ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΤΟΝΤΙΑΝ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 21886/2020., 9/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B213 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 21886/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΤΟΝΤΙΑΝ
- XXXXX ΙΚΤΕΧ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 09/12/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Σαββίδου. Κατηγορούμενος 1, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος 1 έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που αφορά την κοινή επίθεση, του Άρθρων 242 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα, παρατηρείται στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση, και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε το προαναφερόμενο αδίκημα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου
- Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής του αδικήματος, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως: - Ο Κατηγορούμενος 1, την 28ην Ιουνίου του έτους 2020, στην Λευκωσία, στις Κεντρικές Φυλακές, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Γ. Κ. (στο εξής καλούμενος «ο Παραπονούμενος»). - Το περιστατικό, εκτυλίχθηκε στα μπάνια της πτέρυγας τέσσερα των Κεντρικών Φυλακών. Ο Παραπονούμενος, όταν βρισκόταν εκεί για μπάνιο, δέχθηκε επίθεση από δύο άλλους τρόφιμους. Τα εν λόγω πρόσωπα, των οποίων ο Παραπονούμενος τα ονόματα δεν γνώριζε, του έριξαν σαμπουάν στο κεφάλι και τα μάτια, προκαλώντας του σε αυτά «κάψιμο». Ακολούθως, μετά που ο Παραπονούμενος ολοκλήρωσε το μπάνιο του και ντύθηκε, κατά την αποχώρηση του από τον χώρο, ένας εκ των εν λόγω προσώπων, που ήταν ο Κατηγορούμενος 1, τον χαστούκισε δυνατά στην αριστερή πλευρά του προσώπου του, με αποτέλεσμα να σωριαστεί στο έδαφος και ευρισκόμενος στην θέση αυτή, να δεχθεί από αυτόν και άλλα χτυπήματα. Ο Παραπονούμενος, δεν κατήγγειλε τον οποιονδήποτε τραυματισμό του και αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Ωστόσο, το προαναφερόμενο περιστατικό, μέρη του, καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης των Κεντρικών Φυλακών.
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου 1 και την ζημιά που προκάλεσε ή προόριζε με τις πράξεις του να προκληθεί ή που θα μπορούσε να προκαλέσει με αυτές, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά του εν λόγω αδικήματος και προκύπτουν από τα προαναφερόμενα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν το αδίκημα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που το Άρθρο 242 του Κεφ. 154 καθορίζει, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Επιβαρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, είναι οι εξής παράγοντες: - Ότι ο Κατηγορούμενος 1 ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο παράνομα, κατά την διάρκεια της έκτισης ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο για ποινικά αδικήματα που διέπραξε (αναφορά στα οποία γίνεται από το Δικαστήριο στην συνέχεια), στις Κεντρικές Φυλακές, εναντίον άλλου κατάδικου. Οποιοδήποτε ποινικά αδικήματα διαπράττονται κατά την διάρκεια της κράτησης ενός προσώπου, ειδικότερα τα αδικήματα εναντίον του προσώπου, είναι πιο σοβαρά, επειδή υπονομεύουν την θεμελιώδη ανάγκη για έλεγχο και τάξη, που είναι απαραίτητα για την λειτουργία των Κεντρικών Φυλακών και την διατήρηση της ασφάλειας. Σε αντίθεση με την δημοφιλή πεποίθηση, η πλειονότητα των κρατουμένων, θέλουν να εκτίσουν τις ποινές τους, όσο το δυνατόν πιο ήσυχα και με ασφάλεια. Η μειονότητα των επιθετικών, κυρίαρχων παραβατών, θέλουν να συνεχίσουν μέσα στη φυλακή τη συμπεριφορά που επεδείκνυαν πριν τη σύλληψη και καταδίκη τους. Τα μέσα που χρειάζονται ή και χρησιμοποιούν, για να επιτύχουν αυτό το σκοπό, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την δημιουργία ομάδων ή συμμοριών, την παρενόχληση, την επιβολή, τον εκφοβισμό, την ψυχολογική και σωματική βία και γενικά την επιθετική συμπεριφορά. Με την εξουσία και την επιρροή που οι προαναφερόμενες ενέργειες και συμπεριφορές μπορούν να φέρουν, επιδιώκουν ή και κατορθώνουν να διαταράξουν τη ζωή άλλων εντός της φυλακής, κρατουμένων ή ακόμη και υπαλλήλων της φυλακής, για δικό τους όφελος, αλλοιώνοντας βεβαίως τον σωφρονιστικό χαρακτήρα της φυλακής. Πράξεις που αποσκοπούν στα προαναφερόμενα ή που θα μπορούσαν να έχουν αυτό το αποτέλεσμα, που είναι βεβαίως ποινικά κολάσιμες, πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρότητα για να υπάρχει παραδειγματισμός και αποτροπή, ώστε να διατηρηθεί ο σωφρονιστικός χαρακτήρας των Κεντρικών Φυλακών, ο έλεγχος, η τάξη και προπαντός η ασφάλεια. Αυτός, είναι και ο λόγος για τον οποίον, κατά κανόνα, η έκτισης της ποινής για τέτοια ποινικά αδικήματα, όταν επιλέγεται από το Δικαστήριο για καταδικασθέντα κατηγορούμενο η φυλάκισης, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της συνολικότητας της ποινής, διατάζεται να είναι διαδοχική της ποινής φυλάκισης, που, ως κατάδικος, εκτίει. Πρόκειται, άλλωστε, για ποινές που επιβάλλονται για ποινικά αδικήματα που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά. - Κατά το προαναφερόμενο περιστατικό, είναι γεγονός, υπήρξε ομαδική επιθετική δραστηριότητα εναντίον του Παραπονούμενου, ευάλωτος όταν ήταν μόνος στο χώρο των μπάνιων, η οποία και κορυφώθηκε με την εφαρμογή δύναμης, αρκετά ουσιαστικής, από χτυπήματα του Κατηγορουμένου 1 προς τον Παραπονούμενο, σε ένα περιστατικό παρατεταμένο, ως διαφαίνεται από τα γεγονότα, χρονικά, σε δύο φάσεις, σε σύντομο όμως χρόνο μεταξύ τους, όπου ο Κατηγορούμενος 1 είχε, κατά την δεύτερη προαναφερόμενη φάση, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όταν και χτύπησε τον Παραπονούμενο, με αποτέλεσμα να σωριαστεί στο πάτωμα και στην συνέχεια, ως και προελέχθη, όταν ευρισκόμενος στην θέση αυτή ο Παραπονούμενος, συνέχισε να τον χτυπά επανειλημμένα. Δηλαδή, ως διαφαίνεται από τα γεγονότα, με επιμονή. Ο Κατηγορούμενος 1, συνάγεται από τα γεγονότα, ήταν τουλάχιστον αδιάφορος, αν με τα χτυπήματα του στον Παραπονούμενο, θα του προκαλούσε σωματική βλάβη και ακόμη πιο σημαντικά, αδιάφορος κατά πόσο, ως φορέας του ιού της ανθρώπινης ανοσοεπάρκειας («HIV») και της ηπατίτιδας Γ', θα μπορούσε, μέσα από ένα περιστατικό ως το προαναφερόμενο, να μεταδώσει, σε περίπτωση τραυματισμού του και του Παραπονούμενου, τις εν λόγω ασθένειες. Από την άλλη, ελαφρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, παράγοντες, είναι οι ακόλουθοι: - Ότι, ως αποτέλεσμα του προαναφερόμενου περιστατικού, ο Παραπονούμενος δεν έχει υποστεί, ή τουλάχιστον δεν έχει καταγγελθεί να έχει υποστεί, σε κάθε περίπτωση δεν έχει διαπιστωθεί να έχει υποστεί, ψυχολογική βλάβη ή σωματικούς τραυματισμούς, πέραν βεβαίως από τον πόνο και την δυσφορία, που συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι, αντιστοίχως, υπέστη και του προκλήθηκε, από τα χτυπήματα που δέχθηκε του Κατηγορουμένου 1 και το όλο περιστατικό. - Ότι, κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ουσιοεξαρτημένος και αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας για τα οποία ελάμβανε αγωγή και ότι, ως εκ τούτων, σε συνδυασμό και με το ότι ήταν και ο ίδιος δέκτης, ως υποστηρίχθηκε από πλευράς του, παρενόχλησης και εκφοβισμού στις Κεντρικές Φυλακές, από άλλους τρόφιμους, λόγω της προσωπικότητας του, η συμπεριφορά του και οι αντιδράσεις του μέσα στο περιβάλλον του ήταν επηρεασμένες. Σταθμίζοντας τους προαναφερόμενους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου 1, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο αδίκημα, είναι υψηλή, η διαπιστωθείσα βλάβη που προκλήθηκε από αυτήν στον Παραπονούμενο, χαμηλή, αλλά η βλάβη που θα μπορούσε να προκληθεί από αυτό, σημαντική, δεδομένα που σε συνδυασμό, κατατάσσουν την εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου 1, όχι στην υψηλότερη, υψηλή, και μέση βαθμίδα, αλλά κάτω από την μέση, του φάσματος της εγκληματικής συμπεριφοράς που το Άρθρο 242 του Κεφ. 154 καθορίζει.
- Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο. [iii]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου 1, μέσω της συνηγόρου υπεράσπισης του, για το αδίκημα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση της παράνομης πράξεως του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη της μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, στον απαιτούμενο βαθμό.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1, όπου αρμόζει και στο βαθμό που αρμόζει σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού ημερομηνίας 20/08/2021, αλλά και από την συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε και της έξαρσης του στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [iv]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, στην ηλικία των τριάντα πέντε χρόνων, έχει ποινικό μητρώο (βλ. το Έγγραφο Α'). Τα τελευταία χρόνια, έχει καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα, κυρίως εναντίον περιουσίας και του έχουν επιβληθεί από το Δικαστήριο, ποινές φυλάκισης, σημαντικής, θα μπορούσε να λεχθεί, διάρκειας, σχετικά με αριθμό διαφορετικών περιστατικών και υποθέσεων. Ο Κατηγορούμενος 1, είναι πρόσωπο που βίωσε δύσκολο παιδικά και εφηβικά χρόνια, αντιμετώπισε και εξακολουθεί να έχει επιπτώσεις από την ουσιοεξάρτηση και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που προαναφέρθηκαν, ενώ αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίζει, χρόνια στο μέλλον, τις προαναφερόμενες παθήσεις που επηρεάζουν τις ικανότητες και καθημερινότητα του. Η οικονομική του κατάσταση είναι άθλια και στο παρόν στάδιο στην Δημοκρατία δεν έχει καθόλου υποστηρικτικό περιβάλλον. Ο Κατηγορούμενος 1, έχει το προφίλ του ατόμου, με ιστορικό και στο πρόσφατο παρελθόν, ως προαναφέρθηκε, διάπραξης ποινικών αδικημάτων, ο σωφρονισμός του οποίου, δια της τιμωρίας και δη, στερητικής της ελευθερίας, δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί, ή τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί ουσιαστικά και παρουσιάζει, ως εκ τούτου, κάποια επικινδυνότητα για την κοινωνία. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι, κατά τα τελευταία χρόνια, παρουσίασε έξαψη στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων και μάλιστα, πολύ σύντομα μετά από την απόλυση του από τις Κεντρικές Φυλακές όπου και εξέτισε ποινές φυλάκισης για ομοειδή αδικήματα. Εντούτοις, ο ίδιος, ως έχει μέσω της συνηγόρου υπεράσπισης του δηλώσει στο Δικαστήριο, προσπαθεί, λόγω και του σχετικά πρόσφατου γάμου του, την αλλαγή και για τον λόγο αυτό έχει αλλάξει στάση ζωής. Πράγματι, διαπιστώνεται, και αυτό σε σχέση με το προαναφερόμενο ιστορικό της παράνομης δράσης του, ότι ο Κατηγορούμενος 1, από τις 05/07/2021 που απολύθηκε για τελευταία φορά από τις Κεντρικές Φυλακές, δεν φαίνεται να απασχόλησε τις αρχές της Δημοκρατίας ή και το Δικαστήριο σχετικά με οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη παράβαση.
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι ουσιαστικό ότι, με την επιβολή στον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση αυτή, για το αδίκημα που διέπραξε, αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι αρμόζει στην περίπτωση, άμεσης ποινής φυλάκισης, αυτόματα θα ενεργοποιηθεί και η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης των 146 ημερών, από τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο, είναι προφανές, στην Υπόθεση με αρ. 9080/2020 του Ε. Δ. Λευκωσίας, που έχουν προηγουμένως ανασταλεί, εξ όσων γίνεται αντιληπτό από τα όσα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, στις 05/07/2021, με Προεδρική χάρη, η οποία και θα προστεθεί ώστε να εκτιθεί διαδοχικά με την ποινή φυλάκισης που θα του επιβληθεί από το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση. Αυτό, είναι βεβαίως ένα δεδομένο, αποφασιστικής σημασίας για την απόφαση του Δικαστηρίου για την τιμωρία του Κατηγορουμένου 1, εφόσον, σε κάθε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο, έχει υποχρέωση να εφαρμόσει, την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Περαιτέρω, αυτό αποτελεί και μία εξέλιξη για τον Κατηγορούμενο 1, η οποία επήλθε κατά την διάρκεια της περιόδου από την διάπραξη του αδικήματος στις 28/06/2020, μέχρι και σήμερα που τιμωρείται από το Δικαστήριο, με ότι από αυτό συνεπάγεται κατά την πρακτική, λογική και ποινολογική θεώρηση των πραγμάτων.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων του, σε σχέση και με τις περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1 και δη, το ποινικό του μητρώο, είναι τόσο σοβαρό, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρό, που υπερβαίνει το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογεί την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου
- Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο.
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο 1 την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση. Η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί.
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και την επιμέτρηση της, δηλαδή, το αδίκημα και η σοβαρότητα του, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του Κατηγορουμένου 1, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση. Η παραδοχή του Κατηγορουμένου 1, αμέσως στο Δικαστήριο, του προαναφερόμενου αδικήματος που διέπραξε, η απολογία και έμπρακτη μεταμέλεια του, η μη πρόκληση ουσιαστικής ζημιάς και βλάβης στον Παραπονούμενο και η Προεδρική χάρη που έλαβε στις 05/07/2021, που είχε ως αποτέλεσμα, την απόλυση του από τις Κεντρικές Φυλακές, πριν την τιμωρία του για το προαναφερόμενο αδίκημα που διέπραξε κατά την διάρκεια της κράτησης του εκεί, η οποία τελικώς, αν και είναι ποινή φυλάκισης, είναι για περίοδο αρκετά μικρότερη από την αρχικά επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης για τα αδικήματα που διέπραξε στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 9080/2020 του Ε. Δ. Λευκωσίας, αλλά και από αυτήν που του χαρίστηκε από αυτήν, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο, χωρίς στιγμή να παραβλέπονται, οι περιστάσεις διάπραξής του προαναφερόμενου αδικήματος και οι επιβαρυντικοί, για τον Κατηγορούμενο 1, από αυτές, παράγοντες, ή και το γεγονός ότι αυτό βρίσκεται σε έξαρση και της ανάγκης, ως εκ τούτου, σε συνδυασμό με το ποινικό του μητρώο, η ποινή να είναι αποτρεπτική, να πάρει αυτή την απόφαση.
- Απόφασης, που σύμφωνα και με την νομολογία, δεν ενεργοποιεί αυτόματα την εναπομείνασα, ως προαναφέρθηκε, ποινή φυλάκισης των 146 ημερών, από τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 από το Δικαστήριο στην Υπόθεση με αρ. 9080/2020 του Ε. Δ. Λευκωσίας που έχουν προηγουμένως ανασταλεί. [v].
- Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο 1: Θα σας εξηγήσω αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν, επιδεικνύουν σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [iv] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- [v] Βλ. Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο