ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΟΥΡΑΤΙΑΝ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 12285/2018, 15/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B214 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 12285/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΜΟΥΡΑΤΙΑΝ
- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 15/12/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος 1, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ [Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1]
- Ο Κατηγορούμενος 1, έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1, 3 και 4 στο κατηγορητήριο, για τα οποία τώρα θα τιμωρηθεί από το Δικαστήριο, που αφορούν: - Η κατηγορία με αρ. 1, το ποινικό αδίκημα της λειτουργίας υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση των όρων αδείας του από την αρμόδια Αρχή, του Άρθρου 77
(1)του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012, Νόμος 106(I)/2012 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 106(Ι)/2012»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €100.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Η κατηγορία με αρ. 3, το ποινικό αδίκημα της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, του Άρθρου 79 του Νόμου 106(I)/2012, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €300.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Και· - Η κατηγορία με αρ. 4, το ποινικό αδίκημα της λειτουργίας, από κάτοχο άδειας παροχής υπηρεσιών στοιχήματος που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου 106(Ι)/2012 (ήτοι, από αδειούχο αποδέχτη Κλάσης Ά), αδειούχου υποστατικού, κατά παράβαση του προαναφερόμενου Άρθρου 79 του Νόμου 106(Ι)/2012, του Άρθρου 77
(2)του Νόμου 106(Ι)/2012, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €170.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
- Περαιτέρω, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου 1 και αφής στιγμής ο Κατήγορος, δια της εκπροσώπου του, συναίνεσε σε αυτό [i], κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική ευχέρεια που αυτό του παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης του για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση αυτή, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, λαμβάνει υπόψη του και τα αδικήματα (και τις περιστάσεις διάπραξης τους) της Υπόθεσης με αρ. 20566/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει επίσης παραδεχθεί ότι διέπραξε και τα οποία αφορούν: - Η κατηγορία με αρ. 1, το ποινικό αδίκημα της παροχής υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση των όρων αδείας του από την αρμόδια Αρχή, του Άρθρου 75 του Νόμου 106(I)/2012, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €170.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Και· - Η κατηγορία με αρ. 2, το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, του Άρθρου 79 του Νόμου 106(I)/2012, που, ως προελέχθη, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €300.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.». [ii].
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, ιδιαιτέρως αυτό της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση, και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [iii]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [iv].
- Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα. Ωστόσο, σύμφωνα με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκδικάζονται συνοπτικά. Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο 1, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
- Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, λιγότερο σοβαρά [v]. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου 1, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση [vi] να λάβει υπόψη του, την σοβαρότητα που δίδεται στα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της [vii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, -ιδιαιτέρως, ως και προαναφέρθηκε, αυτό της κατηγορίας με αρ. 3 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση-, είναι, ως διαπιστώνεται από τις προνοούμενες στον Νόμο ποινές, πολύ σοβαρά. Σκοπός του προαναφερόμενου Νόμου 106(I)/2012, είναι προφανές, ήταν η αντιμετώπιση της παράνομης στοιχηματικής δραστηριότητας. Περιπλέον, ρύθμιζε, με σκοπό την παρεμπόδιση, το στοίχημα να αποτελεί πηγή εγκλήματος, να συνδέεται με την εγκληματικότητα και να χρησιμοποιείται προς υποστήριξη ή και συγκάλυψη της εγκληματικότητας. Και περαιτέρω, διασφάλιζε ότι, το στοίχημα, διεξαγόταν με ελεγχόμενο, δίκαιο και ανοικτό τρόπο. Ενώ, προστάτευε επίσης, από τυχόν βλάβη ή εκμετάλλευση, μέσω του στοιχήματος, παιδιά ή και άλλα ευάλωτα άτομα. Η ρύθμισης πλέον του ζητήματος, από 21/03/2019, γίνεται από τον περί Στοιχημάτων Νόμο του 2019, Νόμος 37(Ι)/2019 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 37(Ι)/2019»).
- Ο συνδυασμός του προαναφερόμενου αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 3 στο κατηγορητήριο, της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών καζίνο παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση, από πλευράς Κατηγορουμένου 1, με αυτά των κατηγοριών με αρ. 1 και 4 στο κατηγορητήριο, της λειτουργίας από κάτοχο άδειας παροχής υπηρεσιών στοιχήματος που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου 106(Ι)/2012 (ήτοι, από αδειούχο αποδέχτη Κλάσης Ά), αδειούχου υποστατικού, κατά παράβαση του προαναφερόμενου Άρθρου 79 του Νόμου 106(Ι)/2012 και της λειτουργίας υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση των όρων αδείας του από την αρμόδια Αρχή, καταδεικνύει πορεία εγκληματικής δράσης του Κατηγορουμένου 1, με επιβαρυμένο χαρακτήρα. Ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη, και τα προαναφερόμενα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, της Υπόθεσης με αρ. 20566/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο συνδυασμός τους, καθώς επίσης και ο συνδυασμός τους με αυτά της παρούσας υπόθεσης και η αλληλουχία τους.
- Το πως ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν και από τον Κατηγορούμενο
- Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως. - Ο Κατηγορούμενος 1, διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα, σε ώριμη ηλικία και ως εκ τούτου, σαφώς, όχι από ανωριμότητα ή και υπό περιστάσεις παρόρμησης. Ο Κατηγορούμενος 1, ως προκύπτει από τις περιστάσεις της υπόθεσης, συνειδητά ενήργησε, και μάλιστα και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και ήταν, φαίνεται, υποκινούμενος για την δράση του αυτή και από το προσωπικό, χρηματικό όφελος, που κάτω υπό τις δοσμένες περιστάσεις που ισχυρίστηκε, ελάμβανε. - Ο Κατηγορούμενος 1, στις 14/01/2016, μαζί με τον πρώην συγκατηγορούμενο του, Κατηγορούμενο 2, λειτουργούσε στην Λακατάμεια, πρακτορείο στοιχημάτων, κατά παράβαση των όρων της άδειας του. Δηλαδή, εργοδοτούσαν τον πρώην συγκατηγορύμενου τους, Κατηγορούμενο 3, ως υπεύθυνο για την λειτουργία του εν λόγω πρακτορείου στοιχημάτων, χωρίς ενημέρωση της αρμόδιας Αρχής Στοιχημάτων, για να ορισθεί ως υπεύθυνο πρόσωπο. - Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, μαζί με τον πρώην συγκατηγορούμενο του, Κατηγορούμενο 2, σε αδειοδοτημένο πρακτορείο στοιχημάτων στην Λευκωσία (Λαΐκή Γειτονιά), κατείχε μηχανή με την οποία παρέχονταν υπηρεσίες για διεξαγωγή στην Δημοκρατία παιχνιδιών με απευθείας σύνδεση. Δηλαδή, κατείχαν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή, με τον οποίο παρέχονταν υπηρεσίες για διεξαγωγή τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου. - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και στον ίδιο τόπο, ενώ ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αδειούχου αποδέκτη κλάσης Α', λειτουργούσε το εν λόγω αδειοδοτημένο πρακτορείο στοιχημάτων στην Λευκωσία (Λαΐκή Γειτονιά) κατά παράβαση του προαναφερόμενου Άρθρου 79 του Νόμου 106(Ι)/
- Δηλαδή, παρείχε, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, υπηρεσίες για διεξαγωγή στην Δημοκρατία παιχνιδιών με απευθείας σύνδεση. - Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1, σε σχέση με αυτόν του πρώην συγκατηγορούμενου του, Κατηγορουμένου 2, ήταν υποβαθμισμένος. Ο Κατηγορούμενος 1, αν και με πλήρη επίγνωση του παράνομου των πράξεων του, και ως συνάγεται από τα γεγονότα ως προαναφέρθηκε, και έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, έθεσε τον εαυτό του, ως πρόσωπο που κατείχε άδεια αποδέκτη κλάσης Α', στην διάθεση και υπηρεσία του πρώην συγκατηγορούμενου του, Κατηγορούμενου 2, ώστε ο τελευταίος να επιτύχει -και αυτός είναι ένας ιδιαίτερα επιβαρυντικός για τον Κατηγορούμενο 1 παράγοντας-, αδειοδότηση των προαναφερόμενων υποστατικών, ως πρακτορείων στοιχημάτων, κάτι που διαφορετικά δεν θα μπορούσε λόγω, ως υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 1, του ποινικού μητρώου του πρώην συγκατηγορούμενου του, Κατηγορουμένου 2, τα οποία φαίνεται να εκμεταλλεύονταν επιχειρηματικά, έχοντας κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, πρόσβαση προς τον καταναλωτή, και μάλιστα υπό κάλυψη, για την παροχή, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παράνομα, και υπηρεσιών για διεξαγωγή στην Δημοκρατία παιχνιδιών με απευθείας σύνδεση. - Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 1, που, παρά τα γεγονότα που αφορούν την Υπόθεση με αρ. 20566/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (που λαμβάνεται υπόψη) και τα αδικήματα του που προέκυψαν από αυτά, συνεχίστηκε, για να ακολουθήσει ένα περίπου χρόνο μετά, το περιστατικό αυτής της Υπόθεσης και η διάπραξης των αδικημάτων υπό αναφορά.
- Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του, -αν και όχι με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο και πολύ καθυστερημένα σε σχέση με την έναρξη της ποινικής του δίωξης από τον Κατήγορο ενώπιον του Δικαστηρίου-, σε στάδιο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Λόγω της καθυστέρησης του Κατηγορουμένου 1, να δηλώσει την παραδοχή του στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, σχετικά με τον παράγοντα αυτό, το Δικαστήριο, (δικαιολογημένα κρίνει ότι επιβάλλεται) θα του επιδείξει λιγότερη επιείκεια, από ότι θα του επιδείκνυε εάν το έπραττε αμέσως όταν κλήθηκε να απαντήσει στο κατηγορητήριο του ενώπιον του [viii]. Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή αυτή του Κατηγορουμένου 1, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του, πλέον, να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας και αυτό συντείνει προς την επιεικέστερη μεταχείριση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, στον απαιτούμενο βαθμό. Και περαιτέρω, ότι, λόγω της αντικειμενικής καθυστέρησης στην διεκπεραίωση αυτής της υπόθεσης και της ποινικής αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, δεν προκλήθηκε σε αυτόν, οποιαδήποτε δυσμένεια ή επηρεασμός σε ότι αφορά την προβολή της οποιαδήποτε θέσης του, σχετικά με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ή και τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες, σημειώνεται, δεν διαπιστώνεται από τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να έχουν, κατά την περίοδο της καθυστέρησης, ουσιαστικά διαφοροποιηθεί, ώστε η καθυστέρηση αυτή, ως παράγοντας, να δικαιολογεί, πέραν του μετριασμού της ποινής του, σε κάποιο βαθμό, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της του Κατηγορουμένου 1 όπου αρμόζει, το Δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον Κατηγορούμενο
- Ωστόσο, κάποια τέτοια στοιχεία του Κατηγορουμένου 1, προκύπτουν από τα όσα ο Κατήγορος έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε και της έξαρσης τους, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [ix]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, στην ηλικία του των πενήντα πέντε χρόνων, είναι λευκού ποινικού μητρώου.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, έχοντας κατά νουν και τον συνδυασμό και επανάληψη τους, η ποινή της φυλάκισης, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης. Δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου
- Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι, λόγω του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορουμένου 1, της παραδοχής του κατηγορητηρίου του στο Δικαστήριο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, της καθυστέρησης που παρατηρείται στην ποινική από το Δικαστήριο αντιμετώπιση του, της απολογίας του και των προσωπικών του περιστάσεων, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του από το Δικαστήριο, μπορεί να αποφευχθεί. Το Δικαστήριο έχει επιλέξει την χρηματική ποινή για τον Κατηγορούμενο 1, την οποία όμως επιμετράει, έχοντας κατά νουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, που, όπως και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλάται στην ποινή, σύμφωνα όμως πάντοτε με τις προαναφερόμενες περιστάσεις των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και τις προσωπικές του Κατηγορουμένου
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο 1 τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: €1.000 πρόστιμο. Στην 3η Κατηγορία: €6.500 πρόστιμο. Στην 4η Κατηγορία: €2.500 πρόστιμο. Ο Κατηγορούμενος 1, κατ' εφαρμογής του Άρθρου 118
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θα έχει μέχρι και την 15ην/05/2022 για να καταβάλει το σύνολο του προστίμου που προκύπτει ως ανωτέρω. Του δίδεται από το Δικαστήριο, εύλογος χρόνος ανταπόκρισης.
- Τα τεκμήρια στην κατοχή της Αστυνομίας για αυτή την Υπόθεση, δύο ηλεκτρονικοί υπολογιστές, αφού αφαιρεθεί από την Αστυνομία οτιδήποτε το παράνομο σε αυτούς, να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο 2, ιδιοκτήτη τους. Περαιτέρω, τα τεκμήρια στην κατοχή της Αστυνομίας για αυτή την Υπόθεση, τέσσερα χαρτονομίσματα των €5, να επιστραφούν στο αρμόδιο πρόσωπο στο δικαιούχο Τμήμα της Αστυνομίας, νόμιμο δικαιούχο τους.
- Τα τεκμήρια στην κατοχή της Αστυνομίας για την Υπόθεση με αρ. 20566/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας, στην βάση της υπάρχουσας διαταγής του Δικαστηρίου για την κατακράτηση τους, λόγω εκκρεμοδικίας της σε σχέση με τον εκεί Κατηγορούμενο 1, Μιχαλάκη Μιχαήλ. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47. [ii] Βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598. [iii] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [iv] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [v] Βλ. Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2005, 25/11/2005, Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ.
- [vi] Βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 5192, 08/06/
- [vii] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/
- [viii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [ix] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο