α. Νομοθεσία. Για τη διαπίστωση όμως των αναφερόμενων λαθών του Τεκμηρίου 1 δεν χρειάζεται, όπως υποστήριξε, ιδιαίτερες γνώσεις λογιστικής ή νομικής καθώς αυτά προκύπτουν από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς με αναφορά στο περιεχόμενο και στα ποσά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, σημειώνοντας περαιτέρω ότι τα ποσά του κατηγορητηρίου είναι λανθασμένα διότι, πριν την δίωξη στην παρούσα υπόθεση πλήρωσε κάποια μηδαμινά ποσά (και, όπως ανέφερε σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του, πλήρωσε το ποσό των €50 στις 10/05/2016, καθ' υπόδειξη των τότε δικηγόρων του, ως ένδειξη καλής θελήσεως) για τα οποία έχει αποδείξεις, αλλά αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη αφού η δίωξη στην παρούσα υπόθεση αφορά τα ίδια ποσά με την προηγούμενη. Συνέχισε αναφέροντας ότι υποβλήθηκε μια γενική ένσταση στην επίδικη βεβαίωση φόρου, χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε στοιχείων, διότι αυτή ήταν η συμβουλή των τότε λογιστών του επειδή, όπως είπε «δεν είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε λεπτομερώς σε αυτό το στάδιο να κάνουμε την ένσταση, να κερδίσουμε τον χρόνο να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε την υπόθεση όπως τη θέλαμε». Ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια μετά την απορριπτική στην ένσταση επιστολή, είτε υποβάλλοντας νέα ένσταση στον Υπουργό είτε καταχωρώντας προσφυγή, προς αμφισβήτηση της ορθότητας της επίδικης βεβαίωσης φόρου, λόγω της συμβουλής που είπε ότι έλαβε τόσο από τον τότε διευθυντή της υπηρεσίας Φ.Π.Α. όσο και από τον τότε δικηγόρο του να την αποδεχτεί για να αποφευχθούν οι ποινικές διώξεις και ότι τα ποσά θα επανεξετάζονταν «εν καιρώ», αλλά και ενόψει των προβλημάτων υγείας που είχε και το ότι ήταν «κολλημένος πάνω στον τοίχο». Υποστήριξε ότι η επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης στάληκε το 2016 (δηλαδή μετά από σχεδόν τρία έτη) διότι τότε είχαν τα έγγραφα και τότε τον συμβούλευσαν οι δικηγόροι του ότι ήταν η ώρα για να ζητηθεί αναστολή, δεν γνώριζε όμως γιατί αυτό δεν έγινε νωρίτερα ούτε θυμόταν ποια ήταν εκείνα τα έγγραφα της επιστολής που υπολείπονταν μέχρι τότε προς υποστήριξη του αιτήματος αναστολής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην επιστολή Τεκμήριο 22 δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε λάθη της επίδικης βεβαίωσης φόρου ή σε υποσχέσεις για επανεξέταση των ποσών διότι αυτή ήταν η συμβουλή του τότε δικηγόρου του (ο οποίος, όπως ανέφερε, τα είχε υπόψη του) στην οποία δεν εξέφρασε ιδιαίτερη γνώμη, αναφέροντας επίσης ότι αν αυτά δεν ευσταθούσαν τότε ο Έφορος δεν θα απαντούσε με τον τρόπο που απάντησε στον Γενικό Εισαγγελέα, αποδεχόμενος ότι υπήρχαν λάθη. Όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να υποδείξει επί της επιστολής του Εφόρου, Τεκμήριο 23, από πού προκύπτει ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου θα επανεξετάζονταν και ότι τα ποσά επρόκειτο να μειωθούν ή είναι κατ' εκτίμηση, παρέπεμψε στο περιεχόμενο της τελευταίας παραγράφου της εν λόγω επιστολής, χωρίς να εξηγήσει πώς προκύπτει κάτι τέτοιο, αναφέροντας απλώς ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου είναι αυτονόητο και η θέση του Εφόρου προκύπτει ξεκάθαρα. Επιχειρώντας, τέλος, να προσδιορίσει το ζήτημα της απώλειας εγγράφων λόγω του χρόνου που παρήλθε και την δυσκολία που ανέφερε ότι έχει στην ετοιμασία των θέσεων του για την προώθηση της υπεράσπισης του, έκανε αναφορά σε απώλεια συμφωνιών που έγιναν με άλλη εταιρεία, οι οποίες, όπως είπε, αποδεικνύουν, αφενός, το ποσοστό πραγματικού κέρδους επί του οποίου θα μπορούσε να χρεωθεί Φ.Π.Α. και, αφετέρου, την εσφαλμένη επιβολή της φορολογίας. Περαιτέρω, έκανε αναφορά σε απώλεια μιας απόδειξης για την πληρωμή του ποσού των €30.000 έναντι του συμβιβαστικού προστίμου. Επιχειρώντας κατά την επανεξέταση του να διευκρινίσει ποια είναι η προαναφερόμενη «συνήθης πρακτική» ανέφερε ότι αυτή είναι «ότι συνεννοούμαι με τον πελάτη μου, μου λέει πότε λογαριάζει να μου πληρώσει το τιμολόγιο και εκδίδω το τιμολόγιο μου ανάλογα και το δηλώνω ανάλογα στη φορολογική δήλωση του τριμήνου που εισπράττω πραγματικά λεφτά», υπενθυμίζοντας ότι έλειπε στο εξωτερικό για μεγάλα χρονικά διαστήματα που ήταν άρρωστος και όλα αυτά τα έκαναν οι λογιστές του, αναμένοντας την επιστροφή του. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 περιορίστηκε απλώς στην παρουσίαση του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση XXXXX/13 μαζί με την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 για αναστολή της ποινικής δίωξης τόσο στην εν λόγω υπόθεση όσο και στις υποθέσεις XXXXX/13 και XXXXX/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας καθώς και το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/06/2016, δυνάμει του οποίου η προηγούμενη ποινική δίωξη στις προαναφερόμενες υποθέσεις διακόπηκε και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχθηκαν. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 29, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Δ. Αξιολόγηση και ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες και τον Κατηγορούμενο 2 ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή ECLI:CY:AD:2017:B171, Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου το νομολογιακό κανόνα ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα, η έκδοση και επίδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου, το γεγονός ότι μετά την απόρριψη της ένστασης (Τεκμήριο 2) δεν υποβλήθηκε εναντίον της οποιαδήποτε νέα ένσταση ή προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και, γενικότερα, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν κατά την δίκη δεν αμφισβητήθηκαν. Αντιθέτως, αυτά αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία, επί των οποίων βασίστηκαν για την προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων τους, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τρείς κυρίως άξονες: (α) το ζήτημα της εκτελεστότητας της επίδικης βεβαίωσης φόρου, δηλαδή κατά πόσο αυτή συνεχίζει να έχει ισχύ ή αν έχει ανακληθεί ή ανασταλεί, (β) κατά πόσο η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και ως αποτέλεσμα της διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα με τις εφημερίδες και (γ) κατά πόσο υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη δίωξη, επηρεάζοντας την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου
- Με αυτά υπόψη, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για την διατύπωση των αναγκαίων ευρημάτων. Ο Μ.Κ.1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και σταθερότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και υποστηρίζεται πλήρως από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα για να μαρτυρήσει με ειλικρίνεια για τα όσα προσωπικά γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και αυτό έπραξε. Η μαρτυρία του επεκτάθηκε σε γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση, ως εκ των καθηκόντων του στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και της άμεσης εμπλοκής που είχε σε αυτά, όπως στην έκδοση και επίδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου αλλά και στις επαφές που ακολούθησαν με την πλευρά των Κατηγορουμένων πριν την άσκηση της πρώτης ποινικής δίωξης, καταθέτοντας παράλληλα έγγραφα που είτε ο ίδιος ετοίμασε στο πλαίσιο των καθηκόντων του (Τεκμήρια 1 και 6), είτε για τα οποία είχε προσωπική γνώση των όσων αναφέρονται σε αυτά και τα οποία βρίσκονταν στον φάκελο της υπηρεσίας του στον οποίο είχε άμεση πρόσβαση ή έτυχαν δικού του χειρισμού (Τεκμήρια 2 - 5, 8 - 18), ως επίσης και έγγραφα που ο ίδιος εντόπισε από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 7), το περιεχόμενο των οποίων ουδόλως αμφισβητήθηκε. Συναφώς, τα όσα προβλήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ως προς την επίδραση που προβλήθηκε ότι έχει στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η ακύρωση του διορισμού του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας και, ειδικότερα, ως προς την αναφερόμενη εξουσιοδότηση του Μ.Κ.1 από τον Έφορο Φορολογίας και την ισχύ του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6), δεν βρίσκουν οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτονται. Κατ' αρχήν, για να δοθεί κάποια μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν απαιτείται εξουσιοδότηση από οιονδήποτε[2], πολύ περισσότερο όταν ένας μάρτυρας καταθέτει για γεγονότα σε σχέση με τα οποία έχει ιδία γνώση, όπως εν προκειμένω ο Μ.Κ.
- Κατά δεύτερον, η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της υπεράσπισης δεν έχει έρεισμα ενόψει της διάκρισης που υπάρχει στην έννοια του «οργάνου» (στην οποία υπάγεται ο Έφορος Φορολογίας) και του «φορέα του οργάνου» (στην οποία εμπίπτει ο κ. Τσαγγάρης), υπό το φως και των προνοιών του άρθρου 4
(6)του Ν.70(Ι)/2014, ως η ανάπτυξη που ακολουθεί πιο κάτω, στην Ενότητα Ε της παρούσας απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1 τόσο σε σχέση με την εξουσιοδότηση του όσο και σε σχέση με την ισχύ και το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6) που ο ίδιος ετοίμασε στο πλαίσιο των καθηκόντων του δυνάμει των προνοιών του Νόμου[3] ουδόλως αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης είτε στο στάδιο της αντεξέτασης του[4] είτε μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2. Περαιτέρω, όλα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 (το περιεχόμενο του οποίου, υιοθετήθηκε και επεξηγήθηκε από τον Μ.Κ.1) εκλήφθηκαν ως δεδομένα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 αλλά και μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος ισχυρίστηκε απλώς, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του, ότι τα ποσά είναι λανθασμένα επειδή αυτά είναι τα ίδια με την προηγούμενη ποινική δίωξη (XXXXX/13) παρά το ότι έκανε μία πληρωμή ύψους €50,00 στις 10/05/2016, κάτι που συγκλίνει με την αδιαμφισβήτητη θέση του Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι αυτή η πληρωμή κατατέθηκε έναντι χρηματικών επιβαρύνσεων της περιόδου 01/05/2009 - 30/09/2009 (βλ. παράγραφο 16 του Εγγράφου Α). Ουσιαστικά, μόνο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων η υπεράσπιση επέλεξε να αμφισβητήσει την ισχύ και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, επικαλούμενη νομολογία που ουδόλως βοηθά την επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της αφού αυτή δεν μπορεί να αναιρέσει τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προκύπτουν από αυτό, από το οποίο μάλιστα προκύπτει ότι ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου του 2000, οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Επίσης, όπως εύστοχα αναφέρθηκε μέσω της απαντητικής αγόρευσης του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ενώ η ακύρωση του διορισμού του κ. Τσαγγάρη από τη θέση του Εφόρου Φορολογίας επήλθε με την απόφαση του πρωτόδικου Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/03/2020 (η οποία έκτοτε έχει έννομα αποτελέσματα, επιφέροντας την συνεπακόλουθη υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφωθεί με αυτήν, ανεξαρτήτως της εκκρεμοδικίας που υπήρχε στην έφεση [5]), ουδεμία σχετική ερώτηση τέθηκε στον Μ.Κ.1 ώστε να του διδόταν η ευκαιρία να απαντήσει κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ως προς το ζήτημα της εξουσιοδότησης του από τον Έφορο Φορολογίας ως επίσης και για την ισχύ του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6), το οποίο φέρει ημερομηνία 27/05/2021 - που είναι πολύ μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου - και το οποίο ετοιμάστηκε από τον Μ.Κ.1, με τα ποσά και τις ημερομηνίες που αναφέρονται σε αυτό να έχουν διασταυρωθεί με το μηχανογραφημένο σύστημα παροχής πληροφοριών Φ.Π.Α. Τα δεδομένα αυτά ουδόλως αμφισβητήθηκαν κατά τη δίκη, παρά μόνο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, όπου η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από την εφετειακή απόφαση στην Δημοκρατία ν. Ποταμίτου κ.α. συνεκδ. Εφέσεις 59/2020 και 104/2020 ημ. 07/06/2021 από την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, προκύπτει ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου έγιναν ενέργειες από πλευράς Δημοκρατίας για σκοπούς συμμόρφωσης της με αυτήν. Ούτε, βεβαίως, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης στο πλαίσιο της δίκης ότι κατά το χρόνο έκδοσης του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6), δηλαδή ένα και πλέον έτος μετά την πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση του διορισμού του κ. Τσαγγάρη, έπαυσε να υπάρχει ή να ασκεί τις αρμοδιότητες του ο «Έφορος Φορολογίας» (ως διοικητικό όργανο) όπως, παραδόξως και χωρίς πραγματικό υπόβαθρο, υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά μέσω των τελικών αγορεύσεων της υπεράσπισης. Η άγνοια του Μ.Κ.1 για ζητήματα που αφορούσαν την άσκηση της πρώτης ποινικής δίωξης (XXXXX/13) και των όσων ακολούθησαν αυτής ουδόλως πλήττει την αξιοπιστία του εφόσον, όπως εξήγησε κατά τρόπο πειστικό και δεν αμφισβητήθηκε, αυτά τα ζητήματα δεν τα γνώριζε προσωπικά αφού ουδεμία εμπλοκή είχε (ή προκύπτει να είχε) σε αυτά, ούτε του ζητήθηκε να λάβει πρόσβαση σε άλλους φακέλους της υπηρεσίας του που δεν εμπίπτουν στα καθήκοντα του ώστε να ήταν σε θέση να μαρτυρήσει για αυτά. Ούτε πλήττεται η αξιοπιστία του Μ.Κ.1 από το ότι, στο πλαίσιο άλλης μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε άλλη ποινική υπόθεση (την 2676/17) για διαφορετικά ποινικά αδικήματα, παρουσίασε έγγραφα αναφορικά με δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με τα εν λόγω αδικήματα εκείνης της υπόθεσης εφόσον, όπως χωρίς δισταγμό και εξίσου πειστικά εξήγησε, αυτό το έπραξε κατόπιν οδηγιών των δικηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής έπειτα από πρόσβαση που του δόθηκε σε άλλους φακέλους της υπηρεσίας του, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των καθηκόντων του, κάτι που δεν του ζητήθηκε να κάνει για τους σκοπούς της μαρτυρίας του στην παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα αυτή να περιορίστηκε σε αναφορές γεγονότων που ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά μέσα από την άμεση εμπλοκή που είχε σε σχέση με αυτά καθώς και από τα έγγραφα του φακέλου του που είχε στην κατοχή του και τα οποία έτυχαν δικού του χειρισμού. Η εκδοχή του αυτή είναι αληθοφανής και επαληθεύεται από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν δίστασε να αναγνωρίσει κατά την αντεξέταση του έγγραφα που του υποδείχθηκαν σε σχέση με τις άλλες δύο συνδεδεμένες εταιρείες (Capricorn και Pallifer (Τεκμήρια 8 - 18), τα πλείστα εκ των οποίων ανατρέχουν σε ίδιο χρόνο και αφορούν παρεμφερή ζητήματα με εκείνα που προκύπτουν από τα Τεκμήρια που παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του (Τεκμήρια 1 - 5), σε σχέση με τα οποία, όπως είπε, είχε άμεση εμπλοκή. Γενικότερα, ο Μ.Κ.1 απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του, ούτε έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του ή οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα. Παρέμεινε συνεπής στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης, κατά την οποία παρέμεινε σταθερός ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου δεν αποτελεί προϊόν εκτιμήσεων και ούτε είναι λανθασμένη, εξηγώντας, αφενός, τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε το ποσό της επίδικης βεβαίωσης φόρου και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε ο φορολογικός έλεγχος στην Κατηγορούμενη 1 και αναφέροντας, αφετέρου, ότι ουδέποτε προηγουμένως αμφισβητήθηκε επί της ουσίας του το ποσό που βεβαιώθηκε, δίδοντας προς τούτο σαφείς και πειστικές απαντήσεις που συνάδουν με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που παρουσίασε. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν προκάλεσε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αξιολογώντας την μαρτυρία του στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι η εκδοχή που παρουσίασε αναφορικά με την ορθότητα, εγκυρότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου είναι επιτηδευμένη και προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων, με σκοπό να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Ενώ χαρακτήρισε την βεβαιωθείσα φορολογία παράδοξη, πρόχειρη και προϊόν εκτιμήσεων και ενώ υποστήριξε ότι τα λάθη της προκύπτουν με «αριθμητική της πρώτης τάξης του Γυμνασίου» και από «μια απλή αφαίρεση», κανένα τέτοιο στοιχείο δεν αναφέρεται στην ένσταση που υποβλήθηκε (Τεκμήριο 2), παρά το ότι, όπως ο ίδιος ανέφερε, είχε τότε και την υποστήριξη δικηγόρων και λογιστών. Η εξήγηση που έδωσε, ότι αυτή ήταν η συμβουλή των τότε λογιστών του γιατί δεν ήταν έτοιμοι και επειδή ήθελαν να κερδίσουν χρόνο δεν είναι αληθοφανής και καθόλου πειστική, αλλά ούτε συνάδει με την θέση που προέβαλε αμέσως προηγουμένως ως προς τα προφανή λάθη της επίδικης βεβαίωσης φόρου και τα απλά μαθηματικά που ισχυρίστηκε ότι χρειάζονται για την διαπίστωση τους. Ούτε βεβαίως πείθει η εξήγηση που έδωσε για το λόγο που δεν αμφισβητήθηκε στη συνέχεια η επίδικη βεβαίωση φόρου, είτε με νέα ένσταση είτε με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου καθώς και για το λόγο που τελικά έγινε ανέκκλητα αποδεχτή με το Τεκμήριο
- Αν ο Κατηγορούμενος 2 πράγματι θεωρούσε ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου ήταν εσφαλμένη και τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν ήταν εντελώς αυθαίρετα και αναιτιολόγητα (ως η πληροφόρηση που ισχυρίστηκε μάλιστα ότι είχε από ένα συγγενικό του πρόσωπο), η λογική επιτάσσει ότι θα προέβαινε στα προαναφερόμενα διαβήματα μέσω των τότε δικηγόρων και λογιστών ώστε να την αμφισβητούσε, και όχι, απλώς, στην υποβολή μίας γενικής ένστασης και σε συναντήσεις με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., (στις οποίες μάλιστα, όπως ανέφερε, ήταν παρών και ο τότε δικηγόρος του) χωρίς, στη συνέχεια, να εξασφαλίσει οτιδήποτε γραπτώς ως προς τις φερόμενες προφορικές υποσχέσεις για επανεξέταση της βεβαιωθείσας φορολογίας αλλά, αντιθέτως, να αποδεχτεί γραπτώς και ανέκκλητα το περιεχόμενο της, διατρέχοντας παράλληλα τον κίνδυνο να διωχθεί στο μέλλον ποινικά για μια βεβαίωση φόρου που θεωρούσε εσφαλμένη αν δεν γινόταν αποδεκτό ή δεν τηρούνταν το πλάνο αποπληρωμής που πρότεινε μέσω της επιστολής, Τεκμήριο
- Συναφώς, οι ισχυρισμοί του ότι «πείσθηκε» να αποδεχθεί τον οφειλόμενο φόρο «προσβλέποντας [.] στην υποσχεθείσα αναθεώρηση [.] και από την άλλη στην αποφυγή ποινικών διώξεων» και ότι πρότεινε «μακροχρόνια αποπληρωμή για να δοθεί χρόνος επανεξέτασης» δεν αντέχουν την βάσανο της λογικής ούτε ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο των επιστολών, Τεκμήρια 4 και 5, στις οποίες ουδεμία αναφορά έγινε είτε από πλευράς Κατηγορουμένων είτε από πλευράς Φ.Π.Α. ότι εκκρεμούσε οποιοδήποτε ζήτημα επανεξέτασης ή αναθεώρησης της βεβαιωθείσας φορολογίας. Σε ό,τι ουσιαστικά αποδόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 η επιλογή του να μην αμφισβητήσει, όπως θα έπρεπε, την, κατά τον ίδιο, εμφανώς εσφαλμένη επίδικη βεβαίωση φόρου, ήταν στις φερόμενες προφορικές συμβουλές και υποσχέσεις από τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. για επανεξέταση, στη συμβουλή που είπε ότι έλαβε από τον τότε δικηγόρο του να την αποδεχτεί, στα προβλήματα υγείας που είπε ότι είχε και επειδή ήθελε να αποφύγει τις ποινικές διώξεις. Αυτά, ασφαλώς, δεν πείθουν και εμφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Κατηγορούμενου 2, αφού αντίκεινται σε προηγούμενες ενέργειες ή συμπεριφορά του, η οποία επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, με το οποίο έγινε, ανεκκλήτως, αποδεχτή η βεβαιωθείσα φορολογία και προτάθηκε μάλιστα και πλάνο αποπληρωμής της. Εν πάση περιπτώσει, τέτοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα στη λογική, η οποία επιβάλλει ότι όταν κάποιος (ιδιαίτερα όταν αυτός πρόκειται για άτομο μορφωμένο, όπως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος 2, που, ως ανέφερε: «Εγώ και σχολείο έβκαλα και Πανεπιστήμιο επήα και τρεις γλώσσες») ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικές διώξεις για, ομολογουμένως, σοβαρά αδικήματα σε σχέση με τα οποία αμφισβητεί την διάπραξη τους, λαμβάνει συμβουλές ή αποδέχεται να ενεργήσει στη βάση τέτοιων συμβουλών που οδηγούν σε ανάλογες ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση παρά προς την αντίθετη. Πολύ περισσότερο, αν ο Κατηγορούμενος 2 ένοιωθε πράγματι ότι «πείσθηκε» ή ακόμα ότι παραπλανήθηκε ή ξεγελάστηκε από την υπηρεσία Φ.Π.Α να αποδεχθεί «ανέκκλητα» την επίδικη βεβαίωση φόρου, δεν θα παραδεχόταν την διάπραξη των αδικημάτων που του προσάφθηκαν με την προηγούμενη ποινική δίωξη[6] (η οποία αφορούσε την ίδια βεβαίωση φόρου[7]), αιτούμενος στη συνέχεια την αναστολή της για λόγους εντελώς διαφορετικούς από εκείνους που προέβαλε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, αφού, αν πράγματι θεωρούσε ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη επειδή η επίδικη βεβαίωση φόρου ανακλήθηκε ή αναιρέθηκε, όπως ισχυρίστηκε κατά τη δίκη, ο λόγος αυτός, αναμενόμενα, θα περιλαμβάνονταν στους λόγους για τους οποίους αιτήθηκε με επιστολή του στις 17/09/2020 την αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 25), επιστολή με την οποία προέβαλε μόνο ανθρωπιστικούς λόγους για την υποστήριξη του αιτήματος αναστολής, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την ορθότητα ή εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου. Το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα, ότι όλα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχέση με την ορθότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, περιλαμβανομένων των όσων ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκαν στον πλαίσιο συναντήσεων με τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις και έναν κακόπιστο σχεδιασμό τον οποίο επινόησε στηριζόμενος στο περιεχόμενο της επιστολής του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 10/05/2016 (Τεκμήριο 23) και στην αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης, επιδιώκοντας να δώσει έρεισμα στην εκδοχή του ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου είναι λανθασμένη, γι' αυτό και ανακλήθηκε ή αναιρέθηκε από τον Έφορο Φορολογίας, με την επακόλουθη αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης, ώστε να επανεξεταστούν οι φορολογίες. Όταν όμως κλήθηκε να απαντήσει σε ένα ουσιαστικό για την εκδοχή του ζήτημα, ήτοι πώς προκύπτει από την επιστολή του Εφόρου Φορολογίας η αποδοχή της ύπαρξης λαθών στη βεβαιωθείσα φορολογία και ότι αυτή θα επανεξετάζονταν, παρέπεμψε, απλώς, στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 23, αποφεύγοντας ουσιαστικά να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις. Συγκεκριμένα, έτσι αντιμετώπισε το ζήτημα κατά την αντεξέταση του, όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πώς αντιλαμβάνεται την τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 23, στην οποία είχε παραπέμψει: «Ε. Τι αντιλαμβάνεστε από αυτό; A. Εν ηξέρω, εσείς να μου πείτε. Εγώ δεν έχω τις γνώσεις κύριε να αντιληφθώ, βάσει της υποβολής σας δεν έχω γνώσεις ούτε αριθμητικής, ούτε λογιστικής, ούτε νομικής. Πέστε μου εσείς που έχετε τουλάχιστον το ένα από τα τρία τι αντιλαμβάνεστε εσείς, γιατί εγώ πρέπει να ερμηνεύσω την παράγραφο του Εφόρου και να μην το ερμηνεύσετε εσείς και ο Έφορος Φορολογίας. E. Εσείς μπορείτε να το ερμηνεύσετε; A. Όχι, δεν έχω τις γνώσεις, βάσει της δικής σας υποβολής, να ερμηνεύσω οτιδήποτε. [.] Α. Εκτός του ότι είναι αυτονόητη η παράγραφος ‑‑ E. Είναι αυτονόητη, αλλά δεν μπορείτε να μας πείτε; A. Καθ΄ υποβολή δεν έχω τις γνώσεις, εσείς μόνος σας αποφασίσατε ότι δεν έχω τις γνώσεις να ερμηνεύσω οτιδήποτε ούτε γνώσεις περί Φ.Π.Α. ούτε γνώσεις περί νομικής, ο ίδιος τα είπατε πριν μίση ώρα. E. Εγώ μπορώ να λέω ό,τι θέλω. A. Όχι κύριε, δεν μπορείς να λέεις ό,τι θέλεις. Πώς μπορείς να μου υποβάλλεις ότι δεν έχω τις γνώσεις και μετά να με ρωτάς τη γνώμη μου για την παράγραφο εφόσον δεν έχω τις γνώσεις; Πώς μπορώ να σου απαντήσω είμαι incompetent. [.] E. Εσύ νομίζεις ότι καταλάβεις, η δική σου άποψη, για να ερμηνεύσεις το συγκεκριμένο Τεκμήριο; A. Δεν καταλάβω τίποτε, δεν είμαι σε θέση να ερμηνεύσω. Φέρε τον Έφορο Φορολογίας να σου το ερμηνεύσει. E. Σου υποβάλλω ότι υπεκφεύγεις να απαντήσεις. A. Δεν υπεκφεύγω οτιδήποτε, έχω απαντήσει όλες τις ερωτήσεις ολοκάθαρα. Ας με ρωτούσες τη γνώμη μου πριν μου υποβάλεις ότι δεν μπορώ να εκτιμήσω οτιδήποτε. [.] Α. Όχι ο Κατηγορούμενος λέει. Εσείς λέτε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει τις γνώσεις. Αυτά εσείς τα είπετε, όχι εγώ. Εγώ και σχολείο έβκαλα και Πανεπιστήμιο επήα και τρεις γλώσσες μιλώ. Αλλά δεν έχω για εσάς τις γνώσεις να ερμηνεύσω οτιδήποτε, άρα, δέχομαι τη θέση σας. Δεν έχω γνώσεις, δεν μπορώ να ερμηνεύσω οτιδήποτε.» Και πιο κάτω: «Ε. Επίσης σου υποβάλλω ότι η θέση σου περί εκτιμήσεων που προκύπτουν από το Τεκμήριο 1, τα οποία αποδέχεται και ο ίδιος ο Έφορος Φορολογίας στο Τεκμήριο 23 και πάλι είναι απόρροια εκ των υστέρων σκέψεων για να αποφύγεις την ποινική σου ευθύνη. A. Καλά, ο Έφορος Φορολογίας δουλεύει υπέρ μου; Εάν δεχτώ το τι μου υποβάλατε, πάει να πει ότι ο Έφορος Φορολογίας δέχτηκε τις δικές μου θέσεις τις οποίες δεν προέβαλα και δεν συζήτησα, κοιτάζοντας μόνος του το Τεκμήριο 1; E. Από πού προκύπτει αυτό; A. Διαβάστε το έγγραφο. Εγώ εν του το πήρα το Τεκμήριο 1, το Τεκμήριο 1 ήταν μέσα στον φάκελο. Είδε τον φάκελο και απάντησε στον Γενικό Εισαγγελέα κατ΄εκτίμηση. Εγώ πού μπαίνω σε αυτήν την εξίσωση; E. Σας ρώτησα και προηγουμένως για το Τεκμήριο 23 και για τα κατ΄εκτίμηση και δεν μου απαντήσατε. Τώρα λέτε ότι ο Έφορος Φορολογίας ισχυρίζεται, με βάση το Τεκμήριο 23, ισχυρίζεται ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου είναι κατ΄εκτίμηση. Θα μας απαντήσετε; A. Δεν σας λέω εγώ τίποτε κύριε παρά μόνο το τι λέει το Τεκμήριο
- Αναφέρει ολοκάθαρα ο Έφορος τη θέση του.» Γενικότερα, η ουσία της εκδοχής του Κατηγορούμενου 2 επί της οποίας περιστράφηκε η υπεράσπιση του χαρακτηρίζεται από εικασίες, ασαφείς, γενικές και εντελώς ατεκμηρίωτες θέσεις που δεν συνάδουν με τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Θέλοντας να πείσει για την εκδοχή του υπέπεσε σε αντιφάσεις, δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ή απέφευγε να απαντήσει σε ουσιώδη για την εκδοχή του ζητήματα, διακατέχονταν από νευρικότητα και έχανε πολύ εύκολα την ψυχραιμία του, ιδιαίτερα όταν ένοιωθε να εγκλωβίζεται ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του ενώ, στην προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί από προηγούμενες ενέργειες ή συμπεριφορά του, έδιδε απαντήσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες. Εκτός από τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την ουσία της εκδοχής που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2 αναφορικά με την ορθότητα και εκτελεστότητα της επίδικης βεβαίωσης φόρου, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του είναι και τα πιο κάτω παραδείγματα: (α) αναφορικά με την υποβολή φορολογικών δηλώσεων προέβαλε ασαφείς και ασύνδετες, αν όχι αντιφατικές, θέσεις. Ισχυρίστηκε, αρχικά, ότι παραδέχθηκε «τις παραλείψεις δήλωσης των ορθών ποσών θεωρώντας ότι τα ποσά ήταν τέτοια που διορθώνονταν με επόμενες φορολογικές δηλώσεις που είναι η συνήθης πρακτική (βλ. παράγραφο 10 Εγγράφου Β), κάτι που παραπέμπει στη θέση ότι είχαν υποβληθεί λανθασμένες φορολογικές δηλώσεις και θεωρούσε ότι αυτές μπορούσαν να διορθωθούν με την υποβολή νέων φορολογικών δηλώσεων, ως η «συνήθης πρακτική». Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε, στη συνέχεια, ότι δεν θυμάται ούτε γνωρίζει να υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις από την Κατηγορούμενη 1, καταλήγοντας έτσι σε κάτι άλλο ως προς το τι, κάτι τον ίδιο, είναι αυτή η «συνήθης πρακτική», αναφέροντας συγκεκριμένα ότι: «Τι είναι συνήθης πρακτική, είναι ότι συνεννοούμαι με τον πελάτη μου, μου λέει πότε λογαριάζει να μου πληρώσει το τιμολόγιο και εκδίδω το τιμολόγιο μου ανάλογα και το δηλώνω ανάλογα στη φορολογική δήλωση του τριμήνου που εισπράττω πραγματικά τα λεφτά.». Η αρχική βεβαίως θέση του Κατηγορούμενου 2 (ότι δηλαδή υποβλήθηκαν λανθασμένες φορολογικές δηλώσεις) επιβεβαιώνει ουσιαστικά τόσο τη θέση του Μ.Κ.1 (ότι υποβλήθηκαν από τον φορολογούμενο φορολογικές δηλώσεις με μηδενικά ποσά) όσο και εκείνα που προκύπτουν από την παράγραφο (β) του Τεκμηρίου 1, στην οποία αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «[.] υποβάλατε όλες τις φορολογικές σας δηλώσεις από 19/05/2009 μέχρι 30/09/2010 με μηδενικά ποσά»), (β) προέβαλε θέσεις περί εσφαλμένης βεβαίωσης φόρου και περί επανεξέτασης της βεβαιωθείσας φορολογίας, επικαλούμενος προφορικές υποσχέσεις που ισχυρίστηκε ότι του δόθηκαν στο πλαίσιο συναντήσεων με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. (στην παρουσία, όπως είπε, του τότε δικηγόρου του), οι οποίες αντίκεινται στα όσα γραπτώς αποδέχθηκε στη συνέχεια μέσω του Τεκμηρίου 4 και δεν βρίσκουν έρεισμα στα όσα προβλήθηκαν μέσω των επιστολών του προς τον Γενικό Εισαγγελέα προς υποστήριξη του αιτήματος του για αναστολή τόσο της προηγούμενης όσο και της παρούσας ποινικής δίωξης (Τεκμήρια 22 και 25), (γ) ισχυρίστηκε ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου είναι εσφαλμένη γι' αυτό και ανακλήθηκε ή αναιρέθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στηριζόμενος, κυρίως, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Εντούτοις, συνειδητά απέφυγε να απαντήσει πώς τα όσα ισχυρίστηκε περί εσφαλμένων ή κατ' εκτίμηση φορολογιών και περί επανεξέτασης τους προκύπτουν από την τελευταία παράγραφο του εν λόγω Τεκμηρίου, στην οποία προηγουμένως παρέπεμψε για να υποστηρίξει τους εν λόγω ισχυρισμούς του, (δ) εξέφρασε την πεποίθηση ότι είναι θύμα διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα και των εφημερίδων με αναφορά σε αποσπάσματα εφημερίδων που παρουσίασε ως Τεκμήριο 24, τα οποία δεν αναφέρουν ούτε αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας τέτοιας διαμάχης και από τα οποία δεν μπορεί να προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι υπήρχε η εν λόγω διαμάχη. Η επί του προκειμένου θέση του Κατηγορούμενου 2 παρέμεινε στη σφαίρα των υποθέσεων αφού τα όσα ισχυρίστηκε περί της ύπαρξης μιας τέτοιας διαμάχης δεν αποτελούν παρά δικά του συμπεράσματα και εικασίες με βάση τα όσα αντιλαμβάνεται από το περιεχόμενο των πιο πάνω δημοσιευμάτων (Τεκμήριο 24). Ουδεμία αναφορά γεγονότος υπάρχει που να αποδεικνύει ότι υπήρχε αυτή η διαμάχη και ότι η καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης ήταν αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης ή για οποιουσδήποτε άλλους, αλλότριους σκοπούς. Ό,τι περιβάλλει την πιο πάνω πεποίθηση του Κατηγορούμενου 2 είναι η υποτιθέμενη διαμάχη του τέως Γενικού Εισαγγελέα και των εφημερίδων, η ενασχόληση των τελευταίων με τις υποθέσεις του τον Ιανουάριο του 2017 και η καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης σχεδόν ένα μήνα μετά. Αυτά όμως, σαφώς, δεν συνιστούν γεγονός περί της ύπαρξης οποιασδήποτε τέτοιας διαμάχης ούτε ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ως αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης, ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν την πιο πάνω πεποίθηση του Κατηγορούμενου
- Εν πάση περιπτώσει, η πεποίθηση του αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της επιστολής του τέως Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (μέρος του Τεκμηρίου 29), δια της οποίας αποφασίστηκε μεν η αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης αφέθηκε όμως εξ αρχής ανοιχτό το ζήτημα επανακαταχώρισης της υπόθεσης. Συνεπώς, το γεγονός και μόνο ότι η παρούσα ποινική δίωξη καταχωρήθηκε σχεδόν ένα μήνα μετά από τα επικαλούμενα δημοσιεύματα στις εφημερίδες (Τεκμήριο 24) δεν απολήγει σε συμπέρασμα γεγονότος ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ως αποτέλεσμα της φερόμενης διαμάχης του τέως Γενικού Εισαγγελέα με τις εν λόγω εφημερίδες, όπως ουσιαστικά προβλήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου 2, όταν μάλιστα η επανακαταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης δεν αποτελούσε ζήτημα που ανέκυψε για πρώτη φορά μετά τα εν λόγω δημοσιεύματα στις εφημερίδες (Τεκμήριο 24) αλλά ήταν ένα πραγματικό ενδεχόμενο που υπήρχε εξ αρχής, κατά το χρόνο που αποφασίστηκε η αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης, ο Κατηγορούμενος 2 προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρισμούς περί δυσκολίας στην ετοιμασία των θέσεων του λόγω του χρόνου, της απώλειας μνήμης και εγγράφων. Η εκδοχή του όμως αυτή, είναι εντελώς γενική και αόριστη αφού τα έγγραφα που επικαλέστηκε ότι απώλεσε ουδόλως αποκαλύπτουν (ή υποστηρίχθηκε βασίμως ότι αποκαλύπτουν) υπεράσπιση στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, η εκδοχή του αυτή, έρχεται σε πλήρη και ουσιαστική αντίφαση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία του, στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε ισχυρισμούς που κάθε άλλο παρά απώλεια μνήμης ή εγγράφων επιδεικνύει αφού: (i) έκανε αναφορά σε όρους συμφωνιών με τρίτες εταιρείες που είπε ότι έγιναν το έτος 2004 και μεταγενέστερα (βλ. παραγράφους 5, 7 και 24 Εγγράφου Β) και αναφέρθηκε επίσης σε άλλα έγγραφα που ανατρέχουν στο έτος 2010 αλλά και μεταγενέστερα (βλ. Τεκμήρια 8 - 23), περιλαμβανομένων και αποσπασμάτων από δημοσιεύματα σε εφημερίδες του έτους 2017 (Τεκμήριο 24)× (ii) αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των συζητήσεων και της ενημέρωσης που είπε ότι έλαβε από τους λογιστές του (παράγραφος 9 Εγγράφου Β), τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α. (παραγράφους 10 - 13 Εγγράφου Β), ένα συγγενικό του πρόσωπο (παράγραφος 14 Εγγράφου Β) και τους προηγούμενους δικηγόρους του (βλ. παραγράφους 18, 20 και 31 Εγγράφου Β) αλλά και στα όσα ισχυρίστηκε ότι διαδραματίστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης ποινικής δίωξης (βλ. παραγράφους 18 - 19 Εγγράφου Β). Προδήλως, το ζήτημα του επηρεασμού της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2 με αναφορά στην καθυστέρηση, δεν βρίσκει οποιοδήποτε πραγματικό έρεισμα. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι όσα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 αναφορικά και με αυτό το ζήτημα δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις του σε μια προσπάθεια του να αποφύγει την ποινική του ευθύνη. Όχι μόνο δεν υπάρχει μαρτυρία για το πώς πραγματικά επηρεάστηκε αρνητικά η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2 στην παρούσα υπόθεση από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε, αλλά, από την άλλη, προκύπτει ότι ο χρόνος που διέρρευσε του έδωσε τη δυνατότητα να διαμορφώσει τα ζητήματα που ουσιαστικά ήγειρε προς υπεράσπιση του στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης εκεί που, για αντίστοιχες κατηγορίες, δήλωνε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης[8]. Περαιτέρω, ανατρέχοντας στα πρακτικά της παρούσας διαδικασίας διαπιστώνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρόνο που παρήλθε από την ημέρα καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Μετά την καταχώριση απάντησης μη παραδοχής εκ μέρους των Κατηγορουμένων στις 10/04/2017, εκτός των αναβολών που δόθηκαν στις 23/06/2017, 04/10/2019 και 15/01/2021 λόγω μη συνεδρίασης του Δικαστηρίου και των αναβολών που δόθηκαν στις 20/03/2020 και 05/02/2021 στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνονταν στη Δημοκρατία για τον περιορισμό της πανδημίας του Κορωνοϊού, όλες οι υπόλοιπες αναβολές στην ακρόαση της υπόθεσης εγκρίθηκαν στη βάση αιτήματος της πλευράς των Κατηγορουμένων, στηριζόμενο είτε σε κώλυμα του τότε δικηγόρου τους να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την ακρόαση (λόγω απουσίας του στο εξωτερικό για προσωπικούς λόγους[9] ή επειδή ήταν απασχολημένος σε άλλη ακρόαση ενώπιον άλλου Δικαστηρίου[10]), είτε σε παραστάσεις του τότε δικηγόρου των Κατηγορουμένων προς το Δικαστήριο ότι χρειαζόταν χρόνο για να εξετάσει με τους πελάτες του ορισμένα ζητήματα για να καταλήξει ως προς την πορεία της υπόθεσης, η οποία, όπως είχε δηλώσει, δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε ακρόαση[11], είτε για λόγους απουσίας του Κατηγορούμενου 2[12], είτε ενόψει της απόσυρσης του προηγούμενου δικηγόρου των Κατηγορουμένων από την εκπροσώπησή τους στη διαδικασία και του χρόνου που ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 άλλοτε για να εξεύρει λύση με την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής και άλλοτε για να διορίσει δικηγόρο[13]. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, περιλαμβανομένης της ορθότητας και εκτελεστότητας της επίδικης βεβαίωσης φόρου, τους λόγους που την αποδέχθηκε και δεν την αμφισβήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την δίκη, τα όσα ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκαν στο πλαίσιο συναντήσεων που είπε ότι είχε με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., όπως και η εκδοχή του σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης αλλά και τα όσα ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ότι είναι «θύμα διαμάχης» με αναφορά στα δημοσιεύματα εφημερίδων που παρουσίασε, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και απορρίπτονται. H ΜΥ1 ήταν τυπική μάρτυρας εφόσον η μαρτυρία της περιορίστηκε απλώς στην κατάθεση του Τεκμηρίου 29, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων των γεγονότων που είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω συμπεράσματα:
- Η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό XXXXX2Ζ από την 15/04/2009 μέχρι και την 31/12/2011, οπότε και διαγράφηκε από το σχετικό μητρώο, και αποτελεί υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου.
- Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από την ημερομηνία σύστασης της (02/04/2009) μέχρι και τις 13/04/2021 που εκδόθηκαν τα σχετικά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ο Έφορος Φορολογίας (τότε Έφορος Φ.Π.Α.[14]), με βάση το άρθρο 49 του Νόμου, βεβαίωσε το ποσό των €18.356,22 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. από την Κατηγορούμενη
- Η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε στον Έφορο Φορολογίας το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 20/04/2011 (Τεκμήριο 1), ήτοι, μέχρι και την 20/05/
- Η ειδοποίηση της βεβαίωσης φόρου της Κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο 1), δόθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 από τον Έφορο Φορολογίας, δια του ΜΚ1, λειτουργού στην υπηρεσία Φ.Π.Α., με επίδοση της προσωπικά στον διευθυντή της, Κατηγορούμενο 2, στις 20/04/2011, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του Νόμου.
- Στην απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να βεβαιώσει Φ.Π.Α. στην Κατηγορούμενη 1, ως το Τεκμήριο 1, υποβλήθηκε γραπτή ένσταση (Τεκμήριο 2) από τον Κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1, η οποία απορρίφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας με επιστολή του ημερομηνίας 04/10/2011 (Τεκμήριο 3) που παραδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2 στις 17/10/2011, χωρίς στη συνέχεια να ακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία από πλευράς Κατηγορούμενης 1, είτε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, είτε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, προς αμφισβήτηση ή ακύρωση της επίδικης βεβαίωσης φόρου (Τεκμήριο 1). Αντιθέτως, κατόπιν συναντήσεων της πλευράς της Κατηγορούμενης 1 με την υπηρεσία Φ.Π.Α. που έγιναν στις 30/08/2012 και 15/10/2012, το ποσό Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε με το Τεκμήριο 1 και οι αναλογούντες σε αυτό πρόσθετοι φόροι και τόκοι έγιναν, ανεκκλήτως, αποδεκτά από πλευράς Κατηγορούμενης 1 με επιστολή της προς τον Έφορο Φορολογίας που υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2, ημερομηνίας 22/10/2012 (Τεκμήριο 4). Με την ίδια επιστολή, η Κατηγορούμενη 1 πρότεινε πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών καθώς και την πληρωμή συμβιβαστικού προστίμου ύψους €5.500 για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων για αδικήματα κατά παράβαση της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας.
- Με επιστολή του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 23/10/2012 (Τεκμήριο 5), η οποία παραδόθηκε δια χειρός στον Κατηγορούμενο 2, ο Έφορος Φορολογίας αποδέχτηκε την πληρωμή του συμβιβαστικού προστίμου των €5.500 για να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 46
(1)του Νόμου (δόλια αποφυγή καταβολής Φ.Π.Α.) και αποδέχτηκε επίσης τον προτεινόμενο τρόπο αποπληρωμής των οφειλών της Κατηγορούμενης
- Οι Κατηγορούμενοι δεν τήρησαν το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Κατέβαλαν μόνο το ποσό των €5.500 στις 21/12/2012 έναντι του συμβιβαστικού προστίμου και το ποσό των €50 στις 10/05/2016 έναντι επιβαρύνσεων της περιόδου 01/05/2009 - 30/09/
- Εναντίον των Κατηγορουμένων καταχωρήθηκε το 2013 η ποινική υπόθεση XXXXX/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 21), η οποία αφορούσε αντίστοιχες κατηγορίες για τα αδικήματα που προσάπτονται με τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας αναστάληκε στις 06/06/2016 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 29), κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 που υποβλήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα με επιστολή των τότε δικηγόρων του, ημερομηνίας 17/3/
- Παρόμοιο αίτημα του Κατηγορούμενου 2 για αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης, το οποίο υποβλήθηκε αρχικά από τον ίδιο με επιστολή του ημερομηνίας 17/09/2020 (Τεκμήριο 25) και πρόσφατα, με επιστολή των υφιστάμενων δικηγόρων του ημερομηνίας 12/04/2021 (Τεκμήριο 27), απορρίφθηκε, με το πρώτο κατά σειρά αίτημα (Τεκμήριο 25) να μην έγινε αποδεκτό από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με επιστολή του ημερομηνίας 04/11/2020 (Τεκμήριο 26) και το δεύτερο αίτημα να μην έγινε αποδεκτό με νέα επιστολή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 23/04/2021 (Τεκμήριο 28).
- Το ποσό φόρου που βεβαιώθηκε στην Κατηγορούμενη 1 (1η κατηγορία), δεν είχε καταβληθεί στον Έφορο Φορολογίας μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά παράβαση των άρθρων 45
(3)(γ),
(4), 5 (α) και 46 (10Α) του Νόμου, μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, δεν είχε καταβληθεί στον Έφορο Φορολογίας το ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, το οποίο επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε, ούτε είχε καταβληθεί το ποσό της χρηματικής επιβάρυνσης που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, το οποίο επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 λόγω της μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α[15]. Ε. Τελικά Συμπεράσματα Η υπεράσπιση ήγειρε μέσω των τελικών της αγορεύσεων ζήτημα εγκυρότητας της παρούσας διαδικασίας και νομιμότητας στη δίωξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, με αναφορά στα όσα πολύ πρόσφατα αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Δημοκρατία ν. Ποταμίτου κ.α. (ανωτέρω). Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η ακύρωση του διορισμού του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας, η οποία έγινε από το Πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο στις 16/03/2020 και επικυρώθηκε με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 07/06/2021. Στο πλαίσιο αυτό, η υπεράσπιση ήγειρε τις ακόλουθες δύο θέσεις: Πρώτον, ότι η παρούσα διαδικασία είναι άκυρη λόγω ανύπαρκτου και νομικά ανυπόστατου κατηγορητηρίου αφού αυτό υπογράφεται και καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας (ο οποίος, σύμφωνα με την υπεράσπιση, ασκεί και την ποινική δίωξη), σε χρόνο που δεν υπήρχε Έφορος Φορολογίας δεδομένης της ακύρωσης του διορισμού του κ. Τσαγγάρη, η οποία ενεργεί αναδρομικά από τις 08/04/2016, καθιστώντας έτσι όλες τις ενέργειες του ανύπαρκτες, ανυπόστατες και χωρίς δικαϊκό αντίκρισμα. Δεύτερον, ότι η δίωξη στην παρούσα υπόθεση δεν είναι νόμιμη διότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την επανακαταχώριση της, παρόλο που μέσω της επιστολής του ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 29) αποφασίστηκε η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης και η επανεξέταση τυχόν επανακαταχώριση της με τα ακριβή οφειλόμενα ποσά, για τα οποία δεν υπάρχει μαρτυρία ότι διακριβώθηκαν εφόσον και ο Έφορος ήταν ανύπαρκτος. Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και αφορά τη δίωξη προσώπων (των Κατηγορουμένων) για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Όπως είναι γνωστό, η άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπου εναπόκειται στην εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δύναται να την ασκεί είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω υπαλλήλων υπαγόμενων σε αυτόν ενεργούντων υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του (βλ. άρθρο 113 του Συντάγματος και Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ. 1887). Έχει, βεβαίως, αναγνωριστεί νομολογιακά στην Κύπρο η, υπό προϋποθέσεις, δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης από ιδιώτες που θίγονται κατά άμεσο τρόπο από αδίκημα που διαπράχθηκε από παραβάτες ιδιωτικού δικαίου (βλ. Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363, Δημοσθένους ν. Τύχωνος, Ποιν. Έφεση 153/2011 ημ. 16/1/2013 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου ECLI:CY:AD:2014:B917, Ποιν. Έφεση 194/2013 ημ. 2/12/2014), όμως η εν λόγω περίπτωση διακρίνεται από την παρούσα, η οποία δεν καταχωρήθηκε από ιδιώτη αλλά εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας. Συναφώς, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η δίωξη των Κατηγορουμένων ασκείται στο πλαίσιο του άρθρου 113 του Συντάγματος και ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας (βλ. άρθρα 46
(14)του Νόμου και άρθρα 87
(1),
(2)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμων του 2004 Ν. 94(Ι)/2004), σύμφωνα δηλαδή με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Και, όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες (άρθρα 46
(14)του Νόμου και άρθρα 87
(1),
(2)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμων του 2004 Ν. 94(Ι)/2004), η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης θα έπρεπε να γίνει στο όνομα του Εφόρου Φορολογίας, ο οποίος συνιστά μια οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων, έννοια που σαφώς διακρίνεται από την έννοια του «φορέα του οργάνου» στην οποία εμπίπτει ο κ. Τσαγγάρης[16]. Είναι δεδομένης αυτής της διάκρισης μεταξύ «οργάνου» και «φορέα του οργάνου» που στο άρθρο 4
(6)του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014 (Ν.70(Ι)/2014)προνοείται ότι: «Ελάττωμα αναφορικά με το διορισμό του Εφόρου Φορολογίας δεν επηρεάζει την εκπλήρωση είτε των δικών του αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων είτε αυτών του Τμήματος Φορολογίας γενικά.». Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με το ότι η άσκηση της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, τεκμαίρεται ότι η παρούσα διαδικασία ηγέρθη κανονικά[17]. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη τέτοιων οδηγιών από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα προκύπτει και μέσα από την ίδια την μαρτυρία που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με την οποία τα αιτήματα του για αναστολή της δίωξης στην παρούσα υπόθεση απορρίφθηκαν και τις δύο φορές (βλ. παράγραφο 32 Εγγράφου Β και Τεκμήρια 26 και 28), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει τις εν λόγω οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για την προώθηση της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Συναφώς, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί μη νόμιμης άσκησης ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα. Περαιτέρω, εφόσον η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης έγινε κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο όνομα του Εφόρου Φορολογίας (οι οποίες, υπό τις περιστάσεις, όχι μόνο τεκμαίρονται αλλά επιβεβαιώνονται και μέσα από την ίδια την μαρτυρία που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2) και λαμβάνοντας επίσης υπόψη την πιο πάνω διάκριση μεταξύ «οργάνου» και «φορέα του οργάνου», έπεται ότι η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί ακυρότητας της παρούσας διαδικασίας λόγω ανύπαρκτου ή νομικά ανυπόστατου κατηγορητηρίου ενόψει της χρονικά μεταγενέστερης (και έστω αναδρομικά ισχύουσας) ακύρωσης του διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση του Εφόρου Φορολογίας στερείται οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως προκύπτει από το «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, Τόμος 1, 15η έκδοση
(2017), σελ. 114 και επ., η νόμιμη υπόσταση ενός μονομελούς διοικητικού οργάνου, όπως εν προκειμένω είναι ο Έφορος Φορολογίας, και οι συνέπειες που επιφέρει η ακύρωση διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση αυτή (δηλαδή του «φορέα του οργάνου») αποτελούν ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο εξέτασης του κύρους των διοικητικών πράξεων που εξέδωσε το εν λόγω πρόσωπο πριν την ακύρωση του διορισμού του. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που το άρθρο 15 του Ν.158(Ι)/1999 προβλέπει, ειδικά με αναφορά σε διοικητική πράξη, ότι: «Βασική προϋπόθεση για να είναι μία διοικητική πράξη έγκυρη είναι η νόμιμη υπόσταση του οργάνου που την εκδίδει.» και είναι υπό το πρίσμα αυτό που, όπως υποδεικνύεται, στο πιο πάνω σύγγραμμα (με τις υπογραμμίσεις που ακολουθούν να είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Το μονομελές διοικητικό όργανο, για να είναι ικανό να εκδώσει τη διοικητική πράξη, πρέπει να έχει νόμιμη υπόσταση. [.] Οι πράξεις του προσώπου που εμφανίσθηκε ως διοικητικό όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του διοικητικού δικαίου ΣΕ 531/1971). [.] Εάν η πράξη του διορισμού ή της εκλογής του προσώπου που αποτελεί το μονομελές διοικητικό όργανο δεν είναι, κατά τα προαναφερόμενα, ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη, και συνεπώς πάσχει από ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στο κύρος των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει. Το όργανο αυτό ονομάζεται συνήθως de facto διοικητικό όργανο. Αναγκαίος όρος, για να θεωρηθεί ένα όργανο ως de facto, είναι να υπάρχει πράξη διορισμού ή εκλογής του προσώπου που το αποτελεί, η οποία είναι μεν παράνομη, αλλά δημιουργεί αντικειμενική επίφαση νομιμότητας [.] Δεν υπάρχει επίφαση νομιμότητας, εάν η πράξη διορισμού ή εκλογής είναι ανυπόστατη και όχι απλώς παράνομη.». Στην υπό κρίση περίπτωση, η καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης σαφώς δεν συνιστά διοικητική πράξη αλλά πράξη στενά συνδεδεμένη με την παρούσα δικαστική διαδικασία. Όπως, άλλωστε, προαναφέρθηκε, η δίωξη στην παρούσα υπόθεση ασκείται σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με αποτέλεσμα, η καταχώρισή της, να μην συνιστά πράξη της διοικήσεως, προερχόμενη από τον Έφορο Φορολογίας, αλλά απόφαση προερχόμενη από τον Γενικό Εισαγγελέα που λήφθηκε στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 113 του Συντάγματος (και όχι στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας για την θέσπιση ενός κανόνα δικαίου με σκοπό τη ρύθμιση εννόμων σχέσεων που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο ή ως μέτρο διοικητικού καταναγκασμού), για τη δίωξη αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας (και όχι προς επιδίωξη άλλου σκοπού δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο των διατάξεων του διοικητικού δικαίου). Από την άλλη, δεν παραγνωρίζεται ότι τα αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση δεν ήταν απότοκο εξουσίας που ασκήθηκε με οποιαδήποτε πράξη εκδοθείσα από τον κ. Τσαγγάρη ως Έφορο Φορολογίας αφού η επίδικη βεβαίωση φόρου εκδόθηκε και ο πρόσθετος φόρος, τόκος και χρηματικές επιβαρύνσεις επιβλήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του διορισμού του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας. Πέραν τούτου, τα εν λόγω αδικήματα αφορούν παραλείψεις συμμόρφωσης των Κατηγορουμένων με φορολογικές τους υποχρεώσεις που ουδέποτε αμφισβητήθηκαν ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχουν οριστικοποιηθεί κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου (βλ. Κυριακίδης ανωτέρω). Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, ζητήματα νόμιμης υπόστασης του Εφόρου Φορολογίας κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης δεν ενδιαφέρουν ούτε επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τη νομιμότητα ή εγκυρότητα στην καταχώριση και προώθησή της υπό κρίση διαδικασίας. Για τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί ανύπαρκτου κατηγορητηρίου ή μη νόμιμης δίωξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Αναφορικά με την 1η και 2η κατηγορία, αποτέλεσε ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 1) δεν ισχύει ούτε παράγει οποιαδήποτε αποτελέσματα επειδή έχει ανακληθεί ή, εν πάση περιπτώσει, επειδή αναστάληκε η ισχύς της. Η θέση αυτή εδράζεται στο περιεχόμενο της επιστολής που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 με τις «απόψεις» του Εφόρου Φορολογίας (Τεκμήριο 23), σε μια αναφορά που ισχυρίστηκε ότι έγινε από την εκπρόσωπο του Φ.Π.Α. την ημέρα που καταχωρήθηκε η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης στην υπόθεση 10237/13 («ο Έφορος θα επανεξέταζε το ύψος του φόρου που ενδέχετο να μειωθεί σημαντικά»), σε αναφορές του Κατηγορούμενου 2 ως προς εκείνα που ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκαν κατά τις συναντήσεις που έγιναν με λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α., στο περιεχόμενο κάποιων δημοσιευμάτων από εφημερίδες τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 ως επίσης και στο περιεχόμενο της επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 29). Η πιο πάνω θέση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Η επίδικη βεβαίωση φόρου, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, χαρακτηρίζεται από το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα μέχρις ότου ανακληθεί από το όργανο που την έχει εκδώσει (βλ. άρθρο 55
(1)Ν.158 (Ι)/1999) ή ακυρωθεί από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία αλλά και από τη σχετική βιβλιογραφία, η ανακλητική πράξη αποτελεί νέα εκτελεστή διοικητική πράξη[18] και θα πρέπει να είναι ρητή[19]. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην Πελεκάνου ν. Δημοκρατίας
(1998)4 Α.Α.Δ. 901 (με τις υπογραμμίσεις που ακολουθούν να είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Σύμφωνα με το 'Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο' του Α. Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεση της έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή (και) υποχρεώσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης είναι ότι με την δήλωση βουλήσεως που περιέχει καθορίζει δίκαιον δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις είτε κατά τρόπο γενικό με το να θέτει κανόνες δικαίου (κανονιστική πράξη) είτε κατά τρόπο ειδικό στην ατομική περίπτωση (ατομική πράξη) (Βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, Έκδοση 1982, σελ. 170 - Βλ. επίσης και Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 413/96/25.2.97 και Ιδιωτικά Φροντιστήρια Κυπριανού Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 26/97/31.10.97). Το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας ορίζει τις εκτελεστές πράξεις ως εκείνες 'δια των οποίων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου σκοπούσα την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικούμενων'*. Πράξεις οι οποίες είναι απλώς πληροφοριακού χαρακτήρα δεν είναι εκτελεστές (Republic v. Demetriou and Others
(1972)3 C.L.R. 219. Βλ. και Απόφαση 2446/1968 του Συμβουλίου της Επικρατείας στην οποία κρίθηκε ότι η επίδικη πράξη απαραδέκτως προσβάλλεται 'ως στερουμένη εκτελεστού χαρακτήρος, καθ΄ όσον αύτη πληροφορίας απλώς παρέχει προς την αιτούσαν, μη δυναμένη να δημιουργήση ίδιον έννομον αποτέλεσμα'). Πράξη με την οποία απλώς εκτίθεται η γνώμη της διοίκησης προς τον διοικούμενο ή η πρόθεση της 'άνευ αμέσων αποτελεσμάτων' δεν είναι εκτελεστή (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-59, σελ. 239, Republic v. Demetriou and Others
(1972)3 Α.Α.Δ. 219, 223) [.] (Βλ. και Θ. Δ. Τσάτσου "Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας", εκ. τρίτη, σελ. 120-121: 'Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως".)» Εν προκειμένω, είναι πρόδηλο ότι, ούτε η επιστολή με τις φερόμενες απόψεις του Εφόρου Φορολογίας, Τεκμήριο 23 (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν φαίνεται καν να απευθύνεται ή να αποτελεί ανακοίνωση των απόψεων του Εφόρου Φορολογίας προς τους Κατηγορούμενους) ή η επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016, Τεκμήριο 29, ούτε τα δημοσιεύματα που παρουσιάστηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήριο 24 αλλά ούτε βεβαίως και οι ισχυριζόμενες αναφορές της εκπροσώπου του Φ.Π.Α. περί επανεξέτασης του ύψους του φόρου καθώς και τα όσα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 κατά τη μαρτυρία του ότι του λέχθηκαν από τους λειτουργούς της υπηρεσίας Φ.Π.Α στο πλαίσιο των συναντήσεων (τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του) συνιστούν, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω νομολογίας, εκτελεστή διοικητική πράξη ανάκλησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο Φορολογίας, ως το όργανο που την έχει εκδώσει. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την επιστολή, Τεκμήριο 23, επί της οποίας ουσιαστικά στηρίχθηκαν τα όσα ακολούθησαν για να αποτελέσουν στο τέλος το υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας από πλευράς Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με το ζήτημα της ισχύος της επίδικης βεβαίωσης φόρου, θα πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι σε αυτήν την επιστολή, ναι μεν υπάρχει μια αναφορά σε ένα ποσό κατ' εκτίμηση, για το οποίο όχι μόνο δεν προκύπτει από αυτήν ότι αφορά την επίδικη βεβαίωση φόρου αλλά, αντίθετα, με βάση την παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 23, προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό σχετίζεται ή συνδέεται με μη υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις που δεν αφορούν την Κατηγορούμενη 1 (η οποία, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, υπέβαλε μηδενικές φορολογικές δηλώσεις) αλλά ούτε και την επίδικη βεβαίωση φόρου (η οποία, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.1, στηρίχθηκε σε καταστάσεις και στα αναφερόμενα σε αυτές τιμολόγια της Κατηγορούμενης 1). Επίσης, πουθενά στο Τεκμήριο 23 δεν αναφέρεται ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου ή το ποσό που βεβαιώθηκε με αυτήν τελούν υπό επανεξέταση ή αναθεώρηση. Η αναφερόμενη στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 23 επανεξέταση και η επιβολή κατ' εκτίμηση φορολογιών προδήλως σχετίζεται με «σημαντικά οφειλόμενα ποσά» που θα διαγράφονταν «μετά την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων που δεν υποβλήθηκαν» από διαφορετική εταιρεία (την Capricorn που την αφορά η παράγραφος 4 του Τεκμηρίου 23) και όχι από την Κατηγορούμενη 1 (την οποία δεν αφορά η παράγραφος 4 του Τεκμηρίου 23). Συναφώς, η εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 23) δεν μπορεί να στηρίξει την εκδοχή της υπεράσπισης ότι το ποσό της επίδικης βεβαίωσης φόρου τέθηκε υπό αναθεώρηση ή επανεξέταση από τον Έφορο Φορολογίας ή ότι έγινε με αυτήν αποδεχτό από τον Έφορο Φορολογίας ότι στηρίζεται σε κατ' εκτίμηση ή αβέβαιες φορολογίες. Ακόμα και αν ευσταθούσε η εκδοχή αυτή της υπεράσπισης (που δεν ευσταθεί) αυτό και πάλι δεν θα συνιστούσε διοικητική πράξη ανάκλησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου εφόσον, όπως μνημονεύεται στην Πελεκάνου (ανωτέρω), «'Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως». Παρομοίως, ούτε η επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 29) συνιστά ανάκληση ή αναίρεση της επίδικης βεβαίωσης φόρου. Αφενός, όπως προαναφέρθηκε, αυτή δεν αποτελεί πράξη του προσώπου που εξέδωσε την επίδικη βεβαίωση φόρου ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι συνιστά πράξη ανάκλησης της εν λόγω βεβαίωσης. Αφετέρου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, λήφθηκαν υπόψη οι απόψεις του Εφόρου Φορολογίας, προδήλως όπως αυτές διατυπώθηκαν στην επιστολή του, Τεκμήριο 23, για να αποφασιστεί η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης. Συνεπώς, οι αναφορές που γίνονται σε αυτήν «περί αβεβαιότητας ως προς το ποσό των οφειλόμενων ποσών, το οποίο θα υπολογιστεί μετά την υποβολή δηλώσεων από τον κατηγορούμενο» και περί τυχόν επανακαταχώρισης της υπόθεσης «με τα ακριβή οφειλόμενα ποσά», προδήλως προέρχονται από τα όσα σχετικά αναφέρονται στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 23, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, σχετίζεται με την παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 23 που αφορά διαφορετική εταιρεία από την Κατηγορούμενη 1. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το Τεκμήριο 23, έπεται ότι η εν λόγω επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα (Τεκμήριο 29) δεν καθιστά αβέβαιη ή υπό αναθεώρηση την επίδικη βεβαίωση φόρου ούτε συνιστά πράξη ανάκλησης της. Ό,τι αποφασίστηκε μέσω της πιο πάνω επιστολής από τον Γενικό Εισαγγελέα ήταν η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης, στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών του, και όχι οτιδήποτε άλλο που να εκφεύγει του εν λόγω πλαισίου, όπως το αν οφείλονται ή αν είναι αβέβαια ή αν χρήζουν οποιασδήποτε επανεξέτασης τα ποσά της επίδικης βεβαίωσης φόρου. Ούτε βεβαίως ευσταθεί η θέση που προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα πιο πάνω συνιστούν αναστολή της ισχύος και εκτέλεσης της επίδικης βεβαίωσης φόρου εφόσον ούτε τα Τεκμήρια 23 και 29 αλλά ούτε και οι υπόλοιπες αναφορές επί των οποίων βασίστηκε η υπεράσπιση (δημοσιεύματα σε εφημερίδες κλπ) αποτελούν αιτιολογημένη απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να αναστείλει ή διακόψει την εκτέλεση της επίδικης βεβαίωσης φόρου για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ως οι πρόνοιες του άρθρου 56 του Ν.158 (Ι)/1999 επιτάσσουν. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η σχετική υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1 που προκύπτει από το Τεκμήριο 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε έχει οριστικοποιηθεί και η νομιμότητα, ορθότητα και εκτελεστότητα της εξακολουθεί να υφίσταται, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, εφόσον δεν ανακλήθηκε ούτε αναστάληκε ή διακόπηκε η εκτέλεση της από το διοικητικό όργανο που την εξέδωσε και ούτε ακυρώθηκε από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος[20]. Ό,τι προβλήθηκε από την υπεράσπιση στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας σε συσχετισμό με την επί του προκειμένου επιχειρηματολογία που προωθήθηκε στο στάδιο των τελικών της αγορεύσεων είναι ότι, αφενός, οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια του κ. Τσαγγάρη ως Εφόρου Φορολογίας είναι ανυπόστατη, ανύπαρκτη και χωρίς δικαϊκό αντίκρισμα ενόψει της ακύρωσης του διορισμού του και ότι, αφετέρου, το Τεκμήριο 23 συνιστά απόφαση του εν λόγω προσώπου για ανάκληση ή αναστολή της ισχύος ή αναίρεση της επίδικης βεβαίωσης φόρου, θέση όχι μόνο παράδοξη αλλά και αποτελούσα σχήμα οξύμωρο. Ενόψει των ανωτέρω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, ημερομηνίας 20/04/2011 (Τεκμήριο 1). Αυτό επιβεβαιώνεται από το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 6), οι πρόνοιες της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το εν λόγω νομοθετικό τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί εφόσον δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 2ης και 3ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου που της επιβλήθηκε λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε (2η κατηγορία) και παρέλειψε επίσης να καταβάλει τη χρηματική επιβάρυνση που της επιβλήθηκε λόγω της μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το μητρώο Φ.Π.Α (3η κατηγορία). Αυτά, επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2 και 3. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την ποινική ευθύνη διευθυντή ενός νομικού προσώπου για τα υπό εξέταση αδικήματα, σε συσχετισμό με το ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 και δεδομένου επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ευθύνεται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον με την υπεράσπιση εγείρονται δύο επιμέρους ζητήματα, κεφαλαιώδους σημασίας, που το Δικαστήριο, καθηκόντως, οφείλει να εξετάσει. Το πρώτο αφορά την ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της δίωξης στην παρούσα υπόθεση και τη διακρίβωση της ενοχής ή αθωότητας των Κατηγορουμένων και το δεύτερο αφορά την ύπαρξη κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, δηλαδή εκείνο της υπέρμετρης καθυστέρησης, η υπεράσπιση, με αναφορά στην υπόθεση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020, εισηγήθηκε ότι, εν προκειμένω, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης για αδικήματα που έγιναν μεταξύ του 2004 και 2010 και τα οποία διακριβώθηκαν στις 20/04/2011, η οποία οφείλεται σε μια απαράδεκτη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής να καταχωρίσει αρχικά την ποινική δίωξη του 2013 (Τεκμήριο 21), η οποία ανεστάλη για σκοπούς επανεξέτασης των φορολογιών, που δεν έγινε, για να ξανακαταχωρηθεί το 2017 και να εκδικαστεί το 2021, επηρεάζοντας συν τοις άλλοις την ικανότητα των κατηγορουμένων να υπερασπιστούν ή να θέσουν υπόψη της διοίκησης εκείνα τα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην απαλλαγή τους. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ανωτέρω), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Στην Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, η οποία αφορούσε αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά του υπό κρίση κατηγορητηρίου που είχαν διαπραχθεί το 2002 και η ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 6/12/2007, μετά την απόρριψη στις 6/9/2005 σχετικής προσφυγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας το χρόνο που μεσολάβησε για να αποφασίσει αν η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και αφού έλαβε υπόψη του την εκκρεμοδικία που υπήρχε στην προσφυγή, ανέφερε πως: «Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, καθ' όσον αφορά τον οφειλόμενο φόρο, είναι ιδιαίτερα σοβαρά[21]. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, με το οποίο σχετίζεται και η 2η κατηγορία, διαπράχθηκε μετά την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης φόρου (και όχι μεταξύ του 2004 και 2010 όπως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση), με την παράλειψη της Κατηγορούμενης 1 να πληρώσει εμπρόθεσμα το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης στις 20/04/2011, ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28/02/
- Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οι Κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν, ανεπιτυχώς, την επίδικη βεβαίωση φόρου, υποβάλλοντας γραπτή ένσταση (Τεκμήρια 2 και 3), προέβηκαν σε συναντήσεις με την υπηρεσία Φ.Π.Α. στις 30/08/2012 και 15/10/2012 και στη συνέχεια (22/10/2012) αποδέχτηκαν ανέκκλητα το ποσό Φ.Π.Α που βεβαιώθηκε μαζί με τους αναλογούντες πρόσθετους φόρους και τόκους, προτείνοντας πλάνο εξόφλησης των εν λόγω ποσών (Τεκμήριο 4) το οποίο δεν τήρησαν με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον τους έξι με επτά περίπου μήνες μετά η ποινική υπόθεση 10237/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 21), η οποία αφορούσε αντίστοιχες κατηγορίες για τα αδικήματα που προσάπτονται με τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, η δίωξη της οποίας, κατόπιν αιτήματος της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 17/03/2016 (Τεκμήριο 22), αναστάληκε στις 06/06/2016 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 27/05/2016 (Τεκμήριο 29). Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές παραμέτρους αλλά και χωρίς να μου διαφεύγει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεν σοβαρά αδικήματα αλλά δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά κατηγορίες που δεν έχριζαν οποιασδήποτε ιδιαίτερης διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (η οποία παρουσίασε την μαρτυρία ενός μάρτυρα στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν 7 Τεκμήρια αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων τα οποία μπορούσε να διαπιστώσει σχεδόν αμέσως), δεν θεωρώ ότι η στάση και η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ώστε να εγείρεται στο πλαίσιο αυτό ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η Κατηγορούσα Αρχή έδωσε, αφενός, χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης με τις φορολογικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 (τις οποίες η τελευταία αποδέχθηκε ανέκκλητα μέσω του Κατηγορούμενου 2), ικανοποιώντας σχετικό αίτημα της (Τεκμήριο 4) ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η ποινική τους δίωξη (βλ. Κωνσταντίνου ανωτέρω), και προχώρησε, αφετέρου, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, στην καταχώριση της πρώτης ποινικής δίωξης (XXXXX/13) μετά που η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα συμμόρφωσης που η ίδια πρότεινε. Από την άλλη, η πλευρά των Κατηγορουμένων, πέραν του ότι δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί εντός του εν λόγω χρονοδιαγράμματος με τις φορολογικές υποχρεώσεις που ανέκκλητα αποδέχθηκε, εξασφάλισε, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την αναστολή της πρώτης ποινικής δίωξης με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών του οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο και θεωρείται ότι ασκούνται προς το δημόσιο συμφέρον[22]. Η αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης και η καταχώριση της παρούσας μετά από χρονικό διάστημα 8 περίπου μηνών (χρόνος που δεν θεωρώ ότι είναι παράλογος) δεν μπορεί να αποδοθεί στους λόγους που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, οι οποίοι παρέμειναν στη σφαίρα των εικασιών και υποθέσεων, χωρίς πραγματικό υπόβαθρο ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας του. Ούτε αποδέχομαι τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι, ως απόρροια του χρόνου που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς η υπεράσπιση εφόσον ουδεμία αποδεχτή μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Περαιτέρω, παρόλο που δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης (η οποία, αντιθέτως, εξέφρασε τη θέση ότι η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης προχώρησε το συντομότερο δυνατόν[23]), το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, είναι η 28/02/2017, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προκύπτουν από τα πρακτικά του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι η πλειονότητα των αναβολών που δόθηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας (28/05/2021) προέρχονταν από αιτήματα της πλευράς των Κατηγορουμένων για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Είναι, συνεπώς, πρόδηλο μέσα από την πορεία της υπόθεσης ότι, σε αντίθεση με την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής που ουδέποτε αιτήθηκε αναβολής, οι Κατηγορούμενοι έχουν μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ώστε να μην μπορούν να παραπονούνται ή να στηρίζονται σε αυτό για να επωφεληθούν της όποιας καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, την οποία έχουν προκαλέσει οι ίδιοι με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες τους (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ ECLI:CY:AD:2021:B235, Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021). Έχοντας περαιτέρω υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό με τα δεδομένα της Κάζανου (ανωτέρω) ώστε να οδηγήσουν σε απαλλαγή του Κατηγορούμενου 2 λόγω παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος του για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του. Μπορεί μεν η διάπραξη του αδικήματος της 1η κατηγορίας να ανατρέχει τον Μάιο του 2011, εντούτοις υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά της παρούσας υπόθεσης από την Κάζανου (ανωτέρω). Αυτή έγκειται στο ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της Κάζανου (ανωτέρω), η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση έγινε εντός 4 περίπου ετών από την ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών (και όχι εντός 6 ετών όπως ήταν η περίπτωση στην Κάζανου ανωτέρω), για λόγους που αφορούσαν κυρίως την πλευρά των Κατηγορουμένων, με την ακροαματική διαδικασία να ολοκληρώνεται εντός τριών δικασίμων. Τα δεδομένα αυτά δεν εντοπίζονται στην υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω), διακρίνοντας έτσι την εν λόγω υπόθεση από την παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω και συνυπολογίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, των όσων μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της όποιας μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα (ανωτέρω), αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική επειδή προωθείται για πολιτικούς λόγους, όπως αυτοί προκύπτουν από το Τεκμήριο 24 σε συσχετισμό με την πεποίθηση που εκφράστηκε κατά τη δίκη από πλευράς Κατηγορουμένου 2 με αναφορά στο εν λόγω Τεκμήριο, χωρίς να προηγηθεί η επανεξέταση των φορολογιών ως τα Τεκμήρια 23 και 29, παρά το ότι η προηγούμενη ποινική δίωξη ανεστάλη σε αυτή τη βάση και επειδή καταχωρήθηκαν τρία διαφορετικά κατηγορητήρια για τρεις διαφορετικές εταιρείες με τον ίδιο Κατηγορούμενο
- Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία[24], η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[25] και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116), αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Sidorov v. Khovrin κ.α., Ποιν. Έφεση 26/2019 ημ. 09/03/2020). Εν προκειμένω, η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν ετίθετο οποιοδήποτε ζήτημα επανεξέτασης της επίδικης βεβαίωσης φόρου ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αβεβαιότητα της φορολογίας που βεβαιώθηκε στην Κατηγορούμενη 1, η οποία έχει οριστικοποιηθεί και ουδέποτε ανακλήθηκε με πράξη του οργάνου που την εξέδωσε, ούτε έχει διαφανεί μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ότι η παρούσα δίωξη προωθείται για αλλότριους σκοπούς. Εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος 2 απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι υφίσταται κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής, ενόψει και της απόρριψης της επί του προκειμένου μαρτυρίας του. Περαιτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η καταχώριση απλώς και μόνο τριών διαφορετικών κατηγορητηρίων, όπου το καθένα από αυτά αφορά διαφορετικό νομικό (και υποκείμενο στο φόρο) πρόσωπο και σχετίζεται με τη δίωξη διαφορετικών ποινικών αδικημάτων στην κάθε υπόθεση, συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών επειδή το πρόσωπο του αξιωματούχου τους ταυτίζεται. Ούτε προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι με τις προαναφερόμενες τρείς υποθέσεις επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Στ. Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί, καταλήγω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης 2ης και 3ης κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, αυτοί κρίνονται ένοχοι στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ........................................ Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. M.A. Goodvalue Suppliers Ltd v. Barclays Bank Plc
(2001)1 ΑΑΔ 1038. [3] Βλ. Τεκμήριο 6 και άρθρο 43 και παράγραφος 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου. [4] Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας εκ των βασικών πυλώνων του αντιπαραθετικού μας συστήματος είναι ότι πρέπει να δίδεται η ευκαιρία σε ένα μάρτυρα, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και εκλαμβάνεται ότι είναι παραδεκτή (βλ. Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138, Μαρσέλο κ.α. ν. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013 ημ. 18/01/2017, Νεόφυτος Πιριλλίδη ν. Δήμος Λεμεσού ανωτέρω και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018). [5] Βλ. την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου κ.α., συνεκδ. Εφέσεις αρ. 2/2016 και 7/2016 ημ. 3/3/2017 όπου αναφέρθηκε ότι: «Η Διοίκηση είχε υποχρέωση συμμόρφωσης με την πρωτόδικη απόφαση μέχρι την τυχόν ανατροπή της. Τέτοια συμμόρφωση δεν δημιουργεί κώλυμα, στη Διοίκηση να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές από τα ενώπιόν μας στοιχεία, ότι η συμμόρφωση έγινε όχι επειδή η Διοίκηση συμφωνούσε με την ορθότητα της απόφασης, αλλά για λόγους σεβασμού προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου.» [6] Βλ. σελ. 5 Τεκμηρίου 22. [7] Βλ. Τεκμήριο 21 και παράγραφο 18 Εγγράφου Β. [8] Βλ. σελ. 5 Τεκμήριο 22 και σελ. 3 Τεκμηρίου 23. [9] Πρακτικό Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/12/2017. [10] Πρακτικό Δικαστηρίου ημερομηνίας 02/11/2018. [11] Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/03/2018, 29/06/2018 και 08/03/2019. [12] Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 07/06/2019, 11/10/2019 και 24/01/2020. [13] Πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/05/2020, 18/09/2020 και 20/11/2020. [14] Βλ. άρθρο 2 και 4
(1)του Νόμου και άρθρα 4
(13)(β) και 9 του Ν.70(Ι)/2014. [15] Βλ. τις παραγράφους 1, 2 και 3 του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6), το οποίο ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου του 2000, οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. [16] Βλ. την υπόθεση Χατζηγεωργίου ν. Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 37/14, ημ. 6/10/2020 όπου αναφέρθηκε ότι: «Το πρώτο που πρέπει να διαχωριστεί είναι ότι διαφορετική είναι η έννοια του «οργάνου» απ΄αυτή του «φορέα του οργάνου». Ο φορέας του οργάνου αφορά το πρόσωπο και δεν μπορεί να ταυτιστεί εννοιολογικά με το όργανο. [.] Αναφέρονται τα εξής στο Σύγγραμμα Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄ Δαγτόγλου 1977, σελ.211 και 212. «΄Οργανο, υπό νομική έννοια είναι η οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων. Από το όργανο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς τον φορέα του οργάνου. Ενώ το όργανο είναι μια οργανωτική μονάδα, ο φορεύς του οργάνου είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο». Και παρακάτω: «το πρώτο είναι απρόσωπο και συνεχές, ενώ ο δεύτερος είναι προσωπικός, συγκεκριμένος και κατ΄ανάγκην, χρονικώς περιορισμένος». [17] Βλ. την Ioannou and Another v. The Police 23 C.L.R. 266 στην οποία το Εφετείο καθοδηγήθηκε από την αγγλική απόφαση στην Price v. Humphries
(1958)2 All E.R.725. Και στις δύο αυτές υποθέσεις το ζήτημα αφορούσε στην έναρξη της διαδικασίας (institution of the proceedings) και συγκεκριμένα στο κατά πόσο ήταν αναγκαία η παρουσίαση της προνοούμενης από το νόμο συγκατάθεσης για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Στην Ioannou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι στην περίπτωση που η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή έχει κλείσει χωρίς να έχει υποβληθεί οιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη συγκατάθεση, τεκμαίρεται ότι η διαδικασία είχε εγερθεί κανονικά. Σύμφωνα με την Price (ανωτέρω) η ποινική διαδικασία εκκινεί («is instituted») με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, όμως το ζήτημα είναι διαδικαστικό. Επομένως, δεν εγειρόταν καν ζήτημα απόδειξης της συγκατάθεσης στο στάδιο εκείνο. Αναφέρθηκε ότι οιαδήποτε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση αναφορικά με το κατά πόσο είχε δοθεί η συγκατάθεση, πρέπει να εγείρεται προτού κλείσει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Εφόσον τέτοιο ζήτημα εγερθεί ως ανωτέρω, το βάρος μετατίθεται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία για να καταδείξει ότι η διαδικασία εξουσιοδοτήθηκε δεόντως. [18] Βλ. την Χατζηπαναγή ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1079. Περαιτέρω, στην Δημοκρατία ν. Sunoil Bankering Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 26 αναφέρθηκε ότι: «Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοση της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους [.] Εάν η πράξη είναι παράγωγος εννόμων αποτελεσμάτων αυτή είναι εκτελεστή.». [19] Βλ. Χρίστου ν. Δημοκρατίας Αρ. ECLI:CY:AD:2016:D431, Υπόθεσης 1822/12 ημ. 15/09/2016. [20] Βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω, JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω. [21] Βλ. Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 28/2014 ημ. 24/12/2014 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/2017. [22] Βλ. Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ.
- [23] Βλ. σελ. 15 των τελικών αγορεύσεων της πλευράς του Κατηγορούμενου
- [24] Βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/
- [25] Βλ. και την Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο