ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. BURYAK, Αρ. Υπόθεσης: 240/2020, 23/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2021:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 240/2020 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXXXX BURYAK Κατηγορούμενος 23 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Όλγα Σοφοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α', για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Άντρος Πελεκάνος με κ. Χάρη Γεωργίου, για Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος Παρών ------------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα ως οι κατηγορίες 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου, όπως τούτο τροποποιήθηκε στις 29.11.2021 και τελευταία στις 15.12.
- Οι κατηγορίες 3 έως 10 αναστάληκαν στις 29.11.2021 και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε. Η κατηγορία αρ. 1 αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας με σκοπό την καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2011 και 2012 στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να καταδολιεύσουν την εταιρεία με την ονομασία MRIYA AGRO HOLDINGS PUBLIC LIMITED, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η «εταιρεία MRIYA». Η κατηγορία αρ. 2 αφορά στο αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 29 και 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ των ημερομηνιών 20/10/2011 και 13/7/2012, στη Λευκωσία, βοήθησε άλλα πρόσωπα, με δόλιο τρόπο, ν' αποκτήσουν το συνολικό ποσό των $92,002,000, δηλαδή, όντας διευθυντής της εταιρείας MRIYA, προέβηκε εκ μέρους της σε αγορά αριθμού εταιρειών, έναντι του προαναφερθέντος συνολικού ποσού, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα οι συγκεκριμένες εταιρείες δεν είχαν περιουσιακά στοιχεία ή κύκλο εργασιών κι ότι πίσω από τις πωλήτριες εταιρείες ήταν άλλα πρόσωπα, τα οποία ήταν επίσης διευθυντές της εταιρείας MRIYA. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα ανέφερε στο Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία, δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Αποκαλύπτουν σε λεπτομέρεια το μέγεθος της απάτης, την ιδιότητα και τον βαθμό εμπλοκής του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, αλλά συγχρόνως δείχνουν και τον τρόπο με τον οποίο ήλθε η υπόθεση στην επιφάνεια, τέθηκε υπό διερεύνηση από τις ανακριτικές αρχές και επιτεύχθηκε η δίωξη και τελικώς η καταδίκη του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, η εταιρεία MRIYA κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και μητρική ομίλου εταιρειών, αποτελούμενου από 18 άλλες εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο, οι οποίες με τη σειρά τους είναι μητρικές σε άλλες 130 και πλέον εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ουκρανία στον τομέα της παραγωγής και καλλιέργειας σιτηρών. Η χρηματοδότηση του ομίλου εταιρειών της MRIYA έγινε το 2013 με την έκδοση ομολόγων της τάξης των 400,000,000 δολαρίων, με ημερομηνία λήξης το
- Κατεμπιστευματοδόχος της έκδοσης των ομολόγων με τα οποία χρηματοδοτήθηκε ο όμιλος εταιρειών της MRIYA ήταν η εταιρεία BNY Mellon Corporate Trustee Services (στο εξής «η BNY»). Στην πορεία των πραγμάτων, η BNY καταχώρησε στις 22/1/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας MRIYA και αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή. Στις 11/5/2016 εκδόθηκε Δικαστικό Διάταγμα Εκκαθάρισης της MRIYA και διορίστηκε ο κ. Κρις Ιακωβίδης ως Ειδικός Εκκαθαριστής. Αφότου ανάλαβε τα καθήκοντα του Ειδικού Εκκαθαριστή, ο κ. Κρις Ιακωβίδης κατήγγειλε γραπτώς στις 30/3/2016 και 7/6/2016, ότι πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου («ΔΣ»), μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς του και άλλους συνεργάτες του, αποξένωσαν με δόλιο τρόπο από την εν λόγω εταιρεία περίπου 100,000,000 δολάρια Αμερικής μεταξύ των ετών 2011 -
- Το πρώην μέλος του ΔΣ της εταιρείας MRIYA και τα μέλη της οικογένειας του, που εμπλέκονται ως πιο πάνω αναφέρεται, κατονομάστηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου όπως φαίνεται στα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 15.2.2021 και στο εξής θα αναφέρονται ως ««η οικογένεια «Η»». Συγκεκριμένα, εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), οι οποίες είχαν ως τελικούς δικαιούχους τα μέλη της οικογένειας «Η», πωλούσαν στην MRIYA, δυνάμει Συμφωνιών Αγοραπωλησίας Μετοχών (Share Sale Purchase Agreement (SSPA)), αριθμό εταιρειών εγγεγραμμένων στην Κύπρο, στις οποίες τελικοί δικαιούχοι ήταν πάλι τα μέλη της οικογένειας «Η». Οι συγκεκριμένες εταιρείες που αποτελούσαν το αντικείμενο πώλησης, δεν είχαν καθόλου περιουσιακά στοιχεία ούτε κύκλο εργασιών κατά το σχετικό χρόνο των Συμφωνιών SSPA, ενώ πωλούνταν στην MRIYA σε εξωπραγματική αξία, όπως αναφέρεται στον πιο κάτω Πίνακα. Όνομα Πωλήτριας Εταιρείας Όνομα Κυπριακής εξαγορασθείσας εταιρείας με SSPA Ποσό πώλησης προς MRIYA σε $ Αξία εξαγορασθείσας εταιρείας. Sharkoast Holdings Ltd Fromzonex Ltd 15.000.000 125 USD Valentino Investments Ltd Umlian Consultants Ltd 15.000.000 244 USD Wolfrun Investments Ltd Oramwhite Investments Ltd 15.000.000 604 USD Lucabrasi Holdings Ltd Moukisar Ltd 15.000.000 226 USD Kalosa Ltd Kukadial Ltd 12.000.500 1200€ Acradale Ltd Petron Ltd 16.001.000 142 USD Logarde Ltd Zymendera Ltd 9.000.500 125 USD ΣΥΝΟΛΟ 92.002.000 Καθ' όλη την περίοδο 2011 - 2012, ο Κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της εταιρείας MRIYA, και είχε καθήκοντα Οικονομικού Διευθυντή (Financial Controller) του ομίλου εταιρειών της. Υπό την ιδιότητά του αυτή υπέγραφε οικονομικές καταστάσεις και συμφωνίες εκ μέρους της εταιρείας βάσει πληρεξουσίων και δικαιώματος υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταιρειών του ομίλου. Οι εντολές για πληρωμή από την εταιρεία MRIYA για τις εξαγορές με SSPAs που αναφέρονται στον πιο πάνω Πίνακα γίνονταν από τον Κατηγορούμενο προς την τράπεζα μετά από οδηγίες της οικογένειας «Η», οι οποίοι αποξένωσαν κατ' αυτόν τον τρόπο, προς όφελός τους, 92.002.000 USD από την MRIYA, με τη βοήθεια και γνώση του Κατηγορούμενου. Στις 17/1/2019 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον των μελών της οικογένειας «Η» και του ιδίου του Κατηγορούμενου. Ακολούθως, στις 18/12/2019 εκδόθηκαν Ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης εναντίον τους και στις 17/1/2020 εκδόθηκαν ερυθρές αγγελίες. Σύμφωνα με την INTERPOL, τα μέλη της οικογένειας «Η» που εμπλέκονται στην υπόθεση, διαμένουν στην Ελβετία και αποστάληκαν αιτήσεις για έκδοσή τους στην Κύπρο, οι οποίες παραμένουν χωρίς αποτέλεσμα. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε και συνελήφθη στις 17/1/2020 στην Ουγγαρία με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του και εκδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές στις 29/1/2020, αφού έδωσε αμέσως τη συγκατάθεσή του. Συνελήφθη εκ νέου κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 29/1/
- Αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε꞉ «No, I don't want to say anything». Στη συνέχεια και αφού του δόθηκαν τα δικαιώματά του, οδηγήθηκε στη ΓΔΟΕ, όπου είχε συνάντηση με τον τότε δικηγόρο του. Στις 30/1/2020, ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησής του για περίοδο 7 ημερών. Στις 6/2/2020 καταχωρήθηκε Κατηγορητήριο εναντίον του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας και έθεσε τον κατηγορούμενο υπό κράτηση. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου (υπό άλλη σύνθεση) το Κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 9/3/2020 και ο Κατηγορούμενος απάντησε σε αυτό στις 13/3/2020 δηλώνοντας μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (1 έως 10). Στις 13/3/2020 το Δικαστήριο επέτρεψε να αφεθεί ελεύθερος ο Κατηγορούμενος υπό όρους, περιλαμβανομένου του όρου κατάθεσης χρηματικού ποσού €500.000 στο Πρωτοκολλητείο ως εγγύησης. Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατέστη δυνατό να εκπληρώσει τον συγκεκριμένο όρο χρηματικής εγγύησης, παρέμεινε υπό κράτηση από 13/3/2020 μέχρι τις 21/7/2020, ημερομηνία κατά την οποία ικανοποίησε τον εν λόγω όρο εγγύησης όπως τροποποιήθηκε από το Δικαστήριο στις 22/6/
- Από τον Κατηγορούμενο λήφθηκαν 4 ανακριτικές καταθέσεις, στις 30.1.2020, 31.1.2020, 1.2.2020 και 3.2.
- Του υποβλήθηκαν 98 ερωτήσεις στην παρουσία του τότε δικηγόρου του κι εκείνος δεν απάντησε σε καμία, ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής. Λήφθηκαν επίσης 80 δείγματα υπογραφής του Κατηγορούμενου για σκοπούς γραφολογικών εξετάσεων. Ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης, κ. Πελεκάνος, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του πελάτη του. Η έκθεση ετοιμάστηκε κατόπιν συνέντευξης του Κατηγορούμενου στην Αγγλική γλώσσα, την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι κατανοεί σε πολύ καλό βαθμό και με τη βοήθεια διερμηνέα της μητρικής του γλώσσας. Έδωσε γραπτώς τη συγκατάθεσή του για την ετοιμασία της έκθεσης, αφού του επεξηγήθηκαν οι σκοποί αξιολόγησης και χρήσης των προσωπικών του δεδομένων. Ο Κατηγορούμενος είναι 43 ετών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ουκρανία. Ολοκλήρωσε τη Μέση εκπαίδευση και ακολούθως σπούδασε Οικονομικά σε πτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Μετά τις σπουδές του, εργοδοτήθηκε ως Οικονομικός Σύμβουλος και Σύμβουλος Επενδύσεων. Απώλεσε τη θέση εργασίας του, όταν περί τα τέλη Ιανουαρίου 2020 εκτελέστηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε από τις Κυπριακές αρχές εναντίον του για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ενόσω ο ίδιος βρισκόταν για ταξίδι στην Ουγγαρία. Η οικογένεια του ζει στην Ουκρανία. Συγκεκριμένα, εκεί ζει η σύζυγός του από δεύτερο γάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη ηλικίας 9 ετών, ως επίσης η μητέρα του και η αδερφή του. Ο ίδιος έχει επίσης κόρη 18 ετών από πρώτο γάμο, η οποία είναι φοιτήτρια. Λόγω της πανδημίας και του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων δεν τον επισκέφθηκε η οικογένειά του όσο ήταν υπόδικος στην Κύπρο, γι' αυτό και έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα σχεδόν 2 χρόνων που ο Κατηγορούμενος βρίσκεται μακριά τους. Για να καλυφθούν τα δικηγορικά έξοδα της παρούσας υπόθεσης και για να εξασφαλιστεί το ποσό της εγγύησης προκειμένου ν' αφηνόταν ελεύθερος μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας υπόθεσης, η σύζυγός του η οποία είναι άνεργη αναγκάστηκε να κάνει δάνειο ύψους €200.000 και να υποθηκεύσει την οικογενειακή τους εστία στην Ουκρανία, μετακομίζοντας από αυτήν, για να ενοικιασθεί και για να μπορούν από το ενοίκιο να καλύπτουν τα έξοδα της δικής τους διαβίωσης στην Ουκρανία. Από απόψεως υγείας, ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο παρελθόν δύο έντονες κρίσεις XXXXX, το 1998 και το 2012 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης παρουσίασε XXXXX και XXXXX, η οποία επιδεινώθηκε τα τελευταία 2 χρόνια λόγω της κατάστασης που βίωσε και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Δεν προβαίνει σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών ή αλκοόλης. Από τις 21/7/2020 που αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, ο Κατηγορούμενος άρχισε να διαμένει σε διαμέρισμα που ενοικίασε στη Λεμεσό σε παλιό κτίριο με βασικό εξοπλισμό. Για σκοπούς κάλυψης των βιοποριστικών του εξόδων παρέχει διαδικτυακά συμβουλευτικές υπηρεσίες προς διαφόρους πελάτες του στην Ουκρανία, κερδίζοντας εισόδημα περί τα €
- Είναι δεκτό από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη η απόδειξη της ενοχής του Κατηγορούμενου, εάν αυτός δεν δήλωνε παραδοχή. Είναι εξίσου δεκτό από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος προσωπικά δεν απέκτησε το όφελος του προϊόντος της καταδολίευσης, ήτοι των €92,002,
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης εφοδίασε το Δικαστήριο με πολυσέλιδη γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής και επιμελώς ανέδειξε μέσα από την προφορική του αγόρευση τους κυριότερους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους ανέπτυξε στο γραπτό κείμενο. Διάνθισε την αγόρευσή του με παραπομπές σε αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, αλλά και δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας που υιοθετούν αρχές του Κοινοδικαίου, όπως εν προκειμένω του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ιρλανδίας, του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας, καθώς επίσης παρέπεμψε σε νομικά συγγράμματα, όπου φαίνεται η σύγχρονη τάση, θα λέγαμε, για στάθμιση των διαφόρων μετριαστικών παραγόντων σε υποθέσεις απάτης. Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο αγόρευσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει αξία άμεσης παραδοχής στην παραδοχή ενοχής του Κατηγορούμενου που επήλθε σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή πριν την έναρξη ακρόασης, εφόσον εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, σε μια υπόθεση όπου η ακροαματική διαδικασία θ' αναμενόταν να ήταν μακρά, λόγω του τεράστιου όγκου του μαρτυρικού υλικού. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος τόνισε εμφαντικά ότι χωρίς τη συνεργασία του Κατηγορούμενου, αρχικά με τον εκκαθαριστή της εταιρείας MRIYA και μετέπειτα με τις ανακριτικές αρχές, ενδεχομένως να μην έφταναν ποτέ οι ανακριτικές αρχές σε πληροφορίες και έγγραφα που ήταν και είναι καθοριστικής σημασίας για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Υπήρχαν περίπλοκες και σύνθετες πτυχές στον τρόπο δράσης των ιδιοκτητών και τελικών δικαιούχων των υπό εξαγορά εταιρειών, που ίσως να μην μπορούσαν από μόνες τους οι ανακριτικές αρχές να τις κατανοήσουν, εάν δεν λάμβαναν την συνδρομή του Κατηγορούμενου στο έργο εξιχνίασης της απάτης. Ο εκκαθαριστής, κ. XXXXX Ιακωβίδης εγγράφως και ενυπόγραφα επιβεβαίωσε την πλήρη συνεργασία που είχε ο Κατηγορούμενος με αυτόν, ως επιμαρτυρεί η επιστολή ημερ. 9.12.2021 προς το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο 1 στο πλαίσιο της αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Κατά το συνήγορο, είναι εξαιρετικής σημασίας το γεγονός ότι η συνεργασία του Κατηγορούμενου με τον εκκαθαριστή άρχισε ήδη από το 2016, ενώ η ποινική δίωξη εναντίον του ασκήθηκε το 2020, γιατί τούτο καταδεικνύει ότι συνεργάστηκε με ελεύθερη βούληση, χωρίς να λάβει ή ν' αναμένει ανταλλάγματα. Πέραν όμως της βοήθειας που ήδη έχει δώσει ο Κατηγορούμενος προς τον εκκαθαριστή και την Αστυνομία, δήλωσε την ετοιμότητά του να δώσει και πρόσθετη κατάθεση προς τις ανακριτικές αρχές για ν' αποκαλύψει ονόματα προσώπων που δεν είναι γνωστά μέχρι στιγμής σε αυτές ότι εμπλέκονταν, είτε ακόμη και να προσφέρει τον εαυτό του ως μάρτυρα ενώπιον Δικαστηρίου. Τη βούλησή του αυτή, ο Κατηγορούμενος την γνωστοποίησε μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισης προς το Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας πρόσφατα, στις 9 και 14 Δεκεμβρίου 2021, ως αναγράφεται στις επιστολές που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Έγγραφα 2 και 3 για τους σκοπούς μετριασμού της ποινής. Στην πράξη, η συνεργασία του Κατηγορούμενου με τον εκκαθαριστή της εταιρείας MRIYA και με την Αστυνομία για αποκάλυψη πληροφοριών μέσω γραπτής κατάθεσης θα είναι υποβοηθητική και για τη συλλογή μαρτυρίας σε σχέση με αγωγές που η εταιρεία MRIYA είτε έχει ήδη καταχωρήσει είτε προτίθεται να καταχωρήσει εναντίον όσων ευθύνονται για τη ζημιά της, για ν' ανακτήσει τα ποσά που δόλια αποξενώθηκαν από αυτήν. Τονίστηκε εμφαντικά από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι ήταν μειωμένος ο ρόλος του Κατηγορούμενου στην απάτη που οργανώθηκε από τα μέλη της οικογένειας «Η» σε βάρος της εταιρείας MRIYA, εφόσον ο ίδιος ήταν ένας μόνον από τους 7 διευθυντές και ότι αποχώρησε από την εταιρεία το 2014 χωρίς να προσπορίσει κανένα χρηματικό όφελος από την απάτη που συντελέστηκε. Ως προς αυτή την ουσιώδη παράμετρο της υπόθεσης, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επιβεβαίωσε ότι δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ποσό στους λογαριασμούς του Κατηγορούμενου, το οποίο να προέρχεται από τις επίδικες Συμφωνίες SSPA ή το οποίο να συνδέεται με τις πληρωμές ως ο πιο πάνω Πίνακας. Επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι η προθυμία που επέδειξε ο Κατηγορούμενος να συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης σε σχέση με όλους τους εμπλεκόμενους στην απάτη, θέτει σε εγγενή κίνδυνο τη ζωή του ιδίου, αλλά και των μελών της ευρύτερης οικογένειάς του. Ήδη στο παρελθόν ο Κατηγορούμενος έπεσε θύμα ξυλοδαρμού από ή κατ' εντολή της οικογένειας «Η» προς εκφοβισμό του και ο φόβος που πράγματι του προξενήθηκε - λέγει ο ευπαίδευτος συνήγορος - αποτελεί εξήγηση για την σιωπή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά το αρχικό στάδιο των ανακρίσεων. Η μεταβολή της στάσης του Κατηγορούμενου έκτοτε, αποτελεί δείκτη έμπρακτης μεταμέλειας του ιδίου, σε μια συνειδητή προσπάθεια να συμβάλει στην εξυπηρέτηση των σκοπών της δικαιοσύνης. Ως επιπρόσθετους μετριαστικούς παράγοντες, ο κ. Πελεκάνος κατέγραψε στις σελ. 10 - 11 της γραπτής του αγόρευσης τους κάτωθι։ Ότι ο Κατηγορούμενος είναι 43 ετών, άτομο λευκού ποινικού μητρώου, νομοταγής πολίτης με έντιμο πρότερο βίο. Ότι πρόκειται για εργατικό άτομο, συγκροτημένο οικογενειάρχη, πατέρα 2 παιδιών, στην αποκλειστική οικονομική φροντίδα και προστασία του οποίου βρίσκεται και η ηλικιωμένη μητέρα του. Ότι έχει ήδη υποστεί εξωδικαστική τιμωρία, εφόσον απώλεσε την εργασία του και η εξεύρεση νέας θέσης εργασίας στην Ουκρανία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ότι στο μεγάλο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 10 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, ήτοι από το 2011/2012 έως σήμερα, αυτός απείχε από την εγκληματική συμπεριφορά και είναι απομακρυσμένο το ενδεχόμενο επανάληψης αδικήματος. Ότι μέσα στη δεκαετία που παρήλθε έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι προσωπικές του συνθήκες, εφόσον έχει αποκτήσει μία επιπλέον θυγατέρα, ηλικίας τώρα 9 ετών. Ότι έχει αποξενωθεί από την οικογένειά του από τον Ιανουάριο του 2020 και έχει υποστεί άγχος, αγωνία και μεγάλη ταλαιπωρία, εφόσον παρέμεινε υπό κράτηση για περίοδο 6 μηνών μέχρι να καταφέρει να εκπληρώσει τους όρους εγγύησης. Ότι αισθάνεται αδικία, λόγω του ότι άλλα φυσικά πρόσωπα και οργανισμοί δεν διώχθηκαν, ενώ είχαν εμπλοκή στις συναλλαγές, όπως για παράδειγμα οι τράπεζες που εκτελούσαν τις εντολές πληρωμής χωρίς τα απαραίτητα υποστηρικτικά έγγραφα, χωρίς τις δέουσες διαδικασίες, γνωρίζοντας ότι οι τελικοί δικαιούχοι τόσο της αγοράστριας εταιρείας όσο και των υπό εξαγορά εταιρειών ήταν οι ίδιοι. Το ίδιο αισθάνεται και για τους λογιστές που είχαν γνώση και ανάμειξη. Υπό το φως όλων των ανωτέρω μετριαστικών παραγόντων, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε την εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος δικαιολογείται να λάβει έκπτωση έως και 50% της κατ' ανώτατο όριο προβλεπόμενης στον Ποινικό Κώδικα πενταετούς ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, ο κ. Πελεκάνος κάλεσε το Δικαστήριο να αναλογιστεί ξεχωριστά και αυτοτελώς τους εν λόγω παράγοντες ως ικανούς να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αναστολή της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Πράγματι, το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας της Κύπρου προδιαγράφοντας, στα άρθρα 300 και 302 αυτού, τα αδικήματα της απάτης και της συνωμοσίας με σκοπό την καταδολίευση είναι 5 χρόνια φυλάκισης. Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε εξ αρχής, ότι το εν λόγω ανώτατο όριο, συγκρίνεται ως πολύ χαμηλό σε σχέση με εκείνο που ισχύει για τα ίδια αδικήματα σε άλλα κράτη με δικαιϊκή παράδοση Κοινοδικαίου, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Αυστραλία, στα οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης και στα οποία προβλέπεται νομοθετικά μέγιστη ποινή φυλάκισης 10 ετών (βλ. π.χ. στην Αγγλία το Section 1 of the Fraud Act 2006 ή στην Ιρλανδία τα sections 4 and 6 of the Criminal Justice (Theft and Fraud Offences) Act 2001 ή στην Αυστραλία τα sections 134 και 135 του Criminal Code Amendment (Theft, Fraud, Bribery and Related Offences) Act 2000 (Commonwealth)). Εξαιρετικά χρήσιμες, παρά το ότι δεν είναι δεσμευτικές για τα Κυπριακά Δικαστήρια, κρίνονται οι Κατευθυντήριες Γραμμές που έχει εκδώσει το Sentencing Council του Ηνωμένου Βασιλείου για την κατηγοριοποίηση των Αδικημάτων Απάτης για σκοπούς επιβολής ποινής. Πρόκειται για Κατευθυντήριες Γραμμές που υιοθετούνται συστηματικά από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ., μεταξύ άλλων, Regina v Achilleas Michalis Kallakis and Alexander Martin Williams [2013] EWCA Crim 709). Όπως εκεί αναφέρεται, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμά, αφενός, το βαθμό στον οποίο ενέχεται (culpability) ο κατηγορούμενος και, αφετέρου, τη ζημιά (harm) που επέφερε με την αξιόποινη συμπεριφορά του. Ο βαθμός ενοχής αποφασίζεται σταθμίζοντας τον βαθμό εμπλοκής του κατηγορούμενου και το ρόλο που διαδραμάτισε, ειδικότερα αν υπήρξε προσχεδιασμός και αναλόγως του πόσο περίτεχνος ήταν ο τρόπος υλοποίησης της απάτης (the offender's role and the extent to which the offending was planned and the sophistication with which it was carried out). Προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στο έργο της αξιολόγησης του βαθμού ενοχής, αναγνωρίζονται στα προαναφερόμενα Sentencing Guidelines τρεις βαθμοί ενοχής, υψηλός, μεσαίος, χαμηλός (high / medium / low), με βάση τα εξής διακριτά χαρακτηριστικά։ Α. Υψηλός βαθμός։ Εκεί που ο κατηγορούμενος είχε αρχηγικό ρόλο στην εγκληματική δράση, η οποία εκτυλίχθηκε στο πλαίσιο μιας ομαδικής δραστηριότητας (a leading role where offending is part of a group activity), όταν η δράση του Κατηγορούμενου συνεπάγεται την κατάχρηση της θέσης εξουσίας ή εμπιστοσύνης ή υπευθυνότητας (abuse of position of power or abuse of trust or responsibility), όταν η απάτη διεξήχθη κατά τρόπο περίτεχνο και εκλεπτυσμένο (sophisticated), ως αποτέλεσμα σημαντικού σχεδιασμού (significant planning), ειδικά όταν επαναλήφθηκε σε μια μεγάλη περίοδο χρόνου, αφήνοντας πολλά και στοχευμένα θύματα (fraudulent activity conducted over sustained period of time, large number of victims, deliberately targeted). Β. Μεσαίος βαθμός ενοχής։ Όταν οι συνθήκες διάπραξης της απάτης εμφανίζουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα που κατατάσσονται δυνητικά κάπου ενδιάμεσα μεταξύ Υψηλού και Χαμηλού Βαθμού Ενοχής. Γ. Χαμηλός βαθμός ενοχής։ Όταν ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη κατόπιν ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού ή εκμετάλλευσης στην εκτέλεση της αξιόποινης πράξης (involved through coercion, intimidation or exploitation), όπου δεν είχε το κίνητρο ατομικού οφέλους (not motivated by personal gain), είχε περιφερειακή εμπλοκή (peripheral role in organized fraud) ή όπου ενεπλάκη σε ένα μεμονωμένο ωφελιμιστικό συμβάν απάτης με ελάχιστο ή καθόλου σχεδιασμό (opportunistic one-off offence, very little or no planning) και όπου ήταν περιορισμένος ο βαθμός αντίληψής του για την πλήρη έκταση της δόλιας συμπεριφοράς (limited awareness or understanding of the extent of fraudulent activity). Από την άλλη, στα Sentencing Guidelines προβλέπονται 5 διαβαθμίσεις σοβαρότητας των υποθέσεων απάτης, αναλόγως του βαθμού ζημιάς που είτε προκλήθηκε ως πράγματι συντελεσθείσα (actual harm) είτε ενυπάρχει ως κίνδυνος να επέλθει στο μέλλον (risk of intended future loss) εξαιτίας της αξιόποινης δόλιας συμπεριφοράς, με πιο σοβαρή την αποτίμηση των περιπτώσεων όπου υπάρχει ήδη πραγματική ζημιά. Η κατηγορία αρ. 1 κρίνεται ως η πιο σοβαρή με κατώτατο όριο ζημιάς τις ₤500.000, κατηγορία 2 με ζημιά της τάξεως των ₤100.000 έως ₤500.000, κατηγορία 3 από ₤20.000 έως ₤100.000, κατηγορία 4 από ₤5.000 έως ₤20.000 και κατηγορία 5 κάτω των ₤5.
- Ανεξαρτήτως ποσού, εκεί όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρξε σοβαρή ζημιογόνα επίπτωση στο θύμα (serious detrimental effect on the victim) από το μέγεθος της χρηματικής ζημιάς, είτε στη χρηματοδοτική του ικανότητα είτε στην πιστοληπτική του αξιολόγηση (substantial damage to its credit rating or financial circumstances), τότε δύναται να το κατατάξει ένα ή/και δύο σκαλοπάτια πιο ψηλά στις κατηγορίες από το 5 έως το
- Ενδεικτικά, στον Πίνακα που χρησιμοποιείται στα Sentencing Guidelines για υπόθεση στην οποία το μέγεθος της ζημιάς του θύματος εμπίπτει στην κατηγορία 1 (ήτοι κυμαίνεται από ₤500.000 έως ₤1 εκ.), αναφέρεται ότι η αρμόζουσα ποινή φυλάκισης, με οροφή τα 10 χρόνια που προβλέπονται στο Νόμο, είναι, αναλόγως του αν ο βαθμός ενοχής (culpability) είναι։ υψηλός, η ποινή φυλάκισης από 5 έως 8 χρόνια, μεσαίος, η ποινή φυλάκισης από 3 έως 6 χρόνια, χαμηλός, η ποινή φυλάκισης από 18 μήνες έως 4 χρόνια. Υπάρχουν ασφαλώς και άλλοι παράγοντες, μετριαστικοί και επιβαρυντικοί, οι οποίοι αναγνωρίζεται από τα Sentencing Guidelines ότι δυνατόν να υπεισέλθουν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση και εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου παραβάτη. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες νοούνται οι εξής։ αν ο κατηγορούμενος επιχείρησε να παρεμποδίσει το θύμα από το να δηλώσει σε ανακριτικές αρχές τη ζημιά του ή αν ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να συνδράμει στο έργο των ανακριτικών αρχών, αν εσφαλμένα απέρριψε ευθύνες σε τρίτα πρόσωπα, αν η δόλια δράση ήταν διασυνοριακή, αν έγιναν προσπάθειες καταστροφής τεκμηρίων, αν προκλήθηκε ζημιά στο δημόσιο ή στην κοινότητα, αν υπήρξαν και άλλα αδικήματα ή αν υπήρξε παρακοή δικαστικών διαταγμάτων. Ως μετριαστικοί αποτιμώνται οι ακόλουθοι παράγοντες։ το λευκό ποινικό μητρώο, ή εκεί όπου υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες αν εκείνες είναι χρονικά απομακρυσμένες και για ελάσσονος σημασίας αδικήματα, αν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να υπάρξει άλλη αξιόποινη συμπεριφορά από τον παραβάτη, αν ο παραβάτης συνεργάστηκε με τις ανακριτικές αρχές κάνοντας νωρίς παραδοχές ή θεληματικές καταθέσεις, αν η κατάσταση της υγείας του είναι επιβαρυμένη, αν έχει την αποκλειστική φροντίδα και επιμέλεια ανηλίκων ή άλλων προσώπων, αν έλαβε έγκαιρα και σύντομα μέτρα για να καταπολεμήσει κάποια εξάρτηση που σχετίζεται με την εγκληματική ή παραβατική συμπεριφορά. Δύο στοιχεία που χρήζουν της ιδιαίτερης προσοχής του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση και εξατομίκευση της ποινής και για τα οποία στην Αγγλία έχει υιοθετηθεί ειδική νομοθετική ρύθμιση ή/και έχουν εκδοθεί Κατευθυντήριες Γραμμές από το Sentencing Council, είναι αφενός η μείωση της ποινής που συναρτάται με το βαθμό συνεργασίας του Κατηγορούμενου με τις ανακριτικές αρχές (βλ. το άρθρο 74 του Sentencing Code)[i] και αφετέρου η μείωση της ποινής που δικαιολογείται με βάση τη χρονική στιγμή κατά την οποία δήλωσε παραδοχή ενοχής στο Δικαστήριο (βλ. το άρθρο 73 του Sentencing Code του Ηνωμένου Βασιλείου, που εφαρμόζεται υπό το φως Κατευθυντήριων Γραμμών που έχει εκδώσει το Sentencing Council για παραδοχές σε σχέση με κάθε ποινικό αδίκημα, με τίτλο «Reduction in Sentence for a Guilty Plea». Σε γενικές γραμμές αναγνωρίζεται ότι η παραδοχή ενοχής μειώνει τις συνέπειες του εγκλήματος για τα ίδια τα θύματα, γλυτώνει τα θύματα από το να υποβληθούν στη βάσανο του να καταθέσουν ως μάρτυρες και εξοικονομεί πολύτιμο χρόνο των δικαστικών αρχών και συνεπακόλουθα εξοικονομεί δημόσιο χρήμα, οπόταν είναι προς το δημόσιο συμφέρον να επιβραβεύεται η παραδοχή ενοχής με έκπτωση στην ποινή. Το Δικαστήριο θα πρέπει όμως να λαμβάνει υπόψη του, κατά την επιμέτρηση της έκπτωσης στην ποινή που θα επιβληθεί, (α) το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας κατά το οποίο δηλώθηκε παραδοχή στις κατηγορίες και (β) τις συνθήκες υπό τις οποίες δηλώθηκε η παραδοχή. Όσο πιο νωρίς δίδεται η απάντηση της παραδοχής ενοχής, τόσο πιο μεγάλα τα οφέλη που προαναφέρθηκαν για τη δικαιοσύνη. Προκειμένου να ενθαρρύνονται οι κατηγορούμενοι να δηλώνουν παραδοχή από το αρχικό στάδιο της εμφάνισης στο Δικαστήριο για απαγγελία των κατηγοριών, στις ως άνω Αγγλικές Κατευθυντήριες Γραμμές για έκπτωση στην ποινή λόγω παραδοχής συστήνεται να απονέμεται έκπτωση ίση με το 1/3 της προβλεπόμενης στο Νόμο κατ' ανώτατο όριο ποινής.[ii] Τούτο είναι και το μέγιστο μέγεθος έκπτωσης που δύναται να δοθεί χάριν παραδοχής. Εάν η παραδοχή δοθεί σε μετέπειτα στάδιο τότε μειώνεται η έκπτωση σε 1/4 της μέγιστης προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και είναι δυνατό να μειωθεί ακόμη και στο 1/10 εάν δοθεί κατά την ημέρα που είναι ορισμένη για έναρξη της ακρόασης. Ενδέχεται να μην λάβει καμία εκπτωτική αξία η παραδοχή, αν δοθεί αφότου άρχισε η ακρόαση. Εάν όμως ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπήρχαν ιδιαίτερες συνθήκες που δεν επέτρεπαν στον κατηγορούμενο να κατανοήσει τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ή συνθήκες που δεν το καθιστούσαν εύλογο να παραδεχθεί ενοχή ενωρίτερα ή εξ αρχής, τότε του αποδίδει εκείνο το ποσοστό έκπτωσης που αρμόζει, μέχρι και του 1/3 που δίδεται στην αρχή. Το Δικαστήριο θα πρέπει εν προκειμένω να διαχωρίζει ανάμεσα στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος απλώς κωλυσιεργεί έως ότου αντιληφθεί τη δύναμη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και τις περιπτώσεις όπου χρειάζεται καλή τη πίστει να λάβει νομική συμβουλή για να αντιληφθεί τί του καταλογίζεται.[iii] Δύο τελευταίες επισημάνσεις από τα Sentencing Guidelines για το «Reduction in Sentence for a Guilty Plea», χρήζουν αναφοράς։ η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να λαμβάνει έκπτωση στην ποινή, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε άλλους μετριαστικούς παράγοντες και δη δεν θα πρέπει να συγχέεται με έκπτωση που δυνατόν να δικαιολογείται για λόγους εξωδικαστικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω για ομολογία σε ανακριτικές καταθέσεις ή για συνεργασία με τις ανακριτικές ή άλλες αρχές. Ούτε όμως είναι ορθό να αξιολογείται η παραδοχή ενοχής στο Δικαστήριο ως ζήτημα που συσχετίζεται με τη δύναμη της μαρτυρίας που διαθέτει η κατηγορούσα αρχή.[iv] Τα πιο πάνω Sentencing Guidelines όσον αφορά την έκπτωση στην ποινή λόγω παραδοχής ενοχής υιοθετήθηκαν από το Court of Appeal (Criminal Division) της Αγγλίας σε σειρά αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην Caley & others v. the Queen [2012] EWCA Crim 2821.[v] Τέλος, σημειώνεται ότι τα Sentencing Guidelines σε σχέση με την επιβολή ποινής για αδικήματα απάτης, προσδιορίζουν ως σημαντικό στόχο του Δικαστηρίου να αποδώσει εν τέλει συνολική ποινή που να αντανακλά στην έκταση, σοβαρότητα και διάρκεια της αξιόποινης δραστηριότητας. Τονίζεται στο Sentencing Council's Guideline on Totality ότι "There is no inflexible rule governing whether sentences should be structured as concurrent or consecutive components. The overriding principle is that the overall sentence must be just and proportionate." Οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες δικασθείσες υποθέσεις απάτης δεν είναι δεσμευτικές παρά μόνο καθοδηγητικές ως προς τις σύγχρονες τάσεις ποινικής μεταχείρισης των παραβατών. Παραπέμπουμε πιο κάτω σε ένα απόσπασμα από απόφαση του Ιρλανδικού Εφετείου στην υπόθεση Director of Public Prosecutions v Maquire [ 2018] IECA 310, όπου με γλαφυρό τρόπο αποτυπώνεται η διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν ποτέ δύο υποθέσεις που να είναι ακριβώς οι ίδιες και ότι δεν εξυπηρετεί η επιφανειακή σύγκριση των ποινών։ «
- Comparators are a useful tool in sentencing cases, both at first instance and at appellate level, providing that their limitations are acknowledged and understood. It is trite, and a statement of the obvious, to observe that no two cases are the same and that every case depends on its own facts. Moreover, account must be taken of the ability of judges to exercise legitimate judicial discretion in the imposition of sentences within accepted margins of appreciation. This discretion comes into play at various levels ranging from determining the gravity of the case, to deciding on the extent of mitigation to be afforded, to determining how pursuit of the recognised objectives of sentencing should be balanced in the circumstances of the individual case, to choosing between available penalties and to the structuring of the sentence to best deliver a just and proportionate sentence. Accordingly, any temptation to superficially compare cases, and outcomes, in the hope of discerning a manifestly consistent approach must be resisted as involving a largely meaningless quest. Equally, cases proffered as comparators do not represent binding precedents, at least in terms of assessments of gravity, or the extent of allowances to be afforded in mitigation, or as to outcomes. A judgment in a case offered as a comparator might, of course, have concurrently determined a novel issue of law, and if so could represent a binding precedent for future cases with respect to that issue of law, but not as to factual determinations or outcomes.
- All of that having been said, comparators can provide evidence of discernible trends in sentencing for different types of offences, and non-binding, but none the less valuable, guidance in terms of how courts in previous cases may have variously approached different aspects of the sentencing exercise, and indications of what weight may have been afforded to different relevant factors.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μας.) Στην προμνησθείσα απόφαση του Ιρλανδικού Εφετείου, γίνεται μια σκιαγράφηση των κοινών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των υποθέσεων απάτης, την οποία παραθέτουμε ως ενδιαφέρουσα։ «
- Fraud cases are no different to any other cases of dishonesty. The gravity of the offending conduct depends on the culpability of the offender and the harm done. While the spectrum of penalties available may vary somewhat, depending on the nature of the charge, a maximum penalty of ten years would not be untypical (that being the case for theft, false accounting, and using a false instrument, although in the case of making a gain or causing a loss by deception offences it is five years.) The comparators that we have reviewed indicate that fraud type cases, whether charged as theft or deception, or false accounting, or on some other basis, tend to exhibit certain common features. Very often they are committed by persons with no previous convictions, and who were otherwise of good character. In the great majority of cases, the accused has pleaded guilty often at a very early stage, and has co-operated with the investigation and will have made admissions. Admissions are always valuable but are acknowledged as being particularly valuable in fraud cases. The risk of re-offending is often assessed as being low, save in the case of persons with an unaddressed gambling or other addiction. Frequently, the amount involved is substantial. The cases we have reviewed have in most instances involved six figure sums, and in some instances seven figure sums. Frequently, the offending has gone on undetected for years so that prosecutions, when they do occur, are presented on the basis of "sample" counts.
- In relatively few cases has the offending conduct been cynically committed with clear criminal intent, or motivated exclusively by greed. Where offences have been committed with such intent or motivation, the moral culpability is to be regarded as very high indeed. The comparators also indicate that in relatively few cases is the offending conduct based on highly pre-meditated and careful planning. Again, such premeditation and planning, where established, is to be regarded as a seriously aggravating factor.
- More typically, however, the offending conduct begins opportunistically in circumstances where the offender is under some financial pressure and gives in to temptation. Sometimes it is committed in circumstances where the offender convinces himself or herself that, in taking the money, they are just borrowing it to address a short term need and will pay it back. Where that occurs the intention to pay back may indeed be genuine although it is usually hopelessly unrealistic, sometimes to the point of being delusional. On other occasions, the offending conduct may have begun due to a compulsion that the offender is labouring under, frequently a gambling or drug addiction. In cases of employment fraud, fraud committed in the practice of a profession, and certain other types of fraud, a major aggravating factor will be the breach of trust that was involved. In many tax fraud cases, particularly those involving VAT and other taxes to be collected, or withheld, by the taxpayer on behalf of the Revenue, there will have been a breach of fiduciary duty. Moreover, in all tax frauds and in the case of social welfare frauds, there will have been a disregard of civic responsibility which includes the requirement to show social solidarity.
- In terms of the harm done, there may be direct and immediate consequences when the victim is an employer or private client or individual. Though harm is still done, the consequences of financial losses may be less directly and immediately felt where the victim is a substantial corporate entity, an institution or the State. In many cases, some level of restitution is ultimately made, but full restitution tends to be uncommon. The cases reviewed indicate that while the sum involved is always a relevant factor in the assessment of gravity, outcomes do not remotely bear a linear relationship to the sums appropriated. Nor should they, having regard to the proportionality requirements. [.]». Πάντως, και από την πιο πάνω Ιρλανδική απόφαση συνάγεται ότι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης αποτελεί την κατάλληλη ποινική μεταχείριση όσων είναι ένοχοι απάτης. Σημειωτέο ότι το νομοθετικό πλαίσιο της Ιρλανδίας, διαφέρει από το Κυπριακό, ως προς το ότι εκεί απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν «εξαιρετικές περιστάσεις», για να δυνηθεί να διατάξει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Σχετικό το εξής απόσπασμα։ «
- So what do the comparators we have reviewed tell us about how the courts have approached the assessment of gravity in other cases sharing many of the features of the case with which we are presently concerned? [.]
- [.] - [108] .
- In no case was the starting point a non-custodial sentence, though in some cases that was the eventual outcome. Our review tells us that for the majority of cases, i.e., those in the hump of the bell, the starting point is typically a custodial sentence of between two and four years. The majority of such cases involve six figure sums, some level of planning or premeditation, alternatively continuation of what began as opportunistic offending over a lengthy period, and significant breaches of trust. Zaffer [2016] IECA 321 was one such case, where it will be recalled Mahon J stated that "headline sentences of two years and six months are the appropriate sentences in this case and are, in general terms, consistent with sentences imposed in broadly similar cases in recent years." He further stated that "[s] erious pre-meditated fraud will almost always merit a custodial sentence" and that "normally, only the existence of exceptional circumstances should result in an entirely non custodial sentence where there are hundreds of thousands of euro involved" . His approach reflects the trend evident in the cases we have reviewed.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μας.) Στρεφόμαστε τώρα στην Κυπριακή νομολογία. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Το ανώτατο όριο της ποινής που προβλέπεται στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε είναι η βάση από την οποία ξεκινά το παρόν Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερομηνίας 25.11.16). Ωστόσο και η Κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Επομένως, η ποινή που θα επιβληθεί είναι επάναγκες να είναι ανάλογη της σοβαρότητας των αδικημάτων, υπό το φως όλων των συνθηκών που αφορούν στο βαθμό ενοχής (culpability) του κατηγορούμενου και της ζημιάς (harm) που προκλήθηκε. Η ποινή θα πρέπει να επιτυγχάνει την αποτροπή επανάληψης των ίδιων ή όμοιων αδικημάτων, χωρίς βεβαίως να ατονεί εντελώς η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Στην παρούσα υπόθεση, η εμπλοκή του Κατηγορούμενου στη διάπραξη της απάτης κρίνουμε πως ήταν σημαντική, διότι αυτός ενεργούσε από θέση ευθύνης και εμπιστοσύνης (responsibility and trust), δυνάμει πληρεξουσίων που του έδιδαν την εξουσία να υπογράφει τις όποιες εντολές πληρωμών. Κατ' ακρίβειαν χωρίς τη δική του ανάμειξη ως Οικονομικού Διευθυντή, δεν θα μπορούσαν να ολοκληρώνονταν οι επίμαχες εξαγορές εταιρειών. Το γεγονός ότι αυτός είχε γνώση και αντίληψη της πραγματικής αξίας των υπό εξαγορά εταιρειών, η οποία ήταν συντριπτικά χαμηλότερη έως ανύπαρκτη εν σχέση προς το τίμημα που αυτός εξουσιοδοτούσε να πληρωθεί, τον καθιστά υπόλογο για τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης, λόγω αθέτησης υποχρέωσης να ενεργεί προς το συμφέρον της εταιρείας που του εμπιστεύθηκε θέση ευθύνης. Τούτος είναι σοβαρός επιβαρυντικός παράγοντας. Ο κατηγορούμενος τόνισε δια μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι διέπραξε τα αδικήματα κατόπιν οδηγιών τρίτων προσώπων, ήτοι των μελών της οικογένειας «Η». Όπως έχει νομολογηθεί, ο ρόλος τρίτου ατόμου, η εμπλοκή του και η υποκίνηση ενός κατηγορουμένου για διάπραξη αδικημάτων, αποτελεί, όντως, μετριαστικό παράγοντα, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης (βλ. Μιχαήλ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας κ.ά.,
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Ωστόσο, ο Κατηγορούμενος είχε κατά πάντα χρόνο, λόγω και της προπαίδειας και επαγγελματικής του κατάρτισης, πλήρη αντίληψη του τί σήμαινε η εκτέλεση των οδηγιών που λάμβανε. Τούτος είναι και ο λόγος που ο δικός του ρόλος στη διάπραξη των αδικημάτων θα μπορούσε ίσως να χαρακτηρισθεί ως «μεσαίου βαθμού», παρά «χαμηλού βαθμού», εάν επρόκειτο να κριθεί με βάση την κλίμακα που προδιαγράφουν τα Αγγλικά Sentencing Guidelines. Η καταδολίευση της εταιρείας MRIYA που θυματοποιήθηκε, επέφερε σε αυτήν ζημιά δεκάδων εκατομμυρίων. Οδήγησε στην εκκαθάρισή της. Έσβησε ως εταιρεία. Επομένως, το μέγεθος, αφενός, της ενοχής (culpability) του Κατηγορούμενου και, αφετέρου, της ζημιάς (harm) που επέφερε στην εταιρεία - θύμα, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρής ποινής στην παρούσα υπόθεση. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο μητρώο δικαιούται να τύχει της επιεικείας του Δικαστηρίου (βλ. Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Θα σεβαστούμε αυτήν την αρχή και θα δώσουμε, συναφώς, έκπτωση στην ποινή του Κατηγορούμενου. Όπως επίσης τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Στην προκείμενη περίπτωση, η παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, όχι όμως από το αρχικό στάδιο της απαγγελίας των κατηγοριών. Παρήλθαν 20 μήνες από την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου στις 9.3.2020 μέχρι τις 29.11.2021 που καταχωρήθηκε η παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2, ενώ η υπόθεση είχε ήδη οριστεί 5 φορές για ακρόαση (18.9.2020, 20.1.2021, 5.4.2021, 22.9.2021 και 10.11.2021). Πάντως, προσεκτική μελέτη των πρακτικών του Δικαστηρίου αναδεικνύει ότι μέχρι τις 5.4.2021 οι αναβολές της ακρόασης οφείλονταν είτε σε αιτήματα της Κατηγορούσας Αρχής είτε στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου, ενώ από 5.4.2021 και έπειτα γίνονταν από κοινού από τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης. Δεν διαπιστώνεται τακτική κωλυσιεργίας από τον Κατηγορούμενο, εφόσον η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή αναγνώρισε την ανάγκη τροποποίησης του Κατηγορητηρίου για να συνάδει με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης στις 29.11.2021 και στις 15.12.2021. Συνεπώς, κρίνουμε πως θα ήταν δίκαιο να δοθεί έκπτωση στην ποινή, λόγω της παραδοχής στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος. Αντιλαμβανόμαστε ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου στο παρόν στάδιο συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463), όπως τούτη εκφράζεται μέσα από τη δεδηλωμένη πρόθεση και προθυμία του Κατηγορούμενου να συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές, για να δώσει ονόματα και στοιχεία όλων των άλλων προσώπων που δυνατόν να ενέχονται στη διάπραξη των ιδίων ή/και άλλων αδικημάτων. Σημειώνεται επίσης η δεδηλωμένη βούλησή του να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας ενώπιον Δικαστηρίου, ποινικού ή/και αστικού, πράγμα επωφελές και για την ίδια την εταιρεία που έπεσε θύμα της απάτης, η οποία ενδιαφέρεται τόσο για την τιμωρία των ενόχων όσο και για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που δολίως της αποξένωσαν. Δικαιολογείται συνεπώς να τύχει έκπτωσης ο Κατηγορούμενος στην ποινή για να ανταμειφθεί ως προς αυτή την έμπρακτη μεταμέλεια. Καταγράφουμε την αγανάκτηση του Κατηγορούμενου για τη μη δίωξη μέχρι σήμερα των άλλων προσώπων που, κατά την δική του γνώση και αντίληψη, ενέχονται στα ίδια περιστατικά απάτης. Βεβαίως, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος τήρησε σιγή στις πρώτες τέσσερις ανακριτικές καταθέσεις που του είχε λάβει η Αστυνομία κατά το έτος 2020. Δεν μας διαφεύγει η εξήγηση που έδωσε στην αγόρευσή του ο συνήγορος Υπεράσπισης, ότι η σιγή οφειλόταν σε φόβο για την επικινδυνότητα των μελών της οικογένειας «Η». Στο παρόν στάδιο οφείλουμε να υπενθυμίσουμε τη νομολογιακή αρχή ότι η μη δίωξη ή η αναστολή δίωξης συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα, ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί απλώς ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής που θα επιβληθεί στον καταδικασθέντα, έτσι ώστε να αμβλύνει την ανισοσκέλεια στη μεταχείριση των παραβατών (βλ. Georgiou & others v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σενέκκη κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285, Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156 Ανδρέας Χατζηξενοφώντος v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 316). Πάντως, εδώ δεν είναι η περίπτωση που να τέθηκαν ενώπιόν μας απτά στοιχεία ότι υπήρξε επιλεκτική δικαιοσύνη από τις διωκτικές αρχές. Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα οποία καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, οφείλουμε να σημειώσουμε, σε ευθυγράμμιση προς την κρατούσα νομολογία ότι αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/2014, ημερομηνίας 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Όπως εξάλλου έχει αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 223/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, οι αρχές των φυλακών πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 40/2015, ημερομηνίας 25.11.2016). Βεβαίως, κατά την επιμέτρηση της έκτασης της ποινής φυλάκισης είναι θεμιτό να λαμβάνεται υπόψη μετριαστικά το κατά πόσον η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού (Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315). Στην παρούσα υπόθεση, παρά ότι στην παρα. 3 της Έκθεσης των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας καταγράφηκαν ορισμένα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου, εντούτοις στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής δεν υπήρξε εισήγηση ή/και τεκμηρίωση με ιατρική γνωμάτευση ότι, σε περίπτωση φυλάκισης του Κατηγορούμενου θα τον εξέθεταν σε ασυνήθιστη ταλαιπωρία ή ότι δεν θα ήταν διαχειρίσιμη η κατάσταση της υγείας του με κατάλληλη ιατροφαρμακευτική φροντίδα εντός των Κεντρικών Φυλακών. Όσον αφορά την εξωδικαστική τιμωρία που υπέστη ο Κατηγορούμενος ως εκ της παραίτησής του από την εταιρεία MRIYA ή/και της απώλειας της θέσης εργασίας που κατείχε κατά το χρόνο που εκτελέστηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αποδεχόμαστε ότι, αν και αυτή αποτελεί απόρροια της δικής του αξιόποινης συμπεριφοράς, εντούτοις αποτελεί στοιχείο το οποίο προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας και θα τον λάβουμε υπόψη (βλ. Λοϊζου Πετρίδη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 194/15, ημερ. 27/01/2016). Έχουμε επίσης υπόψη μας τη νομολογιακή αρχή, ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης ενός κατηγορούμενου στα μέλη της οικογένειας αυτού συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492 και Yusuf ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/2014, ημερομηνίας 18.2.2016). Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι, αντικειμενικά, έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων και της επιβολής ποινής. Πρόκειται για παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή του είδους της ποινής που θα επιβληθεί. Η επιβολή ποινής φυλάκισης, μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης ενός αδικήματος, εκτός από τις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαία, είναι ανεπιθύμητη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Επίσης, η καθυστέρηση στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης από τότε που οι ανακριτικές αρχές συλλέγουν την αναγκαία μαρτυρία ή/και εντοπίζουν τον δράστη, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Γενικά, η πάροδος μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, μειώνει και ενίοτε εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να διέπει την ποινή, καθότι ενδέχεται, στο μεσοδιάστημα, να έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και να επιδρούν καταλυτικά στην επιλογή του είδους και του ύψους της ποινής. Στην παρούσα υπόθεση είναι δίκαιο να σημειωθεί ότι, ενώ τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2011/2012, στην πράξη ανακαλύφθηκαν από τον εκκαθαριστή της εταιρείας που έπεσε θύμα της απάτης όταν εκείνος ανάλαβε την εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων περί το 2016. Η Κυπριακή Αστυνομία ενήργησε καθηκόντως εκδίδοντας ένταλμα σύλληψης και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (Ε.Ε.Σ.) και ήταν εκτός του δικού της πεδίου ελέγχου το πού και πότε θα εντοπιζόταν και συλλαμβανόταν ο Κατηγορούμενος. Άπαξ και εκτελέστηκε το Ε.Ε.Σ. τον Ιανουάριο του 2020, οι ενέργειες που ακολούθησαν από τις Κυπριακές διωκτικές αρχές μέχρι και την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν παρουσιάζουν καμία ασύγγνωστη καθυστέρηση. Συνεπώς, παρά την παρέλευση χρόνου 10 χρόνων από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής, εντούτοις δεν είναι η περίπτωση όπου υφίσταται υπαίτια καθυστέρηση από μέρους των διωκτικών αρχών, ώστε να επηρέαζε στην επιλογή του είδους της ποινής. Η εν γένει σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων είναι τέτοια που δεν αφήνει στο Δικαστήριο άλλη επιλογή από την επιβολή ποινής φυλάκισης. Συνεπώς, οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν αναφερθεί, μολονότι σημαντικοί, είναι δυνατό να επηρεάσουν την έκταση, όχι το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη, ανεπαρκής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και σε άλλους επίδοξους μιμητές ανάλογης εγκληματικής συμπεριφοράς (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Το ότι πάντως ο Κατηγορούμενος υπέστη ήδη τις συνέπειες στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας λόγω κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές για όσο χρονικό διάστημα δεν είχε ικανοποιήσει τους όρους απόλυσής του με όρους εγγύησης, αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου ως παράγοντας που δέον να λαμβάνεται υπόψη προς μετριασμό της τιμωρίας του. Συγκεκριμένα, όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν Παντελή
(2000)2 ΑΑΔ 384, σελ. 389, «Παρόλο που η κράτηση κατηγορούμενου λόγω μη συμμόρφωσης με τους όρους απόλυσης του επί εγγυήσει δεν εξισούται για σκοπούς του νόμου με προφυλάκιση, δικαίως λαμβάνεται υπόψη ως επακόλουθο της κατηγορίας και παρεπόμενο ως παράγοντας ο οποίος δικαιολογεί τον μετριασμό της τιμωρίας։ οι συνέπειες είναι οι ίδιες. Ο κρατούμενος στερείται της ελευθερίας του». Η αρχή υιοθετήθηκε επίσης στην απόφαση ημερ. 20.1.2020 στην Ποινική Έφεση 337/2018, Ο.Ο. ν. Δημοκρατίας. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος έμεινε υπό κράτηση για 5,5 μήνες, υπέστη όλες τις συνέπειες στέρησης της προσωπικής ελευθερίας και τούτο θα προσμετρήσει μετριαστικά όσον αφορά την έκταση της ποινής φυλάκισης. Συνεκτιμώντας λοιπόν κάθε σχετικό παράγοντα, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Δεν θα επιβάλουμε καμία ποινή για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αφορά στη συνομωσία προς καταδολίευση, καθότι αυτή μετουσιώθηκε σε πράξη και έτσι, ουσιαστικά, τα γεγονότα που την αφορούν εμπεριέχονται στα γεγονότα της 2ης κατηγορίας (βλ. Χασσάν ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2014)2(Β) Α.Α.Δ. 742). Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή, αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Ανθία v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 90/2021, ημερ.26.11.2021, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολούμενο με τις αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής επισήμανε στις σελ.4-5 της απόφασής του τα εξής: «Στο πλαίσιο αυτό το Πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας 5 (Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930).. Ο περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν. 95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν. 41(Ι)/1997 και ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με το Ν. 186(Ι)/2003, μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). ..... Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής, είναι και το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339 και Αστυνομία ν. Μαυρομμάτη, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2019, ημερ. 22/5/2020). (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη σε συνάρτηση με την εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου։
(1)Tο γεγονός ότι αυτός είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου, οικογενειάρχης, με 4 εξαρτώμενα άτομα (μητέρα, σύζυγο και 2 παιδιά),
(2)ότι έδειξε έμπρακτη μεταμέλεια, δηλώνοντας παραδοχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, συμβάλλοντας έτσι στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημοσίων δαπανών,
(3)ότι εξίσου έμπρακτα έδειξε την μεταμέλειά του μέσω της συνεργασίας του αρχικά με τον εκκαθαριστή της εταιρείας και πιο πρόσφατα με τις ανακριτικές αρχές, δηλώνοντας εγγράφως τη βούλησή του να παραμείνει στη διάθεση των ανακριτικών αρχών και να προσφερθεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο εάν και εφόσον κινηθεί ποινική δίωξη ή αγωγή εναντίον άλλων προσώπων που ενέχονταν στα αδικήματα και των οποίων τα ονόματα είναι πρόθυμος να αποκαλύψει,
(4)ότι, όπως παραδέχεται η Κατηγορούσα Αρχή, αν και αυτός βοήθησε να συντελεστεί η απάτη, εντούτοις δεν έχει προσπορίσει οικονομικό όφελος από το προϊόν απάτης,
(5)ότι έπαυσε να κατέχει τη θέση εμπιστοσύνης ή/και ευθύνης εντός της εταιρείας που έπεσε θύμα απάτης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνδυνος επανάληψης των αδικημάτων,
(6)ότι υπέστη ήδη εξωδικαστική τιμωρία εφόσον απώλεσε τη θέση εργασίας που κατείχε καθ' ον χρόνο εκτελέστηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, και
(7)ότι έχει διαρρεύσει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από το 2011 - 2012 που τελέστηκαν τα αδικήματα για τα οποία το Δικαστήριο του επέβαλε σήμερα ποινή, χωρίς να έχει υπάρξει ενώπιον μας μαρτυρία για άλλη αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο εν λόγω μεσοδιάστημα. Το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων της υπόθεσης και προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι αποτελούν κατάλληλο υπόβαθρο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρεια που μας παρέχεται από το Νόμο, υπέρ της έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισής του. Σημειώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε για σχεδόν 6 μήνες υπό κράτηση ως υπόδικος για την παρούσα υπόθεση, ενόσω εκκρεμούσε από μέρους του η τήρηση των όρων εγγύησης, οπότε είχε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθεί τι σημαίνει να αποστερείται κανείς της ελευθερίας του. Ας αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία που του δίνεται σήμερα, για να ενεργήσει στο μέλλον ως ένας έντιμος και νομοταγής επαγγελματίας, έτσι ώστε να μην βρεθεί αντιμέτωπος με ενεργοποίηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο οι συνέπειες της αναστολής και τυχόν μη τήρησης των όρων αυτής.) (Υπ.) ................ Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Συγκεκριμένα, το άρθρο 74 του Sentencing Codeμε πλαγιότιτλο «reduction in sentence for assistance to prosecution» προβλέπει ότι αυτό εφαρμόζεται όταν ο Κατηγορούμενος έχει δηλώσει ενώπιον του Crown Court παραδοχή ενοχής για το αδίκημα που κατηγορείται ή όταν έχει καταδικαστεί από το Crown Court για το εν λόγω αδίκημα και ο Κατηγορούμενος έχει γραπτή συμφωνία με ανακριτή ή με συγκεκριμένο ανακριτή ότι προσφέρεται να βοηθήσει τις ανακρίσεις για το συγκεκριμένο αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να δώσει έκπτωση στην ποινή για να επιβραβεύσει την έγγραφη συμφωνία του Κατηγορούμενου να συνδράμει στο ανακριτικό έργο, αλλά το Δικαστήριο οφείλει να δηλώσει στην απόφασή του ποιο θα ήταν το ύψος της ποινής εάν δεν λάμβανε υπόψη αυτόν τον μετριαστικό παράγοντα προς όφελος του Κατηγορούμενου, για να φανεί επακριβώς το μέγεθος της έκπτωσης που του χορήγησε για το συγκεκριμένο λόγο. Εάν το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον να ανακοινωθεί δημοσίως το στοιχείο της έκπτωσης που χορηγείται στον Κατηγορούμενο για το συγκεκριμένο μετριαστικό παράγοντα, οφείλει να ενημερώσει τουλάχιστον την κατηγορούσα αρχή και τον κατηγορούμενο για την αιτιολογημένη απόφασή του ως προς την έκπτωση που χορήγησε. Παρατίθεται αυτούσιο το άρθρο 74 πιο κάτω։ «74Reduction in sentence for assistance to prosecution
(1)This section applies where the Crown Court is determining what sentence to pass in respect of an offence on an offender who— (a)pleaded guilty to the offence, (b)was convicted in the Crown Court or committed to the Crown Court for sentence, and (c)pursuant to a written agreement made with a specified prosecutor, has assisted or offered to assist— (i)the investigator, (ii)or the specified prosecutor or any other prosecutor, in relation to that or any other offence.
(2)The court may take into account the extent and nature of the assistance given or offered.
(3)If the court passes a sentence which is less than it would have passed but for the assistance given or offered, it must state in open court— (a)that it has passed a lesser sentence than it would otherwise have passed, and (b)what the greater sentence would have been. This is subject to subsection
(4).
(4)If the court considers that it would not be in the public interest to disclose that the sentence has been discounted by virtue of this section— (a)subsection
(3)does not apply, (b)the court must give a written statement of the matters specified in subsection
(3)(
- a)and (
- b)to— (i)the prosecutor, and (ii)the offender, and (c)sections 52
(2)and 322
(4)(requirement to explain reasons for sentence or other order) do not apply to the extent that the explanation will disclose that a sentence has been discounted by virtue of this section.». [ii] The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. [iii] Where the sentencing court is satisfied that there were particular circumstances which significantly reduced the defendant's ability to understand what was alleged or otherwise made it unreasonable to expect the defendant to indicate a guilty plea sooner than was done, a reduction of one-third should still be made. In considering whether this exception applies, sentencers should distinguish between cases in which it is necessary to receive advice and/or have sight of evidence in order to understand whether the defendant is in fact and law guilty of the offence(
- s)charged, and cases in which a defendant merely delays guilty plea(
- s)in order to assess the strength of the prosecution evidence and the prospects of conviction or acquittal. [iv] The guilty plea should be considered by the court to be independent of the offender's personal mitigation. Factors such as admissions at interview, co-operation with the investigation and demonstrations of remorse should not be taken into account in determining the level of reduction. Rather, they should be considered separately and prior to any guilty plea reduction, as potential mitigating factors. The benefits apply regardless of the strength of the evidence against an offender. The strength of the evidence should not be taken into account when determining the level of reduction. [v] «7. As the SGC's statement of purpose makes clear, a plea of guilty may of course be an indication of remorse for the offence, but it may not be and the two things are not the same. A defendant may indeed regret his offence, and, beyond that, it may be clear that he wishes to avoid doing it again. Equally, however, he may plead guilty not because he regrets committing the crime but simply because he does not see a way of avoiding the consequences. The benefits which we have described which come from a defendant who is guilty admitting that he is so remain present if it is a case of the latter type. Moreover, it accords with elementary instincts of justice to recognise the difference between two defendants, one of whom is defiant and requires the public to prove every dot and comma of the case against him and the other of whom accepts his guilt. 8. The well established mechanism by which this is done is by reducing the sentence which would have been imposed after a trial by a proportion, on a sliding scale depending on when the plea of guilty was indicated. The largest reduction is of about one third, and is to be accorded, under the well established practice and the SGC Guideline, to defendants who indicate their plea of guilty at the "first reasonable opportunity". Thereafter the proportionate reduction diminishes. A plea of guilty at the door of the trial court will still attract some reduction, but it is likely to be of the order of one tenth.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο