← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης:4859/16, 31/5/2021

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης:4859/16, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B192 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4859/16 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- XXXXX ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κουλλαπή για Χάρης Μαμαντόπουλος Για Κατηγορούμενο: κ. Αναστασιάδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/11/2018, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά συνολικά 209 κατηγορίες, εκ των οποίων οι 105 αφορούσαν το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης εμπορευμάτων εντός των δημοτικών ορίων Λευκωσίας, κατά παράβαση του άρθρου 111 του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85(στο εξής ο «Νόμος»), και οι υπόλοιπες αφορούσαν το αδίκημα της παρεμπόδισης κυκλοφορίας ή/και διάβασης σε δημόσια οδό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (ια) και 5 του Περί Δημοσίων Οδών Νόμου (Κεφ.83). Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της παρεμπόδισης κυκλοφορίας ή/και διάβασης σε δημόσια οδό καθώς επίσης και σε κάποιες κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης (κατηγορίες 7, 17, 19, 21, 42, 70, 114, 178, 190, 196 και 198). Κλήθηκε δε σε απολογία στις κατηγορίες 1, 3, 5, 9, 11, 13, 15, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86, 88, 90, 92, 94, 96, 98, 100, 102, 104, 106, 108, 110, 112, 116, 118, 120, 122, 124, 126, 128, 130, 132, 134, 136, 138, 140, 142, 144, 146, 148, 150, 152, 156, 158, 160, 162, 164, 166, 168, 170, 172, 174, 176, 180, 182, 184, 186, 188, 194, 200, 202, 204, 206 και 208, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 111 του Νόμου. Στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που παραμένουν, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος, σε διάφορες ημερομηνίες που αναφέρονται συγκεκριμένα στην κάθε κατηγορία, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 06/12/2014 μέχρι 31/01/2016, παράνομα πλανοδιοπωλούσε εμπορεύματα μέσα στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας και συγκεκριμένα στην οδό Λήδρας Λευκωσίας, χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή, το Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Λευκωσίας. Β. Παραδεκτά Γεγονότα Κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλώθηκαν εκ συμφώνου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων καταγράφεται στο Έγγραφο Π:

  1. Η οδός Λήδρας βρίσκεται στην επαρχία Λευκωσίας και είναι υπό τη δικαιοδοσία του Δήμου Λευκωσίας.
  2. Η Μαυρογένους XXXXX εργάζεται ως τροχονόμος στην Υπηρεσία των Δημοτικών Τροχονόμων του Δήμου Λευκωσίας και, στα πλαίσια των καθηκόντων της, έχει εντοπίσει τον Κατηγορούμενο επί της οδού Λήδρας να πλανοδιοπωλεί στις 19/9/2015 και 25/4/
  3. Κατά τον εντοπισμό του προχώρησε με την έκδοση του εξωδίκου με αρ. κλήσης 851845 και 643151 αντίστοιχα.
  4. Η χειράμαξα του είχε 2 μέτρα μήκος περίπου, 1 μέτρο πλάτος και 2 μέτρα ύψος περίπου και είχε 2 ορόφους.
  5. Ο Κατηγορούμενος έψηνε κάστανα (φουκού) σε μια μηχανή που κατασκεύαζε σιταροπούλα και μια άλλη μηχανή που παρήγαγε παγωτό και μαλλί της γριάς, ενώ γύρω-γύρω η χειράμαξα ήταν περιτριγυρισμένη από διάφορα παιχνίδια και άλλα αντικείμενα προς πώληση.
  6. Κατά την έκδοση εξωδίκου προστίμου ο Κατηγορούμενος απάντησε «ΕΧΩ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ΔΩ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ».
  7. Η διαδικασία έκδοσης εξωδίκων γίνεται αυτόματα με το ασύρματο μηχανάκι του Δήμου, κατά τη στιγμή της παράβασης όπου και εκδίδεται εκείνη τη στιγμή το εξώδικο και παραδίδεται στον παραβάτη στη σκηνή και αμέσως μετά την έκδοση του. Ακολούθως αποστέλλεται αυτόματα στο μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας του Δήμου Λευκωσίας, μαζί με τις σχετικές ηλεκτρονικές καταστάσεις στις οποίες περιγράφονται τα στοιχεία της παράβασης.
  8. Ο Δημητρίου Δημήτρης εργάζεται ως τροχονόμος στην Υπηρεσία των Δημοτικών Τροχονόμων του Δήμου Λευκωσίας και, στα πλαίσια των καθηκόντων του, έχει εντοπίσει τον Κατηγορούμενο επί της οδού Λήδρας να πλανοδιοπωλεί στις 16/01/
  9. Κατά τον εντοπισμό του προχώρησε με την έκδοση του εξωδίκου με αρ. κλήσης
  10. Κατά την έκδοση εξωδίκου προστίμου ο Κατηγορούμενος απάντησε «ΕΧΩ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ΔΩ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ». Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Γ. Σύνοψη Μαρτυρίας Περαιτέρω, για να αποδείξει την υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 19 μάρτυρες. Κατά την μαρτυρία τους κατατέθηκαν τα Έγγραφα Α μέχρι Ο, Ρ και Σ, ως μέρος της κυρίως εξέτασης των Μ.Κ.2 μέχρι Μ.Κ.19 (αντίστοιχα) και συνολικά 34 Τεκμήρια. Οι πρώτοι 17 μάρτυρες (Μ.Κ.1 - Μ.Κ.17) είναι τροχονόμοι ενταγμένοι για πολλά χρόνια στην υπηρεσία των Δημοτικών Τροχονόμων του Δήμου Λευκωσίας. Αφού αναφέρθηκαν στα καθήκοντά τους, μαρτύρησαν ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κάτοχος χειράμαξας, την οποία είχε τοποθετήσει σε συγκεκριμένα σημεία επί της οδού Λήδρας στη Λευκωσία, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που ο καθένας τους, κατά την διάρκεια της περιπολίας του επί της εν λόγω οδού, εξέδωσε και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο σχετικό εξώδικο, καταγγέλλοντάς τον για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης άνευ αδείας. Κατά τη μαρτυρία τους, κατέθεσαν ως Τεκμήρια σχετικές ηλεκτρονικές καταστάσεις μαζί με τα αντίστοιχα αντίγραφα εξωδίκων (σε ηλεκτρονική μορφή) που ανέφεραν ότι εξέδωσαν και παρέδωσαν στον Κατηγορούμενο, ο οποίος τα παραλάμβανε χωρίς να τα αμφισβητήσει, σημειώνοντας ότι ο λόγος που κατήγγειλαν τον Κατηγορούμενο κατά τις εν λόγω ημερομηνίες (οι οποίες αντιστοιχούν στις ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες που παραμένουν) ήταν επειδή είχε τοποθετημένη τη χειράμαξά του σε σημείο επί της οδού Λήδρας που δεν επιτρέπονταν και πλανοδιοπωλούσε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε άδεια από το Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες προέβηκαν σε σχετική περιγραφή της χειράμαξας, αναφέροντας ότι σε αυτήν υπήρχε χώρος όπου τοποθετούνταν κάρβουνα για να ψήνει κάστανα (φουκού), μια μηχανή που κατασκεύαζε σιταροπούλες και μια άλλη μηχανή που παρήγαγε παγωτό και «μαλλί της γριάς», ενώ γύρω γύρω η χειράμαξα ήταν περιτριγυρισμένη από διάφορα παιχνίδια και ανέφεραν επίσης ότι αντιλήφθηκαν τον Κατηγορούμενο να πωλεί ή να προσφέρει προς πώληση αυτά τα προϊόντα εισπράττοντας χρήματα. Επιπρόσθετα, ανέφεραν ότι παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις και συστάσεις που είχαν γίνει στον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραττε εντούτοις αυτός συνέχιζε να πλανοδιοπωλεί τοποθετώντας τη χειράμαξα του επί της οδού Λήδρας. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.1 - Μ.Κ.
  11. Η αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων περιστράφηκε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, σε ερωτήσεις άσχετες με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αναφορικά με τη διάπραξη του αδικήματος της πλανοδιοπώλησης άνευ αδείας. Ορισμένοι από αυτούς κλήθηκαν να αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους δεν εκδίδει η αρμόδια αρχή άδεια πλανοδιοπώλησης στον Κατηγορούμενο, απαντώντας ότι δεν γνωρίζουν και ότι αυτό που κάνουν είναι να εκτελούν τα καθήκοντα τους σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δήμου. Σε άλλους ζητήθηκε να αναφέρουν και να περιγράψουν τα συγκεκριμένα σημεία στα οποία ο καθένας τους κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο καθώς και να αναφερθούν στις διαστάσεις της χειράμαξας του, κάτι που έπραξαν, αναφέροντας, επίσης, ότι κατήγγειλαν τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης στις ημερομηνίες που αναφέρονται στα εξώδικα επειδή τον είχαν εντοπίσει με τη χειράμαξά του σε σημείο επί της οδού Λήδρας για το οποίο δεν είχε άδεια από το Δήμο Λευκωσίας να πλανοδιοπωλεί και σημειώνοντας, περαιτέρω, ότι η χειράμαξα του Κατηγορούμενου ήταν κινούμενη αφού στηριζόταν σε τροχούς, ενώ οι διαστάσεις της, στις οποίες έκαναν αναφορά κατά την κυρίως εξέταση τους, προέκυπταν από δικούς τους υπολογισμούς, έτσι όπως την θυμούνται όταν την είδαν κατά το χρόνο που κατήγγειλαν τον Κατηγορούμενο. Επίσης, σε κάποιους από τους πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας ζητήθηκε να αναφέρουν κατά την αντεξέτασή τους αν, όταν κατήγγειλαν τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης, είδαν και άλλα πρόσωπα να πλανοδιοπωλούν χωρίς άδεια επί της οδού Λήδρας και κατά πόσο τους κατήγγειλαν και αυτούς, ζήτημα για το οποίο ορισμένοι από αυτούς ανέφεραν ότι δεν θυμούνταν αν είδαν τότε άλλα τέτοια πρόσωπα ενώ άλλοι ανέφεραν ότι όσοι πλανοδιοπωλούσαν επί της οδού Λήδρας, σε σημείο που δεν τους επιτράπηκε από τον Δήμο, καταγγέλλονταν και τους εκδίδονταν εξώδικο. Η Μ.Κ.18, XXXXX XXXXX Χριστοδουλίδου, είναι Λειτουργός της Δημοτικής Υπηρεσίας του Δήμου Λευκωσίας από το έτος
  12. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της αναφέρθηκε αρχικά στη διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση αδειών πλανοδιοπώλησης εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας από το αρμόδιο όργανο που, όπως ανέφερε, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας. Ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με απόφαση του εν λόγω Συμβουλίου, απαγορεύεται η πλανοδιοπώληση εντός των δημοτικών ορίων Λευκωσίας εκτός από την υπαίθρια αγορά της Κυριακής στο Παζαράκι του ΟΧΙ, η οποία διεξάγεται στο δημοτικό χώρο στάθμευσης Κωστάνζα κάθε Κυριακή από τις 8:00π.μ. - 13:00μ.μ., όπου εκεί επιτρέπεται η πλανοδιοπώληση σε εκείνα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στα οποία τους παραχωρήθηκε σχετική άδεια από το Συμβούλιο, κατόπιν εξέτασης σχετικού αιτήματος τους. Τόνισε, περαιτέρω, ότι κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων ο Δήμος Λευκωσίας δεν εκδίδει ή παραχωρεί οποιεσδήποτε άδειες πλανοδιοπώλησης, απλώς επιτρέπει ή ανέχεται την παρουσία περιορισμένου αριθμού πλανοδιοπωλών επί του πεζοδρομίου της οδού Λήδρας κατόπιν σχετικής υπόδειξης και σήμανσης για να αποφεύγεται, αφενός, η παρακώλυση της κυκλοφορίας και για να μην εμποδίζεται, αφετέρου, η είσοδος ή έξοδος στα διάφορα καταστήματα ή εστιατόρια που βρίσκονται επί της εν λόγω οδού. Σημείωσε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αιτηθεί μέχρι σήμερα άδεια πλανοδιοπώλησης στην υπαίθρια αγορά της Κυριακής, αλλά είχε αιτηθεί στο παρελθόν, σε διάφορες χρονικές περιόδους, άδεια πλανοδιοπώλησης επί της οδού Λήδρας για την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, όμως ο Δήμος πάντοτε τον ενημέρωνε γραπτώς ότι δεν εκδίδονται τέτοιου είδους άδειες πλανοδιοπώλησης επί της εν λόγω οδού, ως η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά του Κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.19, XXXXX Στυλιανού, είναι τεχνικός στο Τμήμα Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Λευκωσίας από το έτος 2004, ο οποίος αναφέρθηκε στους όρους και προϋποθέσεις για την παραχώρηση αδειών χρήσης από το Δήμο Λευκωσίας επί οποιουδήποτε πεζοδρομίου ή μέρους αυτού σε διάφορες οδούς (μεταξύ των οποίων και επί της οδού Λήδρας). Σημείωσε επίσης ότι η οποιαδήποτε τοποθέτηση χειράμαξας ή άλλου αντικειμένου στην πεζοδρομοποιημένη περιοχή Λήδρας, πέραν από των αδειοδοτημένων περιοχών, προκαλεί εμφανώς παρακώλυση και παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο για τους πεζούς όσο και των οχημάτων άμεσης δράσης επί της εν λόγω οδού με όλους τους επερχόμενους κινδύνους και, κατά την αντεξέτασή του, διευκρίνισε το πλάτος σε μέτρα που κυμαίνεται σε διάφορα σημεία η οδός Λήδρας. Ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα για την υπεράσπισή του. Κατά την μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε όσα αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, προβαίνοντας μάλιστα σε περιγραφή των προϊόντων και παιχνιδιών που πωλούσε με τη χειράμαξά του επί της οδού Λήδρας. Ούτε αμφισβήτησε ότι, κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, δεν είχε άδεια από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας να πλανοδιοπωλεί επί του σημείου της οδού Ληδρας που καταγγέλθηκε, αναφέροντας παράλληλα ότι δεν αντιδρούσε με οποιοδήποτε τρόπο ούτε έλεγε κάτι μετά που του παραδίδονταν τα εξώδικα. Η μαρτυρία του, κατά τ' άλλα, επεκτάθηκε σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι πλανοδιοπωλούσε παράνομα στην οδό Λήδρας υποστηρίζοντας ότι επειδή η πλανοδιοπώληση είναι το μόνο που γνωρίζει και μπορεί να κάνει για να επιβιώσει αυτός και οικογένεια του και επειδή επί του συγκεκριμένου σημείου της οδού Λήδρας πλανοδιοπωλούσε στο παρελθόν ο παππούς του, στη συνέχεια ο πατέρας του και ακολούθως ο ίδιος, ο Δήμος δεν θα έπρεπε να τον κατηγορεί για πλανοδιοπώληση αφού αυτή είναι η μόνη δουλεία που ασκεί εδώ και 38 περίπου χρόνια πάντοτε επί της οδού Λήδρας. Υποστήριξε δε ότι ο Δήμος θα έπρεπε να τον στηρίζει και να τον επιχορηγεί διότι ασκεί το επάγγελμα αυτό επί της οδού Λήδρας εδώ και τόσα χρόνια, διατηρώντας εκεί μια ατμόσφαιρα παραδοσιακή. Δ. Αγορεύσεις Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τα μέρη προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχουν στοιχειοθετηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλανοδιοπώλησης ώστε να έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, η ενοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει για τους ακόλουθους δύο λόγους. Αφενός, επειδή δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της πλανοδιοπώλησης, η στοιχειοθέτηση του οποίου, κατά τη θέση του, προϋποθέτει την απόδειξη μεταφοράς προϊόντων από οδό σε οδό. Εν προκειμένω, όπως υποστήριξε, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι ο Κατηγορούμενος μεταφερόταν ή περιφερόταν από οδό σε οδό πωλώντας προϊόντα αφού, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, αυτός πωλούσε τα προϊόντα του βρισκόμενος κάθε φορά σε ένα σταθερό σημείο. Αφετέρου, επειδή υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ολοκληρωτική εκδίκαση της υπόθεσης, σε τέτοιο βαθμό που παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα του Κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Ε. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κάθε κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του Κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου

(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλέον 92 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης χωρίς έγγραφη άδεια, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 111
(1)και
(4)του Νόμου. Από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου[1], σε συνδυασμό με την σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας, ECLI:CY:AD:2014:B272, Ποιν. Έφεση 68/2011 ημ. 16/04/2014), προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η πλανοδιοπώληση, (β) οποιωνδήποτε αγαθών οποιασδήποτε φύσεως, (γ) εντός των δημοτικών ορίων, (δ) χωρίς την έγγραφη άδεια του συμβουλίου. Στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Ν.111/85, αν και παρέχεται ορισμός για τα «δημοτικά όρια[2]» και το «συμβούλιον[3]», δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε ορισμός για την «πλανοδιοπώληση». Όμως, σχετική καθοδήγηση αναφορικά με την έννοια της πλανοδιοπώλησης μπορεί να αντληθεί από την σχετική επί του θέματος νομολογία. Διαφωτιστική, επί του προκειμένου, είναι η Μούζουρας κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας
(1988)2 Α.Α.Δ. 26, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της «πλανοδιοπώλησης» ("hawking"): «The words "hawk", "hawking" and "hawker" are indeed not defined either in the Law or in the Bye - laws. They have therefore to be construed in their ordinary and natural meaning. For that purpose we felt that we should turn to the dictionaries for instruction and consultation. The meaning of the word "hawk" given in the Concise Oxford Dictionary is "carry goods; to cry in the street". The same meaning is to be found also in the Shorter Oxford English Dictionary. And "hawker" is defined as one who hawks goods about, a man who goes from place to place selling his wares or who cries them in the street. It is clear therefore that the dictionary meaning of the words is their ordinary meaning and everyone who had the opportunity to consider their meaning took this to be their ordinary signification in the sense that they mean the sale or offer for sale in the streets of merchandise conveyed from place to place be means of animals, vehicles or even on foot. The definition of "hawker" in the Hawkers Act (supra), cannot be invoked as that was a definition drafted for the purposes of that enactment. » Στην Χαράλαμπος Ηρακλή ν. Δήμου Λευκωσίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 365, ο εκεί κατηγορούμενος κρίθηκε πρωτόδικα ένοχος σε κατηγορία πλανοδιοπώλησης αγαθών εντός των δημοτικών ορίων Λευκωσίας χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του Δημοτικού Συμβουλίου Λευκωσίας κατά παράβαση των άρθρων 111
(1)και
(4)του Ν.111/85. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση, αναφέρθηκε περιληπτικά στα γεγονότα της υπόθεσης, που ήταν τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων ήταν κάτοχος χειράμαξας την οποία είχε σταθμεύσει στην άκρη της οδού Λήδρας έξω από το κατάστημα Φεραίου το Σάββατο στις 19/12/98, γύρω στις 3.00 το απόγευμα. Η χειράμαξα που είχε 2½ μέτρα μήκος, 1½ μέτρο πλάτος και 2½ μέτρα ύψος είχε δύο ορόφους. Στον πάνω όροφο υπήρχε ένας χώρος μέσα στον οποίο τοποθετούνταν κάρβουνα για να ψήνει κάστανα (φουκού), μια μηχανή που κατασκεύαζε σιταροπούλες και μια άλλη μηχανή που παρήγαγε παγωτό και "μαλλί της γριάς". Στον κάτω όροφο υπήρχε ένας κύλινδρος υγραερίου και μπαταρίες που μπορούσαν να παράξουν ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ γύρω - γύρω η χειράμαξα είχε διάφορα παιχνίδια. Όταν ο Μ.Κ.1 Πάρης Παναγιώτου, Τροχονόμος του Δήμου Λευκωσίας, ζήτησε από τον εφεσείοντα να μετακινήσει τη χειράμαξα γιατί εμπόδιζε τη διακίνηση των πεζών και του καταστήματος, ο εφεσείων αρνήθηκε λέγοντας του "δεν το μετακινώ, γράψε με, θα πάω Δικαστήριο". Ο πιο πάνω μάρτυρας εξέδωσε τότε προς τον εφεσείοντα εξώδικο το οποίο του παρέδωσε. Ο εφεσείων είχε παραμείνει στο χώρο εκείνο για τρεις περίπου ώρες.» Στην μεταγενέστερη Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Παρ' όλο που ο εφεσείων κατά την ενώπιον μας αγόρευση δεν προώθησε τον λόγο έφεσης ότι «η μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας δεν απέδειξε ότι πωλούσα αγαθα» εντούτοις εξετάζοντας το λόγο αυτό διαπιστώνουμε ότι είναι εντελώς αβάσιμος και συνεπώς απορρίπτεται. Ήδη αναφέραμε στην απόφαση μας τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπου ξεκάθαρα αναφέρει ότι με βάση την αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος διέθετε προς πώληση διάφορα εμπορεύματα στις συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες του Κατηγορητηρίου. Αυτό δε το εύρημα, μάλιστα με τ' άλλα, ήταν αρκετό για απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ο εφεσείων με βάση των όσων αναφέρονται στην Μούζουρας ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας
(1988)2 Α.Α.Δ. σελ. 26, επί της οποίας στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απόδειξη ύπαρξης τιμής επί του προσφερόμενου εμπορεύματος προς πώληση δεν είναι αναγκαία. Αρκετό είναι ν' αποδειχθεί η πώληση ή προσφορά προς πώληση σε οδό εμπορεύματος μεταφερομένων από οδό σε οδό ή με ζώο ή με μηχανοκίνητο όχημα ή με τα πόδια, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής εντός των ορίων της οποίας γίνεται η πλανοδιοπώληση.» Στ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[4] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων υπό το πρίσμα των επίδικων ζητημάτων που παραμένουν προς εκδίκαση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Όλοι οι τροχονόμοι που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (Μ.Κ.1 - Μ.Κ.17) έκαναν γενικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τα όσα προσωπικά γνωρίζουν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία τους σε σχέση με τις κατηγορίες που παραμένουν αναφορικά με το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης ήταν σαφής, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται, στην μεγαλύτερη της έκταση, από τα Τεκμήρια που κατέθεσαν, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς τους για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις τους αναφορικά με τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ούτε διέκρινα ή διεφάνη από τα λεγόμενα τους ότι διακατέχονταν από οποιαδήποτε προκατάληψη ή εκδικητικότητα απέναντι στον Κατηγορούμενο, προς τον οποίο μάλιστα είχαν αρκεστεί επανειλημμένα σε προειδοποιήσεις και συστάσεις για τα αδικήματα που διέπραττε χωρίς να τον καταγγείλουν, ενώ σε εκείνες τις περιπτώσεις που τον κατήγγειλαν για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης αυτός παραλάμβανε το αντίστοιχο εξώδικο χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητήσει το αδίκημα για το οποίο καταγγέλλονταν. Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν συνεπείς και σταθεροί στις θέσεις που προέβαλαν αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα ενώ παράλληλα απαντούσαν ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία τους αυτή να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης τους. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσαν προς απόδειξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία τους και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσαν με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζαν ως εκ της άμεσης εμπλοκής τους στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εξιστορώντας γεγονότα όπως οι ίδιοι τα βίωσαν σε σχέση με τη διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων, χωρίς να προσπαθήσουν να αποκρύψουν οποιοδήποτε γεγονός ή να επιβαρύνουν καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της Κατηγορούσας Αρχής. Η μαρτυρία τους, στην έκταση που αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει πλέον ο Κατηγορούμενος, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι Μ.Κ.1 - Μ.Κ.17 είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι στην ολότητα της την μαρτυρία που ο καθένας τους έδωσε αναφορικά με τη διάπραξη του αδικήματος της πλανοδιοπώλησης. Αποδέχομαι επίσης στην ολότητα της την μαρτυρία της Μ.Κ.18, η οποία έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία της, πέραν του ότι έχει λογική συνοχή, είναι κοινώς αποδεκτή εφόσον δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την υπεράσπιση. Συνεπώς, κρίνω ότι η Μ.Κ.18 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Δεν αποδέχομαι όμως την μαρτυρία του Μ.Κ.19 εφόσον αυτή δεν είναι καθόλου βοηθητική ούτε μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε για την διατύπωση οποιωνδήποτε ευρημάτων σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα που παραμένουν προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, ύστερα και από την απόρριψη, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, των κατηγοριών που αφορούσαν την παρεμπόδιση κυκλοφορίας, στις οποίες επικεντρώθηκε η μαρτυρία του. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται αδιαμφισβήτητα ή κοινώς αποδεκτά γεγονότα, εφόσον αυτή κρίνεται άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ό,τι ουσιαστικά προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο, μέσω της μαρτυρίας του, είναι ότι δεν διέπραξε τα αδικήματα που του προσάπτονται επειδή, κατά την εκδοχή του, η πλανοδιοπώληση αποτελεί για τον ίδιο ένα επάγγελμα που ασκούσε επί της οδού Λήδρας ο παππούς του, στη συνέχεια ο πατέρας του, με τον οποίο πλανοδιοπωλούσε από την ηλικία των 6 ετών, αλλά και επειδή αυτό είναι το μόνο επάγγελμα που γνωρίζει και ασκεί εδώ και 38 περίπου χρόνια για να μπορεί να ζήσει αυτός και η οικογένεια του, πάντοτε επί της οδού Λήδρας και όχι περιστασιακά όπως άλλοι πλανοδιοπώληδες, διατηρώντας παράλληλα εκεί μια ατμόσφαιρα παραδοσιακή. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται η συνειδητή επιλογή του Κατηγορούμενου να πωλεί με τη χειράμαξά του διάφορα προϊόντα επί της οδού Λήδρας, αδιαφορώντας για το ότι δεν έχει οποιαδήποτε άδεια από την αρμόδια αρχή να πλανοδιοπωλεί επί της εν λόγω οδού και θεωρώντας παράλληλα ότι ο Δήμος κακώς τον έχει κατηγορήσει για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης. Η εκδοχή του όμως αυτή είναι άσχετη με ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση εφόσον δεν θα μπορούσε να ενταχθεί ως υπεράσπιση στα αδικήματα που του προσάπτονται με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφού είναι αυτονόητο ότι, σ' ένα κράτος δικαίου, η επίκληση βιοποριστικών λόγων, όσο καλόπιστη και αν είναι, δεν μπορεί να λαμβάνει τη μορφή ανυπακοής στους νόμους. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας και αφού έλαβα υπόψη τόσο τα κατατεθειμένα Τεκμήρια όσο και τα επίμαχα γεγονότα που είτε δεν αμφισβητήθηκαν είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων[5], πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Ο Κατηγορούμενος ήταν κάτοχος χειράμαξας η οποία ήταν κινούμενη (στηριζόταν σε τροχούς) και είχε περίπου δύο μέτρα μήκος, ένα μέτρο πλάτος, δύο μέτρα ύψος και είχε δύο ορόφους. Στον πάνω όροφο υπήρχε ένας χώρος όπου τοποθετούνταν κάρβουνα για να ψήνει κάστανα (φουκού), μια μηχανή που κατασκεύαζε σιταροπούλες και μια άλλη μηχανή που παρήγαγε παγωτό και «μαλλί της γριάς». Στον κάτω όροφο υπήρχε ένας κύλινδρος υγραερίου και μπαταρίες που μπορούσαν να παράξουν ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ γύρω - γύρω η χειράμαξα ήταν περιτριγυρισμένη από διάφορα παιχνίδια. (β) Ο Κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει την χειράμαξα του επί διαφόρων σημείων της οδού Λήδρας, διαθέτοντας προς πώληση στο κοινό διάφορα αντικείμενα και προϊόντα τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (γ) Αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της πλανοδιοπώλησης εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας είναι το Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας (δ) Το Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας δεν είχε εκδώσει οποιαδήποτε άδεια πλανοδιοπώλησης προς τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, ο Κατηγορούμενος είχε τοποθετημένη τη χειράμαξά του σε σημείο της οδού Λήδρας που δεν επιτρεπόταν από το Δήμο Λευκωσίας, πωλώντας ή διαθέτοντας προς πώληση στο κοινό διάφορα προϊόντα και αντικείμενα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε άδεια από το Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας. Ζ. Τελικά Συμπεράσματα και Κατάληξη Μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης εγείρεται ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της πλανοδιοπώλησης επειδή, κατά την εισήγηση, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε τα προϊόντα του από οδό σε οδό για να τα πωλήσει, αφού, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, αυτός βρισκόταν κάθε φορά τοποθετημένος σε ένα σταθερό σημείο. Η εισήγηση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος πωλούσε ή διέθετε προς πώληση στο κοινό προϊόντα και αντικείμενα χρησιμοποιώντας, για το σκοπό αυτό, την χειράμαξά του, η οποία ήταν κινούμενη (δηλαδή μπορούσε να μετακινηθεί από ένα σημείο σε άλλο) και όχι σταθερή (υπό την έννοια ότι δεν μπορούσε να μετακινηθεί από ένα συγκεκριμένο σημείο σε άλλο) και την οποία ο Κατηγορούμενος είχε τοποθετημένη επί διαφόρων σημείων της οδού Λήδρας κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα δεδομένα αυτά κρίνω ότι παρέχουν ικανοποιητική απόδειξη του συστατικού στοιχείου της πλανοδιοπώλησης, όπως ο όρος αυτός έχει νομολογιακά ερμηνευτεί και όπως η ετυμολογική έννοια της λέξης «πλανόδιος»[6] υποδηλώνει, χωρίς να έχει σημασία αν κατά το χρόνο της κάθε καταγγελίας η χειράμαξα του Κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένη για κάποιες ώρες σε ένα συγκεκριμένο σημείο της οδού Λήδρας για την πώληση των προϊόντων. Άλλωστε, τα γεγονότα που σχετίζονται με τον τρόπο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος δραστηριοποιούνταν, διαθέτοντας προς πώληση αγαθά προς το κοινό κατά τις ημερομηνίες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, προσομοιάζουν (εάν δεν ταυτίζονται) με τα δεδομένα της υπόθεσης Χαράλαμπος Ηρακλή ν. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω), στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εκεί κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα της πλανοδιοπώλησης κατά παράβαση του άρθρου 111
(1)και
(4)του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, η πλανοδιοπώληση από πλευράς Κατηγορούμενου επί της οδού Λήδρας κατά τον επίδικο χρόνο που αναφέρονται στις κατηγορίες που παραμένουν όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ευθέως κατά τη δίκη αλλά αντίθετα αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων[7] καθώς και μέρος των παραδεκτών γεγονότων για κάποιες από τις ημερομηνίες των εν λόγω κατηγοριών[8]. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο Κατηγορούμενος, με την συγκεκριμένη δραστηριότητα του, πλανοδιοπωλούσε αγαθά και αντικείμενα εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας και, συγκεκριμένα επί της οδού Λήδρας, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς την έγγραφη άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι του Συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον εγείρεται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση και εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Εν προκειμένω, αν και το ζήτημα της καθυστέρησης που εγείρεται δεν ετέθη από την υπεράσπιση με οποιοδήποτε τρόπο κατά την ακροαματική διαδικασία, έστω και ακροθιγώς, είτε μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας ώστε να τους διδόταν η ευκαιρία να απαντήσουν, είτε μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, παρά μόνο προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του, το Δικαστήριο προχωρεί, καθηκόντως, στην εξέταση του ζητήματος αυτού, στη βάση των ενώπιον του δεδομένων, εφόσον πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της διασφάλισης συνταγματικού δικαίωματος του Κατηγορούμενου, δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου όπως το άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης (ως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του[9]) καταχωρήθηκε στις 26/04/
  1. Σ' αυτό περιλαμβάνονται οι κατηγορίες που παραμένουν, οι οποίες αφορούν ίδια ακριβώς αδικήματα, των οποίων η διάπραξη, σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καλύπτει το χρονικό διάστημα από 06/12/2014 μέχρι 31/01/2016 και στηρίζεται σε πανομοιότυπα γεγονότα που αφορούν μια επαναλαμβανόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η οποία ναι μεν ξεκινά από τις 06/12/2014 αλλά επεκτείνεται μέχρι και τρείς περίπου μήνες πριν από την καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου. Παράλληλα, δεν προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία (αφού δεν ετέθη ο,τιδήποτε σχετικό κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας) για ποιο λόγο δεν καταχωρήθηκε προηγουμένως ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου για εκείνα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2014 ή εντός του 2015, ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς ως απόρροια του χρόνου που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές παραμέτρους αλλά και χωρίς να μου διαφεύγει από την άλλη ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά σοβαρά αδικήματα ούτε εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά κατηγορίες που δεν έχριζαν οποιασδήποτε ιδιαίτερης διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ή ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στη δίωξη ώστε να εγείρεται ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος του Κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου ως αποτέλεσμα του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Ούτε διαπιστώνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, είναι η 26/04/2016, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, και ανατρέχοντας στα πρακτικά του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι οι πλείστες αναβολές που δόθηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και αρκετές αναβολές που δόθηκαν στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την ολοκλήρωσή της οφείλονταν στην πλευρά του Κατηγορούμενου, για λόγους που αφορούσαν κυρίως το ζήτημα της εκπροσώπησής του στη διαδικασία από δικηγόρο και της προετοιμασίας του τελευταίου για την προώθηση της υπεράσπισης του[10]. Είναι, συνεπώς, πρόδηλο μέσα από την πορεία της υπόθεσης ότι ο Κατηγορούμενος έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ολοκληρωτική εκδίκαση της υπόθεσης ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σε αυτόν για να επωφεληθεί, με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο συνήγορος του, της όποιας καθυστέρησης, στην οποία έχει συμβάλει, σε μεγάλο βαθμό, με τη συμπεριφορά του (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405). Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλους τους σχετικούς παράγοντες, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του Κατηγορούμενου από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ούτε αναφέρθηκε στο Δικαστήριο πώς πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε ώστε να αδυνατούσε να παραθέσει την εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που αυτός επιθυμούσε. Συνεπώς, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων και των όσων μεσολάβησαν, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε μεταβολής στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών που παραμένουν στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 3, 5, 9, 11, 13, 15, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86, 88, 90, 92, 94, 96, 98, 100, 102, 104, 106, 108, 110, 112, 116, 118, 120, 122, 124, 126, 128, 130, 132, 134, 136, 138, 140, 142, 144, 146, 148, 150, 152, 156, 158, 160, 162, 164, 166, 168, 170, 172, 174, 176, 180, 182, 184, 186, 188, 194, 200, 202, 204, 206 και
  2. (Υπ)......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 111
(1)και
(4)του Περί Δήμων Νόμου Ν.111/85 προνοεί ότι: «
(1)Ουδέv πρόσωπov δύvαται, εvτός τωv δημoτικώv oρίωv, vα πλαvoδιoπωλή oιαδήπoτε αγαθά oιασδήπoτε φύσεως άvευ της πρoς τoύτo εγγράφoυ αδείας τoυ συμβoυλίoυ. [.]
(4)Παv πρόσωπov παραβαίvov ή μη συμμoρφoύμεvov πρoς τας διατάξεις τoυ εδαφίoυ
(1), ή oιoυδήπoτε τωv όρωv της εις αυτό δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ χoρηγηθείσης αδείας, είvαι έvoχov αδικήματoς και υπόκειται, εv περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,250 €1.281,45.» [2] "δημoτικά όρια" σημαίvει τα όρια δήμoυ, όπως αυτά καθωρίσθησαv δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ. [3] "συμβoύλιov" σημαίvει τo συμβoύλιov oιoυδήπoτε δήμoυ, τo συσταθέv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ και περιλαμβάvει επίσης δημoτικήv επιτρoπήv διoριζoμέvηv δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ. [4] Για παράδειγμα, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [5] Όπως έχει νομολογηθεί, δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η μαρτυρία του θεωρείται αδιαμφισβήτητη (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). [6] Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ έκδοση σελ. 1416 αναφέρεται ότι «πλανόδιος» σημαίνει αυτόν που «δεν στεγάζεται μόνιμα κάπου, που μετακινείται, περιφέρεται∙ συνήθ. για επαγγελματία χωρίς μόνιμη επαγγελματική στέγη (λ.χ. κατάστημα), που γυρίζει στις γειτονιές έχοντας το εμπόρευμά του σε όχημα: μικροπωλητής / έμπορος» [7] Βλ. για παράδειγμα τις σελ. 2 και 5 των πρακτικών ημερομηνίας 28/04/2021 όπου ο Κατηγορούμενος, μέσω της μαρτυρίας του, παραδέχθηκε ότι πλανοδιοπωλούσε επί της οδού Λήδρας. [8] Βλ. παραδεκτά γεγονότα υπ' αριθμούς 2 και 8, ανωτέρω. [9] Σύμφωνα με το άρθρο 83
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και την Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, του Γ. Πική, σελ. 127, η τροποποίηση κατηγορίας έχει αναδρομική ισχύ ανατρέχοντας στην ημέρα καταχώρισης του κατηγορητηρίου. [10] Σημειώνεται ότι η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε στις 02/10/2020 και ολοκληρώθηκε στις 11/05/2021, στο πλαίσιο της οποίας παρουσιάστηκε η μαρτυρία 19 μαρτύρων κατηγορίας καθώς και η μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Με εξαίρεση 3 αναβολές που δόθηκαν από το Δικαστήριο λόγω της έκτακτης κατάστασης και των μέτρων που ίσχυαν στη Δημοκρατία ενόψει της πανδημίας Covid-19, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 08/01/2021 μέχρι 17/2/2021, όλες οι υπόλοιπες αναβολές που δόθηκαν εκκρεμούσης της εκδίκασης της υπόθεσης οφείλονταν στην πλευρά του Κατηγορούμενου, είτε για να προετοιμαστεί ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε (2/10/2020), είτε επειδή ο Κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο για λόγους υγείας (14/10/2020) και είτε διότι ο Κατηγορούμενος ζητούσε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο ώστε να προετοιμαστεί και να τον εκπροσωπήσει στη διαδικασία μετά την απόσυρση του προηγούμενου δικηγόρου του (26/10/2020 και 27/11/2020). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.