← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. HAST LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5099/16, 7/6/2021

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. HAST LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5099/16, 7/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B193 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5099/16 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. HAST LTD
  2. XXXXX ΓΙΑΚΟΥΜΟΥ
  3. XXXXX ΓΙΑΚΟΥΜΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 07 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενους: κ. Διομήδους Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, μετά από δική τους παραδοχή, σε συνολικά 69 κατηγορίες που αντιμετώπιζαν στην παρούσα υπόθεση για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Οι πρώτες 33 κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α., συνολικού ύψους €122.107,71, που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για αντίστοιχες φορολογικές περιόδους, οι οποίες αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες και οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/01/2006 μέχρι 31/10/
  4. Οι κατηγορίες 34 - 38 αφορούσαν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/2015 μέχρι 30/04/2016 και οι κατηγορίες 39 - 69 αφορούσαν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, τόκου και χρηματικών επιβαρύνσεων, συνολικού ύψους €41.325,
  5. Σημειώνεται ότι, για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η υπόθεση 2531/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορά τους ίδιους διαδίκους για ίδιας φύσεως ποινικά αδικήματα που καλύπτουν φορολογικές περιόδους από το έτος 2015 μέχρι το έτος 2019 και στην οποία το αναφερόμενο οφειλόμενο ποσό Φ.Π.Α. ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €29.842,81 πλέον πρόσθετος φόρος, τόκος και χρηματικές επιβαρύνσεις συνολικού ύψους €4.449,
  6. Και τούτο γίνεται διότι η υπεράσπιση αιτήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του Κεφ. 155 όπως τα γεγονότα της υπόθεσης 2531/20 ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο αφού προηγουμένως υπήρξε η αναγκαία συναίνεση της Κατηγορούσας Αρχής. Πέραν των πιο πάνω, από τα όσα αναφέρθηκαν στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  7. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τις πιο πάνω κατηγορίες υπό την ιδιότητά τους ως αξιωματούχοι της Κατηγορούμενης
  8. Οι φορολογικές δηλώσεις για τις φορολογικές περιόδους των κατηγοριών 1 - 33 της παρούσας υπόθεσης υποβλήθηκαν για πρώτη φορά στις 30/10/2015, στο πλαίσιο ποινικής δίωξης που προηγήθηκε της παρούσας.
  9. Οι φορολογικές δηλώσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 34 - 38 της παρούσας υπόθεσης υποβλήθηκαν στις 27/01/
  10. Περαιτέρω, έναντι της συνολικής οφειλής στην παρούσα υπόθεση (€163.432,94), καταβλήθηκε το ποσό των €10.836,84, με την εναπομείνασα οφειλή να ανέρχεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €152.596,10, για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης 1 με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €121.582,19 από 11/07/
  11. Σε ό,τι αφορά την υπόθεση 2531/20, η φορολογική δήλωση που αναφέρεται στην 19η κατηγορία υποβλήθηκε, εκπρόθεσμα, στις 15/05/
  12. Περαιτέρω, έναντι του συνολικά οφειλόμενο ποσού Φ.Π.Α. της εν λόγω υπόθεσης καταβλήθηκε το ποσό των €28.116,77, με την εναπομείνασα οφειλή να ανέρχεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €6.175,48, για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε επίσης την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης 1 με νόμιμο τόκο από 11/02/
  13. Δεν υπάρχουν στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορούμενων 2 και
  14. Σύμφωνα με αυτές, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ηλικίας 54 και 55 ετών (αντίστοιχα), σύζυγοι και γονείς δύο ενήλικων τέκνων (ηλικίας 28 και 24 ετών), τα οποία διαμένουν μαζί τους και τα οποία εργάζονται ως ιδιωτικοί υπάλληλοι, με το μικρότερο σε ηλικία τέκνο να σπουδάζει παράλληλα. Λόγω οικονομικών προβλημάτων, ο γάμος τους τα τελευταία δέκα χρόνια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και ουσιαστικά σήμερα είναι «λευκός», αφού, παρόλο που διαμένουν μαζί, ο Κατηγορούμενος 2 διατηρεί δεσμό με μια άλλη γυναίκα. Τα οικονομικά προβλήματα ξεκίνησαν το 2007 όταν κλάπηκε ένας χαρτοφύλακας του Κατηγορούμενου 2 στον οποίο περιέχονταν μετρητά και μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους 50.000 Λιρών, κάτι που επέφερε αλυσιδωτά οικονομικά προβλήματα στους Κατηγορούμενους όσο και στο γάμο του ζεύγους. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει XXXXX προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με αναφερόμενα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά την παιδική του ηλικία, καθώς και χρόνια προβλήματα υγείας όπως XXXXX XXXXX και XXXXX, για τα οποία όπως ανέφερε ο συνήγορος του, λαμβάνει μέχρι σήμερα φαρμακευτική αγωγή. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι και ο καθένας τους λαμβάνει από την εργασία του το ποσό των €800 περίπου μηνιαίως, διατηρούν χρέος από δάνειο συνολικού ύψους €110.000, η κατοικία στην οποία διαμένουν είναι υποθηκευμένη και η μόνη κινητή τους περιουσία είναι ένα αυτοκίνητο αξίας €1.500 περίπου. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, για σκοπούς μετριασμού, έκανε αναφορά στους ακόλουθους παράγοντες: (α) στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων, (β) στην παραδοχή τους στις κατηγορίες, την οποία χαρακτήρισε ως άμεση, (γ) στη μερική συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα από πλευράς Κατηγορουμένων (€38.953,61) έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (€197.725,19) καθώς και στην πλήρη εξόφληση των οφειλών τους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ύψους €40.000), στοιχεία τα οποία επιδεικνύουν, όπως υποστήριξε, και την έμπρακτη μεταμέλεια τους, (δ) στις συνθήκες που οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων, στην πρόθεση και στις ύστατες προσπάθειες που έγιναν από πλευράς Κατηγορουμένων ώστε να προβούν σε πλήρη εξόφληση της οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. αλλά και στις προσπάθειες που έκαναν γενικότερα για να ορθοποδήσουν, παρά τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τόσο πριν όσο και μετά τις τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις που επέφερε η οικονομική κρίση του 2013 και τώρα η πανδημία του Κορωνοϊού, (ε) στην καθυστέρηση που προκύπτει από την παρέλευση 10 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και άλλων 5 ετών από την καταχώρισή της μέχρι σήμερα, (στ) στις συνέπειες που θα έχει μια ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης στην εργασία των Κατηγορουμένων 2 και 3 αλλά και στην λειτουργία της Κατηγορούμενης 1 και (ζ) στο διαχωρισμό της ποινικής ευθύνης που θα πρέπει να γίνει μεταξύ των Κατηγορουμένων 2 και 3 αφού η Κατηγορούμενη 3, παρά το ότι ήταν διευθύντρια στην Κατηγορούμενη 1, εντούτοις η συμμετοχή και εμπλοκή της σε αυτήν ήταν «τυπική» εφόσον την λειτουργία και διαχείρισή της εταιρείας είχε ο σύζυγος της, επίσης διευθυντής[1]. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και εκφράζοντας την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια των Κατηγορουμένων, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τους Κατηγορούμενους με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής, προσθέτοντας ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στους Κατηγορούμενους 2 και 3 ποινή στερητική της ελευθερίας, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για αναστολή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο σε σχέση με τα αδικήματα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α και της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων (ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή και με τις δύο αυτές ποινές) όσο και από το ότι τέτοιες παραλείψεις ενέχουν μεγάλη σημασία για το δημόσιο αφού αποστερούν από τα ταμεία του κράτους ποσά εσόδων τα οποία του ανήκουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,

(1996)2 Α.Α.Δ. 262 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017). Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται, δυστυχώς, σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη τέτοιων αδικημάτων είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412). Ωστόσο, το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 46
(12)του Νόμου, «το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.» Η πρόνοια αυτή, όπως πολύ πρόσφατα έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ασσιώτης ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/2020 ημ. 12/04/2021, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, που εν προκειμένω είναι η Κατηγορούμενη 1 (και όχι οποιοσδήποτε αξιωματούχος της), να καταβάλει στον Έφορο την εναπομείνασα οφειλή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Ως επιπρόσθετους επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου το μεγάλο ποσό που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (€158.771,58), το οποίο είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο, σε συσχετισμό με το ότι με τις παραλείψεις των Κατηγορουμένων, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων καθ' όσον αφορά την παράλειψη καταβολής του οφειλόμενου Φ.Π.Α. Η έμπρακτη μεταμέλεια, όπως αναφύεται σε τέτοιου είδους αδικήματα μέσα από την αποζημίωση της Κατηγορούσας Αρχής, με την πλήρη εξόφληση του ποσού που αφορά και όχι η απλή διάθεση προς εξόφληση, είναι η παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας (βλ. Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, είναι γεγονός ότι, πέραν του ποσού των €38.953,61, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται στο συνολικό ποσό των €158.771,58, το οποίο πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που συνολικά οφείλεται, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, στα Ταμεία του Κράτους. Από την άλλη, δεν παραβλέπω το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης που ανατρέχουν σε απομακρυσμένο χρόνο, δηλαδή μεταξύ των ετών 2006 και 2016, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται ότι: (i) η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης οφείλεται στην πλευρά των Κατηγορουμένων, οι οποίοι, σε σχέση με τις φορολογικές περιόδους που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 - 33 (οι οποίες ανατρέχουν στα έτη 2006 - 2014), υπέβαλαν τις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις στον Έφορο Φορολογίας για πρώτη φορά στις 30/10/2015, στο πλαίσιο προηγούμενης ποινικής δίωξης που εκκρεμούσε εναντίον τους, με αποτέλεσμα να προκύψουν τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες, (ii) ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στους Κατηγορούμενους χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση νέας ποινικής δίωξης εναντίον τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009), (iii) οι Κατηγορούμενοι δήλωναν μη παραδοχή στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης μέχρι τις 05/11/2018 και στη συνέχεια ζήτησαν επανειλημμένα χρόνο για συμμόρφωση, χωρίς όμως τελικά να συμμορφωθούν πλήρως με όλες τις κατηγορίες. Υπό αυτές, λοιπόν, τις παραμέτρους και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη ότι οι Κατηγορούμενοι φέρουν μεγάλο αν όχι αποκλειστικό μερίδιο ευθύνης στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση, θα δοθεί η ανάλογη βαρύτητα στον παράγοντα «χρόνος» για τον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής στους Κατηγορούμενους, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι ικανός να επηρεάσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων το λευκό ποινικό τους μητρώο και την παραδοχή τους στις κατηγορίες, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση εφόσον οι Κατηγορούμενοι από τις 27/01/2017 που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης μέχρι και τις 05/11/2018 δήλωναν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Επομένως, η παραδοχή τους, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Στο ίδιο πλαίσιο, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος των Κατηγορουμένων, την πλήρη συμμόρφωση που υπήρξε σε όλες τις κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων για καθορισμένες φορολογικές περιόδους, καθώς και τη μερική συμμόρφωση που υπήρξε έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων 2 και 3 τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου 2, την κακή οικονομική τους κατάσταση αλλά και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα έχει η φυλάκιση στην εργασία τους, ως αυτά αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2021:B88, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021). Συνεπώς, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί για τον καθορισμό του είδους της ποινής σε εκείνο που αναφέρθηκε κατά τον μετριασμό από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι εάν επιβληθεί ποινή άμεσης φυλάκισης στους Κατηγορούμενους 2 και 3, αυτό θα έχει επιπτώσεις στην εργασία τους και στη συνέχιση της λειτουργίας της Κατηγορούμενης 1. Οι ενδεχόμενες συνέπειες στην εργασία και το επάγγελμα των Κατηγορουμένων από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι κριτήριο που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του είδους της ποινής σε αδίκημα όπου η διάπραξη του ενέχει το στοιχείο της επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η υπόθεση Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος, με λευκό ποινικό μητρώο, πατέρας τριών παιδιών δύο από τα οποία ήταν φοιτητές. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων, την απολογία και την μεταμέλεια τους στα αδικήματα που διέπραξαν, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου τους, η οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη, προς όφελος των Κατηγορουμένων, τα ιδιαίτερα περιστατικά που οδήγησαν στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης και, συγκεκριμένα, στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 έπεσε θύμα κλοπής, γεγονός το οποίο επέφερε στους Κατηγορούμενους ζημιές συνολικού ύψους 50.000 Λιρών αλλά και αλυσιδωτά οικονομικά προβλήματα στην Κατηγορούμενη 1, τα οποία συνεχίστηκαν ενόψει της οικονομικής κρίσης και εξακολουθούν να υπάρχουν λόγω της πανδημίας του Κορωνοϊού. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου σε όφελος της Κατηγορούμενης 1 ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή προς την Κατηγορούσα Αρχή της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:D23, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018). Δεν αποδέχομαι όμως την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου 2 από εκείνη της Κατηγορούμενης 3 κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής, επειδή η Κατηγορούμενη 3 ήταν «τυπικός» διευθυντής στην Κατηγορούμενη
  1. Ο παράγοντας αυτός δεν έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης 3 και ούτε μπορεί να επηρεάσει μετριαστικά την επιβληθείσα σε αυτήν ποινή δεδομένου ότι, κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν τα αδικήματα, η Κατηγορούμενη 3 ήταν ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης
  2. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο ότι η Κατηγορούμενη 3 έπαυσε πλέον να είναι διευθύντρια της Κατηγορούμενης
  3. Επί του προκειμένου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου ανωτέρω, στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της εκεί εταιρείας για παρόμοιας φύσεως φορολογικά αδικήματα, στα οποία η εταιρεία είχε καταδικαστεί, επέβαλε σε καθένα από τους διευθυντές της ποινές άμεσης φυλάκισης, χωρίς να δοθεί από το Εφετείο οποιαδήποτε βαρύτητα για τον καθορισμό της ποινής τους στον ισχυρισμό που προέβαλαν οι διευθυντές τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη τόσο στα οικονομικά θέματα της Εταιρείας όσο και στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της λόγω του ότι είχε διοριστεί διαχειριστής στην εταιρεία εφόσον, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι είναι αυστηρής ευθύνης και διαπράχθηκαν σε χρόνο που αυτοί ήταν διευθυντές της εταιρείας. Μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι ο Νόμος συνιστά ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική νομοθεσία και αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων, που κατά κανόνα αποτιμάται με αναφορά στο μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, σημείωσε και εξέφρασε την άποψη, ότι, σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που αφορούν τον νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο Νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα τους. Έτσι, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου στην πιο πάνω υπόθεση (όπου ήταν οικογενειάρχης με εξαρτώμενα πρόσωπα, λευκού ποινικού μητρώου, χαμηλοεισοδηματίας, ηλικίας 57 ετών), επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών στην κατηγορία που αφορούσε την παράλειψη καταβολής ΦΠΑ για την περίοδο 01/05/2007 - 31/05/2011 που βεβαιώθηκε στις 08/09/2011 για το συνολικό ποσό των €298.612,28 και ποινή άμεσης φυλάκισης 1 μηνός στην κατηγορία της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης για μια φορολογική περίοδο. Εξίσου σημαντικά είναι και εκείνα που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:B546, Ποιν. Έφεση 323/15 ημ. 18/12/2018, στην οποία συγκεκριμένα επισημάνθηκε ότι: «Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από τη στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και τη νομολογία επί του θέματος.» Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, επιβάλλονται στην Κατηγορούμενη 1 οι ακόλουθες ποινές: · σε σχέση με τις κατηγορίες 1 - 33, χρηματικό πρόστιμο €250 στην κάθε μια από τις εν λόγω κατηγορίες · σε σχέση με τις κατηγορίες 34 - 38, χρηματικό πρόστιμο €50 στην κάθε μια από τις εν λόγω κατηγορίες. Σε σχέση με τις κατηγορίες 39 - 69 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 εφόσον τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατηγορίες προκύπτουν από τα αδικήματα στα οποία έχει επιβληθεί ποινή αλλά και επειδή, σε κάθε περίπτωση, το ποσό που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες μπορεί να εισπραχθεί στη βάση του σχετικού διατάγματος καταβολής που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Συνεκτιμώντας, τώρα, και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης εξόφληση του συνολικά οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους τους ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω), κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 για τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης πληρωμής Φ.Π.Α. είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, όχι όμως το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή στους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Περαιτέρω, η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στους Κατηγορούμενους 2 και 3 για το αδίκημα αυτό θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται σε έκαστο των Κατηγορουμένων 2 και 3 ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών στις κατηγορίες 1 μέχρι και
  1. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Αναφορικά με τις κατηγορίες 34 - 38 και λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες και, ιδιαιτέρως, το ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση στα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες είναι αυτή του χρηματικού προστίμου. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται σε έκαστο των Κατηγορουμένων 2 και 3 χρηματικό πρόστιμο ύψους €50 στην κάθε μία από τις κατηγορίες 34 -
  2. Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 39 - 69 δεν επιβάλλεται στους Κατηγορούμενους 2 και 3 οποιαδήποτε ποινή, για τον ίδιο λόγο που δεν επιβλήθηκε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 αναφορικά με τις εν λόγω κατηγορίες. Επιπρόσθετα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Νόμου, εκδίδονται εναντίον της Κατηγορούμενης 1 τα ακόλουθα διατάγματα: (α) όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €152.596,10 με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €121.582,19 από 11/07/2016, και (β) όσον αφορά την υπόθεση 2531/20, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €6.175,48 με νόμιμο τόκο από 11/02/2020. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και 3, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLI:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019 και Φλωρεντίνου ανωτέρω). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών των Κατηγορουμένων 2 και 3 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε ικανός λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 2 και 3, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 (για τα οποία δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε ιατρικά πιστοποιητικά και για τα οποία δεν διαπιστώνω, με βάση τα όσα τέθηκαν εκ μέρους του από το συνήγορο του, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε αναφέρθηκε ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών) καθώς και οι συνέπειες που αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης ότι θα έχει η ποινή φυλάκισης στην οικογένεια ή στην εργασία τους, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη τους, δεν υπήρξε από πλευράς τους οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια με την πλήρη εξόφληση της συνολικής οφειλής Φ.Π.Α., το ύψος της οποίας εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στους Κατηγορούμενους 2 και 3 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και 3 είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και 3 αναφορικά με τις κατηγορίες 34 - 38 να καταβληθεί εντός 4 μηνών μετά την αποφυλάκιση τους (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Γιώργος Δράκου, Πoινική Έφεση αρ. 129/2015, 15/11/2017). (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σύμφωνα με το συνήγορο υπεράσπισης, η Κατηγορούμενη 3 προέβη, μετά την καταχώριση της υπόθεσης 2531/20, σε όλα τα αναγκαία διαβήματα και παραιτήθηκε από διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, με ημερομηνία τερματισμού την 31/07/2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.